ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

‘Αντρες 💩

Ένα ζεστό μεσημέρι (σε όλη τη χώρα καταιγίδες, στη Κρήτη 25 βαθμούς Κελσίου) κι ενώ χάζευα το ταβάνι και άκουγα μουσική (Lana del ray κλασικά) το μυαλό μου ταξίδευε στις «περιπτωσάρες» των ανδρών που εγώ και κάποιες άλλες γυναίκες είχαμε την ατυχία να γνωρίσουμε. Άρχισα να γράφω στις Σημειώσεις του Samsung gallaxy j7 (το καμάρι μου) όσα μου ερχόταν στο μυαλό, προσθέτοντας σε αρκετά σημεία του κειμένου poop emojy (σκατουλάκια). Ωριμότητα στο φούλ. Σήμερα αποφάσισα να το δημοσιεύσω στο Tumblr. Και μετά σκέφτηκα να το δημοσιεύσω και εδώ. Κρίμα να μείνει αυτό το αριστούργημα κρυμμένο. Enjoy..

ΥΓ: Για να μην παρεξηγηθώ, είναι κάποιες κατηγορίες ανδρών και σίγουρα όλες οι γυναίκες όλο και κάποιους εκπροσώπους της κάθε κατηγορίας θα γνωρίσουμε κάποια στιγμή στη ζωή μας. Δεν είναι όλοι οι άνδρες το ίδιο. Υπάρχουν και οι καλοί. Ευτυχώς…

Αντρες 💩

💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους πεινασμένους άντρες που σε παρενοχλούν σεξουαλικά ενώ λίγο πιο πέρα στέκεται η γυναίκα τους και η κόρη τους.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους ψεύτες άντρες που σου ορκίζονται αιώνια αγάπη και την ίδια στιγμή σε χωρίζουν.

💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους αλήτες άντρες (αλήτης>αλάομαι-ωμαι-περιφέρομαι εδω κι εκεί) που σηκώνουν χέρι πάνω σου.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους θρασύδειλους άντρες που σου κάνουν cyber bullying επειδή δεν ανταποκρίθηκες στο πέσιμο τους.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους ανισσόροπους άντρες που σου στερουν την ελευθερία σου.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους ψυχοπαθείς άντρες που σου κανουν ψυχολογικό πόλεμο για να σε χειραγωγήσουν.

💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους άντρες μαλάκες που σου κάνουν push and pull για να νιώσουν έστω και για ένα λεπτό στην αξιοθρήνητη ζωούλα τους σημαντικοί.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους άντρες τσόγλανους που σε κατηγορούν για πράγματα που δεν εχεις κάνει ποτέ για να βρουν ευκαιρία να σε χωρίσουν.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους πέφτουλες άντρες που ενώ είναι μαζί σου ζαχαρώνουν με άλλες συνήθως κατώτερες σου, ξεφτιλίζοντας σε.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους ανέντιμους άντρες που σου κλεινουν ραντεβού και εξαφανίζονται για μερες και αναγκάζεσαι να επικοινωνείς με τους φίλους τους και τη μητέρα τους για να μάθεις αν είναι εν ζωή.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους γρόθους άντρες (γρόθος=απο τη γροθιά=αυτός που παίζει συνέχεια γρόθο=αυνανίζεται. Σημαίνει και βλάκας έχει χαζέψει από τον πόλύ αυνανισμό) που δεν απαντάνε ποτέ στα τηλέφωνα.

💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους υστερικούς άντρες που δεν θέλουν να σου πουν ούτε ένα χρόνια πολλά στην επαίτειο σας,αντίθετα σε βρίζουν επειδή είπες εσύ χρόνια πολλά.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους ψυχανώμαλους άντρες που ουρλιάζουν βρίζοντας σε και απειλώντας σε οτι θα σε σκοτώσουν.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους κακοήθεις άντρες που σε συκοφαντούν στο περιβάλλον σου λέγοντας σε τρελή ή πόρνη.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους άντρες σκουλίκια που δε σέβονται οτι εισαι ανεργη και σου ζητάνε χρήματα για τη πάρτη τους.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους ανήθικους άντρες που δεν έχουν κανένα σεβασμό για καμιά γυναίκα προφανώς ούτε για τη μητέρα τους και σου φερονται σαν να εισαι σκουπίδι,πόρνη ή χειρότερα.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους βλάκες άντρες που σε θεωρούν αυτονόητη και καβάτζα.

💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους αποτυχημένους άντρες που δεν ξέρουν πως να κανουν έρωτα σε μια γυναίκα.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους κάλπικους άντρες που ενώ διαβάζουν τα μυνήματα σου δεν απαντούν.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους υποκριτές αντρες που σου λένε σαγαπώ με το στόμα ενώ τα ματια τους φωναζουν “μου εισαι αδιάφορη”.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους αλαζονικούς άντρες που σε κυνηγανε μήνες σε παραμυθιάζουν αβέρτα και μόλις βγεις μια φορά μαζί τους και ενω σου υπόσχονται οτι θα σε πάρουν τηλέφωνο, την επομένη εξαφανίζονται.Και εμφανίζονται μετά από μήνες, προφανώς όταν ξεμείνουν από επιλογές και σε φλερτάρουν απο την αρχή. Οταν τους ρωτάς γιατι χάθηκαν απαντούν ότι πιο άκυρο όπως πνιγόμουν στη δουλεία ή έλειπα ταξιδι ή πεθανε η γιαγιά μου.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους τσούλους άντρες που όταν βγαίνουν μαζί σου εξαφανίζονται την επομένη και μετα απο καιρό στη πέφτουν στο δυαδίκτιο (fb, Instagram, badoo,Snapchat κτλ) χωρίς να θυμούνται καν ότι είχατε ήδη βγει.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους αισχρούς άντρες που σου στέλνουν dickpics για να τους στείλεις κι εσύ γυμνές φωτογραφίες σου.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους τερατολογους άντρες που διαδίδουν ψέμματα για σένα και σε χωρίζουν από το αγόρι σου (που προφανώς δε σε αγαπάει για να πιστέψει κάποιον που έχει να δει 15 χρόνια αντί εσένα) μόνο και μόνο για να σε εκδικηθούν επειδή κάποτε τους απέρριψες ή τους είχες αποκαλέσει χοντρούς.

💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους κουτοπόνηρους άντρες που βάζουν τους φίλους τους να σε παίρνουν τηλέφωνο και σε παρενοχλούν δια τηλεφώνου ομαδικά.
💩ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ τους ξεδιάντροπους άντρες που επειδή βγήκες μια φορά μαζί τους για ένα καφέ χωρίς να προχωρήσετε παρακάτω, διαδίδουν ψέμματα για σένα και σε κάνουν πάσα στους φίλους του που σου τη πέφτουν βασιζόμενοι στα ψέμματα τους.
ΠΕΡΙΦΡΟΝΩ
ΒΔΕΛΥΣΣΟΜΑΙ
💩💩💩💩💩💩💩💩💩💩💩💩💩

κειμενο δικο μου απεχθανομαι αντρες βραδινες σκεψεις μαλακες ελληνικα ποστ γρεεκ ποστς Maria Fanouraki marias blog wordpress blogger
Advertisements
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

ΜΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ ΕΝΑΣ ΓΑΜΟΣ, Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΕΝΟΣ ΚΑΛΣΟΝ ΚΑΙ Η ΜΑΝΑΔΟΚΥΡΟΥΔΑΤΗ…

Μια ματιά στις σκέψεις μου τις ημέρες που η οικογένεια μου ετοιμαζόταν να υποδεχτεί δυο νέα μέλη στο δυναμικό της. Τον ερχομό του δεύτερου ανηψιού μου (από την μικρή μου αδελφή) και το καλοσώρισμα της νύφης μας επισήμως στο Φανουρόσογο, αφού θα παντρευόταν τον αδελφό μου. Ας ξεκινήσει λοιπόν το countdown. Προειδοποίηση: Θα βρείτε πολλές Κρητικές λέξεις, δεν θα σας ζαλίσω με αστερίσκους, γράφω δίπλα στη κάθε άγνωστη λέξη την εξήγηση της μέσα σε παρένθεση.

22 Οκτωβρίου 2017

Σαν ανύπανδρη και «μαναδοκυρουδάτη» έριξα το ρύζι στα μοσχοπλυμένα προικιά του μεγάλου μου αδελφού για να τα παραδώσω στη νύφη. Πέταξα βέβαια ένα σεφερλιακό αστειάκι τύπου: «Καρολίνα να είναι το ρύζι ή νυχάκι;» για να κρύψω τη συγκίνηση μου και το ελαφρό κοκκίνισμα στα μάγουλα μου. Κανονικά τα «παλιά τα χρόνια» κάπως αλλιώς γινόταν η «παράδωση» της προίκας. Αν ήταν η προίκα της νύφης, που ήταν και μεγαλύτερη, ένα δυο μέρες πριν το γάμο συγκεντρωνόταν οι κοπέλες του χωριού στο σπίτι της νύφης, τραγουδούσαν τις μαντινάδες και μετέφεραν τα προικιά με συνοδεία λύρας στο σπίτι του ζευγαριού, όπου στρωνόταν και το νυφικό κρεβάτι, πάντα από ανύπανδρες και μαναδοκυρουδάτες κοπελιές (έπρεπε να είχαν και τη μάνα και τον κύρη τους τον πατέρα δηλαδή, ζωντανούς, δεν έκανε να είναι ορφανές και να αγγίξουν τα προικιά ήταν γρουσουζιά, δεν ξέρω από που κρατάει τέτοιο έθιμο). Το έθιμο για το στρώσιμο του κρεβατιού θα τα πώ παρακάτω.

 

30-31/10/17

Διήμερη επιδρομή στα μαγαζιά του Ηρακλείου για να βρω το πολυπόθητο outfit για τον επερχόμενο γάμο. Είχα απίστευτο άγχος γιατί εγώ και οι πωλήτριες δεν τα πήγαμε ποτέ καλά. Είμαι λίγο παράξενη θα έλεγα. Πραγματικά. Θέλω συγκεκριμένο στύλ ρούχων, να είναι τάδε στυλ τάδε κόψιμο χρώμα να μην είναι πολύ κοντό, ούτε μακρύ προς Θεού, να μην με καλύπτει στο ντεκολτέ, να μη με πνίγει να μην φαίνεται το βρακί μου απο μέσα κτλ. Ευτυχώς με σύμμαχους την νύφη μου και την κουμπάρα της βρήκα το τέλειο φόρεμα. Μπλέ με μαύρο σχέδιο δαντελας κάτω από το στήθος και μαύρο τούλι στο ντεκολτέ και στη τιράντα. Μαύρο χοντροκομμένο πέδιλο, λευκό σακάκι και μαύρη τσάντα. Το γελοίο της υπόθεσης ήταν, κατα την επιστροφή μου όπου ο οδηγός του λεωφορείου μας παράτησε στο λεωφορειο και κατέβηκε σε ένα καφενείο που συστεγάζεται με το πρακτορείο του κτελ (ευρώπη πολιτισμός, ούτε τη δεκαετία του ’50 δεν υπήρχαν αυτα) για να κάτσει να φάει σουβλάκια. Τον περιμέναμε πάνω από ενα τέταρτο. Εκνευρίστηκα τόσο πολύ που τελικά θυμήθηκα ότι είχα ξεχάσει να αγοράσω καλσόν. Γαμώτο!

 

1/11/17

Η πιο σημαντική μέρα για την οικογένεια μου έφτασε. Γεννήθηκε ο ανηψιός μου!!! Καλά δεν θα περιγράψω το άγχος μου και την αγωνία μου μέχρι να ανάψει η πινακίδα έξω από το χειρουργείο «ΑΓΟΡΙ».. Μόνο όταν φώτισε πήρα κανονική ανάσα και ηρέμησα. Και μετά μας το έφεραν. Ένα μικρό θαύμα τυλιγμένο στα γαλάζια. Με πααραααα πολλά μαλλιά (ο Χαράλαμπος μου δεν είχε τόσα) και μυτούλα όνειρο έκανε μορφασμούς και πιπίλαγε το δάχτυλακι του. Αντράκι μου, παιδί μου!! Πόσο να αντέξει μια έρμη θεία που είναι ευαίσθητη και κλαίει με το παραμικρό; Πολλές φορές νιώθω τη καρδιά μου να πλυμμηρίζει στροβίλους αγάπης και απλά ειναι πάρα πολύ για μένα. Δεν μπορώ να το αντέξω. Υπάρχει άνθρωπος που να έχει πεθάνει από υπερβολική ευτυχία; Τώρα λοιπόν έχω δυο μικρούς πρίγκιπες!! Τον Χαράλαμπο και τον μικρούλι Γιαννάκο. Διπλή χαρά, διπλή ευτυχία. Και νιώθω τυχερή που τους έχω. Είναι τίτλος τιμής το να λέγομαι θεία. Και ανυπομονώ να μεγαλώσει λιγάκι ο Γιαννάκος να με αποκαλεί «τια Μαλία». Μαντέψτε τι κάνω τώρα που γράφω. Κλαίω εννοείται. Επίσης θέλω να αναφέρω πόσο υπερήφανη είμαι για την μικρή μου αδελφή, τη Νίκη μας που από ένα χαρούμενο ζαβολιάρικο διαολάκι έγινε μια σοβαρή, υπεύθηνη μανούλα που μαζί με τον άντρα της τον Κριτόλαο έκαναν έναν Χαράλαμπο ευγενικό, όμορφο και καλόψυχο. Και είμαι σίγουρη ότι θα κάνουν το ιδιο με τον μικρούλη Γιαννάκο. Από τώρα έχει κατωχηρωθεί το όνομα. Θα πάρει το όνομα του παππού Γιάννη-του μπαμπά μου. Ο Χαράλαμπος πήρε το όνομα του άλλου παππού. Η ύψιστη τιμή εδώ στη Κρήτη για τους γονείς που με βάσανα αναθρέφουν τα παιδιά τους. Να έρθει κάποτε η στιγμή όπου τα εγγόνια τους θα φέρουν το όνομα τους. Και μια μικρή εξομολόγηση: παρακολούθησα από κοντά όλα όσα πέρασε η μικρή μου αδελφή για να φέρει στο κόσμο δυο μωρά, εκτίμησα περρισότερο τη δικιά μας μαμά για όσα τράβηξε για να μας φέρει στο κόσμο.  Α, έφυγα απο το μαιευτήριο και πετάχτηκα να αγοράσω ένα γαλάζιο φορμάκι για τον μικρούλι πρίγκιπα (είχα περάσει ολόκληρο το καλοκαίρι πλέκοντας με 38 βαθμούς ένα διπλό κουβερτάκι, γαλάζιο από τη μια πλευρά, λευκό από την άλλη, αλλά δεν μπορούσα να αντισταθώ στο φορμάκι. Επίσης προσπάθησα να βρω καλσόν αλλά δεν..

20171101_103130
its a boy!!!

 

7/11/17

Σήμερα ζυμώθηκαν τα «ψωμιά του γάμου». Τα παλιά τα χρόνια ζυμώναν οι κυράδες τα εφτάζυμα ψωμιά που θα έτρωγαν στο τραπέζι του γάμου. Σήμερα οι «κυράδες» δεν ξέρουν να βράσουν ούτε ένα αβγό όχι να σου ζυμώσουν και ψωμί. Σήμερα στους γάμους τρώς κάτι άνοστα γλυκερά αρτοσκευάσματα «παραγγελιά» από τον τάδε φούρνο παύλα ζαχαροπλαστείο παύλα καφέ σημείο. Και φυσικά στερήται γεύση. «Δεν έχουν ουσία» που λέει και η μάνα μου. Ευτυχώς υπάρχουν γυναίκες που κρατούν σαν θυσαυρό τέτοιες παραδόσεις και το χαίρονται να ζυμώνουν ακόμα. Η γιαγιά μου η Μαρία ήταν η καλύτερη «ζυμώτρα» της Πεδιάδος (περιοχή στην ενδοχώρα του Ηρακλείου). Πίστευε στο μάτι, έκανε κρυφά τα ψωμιά της για να μη τη «γραντίσουν» ή  «φταρμίσουν«, (ματιάσουν) οι γειτόνισσες. Η μαμά μου τη βοηθούσε και μάθαινε κοντά της τα μυστικά του ζυμώματος. Ήταν η βοηθός Νο 1. Εγώ βοηθούσα τη μαμά μου που βοηθούσε τη γιαγιά. Ήμουν η βοηθός Νο 2. Είχε αναγάγει την όλη διαδικάσια σε μυσταγωγία. Άναβε κεριά ή το » λούξι» (λάμπα) και φορούσε ανάποδα κάποιο ρούχο της. Ψιθύρισε, δε μιλούσε δυνατά και γενικά ήταν απίστευτο το κλίμα μέσα στο παλιό κουζινάκι- ζυμωτήριο. Ένιωθες ότι έπαιρνες μέρος σε κάτι μυστικιστικό, μαγικό. Όταν έφυγε η γιαγιά τα σκήπτρα πήρε η μαμά μου. Και εγώ πήρα προαγωγή σε βοηθό Νο 1. Η μαμά ηταν πιο βιαστική και πιο χύμα. Ερχόντουσαν και οι γειτόνισσες, έβαζαν τα παχουλά χέρια τους να ζυμώσουν και καμιά φορά το ψωμί που έβγαινε δεν ήταν το νόστιμο θαύμα που έκανε η γιαγιά Μαρία. Ήταν πιο στεγνό και σκληρό. Χαλούσαν τη μαγεία αυτές. Πολλές φορές λόγω δουλειάς και υποχρεώσεων η μαμά μου έδινε οδηγίες πως να φτιάξω μόνη μου τον «κουνενό» για να είναι έτοιμος όταν εκείνη θα επέστρεφε στο σπίτι για να ξεκινήσει το ζύμωμα. Ο «κουνενός» είναι το πρώτο στάδιο του εφτάζυμου ψωμιού. Βάζεις χλιαρό προς ζεστό νεράκιόσο αντέχει το χέρι σου, με μείγμα από αλεσμένα ρεβύθια και το «μπαμπαρολιάζεις«, (σκεπάζεις) με πολλά ρουχα να είναι σε ζεστό περιβάλλον ώστε να ανέβει, να φουσκώσει και να είναι έτοιμο να ζυμωθει μετά από αρκετές ώρες. Οι περισότερες γριές στη γειτονιά δεν ξέρουν ούτε αυτό να κάνουν. Δεν τους φουσκώνει και δεν μπορούν να προχωρησουν στο επόμενο στάδιο που είναι το ζύμωμα. Θεωρήται ντροπή να μη ξέρεις τον κουνενό. Εγώ από ότι λέει η μάνα μου το έχει το χέρι μου και πιάνει ο κουνενός. Όταν λοιπόν ανέβει ο κουνενός τον ρίχνουμε στη ξύλινη σκάφη με το κοσκινισμένο αλεύρι και ζυμώνουμε. Δεν θα περιγράψω άλλο για να μη προδώσω τα μυστικά με τις εφτά ζυμες κτλ. Όταν ζυμωθούν τα ψωμιά τα ψήνουν στον ξυλόφουρνο. Σήμερα λοιπόν ζυμώσαμε ψωμάκι όχι για τον γάμο γιατί θα ήθελε τεράστιες ποσότητες αλεύρι να ζυμωθεί για να καλύψει τους κοντά χίλιους καλεσμένους αλλά ζυμωσαμε για το «πρόγαμο» ή «πεσκέσι» που θα γίνει τη Παρασκευή. Παλιά ο πρόγαμος γινόταν πάντα τη παραμονή του γάμου όπου το ζευγάρι χώριζε για λίγες ώρες και πήγαινε ο καθένας στο πατρικό του σπίτι όπου έκαναν ένα τραπέζι και περνούσαν όσοι καλεσμένοι ήθελαν για «να πιουν ένα κρασί». Οι καλεσμένοι πήγαιναν μακαρόνια ρύζια κτλ. Κάτι σαν πάρτι ρεφενέ. Τα τελευταία χρόνια κάποιοι δεν κάνουν πρόγαμο ή τον κάνουν αρκετές μερες πριν το γάμο ώστε να έχουν χρόνο να ξεκουραστούν λίγο. Επίσης σήμερα ετοιμάσαμε τους δίσκους από κασσίτερο στολισμένους με πλεκτά σεμέν και τριανταφυλλάκια (οκ λιγο κιτς δεν έβλαψε ποτέ κανένα) όπου τοποθετήσαμε τα λικέρ και τη ρακί με τα ποτηράκια τους. Οι κουραμπιέδες μπήκαν σε πιατέλες για να πάνε στη νύφη αλλά και για να κεραστούν στο σπίτι του γαμπρού.Δεν είναι μόνο για τα Χριστούγεννα. Τον κερνάμε σε χαρές γιατί έχει λευκή αμφίεση. Σε γεννητούρια και αρραβώνες. Είναι επίσημο γλύκισμα. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά είχα και την αναζήτηση του τέλειου καλσόν χωρίς αποτέλεσμα. Οι οδηγίες προς τη μανα μου ήταν σαφείς: «ΔΙΑΦΑΝΟ ΚΑΛΣΟΝ ΧΩΡΙΣ ΡΑΦΕΣ ΣΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΕΙΔΙΚΑ ΓΙΑ ΠΕΔΙΛΟ». Και επέστρεψε σπίτι με ένα σκούρο στο χρώμα του πράσινου τσαγιού (ορίστε;) και εννοείται ΜΕ ΡΑΦΕΣ!! Η επαρχιώτισσα ψιλικατζού στο δίπλα χωριό θεώρησε εύκολο θύμα τη μαμά μου και της πούλησε κάτι άσχετο, παρόλο που της είχα γράψει σε χαρτί αυτό που ήθελα. «Οχι» λέει «δεν υπάρχουν καλσόν χωρίς ραφές». Με έβγαλε με λίγα λόγια τρελή!! Η οδύσσεια του καλσόν συνεχίζεται…

20171110_124726
Εφτάζυμο ψωμί

8/11/17

Σήμερα ήταν το «στρώσιμο του κρεβατιού» του αδελφού μου. ‘Οπως αναφέρω και παραπάνω, τα παλιά χρόνια, ένα δυο μέρες πριν το γάμο, συγκεντρωνόταν οι κοπέλες του χωριού στο σπίτι της νύφης, μαζεύαν τα προικιά και τραγουδούσαν τις μαντινάδες και μετέφεραν τα προικιά με συνοδεία λύρας στο σπίτι του ζευγαριού, όπου στρωνόταν και το νυφικό κρεβάτι, πάντα από ανύπανδρες και μανοκυρουδάτες κοπελιές. Τα τελευταία χρόνια δεν έχουμε ποδαράτη συνοδεία με λύρες γιατί οι αποστάσεις έχον μεγαλώσει και αν είναι η νύφη από το Ηράκλειο και ο γαμπρός από το Νιπιδιτό (το χωριό μας) πρακτικά δεν γίνεται να περπατήσουν 35 χιλιόμετρα με τα προικιά στα χέρια και τη λύρα να παίζει μαντινάδες. Σήμερα λοιπόν μαζευτήκαμε στο Ηράκλειο στο σπίτι του ζευγαριού, ενώ τα προικιά του αδελφού μου είχαν μεταφερθεί πριν μέρες από το ίδιο το ζευγάρι, τα προικια της νύφης ήταν ήδη εκει αφου το σπίτι του ζευγαριού ειναι το σπίτι που έμενε η κοπέλα με τη μαμα της). Οταν ήρθε η ώρα (μια γρια έπαθε υστερία ότι το κρεβάτι έπρεπε να στρωθεί πριν το ηλιοβασιλέμα, προφανώς θα μεταμορφωνόταν σε λυκάνθρωπο ή κατι τέτοιο) οπότε το στρωσαμε νωρίτερα από την άφιξη των συγγενών και ήμασταν εμεις και ο κούκος. Το κρεβάτι αναλάβαμε εγώ και αλλες δυο κοπέλες μικρότερες. Να επαναλάβω ότι οι κοπέλες πρεπει να είναι ανύπανδρες (ασπιλες και αμόλυντες χαχα) και μαναδοκυρουδάτες (να ζουν και οι δυο γονείς τους, να μην είναι ορφανές). Πρώτα πρέπει να στρωθεί το κρεβάτι κανονικά με το κατωσέντονο, την βαριά πλεκτή κουβέρτα και κάποια άλλα κομμάτια με δαντέλες, δεν ξέρω πως λέγονται και φυσικά με τα μαξιλάρια και να φωνάξεις τον γαμπρό και να το ξεστρώσει (για το καλο) τρεις φορές. Φαντάσου τώρα να στρώνω τόσες φορές και με παρεμβάσεις από τις γριες με τις ηλίθιες παρατηρήσεις του τύπου «από δω είναι πιο μακρύ τράβα το από την άλλη, άναποδα είναι αυτό ντροπή» και άλλα. Αφου λοιπόν στρώσαμε και ξέστρωσέ ο αδελφός τρεις φορές , το κρεβάτι στρώθηκε κανονικά. Μετά σχηματίσαμε με κουφέτα τα αρχικά του ζευγαριού και μια καρδιά (λατρεύω το κιτς) και ρίξαμε υφασμάτινα ροδοπέταλα, τα αλήθινα λερώνουν. Και εννοείται ρύζι. Βάλαμε το σεξι νυχτικό της νύφης και τη σοβαρή πυτζάμα του γαμπρού και σχηματίσαμε βεντάλιες αχχαχα. Και για φινάλε έπρεπε να πεταχτεί ένα αρσενικό κοπέλι στο κρεβάτι για ευλογία, ώστε το πρώτο παιδί του ζευγαριού να είναι αγόρι. Ότι να ναι. Στρώσαμε λοιπόν, μας ευχήθηκαν χιλιάδες φορές και στα δικά σας και μετά περνούσαν οι συγγενείς και έριχναν λεφτά πάνω στο στρωμένο κρεβάτι. Λέγεται «χάρισμα». Μια μικρή υποστήριξη για το νέο ξεκινημα του ζευγαριού. Μετά ακολούθησε φαγητό και γλέντι. Όλα ήταν υπέροχα. Η νύφη μας έδεσε στα χέρια λευκά υφασμάτινα λουλούδια τύπου μπουτονιέρα. Δοκίμασα αρκετά γλυκά και νομίζω αξίζει να τα αναφέρω. Βέβαια έπαθα αυτό που είχε πάθει ο Γιώργος Κωνσταντίνου στο «χτυποκάρδια στο θρανίο» που προσπαθεί να περιγράψει στον σεβιτόρο το γλυκό που θέλει να φάει. Δεν μπορώ να τα περιγράψω αλλά τα έφαγα. Δοκίμασα λοιπόν το λευκό στρογγυλό γλυκό από λευκή σοκολάτα με σκαλιστά πέταλα σαν χρυσάνθεμο και με πλούσια γέμιση σκούρας σοκολάτας από μέσα (από του Κουμάκη στο Ηράκλειο). Το γλυκό με τη λευκή σοκολάτα από έξω με το μπισκότο βουτήρου σαν βάση και μέσα μια παραδεισένια φωλιά από καρύδια και μέλι!! Απλα δαγκώνεις και χύνεται μέσα στο στόμα σου αυτός ο μελένιος οργασμός. Από το ζαχαροπλαστείο του Ζαχαρία στο Καστέλι (νομίζω έχει και μαγαζί στο Ηράκλειο). Η καρδούλα με επικάλυψη λευκής σοκολάτας και από μέσα μια κρέμα δεν ξέρω από τι και ρόζ λουκούμι!!!!!!!!!! Λ Ο Υ Κ Ο Υ Μ Ι!!! Απο του Κουμάκη στο Ηράκλειο κι αυτό. Ενα μικρό λευκό σοκολατάκι LA SUSSA δεν ξέρω από που, με καφέ μέσα. Δεν ξέρω τι χαρμάνι καφέ ήταν αλλά ηταν καφές!!!!!!!! Το λευκό γκοφρετίνι με κανονική σοκολάτα μέσα λακτα.  Όλα ήταν υπέροχα, και παρόλο τη παρενόχληση που υπέστη έξω από το σπίτι του αδελφού μου, δεν έχασα την χαρά μου που έστρωσα το κρεβάτι του αδελφού μου. Το ότι υπάρχουν ανθρωποι που έχουν κακία μέσα τους το γνωρίζω, και παρόλο που στιγμιαία πήγα να πέσω στο τριπάκι του θύματος και να κλάφτώ ότι εγώ έφταιξα και φέρθηκε έτσι, το ξεπέρασα και δεν του χαρίστηκά. Έφαγε αγκωνιά και αποχώρησα κυρία. Και την επόμενη φορά που θα τον δω, θα φάει «γροθίδι» (μπουνιά) γιατί οι Κρητικές είμαστε πιο άντρες από τους άντρες και ξέρουμε μόνες μας να υπερασπιζόμαστε τους εαυτούς μας.

IMG_20171109_193557_621
Στο στρώσιμο του κρεβατιού
1510518561515
ΤΑ ΓΛΥΚΑ ΠΟΥ ΜΟΥ ΑΡΕΣΑΝ

10/11/17

Ο πρόγαμος ή πεσκέσι. Το έθιμο είναι το εξής: χωρίζει προσωρινά το ζευγάρι και πάει ο καθένας στο πατρικό του. Εκεί μαζεύονται το σοι του καθενος για να πιει ένα κρασί. Φυσικά δεν είναι μόνο κρασί γιατί τα κιλά το κρέας (οζίστηκο οφτό και ψητό) τα κιλά οι πατάτες τα κιλά τα μακαρόνια ή το ρύζι (συνήθως τρώνε μακαρόνια στον πρόγαμο και ρύζι στον γάμο) κάθε άλλο παρά για ένα κρασί είναι. Οι ετοιμασίες πολλές και από νωρίς. Ευτυχώς μαζεύονται οι γειτονίσσες και κάποιο συγγενείς και παρόλο που σε πονοκεφαλιάζουν γιατί είναι και φωνακλάδες αναλαμβάνουν να βοηθήσουν αρκετα. Βέβαια τρώνε από το πρώι αλλά μια χαρά. Ολοι όσοι περνάνε από τον πρόγαμο φέρνουν μακαρόνια και ρύζι σε συσκευασιές κάτι σαν ρεφενέ και αυτά μαγειρέυονται επιτόπου σε μεγάλες «σιντερένιες σίγλες » (μεγάλα τσουκάλια). Το οζίστικο κρέας είναι το κατσίκι. Το οφτό είναι το οφτό και το ψητό εννοείται μόνο χοιρινό. Ο ξυλόφουρνος της γιαγιάς Μαρίας πήρε φωτιά κυριολεκτικά. Αν δε φας ψητη πατάτα απο ξυλόφουρνο «δεν ανοιώθεις (καταλαβαίνεις) ήντα (τι) πάει να πει λιπαριά (να έχει πάρει τη γευση του κρέατος όσο ψήνονται μαζί) και νοστιμιά». Μια τεχνική λεπτομέρεια: την ημέρα που έγινε ο πρόγαμος πέθανε μια συγχωριανη οπότε κρατήσαμε χαμηλό προφίλ δε βάλαμε μουσικη κτλ…Σεβόμαστε το πόνο του συνανθρώπου μας ακόμα κι αν εμεις έχουμε άλλα σχέδια. Φίλησα τοσες γριές και ακουσα τόσα και στα δικά σου που έχασα το μέτρημα. Πρέπει να αφιερώσω ένα λεπτό για να αναφέρω ξεχωριστά την τούρτα που έφερε κάποιος καλεσμένος και έπαθα πλάκα. Είχε μέσα τρείς στρώσεις με πραλίνα φουντουκιού, καραμέλα και δεν ξέρω τι άλλο, υποθέτω χρυσόσκονη από αγγελούδια του παραδείσου και επικάλυψη τη πιο φρέσκια, τη πιο απααλή, νόστιμη, αγγελική, παραδεισένια σοκολάτα. Όταν τελείωσε έκλαψα.

20171112_221552.jpg
Η πιο παραδεισένια τούρτα που έχω δοκιμάσει ποτέ

 

 

11/11/17 Η ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

ΓΛΥΚΟΧΑΡΑΖΕΙ Η ΑΥΓΗ

ΚΑΙ ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ Η ΜΕΡΑ

ΣΗΜΕΡΟ ΣΤΕΦΑΝΩΝΕΤΑΙ

Ο Α’Ι’ΤΟΣ ΤΗ ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ

Η μαντινάδα που ευχήθηκα στο ζευγάρι. Ας πάρω τα πράγματα από την αρχή. Το πρωί έπρεπε να επισκεφθούμε το κομμωτήριο. Δεν έμεινα καθόλου ευχαριστημένη από το αποτέλεσμα και ως γνήσια κότα δεν είπα κουβέντα. Ναι εντάξει το μαλλί μου είναι κοντό καρέ αλλά αυτό που της ζήτησα μπορούσε να το κάνει: ατημέλητο σινιόν με τα πίσω τσουλούφια ελεύθερα, με όγκο στη κορυφή και μια λεπτή πλεξούδα να ξεκινάει από η φράντζα και να τυλίγει το κεφάλι σαν στεφάνι. Έκανε ότι της κατέβηκε και το αποτέλεσμα ήταν μέτριο. Αυστηρό σινιόν με χωρίστρα στο λάθος σημείο, σχεδόν γλυμένο με 3000 φουρκέτες και τσιμπιδάκια καρφωμένα (κυριολεκτώ) στο κρανίο μου. Πονούσα όλο το βράδυ. Και το κερασάκι στη τούρτα: ένα ατημέλητο τσουλούφι στο αυτί που ήταν τόσο κατσαρό που θύμιζε τους Αμίς. Το μαύρο καπέλο μου έλειπε. Το τερατούργημα χάλασε μόλις βγήκα από το κομμωτήριο. Φεύγανε τσουλούφια, πέφτανε τσιμπιδάκια, μια πανδαισία τρέλας. Μόλις επιστρέψαμε σπίτι βρήκαμε κάτι μπαρμπάδες (θειοι) να μας περιμένουν και αντί να μαζέψουμε λίγο γιατί είχαμε και ένα γάμο να κάνουμε, καθόμασταν και μαγειρέυαμε για να τους ταίσουμε. Γενικά επαναλήφθηκε πολλές φορές το συγκεκριμένο κακό με άτομα που δεν σεβάστηκαν ότι είχαμε τόσες ετοιμασίες, τόσες δουλειές και ερχόταν να μας δούν και μας έβαζαν να τους μαγειρεύουμε. Δώσε θάρρος στο χωριάτη… Είχα απίστευτο άγχος και φυσικά πήγαν όλα στραβά. Το σκουλαρίκι δεν έμπαινε με τίποτα, είχε κλείσει η τρύπα προφανώς και παιδευόμουν ώρες, τελικά με πολύ πόνο και επιμονή τα κατάφερα. Και φυσικά τόσες μέρες έζησα την οδύσσεια του καλσόν και δεν είχα άλλη επιλογή από το να φορέσω κάποιο που είχα ήδη ΜΕ ΡΑΦΕΣ αλλά τελικά μια χαρά πήγαινε. Μέσα στον πανζουρλισμό προσπάθησα να μαζέψω ότι προλάβαινα στο σπίτι και το μεσημέρι ήρθαν τα παιδιά από την ομάδα των φωτογράφων για να τραβήξουν πλάνα από το «ντύσιμο του γαμπρού». Λίγο αργότερα κατέφτασαν κάποια ξαδέλφια όπου βοήθησαν τον αδελφό μου να ντυθεί, άλλος του φόρεσε το πουκάμισο, άλλος τη γραβάτα, τα μανικετόκουμπα, ο φιλιότσος του (βαφτηστήρι) που είναι 6-7 χρονών του φόρεσε το ένα παπούτσι. Μετά ακολούθησαν οι φωτογραφίες οι μαντινάδες και το κλάμα. Μετά ήρθε ο νεαρός που είχε αναλάβει να προσφέρει το αμάξι του να στολιστεί για να μεταφέρει τον γαμπρό μέχρι την εκκλησία. Πεταξαμε το ρύζι μας, βγάλαμε τις σέλφι μας και φύγαμε. Στο αμάξι με τον γαμπρό μπήκα εγώ για να τον συνοδεύσω, δεν χωρούσαν οι γονείς μου. Δεν ξέρω τι αμάξι ήταν, κάτι σε πόρσε μου θύμιζε, πάντως κουτούλησα όταν πήγα να μπώ και δε με λές ψηλή. Το χωριό μας βρίσκετε καμια τριανταριά χιλιόμετρα έξω από τη πόλη του Ηρακλείου. Με αυτό το αμάξι όμως τα χιλιόμετρα δεν είχαν καμία σημασία. Φτάσαμε υπερβολικά γρήγορα και δεν μπορω να καταλάβω πως έγινε κάτι τέτοιο αφού δεν έτρεχε καν, γιατί υπήρχει παιδάκι στο αμάξι. Φτάσαμε στην εκκλησία και λίγα λεπτά μετά έφτασε η νύφη με τα πόδια συνοδεία λύρας μιας και το σπίτι της ήταν πολύ κοντά. Το μυστήριο ήταν υπέροχο, έκλαιγα σε όλη την διάρκεια, ένιωθα χαρά γιατί έβλέπα τον αδελφό μου χαρούμενο. Έριξα το ρύζι μου και μετά πέρασαμε έξω και στηθήκαμε στη σειρά για να περάσει ο κόσμος και να ευχηθεί. Εγώ ανέλαβα να κρατάω την υφασμάτινη θήκη με φερμουάρ (σαν τσάντα) για να βάζει ο κόσμος τα φακελάκια με τα «χαρίσματα», τα χρήματα που χαρίζει ο κάθε καλεσμένος. Είναι συνηθισμένο στη Κρήτη να χαρίζουν περισότερρο χρήματα και λιγότερο δώρα. Παλιά χρησιμοποιούσαν πραγματικές μαξιλαροθήκες για να μπουν μέσα τα φακελάκια. Τα καινούργια μου τακούνια με είχαν πεθάνει τόση ώρα όρθοστασία και μόλις τελειώσαμε έβγαλα τα τακουνια και φόρεσα τις μαλακές μπαλαρίνες μου. Τα ξαναφόρεσα λίγο μετά όταν έπρεπε να στηθούμε για οικογενειακές φώτογραφίες με το ζευγάρι στα σκαλιά της εκκλησίας. Μετά επιστρεψαμε στο χωριό εκεί κοντά ήταν το κέντρο όπου θα γινόταν το γλέντι. Η αδελφή μου σαν λεχώνα με το 11 ημερών αγγελούδι της δεν μπορούσε να παρευρεθεί στο γάμο αλλά για άλλη μια φορά έσωσε τη μέρα. Μου έστειλε τσιμπιδάκια και διόρθωσα το σινιόν της κακιάς ώρας στις τουαλέτες του μαγαζιού. Όλα λοιπόν ήταν όπως έπρεπε να είναι. Ένα παραδοσιακό Κρητικό γλέντι με λύρες, πολύ χορό (αν νομίζεις ότι είναι ευκολο να χωρέψεις Μαλεβιζίωτη με δωδεκάποντο κάνεις λάθος. Εγώ δε χόρεψα για τις άλλες λέω χε χε). Θέλω να σταθώ λίγο στο γεγονός ότι η νύφη και νύφη μου πλέον, μου έκανε τη τιμή και μου πρόσφερε την ανθοδέσμη, αντί να τη πετάξει και να τη πιάσει το κάθε δεκατετράχρονο που ακόμα δεν βγήκε απο το αβγό θέλει και μπουκέτα. Πάνε μαρή στη μπάντα «καλισοπερα» που λέει και ο Κοντοπίδης, που μου θες και το λέλουδο. Σκέφτηκε ότι η νόμιμη δικαιούχος της ανθοδέσμης θα έπρεπε να είμαι εγώ. Είχε μαζί της και τον φωτογράφο να αιχμαλωτήσει το τελειώς αυθόρμητο ενσταντανέ και βουαλά!!! «Επιασα» την ανθοδέσμη καλέ!! ‘Εχω πάει σε πολλούς γάμους, έχω στηθεί στη σειρά με τις άλλες γεροντοκόρες (το λέω για χαβαλέ μην παρεξηγηθώ) και τα δεκατετράχρονα που για να βγάλουν φώτο στο ίνσταγκραμ με την ανθοδέσμη, πετάγονται σαν πορδίτσες και κάνουν πλιάτσικο στο όνειρο της ρομαντικής Μαρίας που το έχει άχτι να πιασει μια φορα τη ρημάδα την ανθοδέσμη έτσι για την εμπειρία, και πολλες φορές ένιωθα αμήχανια γιατί δεν ηθέλα να ξεμμαλιαστώ για ένα χαζό έθιμο, αλλά γούσταρα να τη πιάσω κιόλας. Οπότε ολα πήγαν καλά. Μετά άκουγα όλο το βράδυ «και στα δικά σου και γρήγορα» αλλά δεν πτοήθηκα. 

IMG_20171113_002933_520
#Μαναδοκυρουδάτη

 

IMG_20171112_001150_346
#Και_στα_δικα_μας_οι_λευτερες

Αυτό λοιπόν ήταν! Τον παντρέψαμε κι αυτόν. Να ζήσεις αδελφέ μου, ευτυχισμένος, σαφή (συνέχεια) χαρές να έχεις και πάντα καλότυχος. Και στα δικά μας οι ελεύθεροι-ες.

 

HALLOWEEN

«HALLOWEEN NIGHT: Trick or treat»..A SHORT STORY BY MARIA FANOURAKI

 

Η ώρα που ο Γουάιτ θα έβγαινε επιτέλους έξω και θα χανόταν ανάμεσα στο πλήθος, είχε φτάσει. Ήταν το βράδυ της 31ης Οκτωβρίου, η αγαπημένη γιορτή όλων, η τέλεια ευκαιρία για λίγη δράση. Είχε έναν ολόκληρο χρόνο να κυνηγήσει και ένιωθε τις κλειδώσεις του σκουριασμένες. Όχι ότι θυμόταν πόσο χρονών ήταν, είχε μια αφύσικη μακροζωία και δεν ένιωθε πλέον άνθρωπος. Συνέχιζε να κοιτάζει έξω από το λερωμένο τζάμι με την αηδιαστικά λιγδιασμένη κουρτίνα, τους ανυποψίαστους θνητούς, που μεταμφιεσμένοι με τα κουστούμια τους, πήγαιναν από πόρτα σε πόρτα και φώναζαν: «Φάρσα ή κέρασμα».

Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την εποχή που ήταν και ο ίδιος παιδί, αν και δεν έζησε ποτέ παιδική ηλικία όπως οφείλουν να ζήσουν όλα τα παιδιά στη γη. Είχε την ατυχία να γεννηθεί με νανισμό, το ανάστημα του δεν ξεπερνούσε το 1,28. Τα χέρια και τα πόδια του ήταν αφύσικα μικρά όπως και τα δάχτυλα του. Το κεφάλι του αντίθετα ήταν μεγάλο και το μέτωπο του προεξήχε κάνοντας τον να μοιάζει με ένα παραμορφωμένο τέρας. Ή τουλάχιστον έτσι τον αποκαλούσαν οι γονείς του.

Ήταν το μοναχοπαίδι τους, η κυρία Κάρι η μητέρα του ήταν τόσο ευτυχισμένη όταν τον συνέλαβε και πέρασε τους μήνες της εγκυμοσύνης της ετοιμάζοντας μέσα στο διώροφο σπίτι ένα μικρό παράδεισο για τον άγγελο της.

Όταν γεννήθηκε ο Γουάιτ, οι γονείς του ένιωσαν να απωθούνται απο το παραμορφωμένο μωρό με τα μικροσκοπικά χεράκια και το κλείδωσαν στη σοφίτα να μεγαλώνει ουσιαστικά μόνο του. Εκείνο ένιωθε την εγκατάληψη σαν έναν βουβό πόνο στη ψυχή του και στα κόκκαλα του.

Το μίσησαν τόσο πολύ ώστε είπαν σε όλους ότι είχε πεθάνει.

Αλλά ο Γουάιτ δεν είχε πεθάνει. Μεγάλωνε μόνος, έτρωγε αυτό που του ανέβαζαν μια φορά την ημέρα στη σοφίτα. Του άφηναν ρούχα και παιχνίδια αλλά δεν του μίλησαν ποτέ ούτε τον αγκάλιασαν.

Και μεγάλωνε. Μέσα στον απύθμενο πόνο. Μέσα στους ιστούς από τις αράχνες και τα ποντίκια.
Tα ποντικάκια δεν τα πείραζε. Οι αρουραίοι ήταν αυτά που έτρωγε. Κοίταζε από το μοναδικό παράθυρο της σοφίτας έξω στο δρόμο, τους γονείς που έπαιζαν με τα μικρά τους μπάλα ή τα μάθαιναν να κάνουν ποδήλατο και ένιωθε μηδαμινός. Ανύπαρκτος. Μια μέρα βρήκε έναν βρώμικο κλόουν καταχωνιασμένο σε μια χαρτόκουτα. Το κεφάλι του ήταν ραγισμένο και έλειπε ολόκληρο κομμάτι. Κάθισε οκλαδόν στο πάτωμα και με τον κλόουν αγκαλιά άρχισε να κουνιέται μπρος πίσω νανουρίζοντας την άψυχη κούκλα. Κάτι κουνήθηκε μέσα στον κλόουν και ο Γουάιτ τον πέταξε στην άλλη άκρη του δωματίου. Πλησίασε επιφυλακτικά και αντίκρισε έναν αρουραίο να βγαίνει από το κεφάλι του κλόουν. Τον κυνήγησε εκείνη τη μέρα και τον έπνιξε με τα μικρά του χεράκια. Ύστερα τον έφαγε ωμό. Βύθισε τα δοντάκια του στην ισχνή σάρκα του τρωκτικού και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Όσο μασούσε το αηδιαστικό τρωκτικό τα δάκρυα έγιναν αίμα. Και έτρεχαν αυλάκι στα παραμορφωμένα μάγουλα του. Και από τότε κάτι σατανικό και ζωώδες ξύπνησε μέσα του. Τα σπλάχνα του διψούσαν για αίμα και σάρκα. Μια επίμονη μοχθηρή φωνή σαν υαίνα του ζητούσε να σκοτώσει.

Τόσα χρόνια εγκλωβισμένος στην άθλια σοφίτα λιμοκτονούσε για αγάπη, καθαρό αέρα και φαγητό. Άκουγε τους σκληρόπετσους γονείς του να γελάνε, να παίζουν επιτραπέζια, να κάνουν έρωτα σαν ζώα πάνω στα έπιπλα, πάντα με προφύλαξη, γιατί η ανησυχία τους ήταν να μην μείνει έγκυος ξανά η βρώμα και γεννούσε άλλο ένα τέρας. Τους άκουγε να τον ειρωνεύονται να κοροιδεύουν τα φυσικά του κουσούρια και να γελάνε υστερικά χωρίς ποτέ να σκεφτούν ότι θα μπορούσαν απλώς να τον πάνε σε κάποιο γιατρό να διόρθωναν τις ατέλειες του και ας παρέμενε νάνος δεν ήταν προβλημα. Υπήρχαν τόσοι θαυμάσιοι άνθρωποι με νανισμό. Μια μέρα τους άκουσε να κανονίζουν τις λεπτομέρειες στο τηλέφωνο με κάποιο άτομο για τη μεταφορά του σε ίδρυμα. Χαζογελούσαν και έγλυφαν με θράσσος τον γιατρό για τη χάρη που τους έκανε να αναλάβει τον Γουάιτ στη παράνομη κλινική του ή «ίδρυμα» όπως τους είχε επίπληξει να την αποκαλούν. Θα τον μελετούσαν λες και ήταν κάποιο εξωγήινο φρικιό που έπεσε στη γη. Μετά συνέχισαν να τρώνε το πλούσιο γευμα τους ενώ περίμεναν την «κοινωνική λειτουργό» να τον μεταφέρει στο ίδρυμα. Άκουγε τα μαχαιροπίρουνα να χτυπούν στα πορσελάνινα πιάτα και τα σάλια του έτρεχαν. Είχε να φάει μέρες. Οι αρουραίοι που είχε φάει τη προηγούμενη βδομάδα είχαν στοιχοιώσει το στομάχι του. Ένιωθε ότι του έτρωγαν τα σωθικά. Και τότε άρχισε να τρέμει.

Η οργή του περικύκλωσε το σπίτι σαν ομίχλη που σείστηκε συθέμελα. Οι γονείς του φοβισμένοι νόμιζαν ότι γινόταν σεισμός. Ένας εκκωφαντικός θόρυβος ακούστηκε απο τη σοφίτα τους έκανε να αναπηδήσουν τρομαγμένοι. Η βρώμα έριξε το κρασί στο ακριβό φόρεμα της. Με επιφύλαξη ανέβηκαν τις σκάλες και έντρομοι είδαν τον γιό τους να στέκεται ατάραχος πάνω από τα συντρίμμια που είχαν δημιουργηθεί από το γκρέμισμα του τοίχου και της πόρτας. Η μητέρα του έτρεξε στο τηλέφωνο να ειδοποιήσει την αστυνομία. Η βρώμα. Δεν της πέρασε από το μυαλό ότι το μόνο που χρειαζόταν ο γιός της ήταν αγάπη.

Το τηλέφωνο λειτουργούσε και μόλις ο αστυνομικός απάντησε η γραμμή κόπηκε αιφνίδια.

Ο πατέρας του, Στίβεν ανέβηκε μερικά σκαλιά πλησιάζοντας αρκετά τον Γουάιτ.

«Μικρέ» είπε αδέξια. Η προσπάθεια του να κρύψει το γεγονός ότι δεν θυμόταν καν το όνομα που του είχε δώσει μια νοσοκόμα όταν είχε γεννηθεί, τον έκανε να γελάσει. Δυο σειρές από μυτερά ματωμένα δόντια έκαναν την εμφάνιση τους. Τα είχε λιμάρει ένα προς ένα με ένα παλιό μαχαίρι-αντίκα που είχε βρεί πριν χρόνια σε μια σφραγισμένη κούτα μέσα στη βρωμερή σοφίτα.

«Σε ακούω..μπαμπά» είπε με στόμφο φτύνοντας σάλια. 

Ακούστηκε ο ήχος της μηχανής ενός αυτοκινήτου που πάρκαρε  μπροστά από το σπίτι.

«Όλα θα πάνε καλά» είπε πανικόβλητος ο Στίβεν. «Μια καλή κυρία από ένα νοσοκομείο ήρθε να σε πάρει. Θα σε βοηθήσει να γίνεις καλά. Δεν θα πονάς πια. Και θα ψηλώσεις κι άλλο»

Το κουδούνι ακούστηκε κάνοντας τις τρίχες του Στίβεν να σηκωθούν όρθιες.

Η Κάρι πήγε βιαστικά να ανοίξει ελπίζοντας να ξεφορτωθούν μια ώρα νωρίτερα το τέρας.

Εκείνη τη μέρα ο Γουάιτ έκανε τον πρώτο του φόνο. Και τον δεύτερο του. Και τον τρίτο του. Όρμησε πρώτα στον πατέρα του όταν εκείνος του γύρισε τη πλάτη για να κατέβει στο σαλόνι. Κατέβηκε δυο δυο τα σκαλιά και πήδηξε πάνω στο σβέρκο του. Τον κατασπάραξε με τα γυμνά του δόντια. Οι δυο γυναίκες ούρλιαζαν και προσπάθησαν να διαφύγουν. Ως δια μαγείας, η πόρτα είχε φρακάρει και δεν άνοιγε. Όπως και με τη γραμμή του τηλεφώνου που κόπηξε ξαφνικά όταν η μητέρα του είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει με την αστυνομία. Τις ξέσκισε και έφαγε τη σάρκα τους. Όπως σκόπευε να κάνει και απόψε. Ήταν και τότε όπως και απόψε η νύχτα των Αγίων Πάντων.

«Κάθε χρόνο, τέτοια νύχτα» μουρμούρισε με την ψηλή φωνή του «οι γονείς συνοδεύουν τα παιδάκια τους στα σπίτια που πηγαίνουν για να αναφωνήσουν «φάρσα ή κέρασμα» με τα ηλίθια κουστούμια τους». Έτριξε τα δόντια του και κόλλησε περισσότερο το δυσειδέστατο μέτωπο του στο παράθυρο. «Πόσοι πολλοί γονείς» μουρμούρησε. «Έτοιμοι να φαγωθούν. Απλά δεν το έχουν πάρει χαμπάρι ακόμα». Θυμήθηκε τους γονείς του όταν τους έτρωγε ζωντανούς και έγλυψε αχόρταγα τα χείλη του. Τους είχε αφαιρέσει τμήματα από τη σάρκα τους και τα είχε βάλει στη κατάψηξη. Όταν του τελείωσαν οι προμήθειες αποφάσισε να βγεί να κυνηγήσει. Υποσιτισμένος τόσα χρόνια με τα αποφάγια που τον τάιζαν οι γονείς του, επαθε ψύχωση με τη γεύση που άφηνε το τρυφερό κρέας στο στόμα του. Στην αρχή αρκέστηκε στο κυνήγι μικρόσωμων ζώων και τρωκτικών όπως γάτες, αρουραίους, πουλιά. Για κάποιο λόγο του ήταν αδύνατον να βλάψει σκυλιά. Τα έβλεπε πάντα από το παράθυρο της σοφίτας να παίζουν με τα άλλα παιδιά, τα ελεύθερα, αυτά που οι γονείς τους τα αγαπούσαν, και ζήλευε που δεν είχε κι εκείνος ένα χνουδωτό φιλαράκο. Τον έκαναν να χαμογελάει ασυναίσθητα. Πάντα ήθελε να είχε ένα σκυλί για συντροφιά. Αλλά αυτό δε συνέβει ποτέ.

Ξεκίνησε λοιπόν, με μικρά ζωάκια αλλά τίποτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με το ανθρώπινο κρέας. Έτσι βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία τη βραδιά του Halloween, που συμπληρωνόταν ένας χρόνος από τους φόνους των γονιών του και της κυρίας Άνι Μπέιτς της κοινωνικής λειτουργού, και σκότωσε ξανά. Κρατούσε το σώμα έναν ολόκληρο χρόνο στη κατάψυξη, μέχρι το επόμενο Halloween για να βγεί να σκοτώσει ξανά. Είχαν περάσει τόσα πολλά χρόνια που είχε χάσει τον λογαριασμό πόσα θύματα είχε χωρέσει στη κατάψηξη του. Το σπίτι ήταν μεγάλο όπως και η πίσω αυλή του στην οποία είχε θάψει τους σκελετούς των άμοιρων αυτών ανθρώπων. Κανείς ποτέ δεν είχε επισκεφθεί το σπίτι, μετά το θάνατο των γονιών του, αφού κανένας δεν γνώριζε την ύπαρξή του. Οι ίδιοι είχαν ανακοινώσει τον αιφνίδιο θάνατο του βρέφους λίγες μέρες μετά την επιστροφή τους από το μαιευτήριο. Οί λιγοστοί συγγενείς που ήθελαν να παρευρεθούν στη κηδεία ενημερώθηκαν ότι το μωρό αποτεφρώθηκε. Έβαλαν μάλιστα σε περίοπτη θέση στο σαλόνι, μια τεφροδόχο με στάχτη από το τζάκι και δίπλα της μια επιχρυσωμένη κορνίζα με τη φωτογραφία από ένα μωρό που η μητέρα είχε βρεί σε ένα περιοδικό πλεξίματος και όλοι το έχαψαν.

Ήταν τραγικό, αν το καλοσκεφτόσουν, το μέγεθος της απόρριψης που βίωσε ο Γουάιτ από τη πρώτη στιγμή που ήρθε σε αυτόν τον γαμημένο κόσμο.

«Καριόλα» είπε καθώς ετοιμαζόταν για το ετήσιο κυνήγι της 31ης Οκτωβρίου. Δεν χρειαζόταν κάποιο κακόγουστο κουστούμι. Ήταν ο ίδιος μια τραγική μεταμφίεση. Κάθε χρόνο έβγαινε έξω χωρίς μάσκα, απλά πρόσθετε κάποια αξεσουάρ, όπως ένα καπέλο ή ένα πολύχρωμο φουλάρι. Πράγματα που άνηκαν στα θύματα των προηγούμενων εξορμήσεων του. Το σπίτι ήταν γεμάτο με τα αιματοβαμμένα κουστούμια και τα αξεσουάρ τους. 

Φόρεσε ένα κόκκινο καπέλο που έκρυψε την αποκρουστική φαλάκρα του, αν και δεν του καθόταν κανονικά εξαιτείας του μετώπου του, έτσι το άφησε να στέκεται λοξά στη κορυφή του κεφαλιού του κάνοντας το να μοιάζει με μισοβαλμένο προφυλακτικό στη κορυφή ενός χοντρού φαλλού.

Η αδρεναλίνη είχε κυριεύσει τον οργανισμό του και τον έκανε να γρυλλίζει σαν πεινασμένο ζώο τη στιγμή που κατέβαινε τα σκαλιά του αλλόκοτου σπιτιού του. Eίχε σκαλίσει χαμογελαστά πρόσωπα σε μερικές κολοκύθες και τις είχε τοποθετήσει διάσπαρτες σε όλα τα σκαλοπάτια και στο μονοπάτι που διέσχιζε τον κήπο μέχρι την μεγάλη εξώπόρτα που παρέμενε χρόνια κλειστή σαν πόδια παρθένας. Τις καλιεργούσε χρόνια στη πίσω αυλή για να μπορεί να τις στολίζει στην αγαπημένη του γιορτή. Η ατμόσφαιρα μύριζε αίμα και ζαχαρωτά. Τα λάτρευε τα ζαχαρωτά για αυτό το λόγο πρώτα πήγαινε από πόρτα σε πόρτα για να μαζέψει αρκετά από αυτά και μετά θα εντόπιζε τα υποψήφια θύματα του που θα σκότωνε.

Απέφυγε να ανοίξει τη μεγάλη σιδερένια πόρτα της ιδιοκτησίας του, δεν έφτανε το μεγάλο λουκέτο και τις αλυσίδες που την κρατούσαν ερμητικά σφραγισμένη. Μετά από το θάνατο των γονιών του και της Άνι Μπέιτς  είχε βάλει φωτιά στο σαλόνι για να κάψει ότι είχε απομείνε από τα σώματα τους, ώστε όταν θα ερχόταν η αστυνομία να έβρισκε τα υπολοίματα τους και να έκλεινε η υπόθεση ως τραγικό ατύχημα. Ο ίδιος παρακολουθούσε κρυμμένος από τη σοφίτα τους αστυνομικούς και τους δυο τρεις συγγενείς που κατέφτασαν. Και μετά ήταν μόνος του. Να κρύβεται και να κυνηγάει. Να σκοτώνει και να κρύβεται.

Βγήκε στο δρόμο από ένα άνοιγμα του φράχτη που δεν ήταν ορατό από κανέναν και βρέθηκε σε ένα έρημο στενό. Μετά περπάτησε λίγο μέσα στο σκοτάδι ακούγοντας τις μακρινές φωνές των γονιών και των παιδιών που είχαν κατακλύσει τη μικρή πόλη. Έστριψε σε έναν μεγαλύτερο δρόμο και οι μακρυνές φωνές έγιναν κοντινές. 

Περπατούσε χωρίς να φοβάται μήπως αντιλαμβανόταν κάποιος ότι αυτό ήταν το πρόσωπο του και όχι κάποια αποκρουστική μάσκα. 

«Γαμάτη μάσκα, φίλε» φώναξε ένας έφηβος μεθυσμενος καθώς τον προσπερνούσε με τη παρέα του.

«Ευχαριστώ…φίλε» απάντησε με τη ψιλή, σχεδόν παιδική φωνούλα του. Ένα χαιρέκακο χαμόγελο σχηματίστηκε στα διψασμένα χείλη του και συνέχισε τη πορεία του.

Έφτασε σε ένα φωταγωγημένο σπίτι με ηλίθια διακόσμηση απ΄έξω, κάτι μάγισσες με σκουπόξυλα και δήθεν τρομακτικές κολοκύθες. Ανέβηκε τα σκαλιά και χτύπησε τη πόρτα. Μια μεσήλικη, ντυμένη γκοθού μάγισσα άνοιξε τη πόρτα. «Trick or treat give me something sweet to eat» είπε προσποιητά ο Γουάιτ. Με το ανάστημα που διέθετε και τη ψηλή φωνούλα περνούσε για δεκάχρονο.

Επανέλαβε το ίδιο σε αρκετά σπίτια μέχρι που μάζεψε τόσα γλυκά όσο άντεχε να σηκώσει μέχρι το σπίτι και μετά αποφάσισε να βάλει σε εφαρμογή το παλιό δοκιμασμένο σχέδιο του.

Είδε μια γυναίκα μόνη της να μεταφέρει τσάντες με γλυκά, προφανώς είχαν ξεμείνει απο δ΄αυτα στο σπίτι της και είχε αναγκαστεί να πεταχτεί σε κάποιο μαγαζί να προμυθευτεί. Φορούσε ένα κουστούμι αγριόγατας. Το απωθυμένο της αγάμητης νοικοκυρούλας, υπέθεσε. Όταν είχε πλησιάσε αρκετά, ο Γουάιτ κάθισε στο πεζοδρόμιο και προσποιήθηκε ότι έκλαιγε. Η αγριόγατα τον πλησίασε και κοντοστάθηκε.

«Είσαι καλά γλυκό μου;» είπε τρυφερά. Μπίνγκο! Ήταν φανερό ότι ήταν μητέρα. Ξεχώριζε τους γονείς από μίλια μακρυά. Σαν να είχαν διαφορετική μυρωδιά από τους άλλους ανθρώπους.

Η γυναίκα τον πλησίασε και τον ξαναρώτησε. «Έχασα τη μαμά μου» ψέλλισε ο Γουάιτ και συνέχισε να κλαίει.

«Ησύχασε αγόρι μου. Πες μου που μένεις και θα σε πάω εγώ στη μαμά σου» είπε η ανυποψίαστη γυναίκα.

Τον πήρε από το χέρι και μαζί περπάτησαν ως το σπίτι του. Όταν έφτασαν στην εξωτερική πόρτα με το λουκέτο, ο Γουάιτ την αιφνιδίασε πηδώντας στο σβέρκο της και ξέσκισε τον λαιμό της. Το αίμα της τους έλουσε και τους δυο. Τα μυτερά δόντια του έκαναν έναν ανατριχιαστικό ήχο καθώς τη καταβρόχθιζε. Ακουγόταν σαν χιλιάδες τρωκτικά που μασούσαν ξύλο.

Τα υπόλοιπα ήταν παιχνιδάκι. Έσυρε το άψυχο σώμα της μέσα στο εσωτερικό του κήπου από το άνοιγμα του φράχτη. Η μυική του δύναμη του ήταν απίστευτα μεγάλη και του επέτρεπε να κάνει καλά ανθρώπους με το διπλάσιο ύψος από τον ίδιο. Τη μετέφερε μέσα στο σπίτι και επέστρεψε για να πάρει όλες τις σακούλες με τα γλυκά που είχε η άτυχη μητέρα καθώς και τα δικά του «κεράσματα» που ήταν σκορπισμένα σαν κηλίδες αίμα ολούθε στο σημείο που είχε επιτεθεί στο θύμα του.

Έβαλε το σώμα της στο τραπέζι της κουζίνας και πήγε να φυλάξει τα γλυκά στο ψυγείο. Είχε βρει ένα κόλπο να κλέβει ρεύμα από έναν γείτονα που έμενε στην αρχή του ανηφορικής οδού με το ανατριχιαστικό όνομα Psyco path. 

Πήρε το μαχαίρι και έκανε αρκετές τομές σε διάφορα σημεία του σώματος της. Το ζωηρό κόκκινο αίμα της είχε βάψει το παλιό τραπέζι. Έβαλε μια μεγάλη λεκάνη κάτω από το τραπέζι ώστε να στάζει το αίμα μέσα. Θα έφτιαχνε κρασί με αυτό για να συνοδεύει τα γεύματα του.  Έκοψε μια μεγάλη φέτα από τον μηρό της και την έφαγε ωμή. Τα δόντια του μπορούσαν να μασήσουν ακόμα και πετσί. Μετά αποφάσισε να ξαναβγεί για κυνήγι. Ήταν μόλις μεσάνυχτα και είχε πολλές ώρες να «σκοτώσει» μέχρι το ξημέρωμα. Αφού θα έμενε εσώκλειστος για έναν ολόκληρο χρόνο αποφάσισε να το ρίξει λίγο έξω. 

«The more the merrier» ψιθύριζε καθώς ετοιμαζόταν να βγεί. Το κέφι του ήταν αμείωτο όλοκληρη την ημέρα. Είχε ακόμα τη γεύση του αίματος και του ωμού κρέατος στα χείλη του.

Με μεγάλες δρασκελιές κατέβηκε τα σκαλοπάτια της τυρρανισμένης του κατοικίας και πετάχτηκε στο δρόμο από το άνοιγμα του φράχτη. Σχεδόν τρέχοντας έφτασε στον κεντρικό δρόμο και αποφάσισε να ακολουθήσει την αντίθετη κατεύθηνση από αυτή που είχε πάρει προηγουμένως.

Ο κόσμος κυκλοφορούσε ακόμα στους δρόμους και το κέφι τους ήταν στα ύψη. Η νύχτα ήταν υπερβολικά ζεστή όπως το εσωτερικό ενός αιδίου, και όλοι είχαν αφηνιάσει από το αλκοόλ και την έξτρα ζάχαρη.

Βρήκε ένα σπίτι και χτύπησε τη πόρτα για να πάρει μερικά ζαχαρωτά και μετά κατευθήνθηκε σε ένα κάπως έρημο δρομάκι και περίμενε το θύμα του. Έμοιαζε στο σκοτάδι σαν τέρας που είχε ξεράσει η ίδια η κόλαση. Τα μάτια του όμοια με κουμπότρυπες γυάλιζαν από την ηδονή της αναμονής.

Πρίμενε λίγο ακόμα ώσπου φάνηκε ένας άντρας. Προτιμούσε πάντα τη τρυφερή σάρκα των μαμάδων αλλά καμιά φορά πρέπει να δοκιμάζεις και κάτι διαφορετικό σκέφτηκε. Προσποιήθηκε ότι έκλαιγε καταπίνοντας με βιασύνη ένα ζαχαρωτό, ώστε να μη μυρίζει το στόμα του αίμα.

Ο άνδρας με το μούσι κοντοστάθηκε και με τη περιέργεια ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του πλησίασε τον Γουάιτ.

«Είσαι καλά φίλε;» του είπε ευγενικά.

«Ίσως δεν θα ήταν καλή ιδέα να φάω έναν μπαμπάκα αυτή τη φορά», σκέφτηκε ο Γουάιτ. «Οι μανούλες είναι πιο ευκόλα θύματα».

Δυνάμωσε το κλάμα του επίτηδες και ο άγνωστος άντρας τον ρώτησε ξανά.

«Έχασα τον μπαμπά μου» ψέλλισε ο Γουάιτ χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του.

«Ω, φίλε» είπε τρομαγμένος ο άντρας. «Τι κάνουμε τώρα, μικρέ; Θέλεις μήπως να τον καλέσουμε από το κινητό μου;»

Ο άντρας έβγαλε το κινητό του από τη τσέπη του τζάκετ του και το πρόσφερε στον Γουάιτ.

Έπρεπε να σκεφτεί κάτι γρήγορα.

«Δε…το..θυμάμαι» είπε κλαίγοντας για να τον λυπηθεί ο άγνωστος.

«Εντάξει» είπε απογοητευμένος ο άντρας. «Τότε δε μένει παρά να σε συνοδεύσω στο σπίτι σου. Που μένεις μικρέ;»

Ο Γουάιτ σηκώθηκε βιαστηκά και τον τράβηξε από το χέρι, δείχνωντας του τη κατεύθηνση με το άλλο. Περπάτησαν μέχρι το σπίτι του και τη στιγμή που ο άντρας στάθηκε μπροστά στη σιδερόπορτα, ο Γουάιτ όρμησε και τον δάγκωσε στον ώμο. Χρειάστηκε περισσότερη δύναμη για να τον ρίξει στο έδαφος καθώς ο μεσήλικας άνδρας ήταν πιο δυνατός από ότι υπολόγισε ο Γουάιτ.

«Υποτίμησα τον εχθρό. Γαμημένη αλαζονεία» σκέφτηκε καθώς τύλιγε τα μικροσκοπικά χεράκια του γύρω από τον λαιμό του άντρα. Του κατάφερε αρκετές δαγκωνιές, έφτασε μάλιστα στο σημείο να του κόψει κομμμάτι σάρκας από τον λαιμό του για να τον ρίξει στο έδαφος.

Τον μετέφερε στο εσωτερικό του σπιτιού και τον έδεσε σε μια καρέκλα. Αν και είχε χάσει τις αισθήσεις του, ήταν ακόμα ζωντανός.

Ο Γουάιτ αποφάσισε να παίξει μαζί του πριν τον σκοτώσει. Εξάλλου πάντα ήταν ανυπάκουο παιδί. Και δεν είχε γονείς να τον μαλώσουν που έπαιζε με το φαγητό του.

Βρήκε σε ένα συρτάρι ένα ipod, λάφυρο από ένα θύμα του, τη προηγούμενη χρονιά, και το έβαλε να παίξει τη λίστα με τα τραγούδια που είχε μέσα.  

«Ξύπνα μπαμπάκα» είπε τσιριχτά. «Ωρα να παίξουμε»

Πήρε ένα λεπίδι και άρχισε να χαράζει το σώμα του άντρα. Η μουσική αγωνιώδης και νευρική του έδινε τον ρυθμό. Ο άντρας συνήλθε και μόλις αντιλήφθηκε που βρισκόταν προσπάθησε να ουρλιάξει.

«Ω συγνώμη» είπε περιπαιχτηκά ο Γουάιτ και έβγαλε το βρώμικο μαντίλι που του είχε χώσει στο στόμα. Μόλις ο άντρας ένιωσε τον αέρα στα πνευμόνια του άρχισε να ουρλιάζει.

Ο Γουάιτ ούρλιαξε κι εκείνος μαζί του με τη τσιριχτή φωνή του και μετά ξέσπασε σε γέλια. Ο άντρας σταμάτησε να φωνάζει και άρχισε να κλαίει.

«Γιατί το κάνεις αυτό; Εγώ προσπάθησα να σε βοηθήσω» ψέλλισε.

«Μη το πάρεις προσωπικά. Απλά έτυχε να περάσεις από το δρόμο μου»

«Μη με πλησιάζεις φρικιό» φώναξε με όση δύναμη είχε. Προσπάθησε να ελευθερωθεί, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. 

«Μη κάνεις σαν παιδί» γρύλισε ο Γουάιτ και κάρφωσε το λεπίδι στον μηρό του θύματος του. Ένα ουρλιαχτό διαπέρασε τους τοίχους της αιματοβαμένης κατοικίας και μετά ησυχία.

Ο άτυχος άντρας είχε λυπόθυμήσει από τον πόνο.

«Μη κοιμάσαι μπαμπάκα, έχει και συνέχεια» φώναξε ο Γουάιτ δίνοντας του μερικά χαστούκια. Ο άντρας τινάχτηκε νευρικά στην καρέκλα και λιποθύμισε ξανά.

Ο Γουάιτ κατευθήνθηκε στη κουζίνα και άρχισε να τεμαχίζει και να τακτοποιεί στη κατάψηξη τη σάρκα της γυναίκας που είχε σκοτώσει νωρίτερα. Ύστερα κοίταξε τον άντρα στη καρέκλα και του ήρθε μια ιδέα

«Ω αυτό θα έχει πλάκα» μουρμούρισε και συνέχισε να τακτοποιεί το κρέας στη κατάψυξη εκτός από ένα χοντρό κομμάτι που είχε αφήσει πάνω στο νεροχύτη. Όταν τελείωσε, τράβηξε το κατακρεουργημένο σώμα της γυναίκας και το άφησε δίπλα στην πόρτα. Θα το έθαβε στην αυλή όταν τελειώνε και με δ΄αυτον. Επέστρεψε στη κουζίνα και έκοψε σε φιλέτα το κρέας που είχε αφήσει πάνω στον νεροχύτη. Το αλάτισε, του έριξε μπαχαρικά και ύστερα το πέταξε στο τηγάνι. Έριξε μια κλεφτή ματιά και είδε ότι ο άγνωστος άντρας είχε συνέλθει και τον κοιτούσε.

«Κοίτα ποιός ξύπνησε» είπε κεφάτα ο Γουάιτ. «Υποθέτω θα μου κάνεις παρέα στο γεύμα μου»

«Βοήθεια»

«Τι είπες φίλε;»

Ο άντρας βόγγηξε.

«Νομίζω ότι ξεκινήσαμε στραβά. Καταρχήν δε συστηθήκαμε. Είμαι ο Γουάιτ. Εσένα πως σε λένε;»

Ο άντρας άρχισε να βήχει αίμα.

«Θα σε πούμε  Έντουιν» είπε ο Γούαιτ βγάζοντας τις μπριζόλες από το τηγάνι.

Έστρωσε το τραπέζι και πήγε προς το μέρος του μελλοθάνατου.

«Ωρα για φαγητό» του είπε καθώς έσπρωχνε τη καρέκλα με τον δεμένο άντρα. Τον τοποθέτησε στη μια πλευρά του τραπεζιού και πριν καθίσει απέναντι του, έβγαλε το λεπίδι από το μηρό του θύματος του και του έκοψε το σχοινί στο ένα χέρι ώστε να μπορεί να φάει. Ύστερα πήγε και κάθισε απέναντι του.

«Λοιπόν Έντουιν όρμα. Σίγουρα θα πεινάς. Εγώ πάντως πεινάω σαν κροκόδειλος»

‘Επιασε με τα χέρια μια μπριζόλα και την έχωσε λαίμαργα στο στόμα του.

«Ελπίζω να σου αρέσει το φαγητό. Είναι η σπεσιαλιτέ μου. «Μανούλα στο τηγάνι» λέγεται. Ωχ ξέχασα το κρασί».

Άρπαξε τη λεκάνη με το αίμα της άτυχης γυναίκας που είχε ξεχάσει κάτω από το τραπέζι και πήγε να βρει μια κανάτα να τη γεμίσει.

Ο Έντουιν σήκωσε δειλά το κεφάλι του και με το ελεύθερο χέρι του έπιασε το λεπίδι που το είχε αφήσει στην άκρη του τραπεζιού και το έκρυψε ανάμεσα στα πόδια του.

«Λοιπόν Έντουιν» φώναξε κεφάτα καθώς γύριζε στο τραπέζι κρατώντας δυο βρώμικα κρυστάλλινα ποτήρια γεμάτα με αίμα. Τα ακούμπησε στο τραπέζι και κάθισε.

«Δε μου είπες Έντ» μουρμούρισε καθώς έτρωγε με όρεξη το ανθρώπινο κρέας. «Πως σου φαίνεται το φαγητό;»

«Βοήθεια»

«Χρειάζεσαι βοήθεια με τη μπριζόλα σου;»

Σηκώθηκε και πήγε δίπλα του κρατώντας το μαχαίρι του. Άρχισε να κόβει το κρέας σε μικρά κομματάκια σφυρίζοντας με κέφι.

Ο Εντουιν άρπαξε το λεπίδι που είχε στα πόδια του και με όση δύναμη του είχεαπομείνει το σήκωσε και το κάρφωσε στο κέντρο της σπονδυλικής του στήλης.

Ο Γουάιτ έβγαλε ένα ουρλιαχτό σαν πληγωμένο ζώο και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Ο Έντουιν άρχισε να χτυπιέται σαν χταπόδι πάνω στη καρέκλα προσπαθώντας να λυθεί, Το μόνο που κατάφερε ήταν να πέσει στο πάτωμα με τη καρέκλα. Δίπλα ακριβώς από τον πληγωμένο Γουάιτ. Έμεινε για λίγο ασάλευτος προσπαθώντας να συγκεντρώσει δυνάμεις για να προσπαθήσει να λυθεί. Και τότε άκουσε κάτι φρικιαστικό. Τη ψιλή φωνούλα του Γουάιτ:

«Μανούλα που είσαι; Μαμά; Φοβάται ο μικρούλης σου, έλα να τον πάρεις αγκαλίτσα, μαμά μη με αφήνεις μόνο μου. Μαμά που είσαι; Σε χρειάζομαι μανούλα, βοήθησε με, σε παρακαλώ, μανούλα μανούλα μανούλα μανούλα σκρόφα θα πεθάνεις, μαμά μαμά μαμά μα μα μα μα μα μ αμ αμ αμ αμα μα αμα μα αμ αμα μα»

Ένιωσε το αίμα του να παγώνει. Έπρεπε να φύγει από εκεί μέσα πριν σηκωνόταν το τέρας. Έψαξε το λεπίδι που του είχε πέσει από τα χέρια πριν και το εντόπισε δίπλα στο ανέκφραστο πρόσωπο του Γουάιτ. Έμοιαζε να έχει χάσει τις αισθήσεις του. Τεντώσε το ελεύθερο χέρι του προς το λεπίδι κρατώντας την ανάσα του. Την ώρα που το άγγιξε, τα μάτια του Γουάιτ άνοιξαν διάπλατα. Ο Έντουιν κοκάλωσε. Ήξερε ότι ήταν χαμένος και έκλεισε τα μάτια περιμένοντας το τέρας να του ορμήσει.

Όταν αντιλήφθηκε ότι τίποτα δεν είχε συμβεί, αντίθετα καθόταν σαν ηλίθιος με κλειστά μάτια και απλωμένο χέρι στο βρώμικο πάτωμα ενός φρικαλέου σπιτιού με έναν νάνο σε αφασία, άνοιξε τα μάτια και άρπαξε το λεπίδι.

Τίναξε το χέρι να καρφώσει το κεφάλι του νάνου αλλά συνάντησε μόνο αέρα. Ο Γουάιτ είχε μετακινηθεί.

Κοίταξε τριγύρω με τη καρδιά του να χτυπάει με τρόμο θέλωντας να εκτιναχτεί έξω από το στήθος του. Νεκρική ησυχία. Ο νάνος είχε εξαφανιστεί. Μήπως τα είχε φανταστεί όλα αυτά; Μήπως είχε δει κάποιο εφιάλτη; Είχαν συμβεί όλα αυτά στη πραγματικ…

Ένοιωσε μια βρώμικη ανάσα στο σβέρκο του και μετά ένας οξύς πόνος τον στον ώμο του τον έκανε να ουρλιάξει.

«Σου έλειψα;» είπε με οργή ο Γουάιτ. Συνέχιζε να στριφογυρνάει το μαχαίρι μέσα στη πληγή.

Το ελεύθερο χέρι του Έντουιν με το λεπίδι αντανακλαστικά σηκώθηκε με ορμή και κάρφωσε στα τυφλά πίσω από τον ώμο του, βασιζόμενος στην απεχθή μυρωδιά που έβγαιναν από τα χνώτα του Γουάιτ.

Ακούστηκε ένα μουγκρητό και ύστερα ουρλιαχτά ικανά να τρομάξουν ακόμα και τον πιο ειδεχθή δολοφόνο.

Μετά από λίγα λεπτά οι φωνές σταμάτησαν. Ο Έντουιν προσπάθησε να γυρίσει το κεφάλι του και να δει τι είχε γίνει. Με την άκρη του ματιού του είδε το λεπίδι καρφωμένο στο μάτι του Γουάιτ. 

Ο Έντουιν προπάθησε να τραβήξει το λεπίδι για να κόψει τα σχοινιά του αλλά δεν τα κατάφερε. Αρκέστηκε στο να τραβήξει το μαχαίρι που είχε καρφωμένο στον ώμο του.

Το να κόψει τα σχοινιά που τον κρατούσαν δέσμιο στη τρέλα ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που είχε κάνει ποτέ. Μετά σύρθηκε ως την έξοδο του τρελόσπιτου, κουτρουβάλησε τις σκάλες, και σύρθηκε στην αυλή στα χόρτα μέχρι το άνοιγμα του φράχτη.

Τότε μόνο θυμήθηκε ότι το κινητό του λογικά βρισκόταν στο σακάκι του και θα ήταν προτιμότερο να τηλεφωνούσε από εκεί, αντί να σπαταλούσε τόση ώρα να σέρνεται σαν φίδι στο βρωμερό σπίτι. Κοίταξε πάνω από τον ώμο του το μαύρο χάος που άφηνε πίσω του και προτίμησε να συνεχίσει να σέρνεται από το να επέστρεφε στο σαλόνι της κόλασης. Προσπάθησε να σηκωθεί και να τρέξει αλλά έπεσε στα γόνατα έτσι αρκέστηκε στο να μπουσουλήσει τη κατηφόρα του psycho path..

Οι αστυνομικοί που ειδοποιήθηκαν από έναν περαστικό που συνάντησε τον Ντάνι Νίκολσον, το πραγματικό όνομα του «Έντουιν», να σέρνεται στο δρόμο, μπήκαν στο εγκαταλειμένο σπίτι και αντίκρυσαν το πετσοκομένο σώμα μιας γυναίκας δίπλα στην πόρτα και τον Γουάιτ νεκρό στο σαλόνι. Η έρευνα τους, έφερε στο φως τη φρίκη που διαδραματιζόταν στη μικρή πόλη για δεκαετίες.  Διακόσια κιλά κατεψυγμένο ανθρώπινο κρέας, δεκάδες σκελετοί θαμμένοι στην πίσω αυλή, ένα γεύμα με ανθρώπινο κρέας, μισοφαγωμένο, ποτήρια με αίμα. Ρούχα και προσωπικά αντικείμενα των θυμάτων, σκορπισμένα παντού σαν κατάρα. Και στο πάτωμα ένα απεχθές πλάσμα νεκρό, να κείτεται στο ίδιο του το αίμα.

                                               TΕΛΟΣ

 

 

 

 

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Η ΕΜΜΟΝΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟ ROCKABYE…

Συνήθως όταν κυκλοφορεί κάποιο τραγούδι το «σνομπάρω» και ψάχνω στο YouTube τις διασκευές ταλαντούχων ανθρώπων που δεν είναι μεγάλα ονόματα αλλά έχουν εκατομμύρια subscribers στα κανάλια τους. Δεν ξέρω να σου πω γιατί συμβαίνει αυτό! Ίσως θέλω να ακούω κάτι διαφορετικό. Ή πολύ απλά μπορεί να μη με καλύπτουν οι πέντε δέκα φωνές που μονοπωλούν τη μουσική σκηνή. Δεν μου λέει κάτι ούτε η Beyonce, η Rihanna ούτε η Taylor Swift. Πριν μου πεις :»Αι μαρή που σνομπάρεις τη Μπιγιονσέ» σκέψου πόσο πιο τέλεια μπορεί να είναι μια διασκευή με διαφορετική ερμηνεία και μουσική από το ορίτζιναλ τραγούδι που το ακούς παντού και σε ζαλίζει. . Η οποία μουσική για μένα είναι υψίστης σημασίας. Είναι η διαφυγή μου από τη πεζή πραγματικότητα που με πιέζει, με αναγκάζει να είμαι δυστυχισμένη. Είναι τα ταξίδια μου, η απόδραση μου. Τα ακουστικά μου (κάπου τα αποκάλεσαν convercation blockers και μου άρεσε πολύ) είναι μέσα στο emergency kit μαζί με τα άλλα απαραίτητα πρώτης ανάγκης όπως η σοκολάτα, το ίντερνετ, τα βιβλία, το ημερολόγιο μου κτλ.

Το τραγούδι με το οποίο έχω «φάει σκάλωμα» εδώ και μήνες είναι το «Rockabye» των Clean Bandit.

She works the night, by the water
She’s gonna stress, so far away from her father’s daughter
She just wants a life for her baby
All on her own, no one will come
She’s got to save him
She tells him «ooh love»
No one’s ever gonna hurt you, love
I’m gonna give you all of my love

Nobody matters like you
She tells him «your life ain’t gonna be nothing like my life
You’re gonna grow and have a good life
I’m gonna do what I’ve got to do»
So, rockabye…

 

Επειδή όμως δεν μου αρέσει η κανονική του εκτέλεση, βρήκα τις παρακάτω διασκευές και κυριολεκτικά το ακούω όλη μέρα:

 

Leroy Sanchez

 

Romy Wave

 

Louis Graziatto

 

Beth

 

Samantha Harvey

    

 

Tiffany Alvord                                                

Madelyn Bailey  

 

YΓ: Μην αρχίσω με τις διασκευές του Despacito.

Α, επάνω στο όνομα του κάθε καλλιτέχνη κάνε κλικ να ακούσεις τις αγαπημένες μου διασκευές του rockabye… Αν το έκανα σωστά δηλαδή. Αλλιώς αντιγραφή το όνομα και επικόλληση στο you tube…

Enjoy…

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

ΤΙ ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ (ΟΠΩΣ ΤΟ ΕΓΡΑΨΑ ΣΤΟ TUMBLR)..

Σήμερα ήταν μια περίεργη μέρα. Έχουμε μπει στη τελική ευθεία για τον γάμο του αδελφού μου. Οι ετοιμασίες καλά κρατούν. Άγχος να πάνε όλα καλά. Κάθε μέρα δουλειές που πρέπει να γίνουν. Έτσι ήμουν και το 2011 όταν ετοιμαζόμασταν για το γάμο της αδελφής μου. Τα ειχα παίξει τόσο πολύ που ξέχασα ακόμα και να ντυθώ και την ώρα που ερχόταν ο κόσμος να στολίσουμε τη νύφη εγώ φορούσα ένα φούξια τοπάκι με τη Puca (#truestory) και μια κόκκινη φόρμα. Υπάρχουν και φωτογραφικά ντοκουμέντα που προνόησε ο φωτογράφος να αποθανατίσει με εμένα να γράφω τα ονόματα των κοριτσιών στη γόβα της νύφης με το φούξια τοπάκι. Μόνο όταν η αδελφή μου έβαλέ φωνή κατάλαβα που ήμουν και τι φορούσα. Όταν επιτέλους ντύθηκα διαπίστωσα ότι είχα ξεχάσει να στενέψω το φόρεμα οταν το είχα αγοράσει έναν μήνα πριν και έτσι την κρίσιμη στιγμή πριν το μυστήριο του γάμου το έπιασα με παραμάνες. Τραγικό. Δεν είναι μόνο ο γάμος που με έχει αποτρελάνει. Ετοιμάζομαι να γίνω θεία για δευτερη φορά. Σε λίγες μέρες η αδελφή μου θα φέρει στο κόσμο το μωράκι της, Διπλές χαρές και προσμονή αλλά και διπλό τριπλό άγχος. Σήμερα λοιπόν φλέρταρα με τη κατάθλιψη καθότι κουρασμένη και έκανα κάτι που κάνω πάντα όταν κουράζομαι ή πέφτω. Ακούω μουσική.  Και η διάθεση πάντα φτιάχνει. Όπως σήμερα, τώρα, που ακούω μια διασκευή του ντεσπασίτο (το κανονικό δεν το αντέχω) από τη γλυκειά φωνή της Luciana Zogbi.

Το θέμα μου είναι τελείως διαφορετικό από τον πρόλογο μου αλλά ποιος νοιαζεται; Εδώ ολόκληρος πρωθυπουργός είπε «we have already eaten the camel and now there is the  queue». Μπέρδεψε το γαιδαρο με τη καμήλα μάλλον!! Οπότε τα δικά μου άσχετα θέματα σας πείραξαν;; #Αστειάκι

Το πρωί λοιπόν χάζευα λίγο στο Tumblr και καθώς προσπαθούσα να αποφύγω κακόγουστα πόστ δεκαεξάχρονων, μου ήρθε μια ιδέα. Εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, δώδεκα παρα τέταρτο (σκοτώνεσαι στη δουλειά κοπελιά), αν με ρωτούσες «τι θα ήθελες ΤΩΡΑ;» Η απάντηση βγήκε από μέσα μου αυθόρμητα και άρχισα να γράφω σαν τρελή. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΛΟΙΠΟΝ:

Αν με ρωτούσες τι θα ήθελα αυτή τη στιγμή θα σου έλεγα έναν Έρωτα. Από αυτούς τους αμοιβαίους. Με έψιλον κεφαλαίο.Γιατί δεν θέλω πάλι να τη πατήσω με ανεκπλήρωτους. Με το άλφα το μικρό. Θα ακούγαμε μουσική μαζί. Θα του μάθαινα τη Lana del Rey και...

 

«Αν με ρωτούσες τι θα ήθελα αυτή τη στιγμή θα σου έλεγα έναν Έρωτα. Από αυτούς τους αμοιβαίους. Με έψιλον κεφαλαίο.Γιατί δεν θέλω πάλι να τη πατήσω με ανεκπλήρωτους. Με το άλφα το μικρό. Θα ακούγαμε μουσική μαζί. Θα του μάθαινα τη Lana del Rey και αυτός τα δικά του. Θα του μαγειρεύα και αυτός σε αντάλλαγμα θα κατέβαζε ταινίες και game of thrones. Θα του αγοράζα τριαντάφυλλα και αφρόλουτρα και εκείνος θα μου έπαιρνε κρυφά σοκολάτες και αρκουδάκια και θα τα έκρυβε κατω από το μαξιλάρι μου ή μέσα στη τσάντα μου. Θα του έγραφα ερωτικά ραβασάκια και θα τα κολλούσε στον καθρέπτη. Θα τον έβγαζα φωτογραφίες και θα τις κολλούσα στον καθρέπτη δίπλα στα ραβασάκια. Θα του έφτιαχνα τα αγαπημένα του γλυκά. Θα τον πρόσεχα και θα με πρόσεχε. Θα τον φρόντιζα και θα με φρόντιζε. Θα με έκλεινε στην αγκαλιά του και θα έπαιρνα τζούρες από τη μυρωδιά του. Η αγκαλιά του θα ήταν ο κυματοθραύστης μου που θα με προστάτευε απο τα μανιασμένα κύματα. Θα τον κούρευα και θα του φρόντιζα τα γένια. Αδιαπραγμάτευτος ορος τα γένια. Γιατί καυλώνουν κόσμο. Και εμένα. Θα με άρπαζε και θα με φίλαγε με πάθος. Θα του δάγκωνα τη γλώσσα θα με φιλούσε στον ώμο. Θα κάναμε έρωτα. Θα κοιμόμασταν αγκαλιά. Θα φιλιόμασταν συνέχεια. Στο κρεβάτι, στο δρόμο στη θάλασσα, στο φαγητό, στο σινεμά. Θα πηγαίναμε κάθε μέρα στη θάλασσα. Θα πηγαίναμε μεγάλους περιπάτους και θα κρατιόμασταν απο το χέρι. Θα μιλάγαμε ή δε θα μιλάγαμε καθόλου. Απλά θα ήμασταν μαζί. Δεν θα ένιωθα μοναξιά. Ούτε κι εκείνος. Θα με παρηγορούσε όταν θα ήμουν θλιμμένη. Θα μαλώναμε και μετά θα τα βρίσκαμε στο κρεβάτι. Θα του έπλεκα κασκόλ και θα τα τύλιγε γύρω από τον στιβαρό λαιμό του. Όπως θα τύλιγα και εγώ τα χέρια μου γύρω από τη μέση του όταν θα με έσφιγγε στην αγκαλιά του. Θα μου έλεγε πόσο πολύ τον καυλώνω και εγω θα γελούσα. Θα βλέπαμε ηλιοβασιλέματα και ανατολές μαζί. Θα σηκωνόμασταν στη μέση της νύχτας για να πάμε βόλτα. Θα τρώγαμε πιτόγυρα και θα καίγαμε μετά τις θερμίδες. Θα γελάγαμε. Θα χάζευαμε κάτι τεμπέλικα μεσημέρια Κωνσταντίνου και Ελένης. Θα μου έλεγε πως πέρασε στη δουλειά την ώρα που θα του χαίδευα τα μαλλιά. Θα πληρώναμε τα πάντα μισά μισά. Θα μου έβαφε τα νύχια των ποδιών μου. Θα τον χούφτωνα στο δρόμο. Θα μου έδειχνε κατανόηση, θα του έδειχνα κατανόηση. Θα με μάθαινε να οδηγώ. Θα δίναμε υποβρύχια φιλιά στη θάλλασα. Θα παίζαμε Playstation και Uno. Θα τρώγαμε πατατάκια, φουντούνια και Φοφίκο βλέπωντας ασπρόμαυρες ελληνικές μελούρες με τον Νίκο Ξανθόπουλο και τον Ζώρα Τσαπελη. Θα μου μάθαινε υπολογιστές και εγώ πως να μαγειρεύει. Θα λέγαμε συνέχεια πόσο πολύ θα θέλαμε ένα μωράκι. Θα κρυβόμασταν από όλους. Απομονωμένοι στον δικό μας μαγικό κόσμο. Θα τον άφηνα να διαβαζει τις ιστορίες μου και μετά θα μου έλεγε τη γνώμη του. Θα βάζαμε δικιές μας φωτογραφίες πάνω από το κρεβάτι μας. Θα κρεμούσαμε φωτάκια και θα αναβαμε κεριά με άρωμα κανέλας. Θα τον γρατζουνούσα στη πλάτη θα μου χαίδευε τα μαλλιά. Έρωτας, καψούρα, πάθος, αγάπη, τρέλα. Όχι χλιαρά πράγματα. Θα γουστάραμε να ήμασταν μαζί. Όμορφα και ήσυχα. Προστατευμένα. Χωρίς πουστιές, απιστίες, ψέμματα, υποκρισία. Ασυμβίβαστα. Τα δυο μας. Θα με έλεγε “κοριτσάκι μου” θα τον έλεγα “Πρίγκιπα μου”. Θα του μιλούσα για βιβλία θα του έφτιαχνα γλυκά θα του έπλενα τα ρούχα με μαλακτικό να μοσχοβολάνε. Θα ξυπνούσα κρυφά να ετοιμάσω πρωινό για τους δυο μας και μετά θα τον πείραζα μέχρι να ξυπνήσει. θα με έβαζε να καθίσω στα πόδια του και θα με τάιζε στο στόμα. Θα ταξιδευαμε, θα μέναμε μέσα, θα ήμασταν τρελοί και παλαβοί ο ένας για τον άλλον..Κι αν αυτά σου φαίνονται πολλά δε πειράζει. Έτσι είμαι εγω..Ή ΟΛΑ Ή ΤΙΠΟΤΑ…»

Αυτά σκεφτόμουν λοιπόν σήμερα στις 12 παρα το πρωι.

 

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

ΤΟ ΠΛΕΞΙΜΟ ΕΙΝΑΙ ΓΙΟΓΚΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΥΑΛΟ..

«She works the nights by the water she gone astrey so far away from her fathers daughter». Μου έχει κολλήσει στο μυαλό εδώ και καιρό το Rockabye του clean bandit αλλά με τη φωνή της Μadilyn Βailey.

Ξεκίνησα να ασχολούμαι με το πλέξιμο το 2012. Είχα χάσει το σκυλάκο μου, είχα προβλήμα υγείας, γενικά το να πω ότι ήταν «μια πολύ άσχημη περίοδος» ή ότι ήταν η χειρότερη χρονιά στη ζωή μου» δεν είναι αρκετά για να περιγράψω τον ΠΟΝΟ που έζησα εκείνη τη σκοτεινή εποχή. Πόνος που σε αλλάζει που σπάει τα κόκκαλα σου και σου αλλάζει σχήμα. Σε μετατρέπει σε ένα άδειο κέλυφος που μπαινοβγαίνει ο άνεμος σφυρίζοντας στις έρημες σου κόγχες και σε μια γωνιά κουρνιάζει το μικρό παιδάκι που υπήρξες κάποτε, να κλαίει γοερά. Και ασταμάτητα. Και αφού έκλαψα έκλαψα κάποια στιγμή σταμάτησα. ΚΑΙ ΕΚΑΝΑ ΝΑ ΞΑΝΑΚΛΑΨΩ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ. Στέγνωσα μάνα μου. Επειδή όμως δεν ζούμε μόνοι μας σε αυτόν το κόσμο, μια γυναίκα με συβούλευσε να ξεκινήσω το πλέξιμο. Δε θυμάμαι το όνομα της, εδώ δε θυμάμαι τον αριθμό του κινητού μου, αλλά ήταν η κοπέλα που δούλευε στο κυληκείο του γυμνασίου που πήγαινα!! Και με θυμήθηκε όταν με ξαναείδε το 2012 στο σπίτι μιας θείας μου, καθότι ήταν φιλενάδες. Ήταν ομοιοπαθής, είχε παρόμοια προβλήματα υγείας με τα δικά μου και ήξερε πως ένιωθα και ήξερε ότι το πλέξιμο θα με βοηθούσε. Λίγο «γαγιαδίστικο» χόμπι θα μου πείς το πλέξιμο, αλλά πραγματικά με έσωσε. Ξεκίνησα δειλά με ένα απλό κασκόλ και συνεχίζω μέχρι σήμερα να πλέκω μανιωδώς. Όχι, το «μανιωδώς» δεν φτάνει να περιγράψει την εξάρτηση μου από το πλέξιμο. Είμαι μουρλή παιδάκι μου, ξετρελαμένη, παθιασμένη, κολλημένη, μανιακή. Μου αρέσει να δημιουργώ κάτι μοναδικό που δεν το έχει κανείς άλλος. Και να παίρνω τα εύσημα. Αλλά πάνω από όλα το πλέξιμο είναι μιας πρώτης τάξεως γυμναστική (γιόγκα) για τον εγκέφαλο. Δεν θα το αναλύσω επιστημονικά διότι αγάπη μου δεν είμαι επιστήμονας. Εγώ μπορώ μόνο να το περιγράψω έτσι όπως το βιώνω και το αντιλαμβάνομαι από τη δικιά μου πλευρά. Γιατί αδειάζει το μυαλό από όλα αυτά τα προβλήματα που σε τρελαίνουν καθημερινα και σε «αναγκάζει» να δώσεις όλη σου τη προσοχή στον πόντο (εφιάλτης η στιγμή που αντιλαμβάνεσαι ότι έχει χαθεί πόντος και εσύ έχεις συνεχίσει το πλέξιμο, δε μπορείς να το ξηλώσεις δε μπορείς να το αφήσεις έτσι. ΤΡΟΜΟΣ σου λέω). Τα προβλήματα στο δικό μου μυαλό με κατακλύζουν γιατί είμαι και υπερευαίσθητη και λειτουργώ πάντα με το συναίσθημα. Αυτό με έχει καταστρέψει. «Ας ήμουν λίγο γαιδούρα» λέω πολλές φορές αλλά κάποια μου είχε πει «ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΕΥΑΙΣΘΗΤΗ ΠΑΡΑ ΑΝΑΙΣΘΗΤΗ». Είναι χάρισμα, ευλογία να νιώθεις. Να είσαι άνθρωπος. Οι σκέψεις μου λοιπόν επί καθημερινή βάση είναι χαοτικές και επιβάλλεται το διάλλειμα, η γιόγκα για το μυαλουδάκι μου. Δίνω ένα απλό παράδειγμα για το τι σκέφτομαι συνήθως:

«Κρυώνω. Μα έχει 29 βαθμούς έξω. Κρυώνω. Ίσως είναι ψυχολογικό. Μπά, από τον θυροειδή είναι. Ρυθμίζει τη θερμοκρασία του σώματος. Ή απλά έτσι κρυώνουν οι αδύνατοι άνθρωποι. Χε χε είμαι αδύνατη. Γιες. Δεν θέλω να παχύνω ποτέ. Φοβάμαι τόσο πολύ μη παχύνω. Δε θα παχύνεις χαζό. Είσαι 47 κιλά δεν παίρνεις γραμμάριο κι ας τρως μερέντα. Ωχ να είχα λίγο μερέντα τώρα. ‘Η κανένα παγωτό. Αλλά κρυώνω άστο καλύτερα. Δεν θα παχύνεις. Το ξέρεις ότι άτομα κάτω από 50 κιλά δεν μπορούν να δώσουν αίμα; Αρα ούτε εγώ μπορώ. ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΙ ΑΔΥΝΑΤΗ. Το είχα διαβασει σε ένα χαρτί στο νοσοκομείο μια φορά που είχα πάει με τον πρώην να πάρει κάτι εξετάσεις. Αυτός με μπούκωνε να τρώω. Ήθελε να με παχύνει. Τι να κάνει άραγε αυτός; Θα έχει παρατήσει τη πατσαβούρα και θα «ζαχαρώνει» στο facebook. Οι συνήθειες δεν αλλάζουν. Ευτυχώς εγώ γλύτωσα. Καλέ πόσο καιρό έχω να κάνω σχέση; Πω ξέχασα να απλώσω τα ρούχα. Τώρα που είπα ρούχα, τι θα βάλω στο γάμο του αδελφού μου; Και η Νίκη δε θα είναι στο γάμο γιατί θα έχει γεννήσει. Αχ θα γίνω δεύτερη φορά θεία. Θα με λέει κι αυτό «τια Μαλία». Τη ψυχή μου δίνω για αυτά τα πλασματάκια. Γαμώτο πάλι κλαίω. Αχ πόσο μου λείπει ο Χαράλαμπος. Και το καινούργιο μωράκι πως θα είναι; Σε ποιον θα μοιάζει; Ο Χαράλαμπος μοιάζει στον μπαμπά του. Εγώ μοιάζω στην γιαγιά Μαρία. Μου αρέσει το πρόσωπο μου.  Σοβαρό, γεροντοκορίστικο με αδρά χαρακτηριστικά, το τσεμπέρι μου λείπει και θα είναι σαν να βγήκα από παλιά ιταλική ταινία. Ή ίσως μοιάζω με μινωίτισσα όπως έλεγε ο πρώην μου. Και το σώμα μου, μου αρέσει. Ημουν ένα άλλο άτομο και κοίτα πως άλλαξα. Με βασάνισα αλλά έβγαλα τη καλύτερη εκδοχή μου στην επιφάνεια. Πρέπει να φύγω από το χωριό. Δεν έχω φράγκο. Ούτε υπομονή. Μα γιατί να μη έμενα κοντά στη θάλλασα. Πεινάω. Φαντάσου να πήγαινα βόλτες στην αμουδιά κάθε μέρα. Να έβλεπα το απέραντο γαλάζιο από το παράθυρο μου. Ούφ. Κάτσε να μπω να σερφάρω. Πάλι με κυνηγάνε οι ληγούρηδες. Θέλω σχέση. Αλήθεια πόσο καιρό…. Ωπ τι ωραίο φόρεμα είναι αυτό; Πρέπει να κάνω γυμναστική. Ο Γ μου έστειλε μύνημα. Μετά από το «άδειασμα» που μου έκανε τι θέλει και μου μιλάει; Μα είναι κούκλος. Και γιατρός. Αλλά τραγουδάει σαν ηλίθιος. Πω τι μανάρι είναι ο James Dornan! Έμπ1!!. Όχι, «ανέβαινα» λένε αμα είναι άντρας ο άλλος. Αλήθεια αυτό το χρυσομυγί φόρεμα που είχα βάλει παλιά σε έναν γάμο γίνεται να το μεταποιήσω; Τριακόσια ευρώ το είχα πληρώσει. Πόσο καιρό έχω να… Κοίτα να δεις τι λένε στις ειδήσεις: «μάνα σκότωσε τη κόρη της». Αλλες λαχταράνε ένα παιδί και άλλες τα έχουν και τα σκοτώνουν. Τέρατα. Κάτσε να ακούσω μουσική. Ή καλύτερα να βρω σχέδια για το καινούργιο μου κασκόλ. Ροζ με κόκκινο θα το κάνω. Μήπως θα βγει πολυ κοριτσίστικο; Σκασίλα μου!! Εμένα αυτά μου αρέσουν. Φοβάμαι ότι θα μείνω μόνη μου. Φοβάμαι. Πολύ. Ανασφάλεια για το μέλλον μου. Μου λείπει ο Ντίνος μου. Δεν υπάρχει μέρα να μη τον σκεφτώ. Η χαρά που πήρα όταν άκουσα ότι πέθανε αυτός που τον σκότωσε δε λέγεται. Κι ας γίνομαι κακιά. Δε με νοίαζει. Δεν θα σκοτώσει άλλα σκυλάκια ποτέ ξανά. Το κτήνος!! Πόσα να είχε σκοτώσει άραγε; Και το έπαιζε και θρήσκος κιόλας. Μακάρι να είχα το Ντινάκι μου στην αγκαλιά μου. Παιδάκι μου. Πρέπει να στάματήσω να κλαιω θα πρηστεί ο θυροειδής. Θα ακούσω μουσική να ξεχαστώ λίγο. Οχι Lana del ray, θα κόψω φλέβες με αυτή. Βάλε μια βλακεία κανένα κεφάτο τραγουδι. Ωπ τι είναι αυτό; Διασκευή του Despacito. ΟΚ. Ας το ακούσω κι αυτό. Α είναι με την Madilyn Bailey. Πολύ φωνάρα αυτή. Και αυτός που τραγουδάει μαζί της κάποιος Leroy Sanchez δεν είνα κακός. Πόσο καιρό έχω να κάνω σχέση; Άραγε θα βγάλω ποτέ βιβλίο; Φαντάσου να δω τυπωμένο το όνομα μου. Θελώ να γίνω συγγραφέας. Αν είχα χρήματα θα έπαιρνα μαθήματα δημιουργικής γραφής. Και μαθήματα υπολογιστών. Χα χα εντατικά κιόλας μπας και μάθω πως κάνω αντιγραφή και επικόλληση. Αλήθεια πόσο καιρό έχω να κάνω σχέση; Σταμάτα να το σκέφτεσαι αυτό. Το μετάνοιωσα που έκοψα τόσο κοντά τα μαλλιά μου. Άντε να μακρύνουν λίγο. Πολύ θα ήθελα να τα βάζω ροζ μοβ!! Ναι σιγά. Στην ηλικία μου; Καλά για ποιο λόγο σκέφτομαι τόσο μεγαλίστικα; Πάω να κάνω μπάνιο βαρέθηκα. Μετά θα παίξω boberman. Α ξέχασα έχω τερματίσει όλες τις πίστες. δε πειράζει, βρες άλλο παιχνίδι να παίξεις. Ώρες ώρες νιώθω τόση μοναξιά. Μακάρι να ήμουν κοντά στη θάλασσα να βυθίσω το κεφάλι μου μέσα να μην ακούω να μη σκέφτομαι τίποτα να ξαλαφρώσω λίγο. Αλλά δε ξέρω κολύμπι και με βλέπω να πνίγομαι. Χα χα. Πόσο καιρό έχω να κάνω σχέση; Μαααααααααααααααα ΦΤΑΝΕΙΙΙΙ!!»

Και αυτά είναι μερικά από όσα σκέφτομαι κάθε μέρα. Γι’αυτό είναι απαραίτητο να κάνω κάτι που μου ξεκουράζει το μυαλό όπως το πλέξιμο.

22467647_699225210268491_5605533588455791817_o.jpg
aunt marias creations
22448181_699225446935134_7795740177470667633_n
Το πλέξιμο είναι γιόγκα για το μυαλό.

 

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

ΕΠΙΘΕΣΗ ΜΙΣΟΥΣ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ ΠΡΟΣ…ΕΜΕΝΑ ( MY BIG FAIL)..

Πρίν λίγες μέρες ξεκίνησα να γράφω ένα κείμενο με τίτλο: «ΤΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΜΟΥ ΙΧΝΗ (ΜY SOCIAL MEDIA)». Το περιεχόμενο του ήταν σε γενικές γραμμές, πως μπορεί κάποιος να με βρει στα διάφορα προφίλ μου (facebook, instagram, tumblr κτλ). Τέλεια μέχρι εδώ. Επιπλέον αποφάσισα να κάνω και μια αναδρομή στη παιδική μου ηλικία και το πόσο «τυχερή ήμουν για το τρόπο με τον οποίο μεγάλωσα και την εποχή στην οποία μεγάλωσα. Χωρίς παρεμβολές, χωρίς διαφθορά, χωρίς να χαθεί η αθωώτητα της νιότης μπλα μπλα». Και φυσικά πέταξα ωραιότατα καρφιά για το σημερινά παιδιά ότι και καλά «έχω σοκαριστεί με το τι ανεβάζουν στα προφίλ τους έφηβοι και εικοσάχρονα. Μιλάμε για εικόνες πορνό και σκέφτηκα γιατί να συμβαίνει αυτό; Το έχουν ανάγκη αυτό που κάνουν; μπλα μπλα». Ότι πρέπει πρώτα να μεγαλώσουν και μετά να χρησιμοποιήσουν το δυαδίκτιο κτλ. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μετά προσπάθησα να προσθέσω links από τα social media μου (facebook κτλ). Τίποτα φυσικά δεν έγινε διότι αγαπητή μου εσύ που χαίρεσαι γιατί στην εποχή σου δεν υπήρχε η τεχνολογία να σε διαφθείρει, δεν είσαι σε θέση ούτε μια απλή αντιγραφή και επικόλληση να κάνεις!! Σε αντίθεση με τα σημερινά παιδιά που κράζεις, που τα παίζουν στα δάχτυλα όλα αυτά που εσύ δεν μπορείς να κάνεις. Ένιωσα το λιγότερο ηλίθια. Μάλιστα. Δεν μπορώ να κάνω «κόπι πάστε» λοιπόν. Προσπάθησα εκατό φορές, ρώτησα γνωστούς, όλοι με γείωσαν μόνο ο γαμπρός μου απάντησε και προσπάθησε να με βοηθήσει αλλά μάταια. ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑ. Βρε καλό μου βρε χρυσό μου, έλα να σου κάνω αντιγραφή και να σε πάω στο κειμενάκι μου να σου επικολλήσω του λινκ σου το κάγκελο. Απτόητο μου έβγαζε αυθάδικα τη γλώσσα. Και νεύρα εγώ, να σκοτώνω άνθρωπο. Το μόνο που κατάφερε να με ηρεμήσει λίγο ήταν η μερέντα. Που δυστυχώς μετά από ένα δυο δάχτυλα που της έβαλα, τελείωσε. Μακάρι να τελειώναμε όλοι τόσο εύκολα βρε. Α. να χαθείς με κόλασες βραδιάτικο. Έβρισα εμένα, έβρισα και ένα δυο άσχετους που δεν έφταιγαν σε τίποτα, πόσο ελεεινή παίζει να είμαι; Και μετά κλάμα. Ολονύχτιο. Ο μόνος τρόπος να ηρεμήσω. Βλέπεις μαζεύω τόσα προβλήματα και κάπου πρέπει να ξεσπάσω. Και μετά να μη νιώθω τίποτα άλλο πέρα από απογοήτευση. Για τον εαυτό μου. Που δεν είμαι έτσι όπως θέλω. Ηλίθια. Και μετά σου φταίνε τα σημερινά παιδιά. Μπήκα στο you tube να βρω οδηγίες πως κάνω αντιγραφή μπλα μπλα (στον τετράχρονο Χαράλαμπο μου να πεις να σου κάνει αντιγραφή και επικόλληση θα το κάνει) και έπεσα πάνω σε δεκατριάχρονα που έδιναν οδηγίες πως να κάνεις διάφορα στον υπολογιστή!! Έχουν κάτι που δεν το έχεις εσύ: ΕΞΥΠΝΑΔΑ!!!!! Ηλίθια!! Μπορεί να έχουν χάσει την αθωώτητα τους σε έναν βαθμό αλλά είναι εφυέστατα. Εσυ δεν ξέρεις να βάλεις ούτε ένα απλό λίνκ σε ένα κείμενο. Και το άλλο που προσπάθησα να κάνω στο κείμενο «ΤΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΜΟΥ ΙΧΝΗ (MY SOCIAL MEDIA)» ήταν να βάλω φωτογραφίες (screenshot) από το κάθε προφίλ μου να είναι κάτω από το κάθε λινκ. Οι φωτογραφίες αυτές όμως ήταν τεράστιες και δεν μου άρεσε η αισθητική του κειμένου. Προσπάθησα λοιπόν, να τις μικρύνω λίγο, όχι να τις κόψω και να φαίνονται τα μισά γραμματα στη κάθε φωτογραφία, αλλά να τις μικρύνω σαν thumbnails. Εννοείται πως δεν τα κατάφερα. ‘Αλλη μια αποτυχία. Ο δεκατριάχρονος όμως ξέρει να τα κάνει αυτά. Ηλίθια!!! Άλλη βλακεία που έκανα ήταν να βάλω πχ το λινκ του προφίλ μου στο wattpad και όταν μετά δημοσίευσα το κείμενο (γιατί πίστευα ότι είχα βάλει τα λίνκ και ήταν κομπλέ) ζήτησα από μια φίλη μου να πάτησει πάνω στη δημοσιέυση (ότι δημοσιεύω εδώ δημοσιεύνται αυτόματα στο προφίλ μου στο facebook) και διαπίστωσε ότι το λινκ για το προφίλ μου στο wattpad την πήγαινε κατευθείαν στο προφίλ μου σαν να ήταν δικό της!! Μπορούσε να δει τα μυνήματα μου, να κάνει ρυθμίσεις τα πάντα. Αμέσως διέγραψα τη δημοσίευση. Οπότε ένα άλλο θέμα προέκυψε: «κάνω αντιγραφή και επικόλληση τη σωστή διευθήνση ή είμαι τριπλά ηλίθια; Δηλαδή πως καταλαβαίνω ποια διεύθηνση πρεπει να κάνω αντιγραφή και επικόλληση; Μαρκάρω ότι υπάρχει μέσα στη μπάρα (https.www.μπλα μπλα) ή όχι; Το μισό; Ένα τέταρτο, να το αφήσω; Νιώθω ηλίθια που όλοι, και εννοώ όλοι, ξέρουν να κάνουν ένα τόσο απλό πράγμα ενώ εγώ όχι. Να διευκρινήσω ότι μια χαρά κάνω αντιγραφή επικόλληση σε ότι θέλω, μόνο στο θέμα με τα λινκ των προφίλ μου είχα σκαλώσει. Κάποιο κόλπο υπάρχει που μου διαφεύγει. Γιατί πολύ απλά είμαι ηλίθια. Αποφάσισα να δημοσιεύσω το κείμενο που είχα γράψει καθώς και τα ότι να ναι λινκ και τις τεραστιες φώτο που το συνόδευαν (το άφησα έτσι όπως το κοινοποίησα τη πρώτη φορα) για να δουν οι 2-3 που μπορεί να με διαβάζουν τι βλακείες έκανα:

«ΤΑ ΗΛΕΚTRΟΝΙΚA ΜΟΥ ΙΧΝΗ (MY SOCIA MEDIA)

Μεγάλωσα χωρίς ίντερνετ και «σόσιαλ μύδια», (γαρίδες-σαγανάκι). Και ήμουν καλά! Η παιδική μου ηλικία ήταν καλά προφυλαγμένη από την υπερέκθεση του διαδυκτίου που σαν ιστός στη σημερινή εποχή τυλίγει την αθωώτητα των παιδιών. Έζησα τη κάθε ηλικία ακριβώς όπως έπρεπε. Ήμουν ένα κλαψιάρικο «δημοτικάκι» που η μόνη μου έννοια ήταν ότι δεν ήθελα να φάω το αβγουλάκι μου, μετά έγινα ένα ντροπαλό συνεσταλμένο γυμνασιόπαιδο που δεν ήξερα τι πάει να πει ραντεβού και φιλί. Μιλάμε μακρυά νυχτωμένη. Μέχρι τα δεκαπέντε μου έπαιζα με κούκλες (#true story). Και εκ των υστέρων το χαίρομαι. Έτσι έπρεπε. Με έλεγαν ντροπιάρα όχι «κάβλα» όπως ακούνε τα σημερινά κοριτσούδια. Δεν είχα καν κινητό. Έπαιρνα προσκλήσεις για πάρτι με κανονικό χαρτί σε φάκελο ή απλά μου το έλεγαν από κοντά. Μετά έγινα μια χαρούμενη φοιτήτρια και μπορεί να ήμουν μακρυά από την αυστηρή μαμά αλλά δεν είχα μυαλό για γκομενικά. Ούτε για insta και Snapchat γιατί πολύ απλά ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΑΝ ΚΑΝ. Το αγόρι τότε για να σου εκδηλώσει το ενδιαφέρον του έπρεπε να έχει θάρρος. Συνήθως έβαζε καμιά συμμαθήτρια ή ξαδέλφη να μεσολαβήσει και να κλείσει το ραντεβού και μετά ερχόταν ο ίδιος και «στα ζητούσε». Χωρίς facebook χωρίς viber χωρίς καν να έχει κινητό γιατί πολύ απλά ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΑΝ ΚΑΝ. Δεν λέω ότι ήταν καλύτερα τότε, αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι χαίρομαι για το τρόπο με τον οποίο μεγάλωσα και την εποχή στην οποία μεγάλωσα. Χωρίς παρεμβολές, χωρίς διαφθορά, χωρίς να χαθεί η αθωώτητα της νιότης. Το μόνο αρνητικό που βρίσκω είναι ότι άργησα πολύ να βάλω τη τεχνολογία στη ζωή μου και πολλές φορές τα βρίσκω δύσκολα με απλές λειτουργίες του υπολογιστή  ενώ τα σημερινά παιδάκια είναι «εξπέρ» (όπως ο Χαράλαμπος που παίρνει το κινητό της μαμάς του και μπαίνει στο «γιουκιουμπ» να δει τον Μακουίν). Πήρα λοιπόν το πρώτο μου κινητό το 2001 όταν έπιασα τη πρώτη μου δουλειά. Κόστισε εξήντα χιλιάδες δραχμές. Το facebook μπήκε στη ζωή μου το 2013. Απέκτησα υπολογιστή το 2015. Τα υπόλοιπα σταδιακά. Λατρεύω τη τεχνολογία, είμαι εξαρτημένη από τον υπολογιστή και το κινητό μου (μου αρέσει το τσικ τσικ που κάνουν τα πλήκτρα όταν γράφω). Με ενοχλεί να βλέπω παιδιά δεκατεσσάρων και είκοσι χρονών να γράφουν χυδαιότητες στα δικα τους social media ή να βγάζουν προκλητικές φώτο εκθέτωντας τα κορμιά τους σαν να μην τα σέβονται. Δεν είμαι σεμνότυφη απλά στεναχωριέμαι για τη χαμένη αθωώτητα. Δεν θα κατηγορήσω του γονείς τους γιατί δε φταίνε μόνο εκείνοι. Φταίει και η ίδια η τεχνολογία. Όταν έχεις τόσα πολλά πράγματα στην διάθεση σου θα ήσουν βλάκας να μη τα χρησιμοποιήσεις. Αλλά παν μέτρον άριστον.  Είναι λίγες μέρες που έφτιαξα Tumblr και ήδη έχω σοκαριστεί με το τι ανεβάζουν στα προφίλ τους έφηβοι και εικοσάχρονα. Μιλάμε για εικόνες πορνό και σκέφτηκα γιατί να συμβαίνει αυτό; Το έχουν ανάγκη αυτό που κάνουν; Εγώ που είμαι 30plus κοκκινίζω με τέτοιες εικόνες, εκείνα γιατί δεν σοκάρονται; Τα έχουν συνηθίσει προφανώς. Εγώ έμαθα αλλιώς. Έπαιζα με κούκλες μέχρι τα δεκαπέντε μου, φαντάσου. Στη πορεία πολύ πιο μετά, γνώρισα τη τεχνολογία και είναι ένα άριστο εργαλείο για ΕΝΗΛΙΚΕΣ «αματσουρ μπλογκερς», συγγραφείς κτλ. Γιατί άλλο είναι να είσαι ενήλικας όπου μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη τεχνολογία με δημιουργικό τρόπο. Όπου και να μπείς σήμερα πέφτεις πάνω σε δεκαεπτάχρονες που γράφουν προστυχιές γιατί το θεωρούν «κούλ» και δεκαενιάχρονους «επαναστάτες χωρίς αιτία» με τσιγάρο στα χείλη και σκέφτομαι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ!! Αφήστε τα αυτά στους μεγάλους και ασχοληθείτε με πιο δημιουργικά πράγματα όπως το διάβασμα ο αθλητισμός κτλ. Και όταν μεγαλώσετε κάντε ότι γουστάρετε.

Μάζεψα λοιπόν το διαδυκτιακά μου ίχνη, όλους τους λογαριασμούς και τα προφίλ που έχω.

Απλά να υπενθυμίσω ότι δεν μεγάλωσα με την τεχνολογία και προσπαθώ μόνη μου όλα όσα κάνω εδώ μέσα οπότε για οποιοδήποτε λαθάκι ζητώ προκαταβολικά συγνώμη. Δεν φαντάζεστε πόσες μέρες προσπαθούσα να βάλω τα links πάνω σε κάθε λέξη (#truestory). Όποιος έχει να διωρθώσει κάτι είναι καλοδεχούμενο. Enjoy..

1) Facebook:

Screenshot-2017-10-10 (45) Maria Fanouraki-1
My Facebook profile

2) Τumblr:

My blog in Tumblr

3)Wattpad:

My blog in Wattpad

4) Snapchat:

5) Instagram:

My Instagram acount

Οποιος θέλει μπορεί να με προσθέσει σε αυτά τα προφίλ… »

Αυτό ήταν λοιπόν το κείμενο. «Άξιο» να συναγωνιστεί τα μεγαθήρια που υπάρχουν εκεί έξω. Τόσοι ικανοί μπλόγκερς με σπουδές, άλλοι είναι καθηγητές, άλλοι δημοσιογράφοι κτλ. Και όλοι έχουν στοιχειώδεις γνώσεις υπολογιστών. Άντε ηλίθια που το παίζεις «αματσουρ μπλόγκερ και ραιτερ». Εσύ του γυμνασίου. Μια απλή κομμώτρια του ΟΑΕΔ. Καλύτερα μείνε στα κέικ σου εσύ. Που τα βγάζεις και καμμένα. Το μόνο καλό του να είσαι τόσο αποτυχημένη είναι ότι κανείς δεν σε διαβάζει και μπορείς να γράφεις ότι μπούρδα θέλεις. Αυτό.