ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

ΤΑ ΑΓΑΠΗΜΈΝΑ ΜΟΥ ΔΙΑΜΕΡΊΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΑΙΝΙΕΣ/ΣΉΡΙΑΛ

Το διαμέρισμα της Μόνικα από τα Φιλαράκια

Σίγουρα όσα χρόνια παιζόταν η σειρά η διακόσμηση άλλαζε αλλά για μένα το διαμέρισμα της Μόνικα το οποίο αναφέρει η Μόνικα σε κάποιο επεισόδιο ότι το νοίκιαζε η γιαγιά της είναι το αγαπημένο μου όλων των εποχών. Ακόμα και τόσα χρόνια μετά το τέλος της σειράς εξακολουθεί να μαγεύει τη ρομαντική ψυχή μου. Τα βασικά στοιχεία του χώρου που με γοητεύουν είναι:

1) οι μοβ τοίχοι στο χώρο του καθιστικό και το πράσινο φιστικί στο διάδρομο όπου βρίσκεται το παράθυρο από όπου η παρέα βγαίνει στο μπαλκόνι. Επίσης μου αρέσει το γεγονός ότι τόσο τα υπνοδωμάτια όσο και το μπάνιο αλλά και η πόρτα με το πλαίσιο από κορνίζα γύρω από το ματάκι είναι διαφορετικά χρώματα.


2) Η λοξή τζαμαρία με τη φλοράλ ρομαντική παλιομοδίτικη κουρτίνα και το γραφείο
3) τα κάδρα και το τραπεζάκι στο φιστικί διάδρομο
4) τα ρομαντικά μποέμ διακοσμητικά όπως τα πορτατίφ, τα βάζα κτλ
5) το πόστερ με το Juliet πάνω από το εξίσου τέλειο βαρύ έπιπλο που φιλοξενεί τη τηλεόραση
6) Λιώνω για το λίγο χωριάτικο κουρτινάκι που κρέμεται από το έπιπλο δίπλα στον νεροχύτη.

46409258_922849957906014_3664844092723953664_n46445243_922849917906018_80262265768509440_n46460878_922849884572688_2879670654506893312_n46511257_922849857906024_4585049275502690304_n

Επίσης να αναφέρω και κάποια άλλα στοιχεία που λατρεύω: 1) το στυλ της Ρειτσελ, οι ατάκες της Ρειτσελ (τις οποίες χρησιμοποιώ, ιδιαίτερα το «assistand buyer»), τα μαλλιά της Ρείτσελ (έχω πάει σε κομμωτήριο με φωτογραφία της κομμένη από περιοδικό για να μου κάνει η κομμώτρια το μαλλί της)

 

 

 

 

και η τέλεια πλεκτή κουβέρτα (ε που αλλού θα πέσει το μάτι της πλέκτρουσας) που σκεπάζεται η Ρειτσελ στο επεισόδιο που γεννάει η Κάρολ.

46431649_922853837905626_43124533963522048_o


Επόμενο σπίτι αυτό της Κάρι Μπραντσό από το Sex and the city.

Φανταζόμουν λοιπόν τον εαυτό μου ως μια άλλη Κάρι να κάθομαι μπροστά στο παράθυρο στο γραφείο μου να γράφω τα τέλεια κείμενα μου στο λαπτοπ μου

Τα στοιχεία που λατρεύω στο διαμέρισμα είναι:

το κρεβάτι και οι καρέκλες δίπλα του αντί για κομοδίνα.

Το γραφείο μπροστά στο παράθυρο.

Η βιβλιοθήκη ακριβώς στην είσοδο
Τα κάδρα που είναι ακουμπισμένα όχι κρεμασμένα
Η ντουλάπα

46425083_922850227905987_5369809658124959744_n46432660_922850181239325_3595853281429028864_n46452217_922850204572656_3414878971781709824_n46437328_922850134572663_7909813640071479296_n

Θα κλείσω με το δωμάτιο της Bella από το Twilight

Υπήρχε μια εποχή που λάτρευα το λυκόφως και είχα μια εμμονή με την Kristen Stewart. Προσπαθούσα να αντιγράψω το στιλ της Μπέλλα και για να πω την αλήθεια αυτό με οδήγησε στην ανορεξία. Βέβαια τα έχω πει εκατό φορές όπότε σήμερα που είμαι καλά θεωρώ το λυκόφως σαν το «Μπέβερλι Χίλς» της δεύτερης εφηβείας μου.

Στο δωμάτιο της Μπέλλα λάτρευα που όλα ήταν τόσο αχνά, τόσο ρομαντικά.

Ο παλιός vintage καθρέπτης

τα μοβ κλινοσκεπάσματα

η δαντελένια κουρτίνα

τα λαμπάκια

46498396_922935947897415_8100466035750076416_n46449507_922935997897410_54773554717130752_n46479830_922936037897406_1105277947788394496_n

ΥΓ: το κόλλημα με τον Ρόμπερτ Πάτινσον πάντως καλά κρατεί ❤

 

Advertisements
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ, Uncategorized

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ ΕΊΝΑΙ…

Γεια σας, γεια σας, κρύο καιρός για παχιά χαλιά, τζάκι, χουχούλιαρικα βράδια και πολύ penny dreadful. Και άνευ γκρίνιας παρακαλώ. Είναι περιττή. Δες πόσα πολλά έχεις. Κρίμα για ένα δυο που δεν έχεις να μην απολαμβάνεις τα αγαθά σου.

Μου αρέσει να περπατάω ξυπόλυτη πάνω στο ζεστό χαλί μου. Μου γαργαλάει τα πέλματα. Γελάω πολύ με τα παλιά I LOVE LUCY επεισόδια. Φτιάχνω υπέροχο δίχρωμο κέικ (βανίλια/κακάο) και ψάχνω να βρω εκείνα τα υπέροχα φύλλα που χαζεύω στο instagram (ναι εκτός από υπέροχους άντρες χαζεύω και φθινοπωρινά φύλλα).

Οπότε συνήθως γίνομαι stalker στο account του @henrycavill

46147876_919983214859355_7099206569463644160_n46257177_919983244859352_4289069640182661120_n

Κάτι νυσταγμένα μεσημέρια παρακολουθώ Σαμπρίνα η μικρή μάγισσα, και απαράδεκτους στο You tube.

Αγόρασα έναν σταμπωτό πίνακα κεντήματος. Έχω πλέξει τόσα πολλά κασκόλ που δεν χωράνε στα συρτάρια μου και είπα να κάνω ένα διάλειμμα. Το κέντημα δεν με τρελαίνει όμως όμως όμως!!! Έχω ένα κόλλημα με τους κεντημένους πίνακες και όταν πάω σε κάποιο σπίτι και πετύχω κανέναν τον χαζεύω συνέχεια. Έτσι είπα να το προσπαθήσω παρόλο που δεν είχα ιδέα. Είχα κεντήσει ένα μικρούλι πίνακα όταν ήμουν μικρή αλλά καμία σχέση πραγματικά. Τον έχω δυο βδομάδες τώρα και η πρόοδος μου είναι πραγματικά πολύ αργή. Αλλά αυτό είναι το νόημα. Επιτέλους βρήκα κάτι να ασχοληθώ όλο το χειμώνα.

Επίσης δέχθηκα δυο προξενιά τις ίδιες μέρες, το ένα το απέρριψα με λίγο χιούμορ και γλύτωσα και το άλλο επειδή εκτιμώ πολύ τη μεριά του προξενητή είπα να τους τιμήσω και να πω ναι. Μη φοβάστε δεν παντρεύομαι.  Είμαι 3@ ετών και ξεκίνησαν να μου κάνουν προξενιά από τα δεκατρία μου. Δεν υπέκυψα ποτέ. Ακόμα και όταν για χ -ψ λόγους έλεγα ναι σε μια πρώτη γνωριμία για έναν καφέ) γιατί πως θα πεις να αποδέχομαι το προξενιό αν δεν δεις φατσούλα).  Οπότε το είχα μοντερνοποιήσει λίγο το θέμα

και αυτό σημαίνει:

Ζητάς να σε πάρει εκείνος τηλέφωνο (για να ακούσεις φωνή, σε βοηθάει να δεις πρώτα από όλα αν είναι γκαου)

Όταν σε πάρει κανονίζεις να πάτε για καφέ και μόνο. Χωρίς μεσολαβητές

Μετά τον καφέ ανακοινώνεις αν θέλεις να συνεχίσετε να βγαίνετε χωρίς να σημαίνει ότι θα τα φτιάξετε ή θα παντρευτείτε.

Όμως υπάρχει και το facebook οπότε με το που μου είπε όνομα τσακ μπήκα φουμπου τον έψαξα τον βρήκα τον αντίκρισα και σαν άλλη Ηλιάννα ΑΠΌ ΜΈΝΑ ΕΊΝΑΙ ΌΧΙ. Δεν χρειάζεται να βγω για καφέ όταν ο άλλος δεν με τσουτσουριάζει.

Τις τελευταίες δυο βδομάδες έχω γελάσει πολύ και είχα καιρό να γελάσω, να πάρω τα πάνω μου. Χαζογελάω όλη  μέρα και μου αρέσει.

Διαβάζω τέσσερα βιβλία συγχρόνως

 

Ο Χαράλαμπος μου είπε «θεία Χάτσον θα πάρω τον λασπωμένο Μακουιν με τα λεφτά που μου έδωσες» Λιώνω γίνομαι μέλι χρυσό και ρέω ανάμεσα στους μυς και στα κόκαλα μου δεν έχω λόγια είναι απύθμενη η αγάπη μου…

 

 

 

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ, Uncategorized

ΜΕ ΛΊΓΟ ΧΙΟΎΜΟΡ ΘΑ ΤΟ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΊΣΟΥΜΕ ΚΙ ΑΥΤΌ…

Στις 27/10 έπεσε θύμα κλοπής ο παππούς μου από τρεις τσιγγάνες. Ευτυχώς τις είδαν οι γείτονες. Συνηθισμένο φαινόμενο να επισκέπτονται τη περιοχή μας οι τσιγγάνοι από τον καταυλισμό της νέας Αλικαρνασσού.

Χρόνια τώρα παρενοχλούμαστε από δαύτους. Έρχεται το ντάτσουν τις αφήνει στη πλατεία και γυρνάνε το χωριό. Πουλάνε είδη προικός, κομποσκοίνια, βέτεξ και πάσης φύσεως βλακείες.  Ατελείωτες φορές έχω πεταχτεί από τον ύπνο μου από βροντές και θορύβους γιατί χτυπάνε με μανία τα τζάμια και τις πόρτες φωνάζοντας «κυρία κυρία κυρία»

Υποτίθεται η βαριά πόρτα είναι για να σε προστατεύει. Όχι να μπαίνει ο καθένας σαν να είναι το αμπελοχώραφο του.

Τον Απρίλιο μας έκλεψε μια τσιγγάνα το φάρμακο του πλυντηρίου από τη τουαλέτα ενώ την είδα από το παράθυρο να μπαίνει στην εξωτερική τουαλέτα, μέχρι να βγω έξω είχε αρπάξει το κουτί και το είχε κρύψει σε ένα καρότσι της λαϊκής καμουφλαρισμένο όμως με χαρτόνια έτσι εγώ την έδιωξα χωρίς να έχω δει τι είχε κλέψει . Επίσης τη τράβηξα βίντεο αλλά δεν βγήκε κάτι.

Τώρα λοιπόν έκλεψαν 1000 ευρώ από τον παππού. Και μάλλον την ίδια μέρα έκλεψαν κοσμήματα από έναν άλλο συγχωριανό και το ανακάλυψε την επομένη που γύρισε από ταξίδι.

Βέβαια δεν είναι μόνο οι τσιγγάνοι. Έχουν πάρει τόνους λάδια ενώ κοιμούνται οι άνθρωποι μέσα, έχουν πάρει μηχανάκι παπάκι έξω από το σπίτι μέρα μεσημέρι, έχουν πάρει χρηματικά ποσά (1000, 3000 κτλ) έχουν πάρει αμέτρητα γεωργικά εργαλεία ξυλοκοπτικά μηχανάκια, ελαιοραβδιστικά κτλ) έχουν πάρει ελαιόπανα για τη συγκομιδή της ελιάς.

Έχουν πάρει τα πάντα και δε με αφορά τι εθνικότητα είναι, Έλληνες, αλλοδαποί, τσιγγάνοι,  με αφορά ότι άπλωσαν το χέρι να πάρουν κάτι που ποτέ ΔΕΝ ΜΌΧΘΗΣΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΠΟΚΤΉΣΟΥΝ, δεν το δούλεψαν που λέμε εμείς εδώ. 

Ο παππούς μου μάζευε το ποσό που του αφαίρεσαν για να κάνει κάποιες εργασίες στον τάφο της γιαγιάς μου.

Όταν πήγαμε στην αστυνομία μας είπαν πως δεν μπορούν να μπουν στον καταυλισμό γιατί φοβούνται επεισόδια κτλ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Μάλιστα!!!!

Έχω στείλει σε δυο site αλλά με αγνόησαν. Έπρεπε να υπάρξουν θύματα για να ενδιαφερθούν οι… δημοσιογράφοι.

Για αυτό το λόγο επέλεξα να γράψω για αυτό στο blog μου. Τουλάχιστον να βγει προς τα έξω.

45399463_915573295300347_1286690992639967232_o

 

Τα PENNY DREADFULS της ΜαΦίας

Έρχονται τα penny dreadfuls…

Διάβασα πρόσφατα για τα penny dreadfuls και μου άρεσε πολύ ως ιδέα.

Ήταν βιβλιαράκια των οκτώ ή δεκαέξι σελίδων με μίνι ιστοριούλες πλημμυρισμένες με γοτθικό τρόμο.
Κυκλοφορούσαν στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα σε συνέχειες κάθε βδομάδα στην Αγγλία.
Οι συγγραφείς των penny dreadfuls πληρωνόταν μια πένα την αράδα.
Αποφάσισα λοιπόν να γράφω μινι ιστοριούλες σε ξεχωριστή στήλη για εξάσκηση περισσότερο.
Όχι όχι δεν γλιτώνετε από μένα. Ως άλλη florence foster Jenkins θα γράφω κι ας μην έχω ταλέντο..

Πάντα πρέπει να κάνει αυτό που σου δίνει χαρά, που σε φορτίζει με δύναμη…

ΜΟΡΙΓΚΑΝ ΜΟΡΜΠΙΤ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΚΑΒΡΙΟ ΠΑΡΤΙ ΤΗΣ ΜΟΡΙΓΚΑΝ ΜΟΡΜΠΙΤ…

Λίγες εξηγήσεις για τη νέα μου ιστορία «ΤΟ ΜΑΚΑΒΡΙΟ ΠΑΡΤΙ ΤΗΣ ΜΟΡΙΓΚΑΝ ΜΟΡΜΠΙΤ (MORIGAN MORBIT)

  1. Κάποιοι από τους καλεσμένους είναι χαρακτήρες από άλλες μου ιστορίες:

Ο Λόρδος Ρόμπερτ και η μάγισσα Βεατρίκη από την αδημοσίευτη ιστορία «ΜΆΓΙΣΣΑ ΒΕΑΤΡΊΚΗ»

Η Μαρία και ο Μίνωας από την αδημοσίευτη ιστορία «ΕΡΕΥΝΉΤΡΙΑ Α.»

Η Σκάιλαρ και ο Ρειτζ από την δημοσιευμένη «ΑΛΥΣΟΔΕΜΈΝΗ ΨΥΧΉ» (μόνο τα πρώτα κεφάλαια καθώς την έχω αποσύρει για να την επεξεργαστώ)

Η Έλινορ και ο Κρίστιαν από τη δημοσιευμένη «ΕΛΙΝΟΡ»

Ο Δνοφερός Διηζήτορ από την δημοσιευμένη ιστορία «ΔΝΟΦΕΡΟΣ ΔΙΗΖΗΤΩΡ»

Ο Γουάιτ από τη δημοσιευμένη ιστορία «HALLOWEEN TRICK OR TREAT»

Η Ρόουζ και ο Δρ. Ντι από την αδημοσίευτη ιστορία «ΡΟΟΥΖ»

Οι υπόλοιποι χαρακτήρες δημιουργήθηκαν αποκλειστικά για την ιστορία της Μόριγκαν.

2. Κάθε συγγραφέας βάζει δικά του στοιχεία σε κάποιον χαρακτήρα σε όλες του τις ιστορίες. Εγώ επέλεξα την θεία ΜαΦία να γίνει το άλλο μου μισό. Η τρελή που πλέκει πόντσο της κατάρας με επεξεργασμένα νήματα που φτιάχνονται από έντερα ανδρών!!!!!!!!!!!!!!!! Που τα βρίσκω αλήθεια!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! Το όνομα ΜαΦία μου το είχε δώσει μια άλλη μπλόγκερ.

3. Στην ιστορία της Μόριγκαν σε κάποιο σημείο όταν φυγαδεύονται κάποιοι καλεσμένοι η Μόριγκαν τους ζητάει να φύγουν αντί να πολεμήσουν γιατί είναι πολύτιμοι για κάποια Μαρία εννοώντας εμένα!!!!!!!!!!!!!!!! Το έγραψα έτσι για να δώσω μια σουρεάλ χροιά αλλά δεν ξέρω νομίζω απέτυχα:

“Σας παρακαλώ δε θέλω να σας βάλω σε κίνδυνο. Είστε πολύτιμοι για….”
“Για ποιον;”
“Για τη Μαρία”

4. Η Μόριγκαν προοριζόταν για μαύρη κωμωδία.

5. ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΠΟΛΥ ΝΑ ΜΟΥ ΓΡΑΨΕΤΕ ΤΗ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΡΙΓΚΑΝ. ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ ΕΊΝΑΙ ΑΡΝΗΤΙΚΗ. Ξέρετε μόνο έτσι με βοηθάτε να βελτιωθώ….

 

 

 

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Η ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΦΛΟΡΕΝΣ ΦΟΣΤΕΡ ΤΖΕΝΚΙΝΣ…

Πρόσφατα είδα τη ταινία «Florence Foster Jenkins » με την μια και μοναδική Μέριλ Στρίπ (πραγματικά τι συμβαίνει με αυτή τη γυναίκα;Σε ότι ρόλο κι αν τρυπώσει είναι πάντα απίθανη να το πω;  Μαγευτική; Απαράμιλλη; Εξαίσια; Αξεπέραστη; Όλο το γκούγκλε όργωσα να βρω επίθετο να της ταιριάζει μα δε βρήκα)

Η ταινία αυτή μιλάει για τη ζωή ενός υπαρκτού προσώπου της  Florence Foster Jenkin

η οποία γεννήθηκε το 1868 και πέθανε το 1944. Τι το ιδιαίτερο λοιπόν είχε αυτή η γυναίκα για να γίνει τόσα χρόνια αργότερα ταινία;

Ήταν μια amateur soprano 

από πλούσια οικογένεια κτλ. Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για εκείνη στο google.

Η γυναίκα αυτή είχε χαρακτηριστεί ως the worlds worst opera singer

Αμέσως ταυτίστηκα δεν το κρύβω, γιατί εκείνη ήταν α) ερασιτέχνιδα και β) δεν είχε καλή φωνή όσο και να αγαπούσε τη μουσική.

Ακριβώς όπως εγώ!!!!!!!!!! Είμαι α) ερασιτέχνιδα και β)  όσο και να αγαπάω τη συγγραφή δεν γράφω καλά. Λαμπρά!!!!!

Ταυτίστηκα λοιπόν και ξέρεις είναι θαυμάσιο να αγαπάς να δίνεσαι τόσο πολύ σε κάτι που είναι ουσιαστικά αυτό που σε κρατάει όχι μόνο στη ζωή, όχι μόνο σου διατηρεί το ηθικό σου ακμαιότατο αλλά σε κάνει ευτυχισμένη. Σε κάνει να ονειρεύεσαι να ελπίζεις. Τι καλύτερο από αυτό;

Την χλεύαζαν ακόμα και για τα κουστούμια και την σκηνική της παρουσία χωρίς να έχει ιδέα. Τη στιγμή που έμαθε ότι γελάνε εις βάρος της άφησε την αρρώστια της να την καταβάλλει και τελικά πέθανε (είχε προσβληθεί από σύφιλη τη πρώτη νύχτα του γάμου της από τον σύζυγο της)

Οπότε το συμπέρασμα ποιο είναι

ΜΗΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙΣ ΠΟΤΈ ΕΚΕΊΝΟ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑΣ

ΜΗΝ ΑΚΟΥΣ ΚΑΝΈΝΑ

Αυτό ακριβώς σκοπεύω να κάνω κι εγώ…

«ΜΠΟΡΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΝΑ ΛΕΕΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΩ ΑΛΛΑ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΙ ΟΤΙ ΔΕ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΑ»

45118174_913304105527266_4080384059807629312_n

 

 

ΜΟΡΙΓΚΑΝ ΜΟΡΜΠΙΤ

ΤΟ ΜΑΚΆΒΡΙΟ ΠΆΡΤΙ ΤΗΣ ΜΟΡΙΓΚΑΝ (MORIGAN MORBIT)….

I wish I may,

I wish I might,

have the pleasure

of giving you a fright!

Τα χέρια της ήταν ματωμένα στις αρθρώσεις και τα δάχτυλα της γεμάτα πληγές. Αυτό τη δυσκόλεψε αρχικά στο να κρατήσει το κόκκινο Dior κραγιόν της.

Άρπαξε το κουζινομάχαιρο που ισορροπούσε επικίνδυνα στην άκρη του πάγκου, και σκούπισε επιπόλαια την αιματοβαμμένη λεπίδα του στη διάφανη σατέν κόκκινη ρόμπα της. Ο λεκές από το αίμα του Κρόλει πότισε το ύφασμα και απλώθηκε φτιάχνοντας ένα πορφυρό νούφαρο δίπλα στα ιαπωνικά μοτίβα με τα πουλιά.

Σήκωσε το μαχαίρι στο ύψος του προσώπου της με μια κίνηση όλο χάρη και τα χείλη της καθρεφτίστηκαν στη λεπίδα. Χαμογέλασε σαν ύαινα καθώς περνούσε το κραγιόν πάνω στα χείλη της. Έπειτα τα πίεσε απαλά να απλωθεί το κραγιόν και παράτησε τα σύνεργα πάνω στο πάγκο.

Κατευθύνθηκε από τη κουζίνα στο μικρό πολυκαιρισμένο χολ όπου η τηλεόραση έπαιζε Νεκροταφείο ζώων. Λάτρευε τον Στίβεν Κινγκ και έβλεπε ξανά και ξανά τη συγκεκριμένη ταινία μόνο και μόνο για τη σκηνή όπου ο Κινγκ εμφανιζόταν ως ιερέας σε μια σκηνή. Ξάπλωσε στη πολυθρόνα και δυνάμωσε τον ήχο της τηλεόρασης. Κόντευε να ξημερώσει. Το ημερολόγιο στο τοίχο έδειχνε 31 Οκτωβρίου. Ήταν σίγουρα η πιο διασκεδαστική παραμονή Halloween που είχε ζήσει εδώ και δεκαετίες.

Για την ακρίβεια είχε να περάσει τόσο καλά από εκείνο το Halloween του 1888 που είχε δει τη ξαδέλφη της την Αουρέλια να πατάει ξυπόλυτη μια σκουριασμένη χοντρή ταβανόπροκα και να πέφτει στο κενό σπάζοντας τη ξύλινη σκάλα της παλιάς αποθήκης στην οποία είχαν τρυπώσει για να παίξουν κρυφτό με τα άλλα παιδιά.

Στη πληκτική πόλη που είχε μεγαλώσει δεν είχε πολλές εναλλακτικές στο πως να διασκεδάσει ένα κορίτσι πέρα από το να ψήνει κουλουράκια και να γκαστρωθεί νωρίς στο πίσω κάθισμα ενός φορτηγού με σαραβαλιασμένη καρότσα από κάποιον Χιουι ή Χοίτ ή Τζον Πανίβλακα.

“Ένα κορίτσι πρέπει να κάνει αυτό που πρέπει να κάνει” έλεγε πάντα η γιαγιά της που τη μεγάλωσε. Η Νόρα Μόρμπιτ ήταν η πιο κουλ γιαγιά από όλες όσες είχαν ζήσει στο Darkville. Δεν είχε παντρευτεί ποτέ τον παππού, διάολε δεν ήξερε καν ποιος ήταν ο παππούς. Το είχε σκάσει όταν γκαστρώθηκε για να καταφύγει στη μικρή πόλη στην οποία ζούσε τώρα και η ίδια η Μόριγκαν. Η μητέρα της, Λίλιθ, ήταν όπως και η γιαγιά, άγρια και κοκκινομάλλα. Τρεις γενιές αδάμαστων πορφυρών γυναικών.

Τώρα είχε μείνει ολομόναχη. Η γιαγιά πέθανε πριν δέκα χρόνια και η μαμά πριν τριάντα. Όμως τα κρύα βράδια τους μιλούσε. Δεν τις έβλεπε καθαρά, μόνο τα περιγράμματα τους που έμοιαζαν σαν φτηνό εφέ καπνού.

Η οικογενειακή επιχείρηση που μετρούσε πάνω από δέκα γενεές ήταν η πιο κερδοφόρα και περιβόητη επιχείρηση στη περιοχή του μουδιασμένου Μπάνγκορ στο Μέιν.
Το γραφείο τελετών “morbid hearse” μακάβρια νεκροφόρα ή νεκροφόρα των Μόρμπιτ με σήμα κατατεθέν τη νεκροφόρα με τον ζωγραφιστό σκελετό στα πλαϊνά, διοργάνωνε τις πιο φανταχτερές και ασυνήθιστες κηδείες που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Πραγματοποιούσαν κάθε βιτσιόζικη τελευταία επιθυμία. Αυτός ήταν και ο λόγος για την τεράστια επιτυχία που είχε η επιχείρηση.

Η πανέμορφη χαοτική σαν στρόβιλος, κοκκινομάλλα Μόριγκαν Μόρμπιτ που μεγάλωσε μέσα στο μακάβριο σκηνικό του γραφείου τελετών ένιωθε απόλυτα εξοικειωμένη με την ιδέα του θανάτου. Είχε παίξει ρόλο και η καταγωγή της καθώς υπήρχε μαγεία στο αίμα των γυναικών της φαμίλιας της.
Ήταν ψηλή με υπέροχο θελκτικό κορμί και ένα χείμαρρο από κόκκινα μαλλιά να ξεχύνονται στη πλάτη της. Δύσκολο να της αντισταθεί οποιοδήποτε αρσενικό. Συχνά την πολιορκούσαν άντρες που όχι μόνο ήταν δεσμευμένοι αλλά άνηκαν σε γυναίκες της οικογένειας της. Και ένας από τους άγραφους νόμους ήταν να μην κοιμούνται με τους άντρες των άλλων μαγισσών. Ούτε να τους δολοφονούν. Όμως τα λάθη ήταν ανθρώπινα και η ερωτική Μόριγκαν είχε παρασυρθεί μερικές φορές στη τρελή της νιότη.

Όπως τότε που ο Βέρνον ο γκόμενος της εξαδέλφης Αουρέλια την είχε επισκεφτεί για να επιλέξει φέρετρο για την αγαπημένη του γιαγιά που ετοιμαζόταν να τα τινάξει. Πριν καταλάβει από που του είχε έρθει, βρέθηκε με τα παντελόνια κατεβασμένα στο φέρετρο από βελανιδιά να βίαζεται από την φλογερή μάγισσα Μόριγκαν. Ο άμοιρος Βέρνον λαβώθηκε από τον έρωτα της και επισκεπτόταν τακτικά το γραφείο τελετών ακόμα και όταν είχαν τελειώσει με τη κηδεία της γιαγιάς του και δεν είχε καμιά δικαιολογία να μπαινοβγαίνει εκεί μέσα.

Η γειτονιά είχε μάτια πίσω από τις λιγδιασμένες δαντελωτές κουρτίνες κι έβλεπε πολλά και σύντομα έφτασαν στα αυτιά της απατημένης Αουρέλια.
Η Μόριγκαν μπορεί να έκανε που και που καμιά αμαρτία για να νοστιμίσει η ζωή αλλά δεν ανεχόταν να πέφτει στο επίπεδο της κάθε αγάμητης χωριάτισσας και πόσο μάλιστα στο ποταπό επίπεδο της αφελής εξαδέλφης της Αουρέλια που μυξόκλαιγε μέρα νύχτα έξω από τη πόρτα της.

Αποφάσισε να διώξει τον Βέρνον αλλά εκείνος αρνήθηκε. Ήταν λαβωμένος από έρωτα. Κρίμα που έπρεπε να τον βγάλει από τη μέση. Αυτός ήταν και ο λόγος που οι δυο εξαδέλφες ήρθαν σε ρήξη. Η Μόριγκαν όμως συνέχισε τη ζωή της χωρίς να την απασχολούν πολλά. Ζούσε για τις βραδιές που δραπέτευε σε αρσενικές αγκαλιές αλλά και για τα γλυκόπιοτα ταξίδια της.

Το σπίτι της ήταν διώροφο και επιβλητικό με πάνω από μια τριγωνικές σκεπές τόσο του κεντρικού σπιτιού όσο και των πρόσθετων χώρων, που λειτουργούσαν ως αίθρια ενώ ορθωνόταν επιβλητικά στον ουρανό σαν τούρκικοι μιναρέδες, αιχμηροί διάβολοι που γαργαλούσαν τον γαλανό ουρανό.

Οι σανίδες του στις δόξες τους ήταν λευκές, τώρα πολύ απλά είχαν ένα γκριζωπό με πράσινο της μούχλας χρώμα. Είχε συνολικά 24 παράθυρα χωρίς τις τζαμαρίες των αίθριων και τις μπαλκονόπορτες στον επάνω όροφο.
Όσο εντυπωσιακό και γεμάτο δεισιδαιμονίες για τους περίοικους, ήταν το σπίτι άλλο τόσο ανατριχιαστικός και μυστηριώδες ήταν ο κήπος με την οργιώδη βλάστηση και το ιδιωτικό νεκροταφείο στο πίσω μέρος του.

Είχε χτιστεί αιώνες πριν και άνηκε σε έναν παλιό εραστή της γιαγιάς που την είχε φιλοξενήσει την εποχή της φυγής της από το πατρικό της. Το σπίτι το κληρονόμησε η Νόρα και αργότερα η Μόριγκαν.

Στην πιο απομακρυσμένη γωνιά του κήπου υπήρχε μια κλαίουσα ιτιά. Στο πιο χοντρό κλαδί της ήταν περασμένη μια θηλιά που κουνούσε πέρα δώθε σαν εκκρεμές ακόμα κι όταν δεν υπήρχε καθόλου αέρας. Σε αυτή τη θηλιά είχε περάσει το κεφάλι του ο εραστής της γιαγιάς και είχε αυτοκτονήσει άγνωστο για ποιο λόγο. Η γιαγιά δε μιλούσε ποτέ γιαυτό. Από μικρή η Μόριγκαν τη θυμόταν να κοιτάει ατελείωτες ώρες τη θηλιά μα ποτέ δεν την ρώτησε τι έβλεπε. Μόνο όταν μεγάλωσε κάποιο σούρουπο αντιλήφθηκε, καθώς χάζευε την ιτιά, στο έδαφος το καλυμμένο με φύλα να τρεμοπαίζει η σκιά ενός άντρα.

Μετά τη τελευταία συνεύρεση της Μόριγκαν με τον Κρόλει ήλπιζε να είχε μείνει έγκυος για να συνεχίσει τη γενιά των αδάμαστων κόκκινων γυναικών. Κάτι όμως είχε πάει στραβά και ο εραστής της είχε πέσει θύμα της φλόγας της. Βλέπεις το τίμημα για τους άντρες που είχαν τη τύχη να γεύονται το θεσπέσιο κορμί της ήταν να λιώνει ους μέρα με τη μέρα, γιατί το σώμα της ήταν τοξικό και δηλητηρίαζε κάθε πόρο της αντρικής σάρκας.

Έκλεισε τα μάτια να ηρεμήσει όμως οι σκηνές που διαδραματίστηκαν πριν λίγες ώρες στο σπιτάκι του τρόμου πετάχτηκαν πίσω από τα κλειστά της βλέφαρα.

“Τι με κοιτάς έτσι; γρύλισε μανιασμένα. Προσπαθώ να σου γράψω το σημείωμα αυτοκτονίας σου. Δείξε λίγη ευγνωμοσύνη” είπε στο κεφάλι του Κρόλει που είχε τοποθετήσει στη ξεφτισμένη πιατέλα της γιαγιάς Νόρας πάνω στο τραπεζάκι του χολ. Ταίριαζε τέλεια με το μακάβριο ντεκόρ του σπιτιού. Είχε λυπηθεί που είχε πεθάνει αλλά τι στο διάβολο ήταν Halloween.

Καθώς έγραφε, είχε το τσιγάρο στο στόμα και ο καπνός της έτσουζε το μάτι. Τα δάκτυλα της ακροβατούσαν στο χαρτί για να μην αφήνουν κόκκινα ίχνη. Είχε αναγκαστεί να τον αποκεφαλίσει με τα ίδια της τα χέρια.

“Φεύγω γιατί δεν αντέχω το πόνο μπλα μπλα” μουρμούρισε. Καμάρωσε το σημείωμα και προσεκτικά το δίπλωσε και το έβαλε σε ένα σιέλ φάκελο. Θα έστελνε τον Ταζκ να τρυπώσει στο σπίτι του για να το αφήσει κάπου όπου θα το έβρισκε ο πρώτος που θα έμπαινε μέσα.

Είχε σκαρφιστεί την ιστορία με την αυτοκτονία γιατί δεν μπορούσε να τους πει την αλήθεια, ότι δηλαδή ήταν γυναίκα δηλητήριο στην κυριολεξία.

“Ο κόσμος δεν αντέχει την αλήθεια” μουρμούρισε. Ύστερα θα πήγαινε με το φορτηγάκι του στη γέφυρα στα όρια της πόλης για να το ρίξει στο ποτάμι. Έτσι όλοι θα πίστευαν ότι αυτοκτόνησε πέφτοντας από το γκρεμό.

Κατευθύνθηκε προς τη κουζίνα και ανασήκωσε τα μανίκια της ρόμπας της. Είχε πολύ δουλειά να κάνει. Σκέφτηκε τα παιδιά που θα χτυπούσαν τη πόρτα της για κέρασμα ή φάρσα και χαμογέλασε.

Η σούπα κολοκύθας με τραγανή πανσέτα και κάστανα ήταν σχεδόν έτοιμη. Τα αρώματα από τα μπαχαρικά και τη γλυκιά κολοκύθα πλανήθηκαν στον αέρα. Δάγκωσε τα χείλη της από τη πείνα. Ήταν πολύ νωρίς για να φάει. Χαμήλωσε τη φωτιά και έριξε λίγη ακόμα κανέλα. Στο τηγάνι έβαλε λίγο βούτυρο να λιώσει και έριξε μικρές λωρίδες από τη σάρκα του Κρόλει.

“Μωρό μου θα γίνεις πεντανόστιμος” μουρμούρισε ανυπόμονη.

Ένας μικρός θόρυβος της απέσπασε τη προσοχή. Άρπαξε μια πετσέτα να σκουπίσει τα χέρια της και πήγε προς τη πόρτα. “Εσύ είσαι Ταζκ;” είπε στον γάτο της που είχε εισβάλει από το μικρό πορτάκι του στο εσωτερικό του σπιτιού. Νιαούρισε και την ακολούθησε στη κουζίνα. Κάθισε στη γωνιά του και συνέχισε να τη παρακολουθεί να ανακατεύει τις κατσαρόλες κεφάτη.

Του πέταξε λίγο κρέας και ο Ταζκ όρμησε να το αρπάξει. Δεν ήταν ένας συνηθισμένος γάτος. Ήταν το αγαπημένο κατοικίδιο της γιαγιάς. Τον θυμόταν από μικρή να κάθεται στα πόδια της Νόρας και να νιαουρίζει. Θυμόταν επίσης πως μεταμορφωνόταν σε νάνο και σουλατσάριζε στη γειτονιά.

“Ώρα για τη κολοκυθόπιτα μας” είπε τραγουδιστά. Πήρε ένα γυάλινο μπολ και άρχισε να ρίχνει τα υλικά για το φύλο. Με τα χρόνια είχε αναπτύξει διάφορες παραλλαγές της κλασικής γλυκιάς κολοκυθόπιτας. Ένα υλικό δεν άλλαζε, το γαρύφαλλο. Ο τρόπος που έσκαγε στον ουρανίσκο της κάθε φορά που τη γευόταν τη συγκλόνιζε. Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα έτοιμο φύλο κρούστας για τη πίτα αλλά ήθελε να χρησιμοποιήσει τη παλιά συνταγή της οικογένειας της. Αυτή που δεν τη γνώριζε κανείς πέρα από τις κόκκινες αδάμαστες γυναίκες Μόρμπιτ.

Μέτρησε το αλεύρι και αντί για συμπυκνωμένο γάλα πρόσθεσε ήμι αποβουτυρωμένο και αντί για κρέμα γάλακτος, πρόσθεσε μια δικιά της πλούσια κρέμα με μυστικά συστατικά. Ανακάτεψε απαλά και άρχισε να ζυμώνει το φύλο. Η γέμιση ήταν έτοιμη από νωρίς. Κολοκύθα, μπαχαρικά και μικρά κομματάκια από τρυφερή σάρκα Κρόλει. Την ετοίμασε και την έβαλε στο φούρνο να ψηθεί. Η σούπα ήταν έτοιμη το ίδιο και οι πανσέτες.

Αποφάσισε να φτιάξει μερικά γλειφιτζούρια με καραμελωμένα μήλα πασπαλισμένα με ζάχαρη σοκολάτα και ξηρούς καρπούς.

“Σύμφωνα με τον μύθο ο Τζακ είχε καλέσει τον διάβολο να πιουν ένα ποτό αλλά δεν ήθελε να πληρώσει. Τον έπεισε να μεταμορφωθεί σε νόμισμα για να πληρώσει. Ο διάβολος υπάκουσε και ο Τζακ τον έβαλε στη τσέπη του δίπλα σε ένα σταυρό και έτσι ο διάβολος δεν μπορούσε να πάρει την αρχική του μορφή. Ύστερα από πολλά παρακάλια ο Τζακ τον ελευθέρωσε με την προϋπόθεση πως δεν θα τον ενοχλούσε για ένα χρόνο και ούτε θα διεκδικούσε τη ψυχή του όταν θα πέθαινε. Πέρασε ένας χρόνος και ο διάβολος εμφανίστηκε στον Τζακ όταν ήταν ανεβασμένος πάνω σε ένα δέντρο και προσπαθούσε να κόψει ένα φρούτο. Του ζήτησε να του κόψει ένα φρούτο. Όταν ο διάβολος ανέβηκε, ο Τζακ σκάλισε έναν σταυρό στη ρίζα. Μπορούσε να κατέβει και παρακάλεσε τον Τζακ να τον ελευθερώσει. Τον ελευθέρωσε με την υπόσχεση ότι δεν θα τον ενοχλούσε για δέκα χρόνια. Πέρασαν αρκετά χρόνια και ο Τζακ πέθανε. Πήγε στον Παράδεισο αλλά δεν τον δέχτηκε ο Θεός και πήγε στη κόλαση. Ούτε ο διάβολος τον ήθελε και του θύμισε την υπόσχεση ότι δεν θα διεκδικούσε τη ψυχή του μετά θάνατο. Του ζήτησε να φύγει αλλά ο Τζακ δεν έβλεπε τίποτα ήταν σκοτάδι. Ο διάβολος του έδωσε ένα κάρβουνο για να φέγγει. Έβγαλε ένα ραπάνι, το αγαπημένο του φαγητό και έβαλε μέσα το κάρβουνο. Από τότε περιπλανιέται στο κόσμο μη μπορώντας να βρει ένα μέρος να αναπαύσει τη ψυχή του. Έτσι οι πρόγονοι μας οι Ιρλανδοί σκάλιζαν πατάτες κολοκύθες ραπάνια κάθε Halloween και τα έβαζαν κοντά στα παράθυρα για να κρατάνε μακρυά τα κακά πνεύματα και ιδιαίτερα το πειραχτήρι Τζακ”

Κάθε χρόνο έλεγε ξανά και ξανά την ίδια ιστορία. Ήξερε πως δεν βρισκόταν μόνη της στο σπίτι. Εκτός τον γάτο της που κατά ένα μυστήριο λόγο την καταλάβαινε, ένιωθε τα πνεύματα της μητέρας και της γιαγιάς της.

Ήταν πλέον μεσημέρι όταν τελείωσε με τη κουζίνα. Είχε στρώσει το μεγάλο τραπέζι στη τραπεζαρία με τα καντηλέρια, το σκούρο κόκκινο τραπεζομάντιλο και τα ασημένια μαχαιροπίρουνα. Όλα τα φαγητά σερβιρισμένα περίμεναν τους καλεσμένους της για να γιορτάσουν την αποψινή βραδιά του Halloween.

Αποφάσισε να πάρει έναν μεσημεριανό ύπνο στην άνετη πολυθρόνα της μπροστά στη τηλεόραση. Έπιασε το καλάθι με τα σύνεργα πλεξίματος και καταπιάστηκε με το τελευταίο της εργόχειρο. Λάτρευε το πλέξιμο, το είχε μάθει από την αδελφή της γιαγιάς, τη θεία ΜαΦία. Τα πλεκτά της οικογένειας Μόρμπιτ ήταν διαφορετικά από τα υπόλοιπα. Χρησιμοποιούσαν έντερα αποξηραμένα που με το κατάλληλη επεξεργασία αλλά και τα μυστήρια ελιξίρια της γιαγιάς γινόταν εύκαμπτα σαν πραγματικό νήμα.

Το χασμουρητό της ξάφνιασε τον Ταζκ και τον έκανε να τιναχτεί από τα πόδια της. Άφησε τις βελόνες πλεξίματος με τα έντερα προηγούμενων θυμάτων της οικογένειας της και σηκώθηκε.
“Ώρα να ετοιμαστούμε Ταζκ το σούρουπο έφτασε, σε λίγο θα αρχίσουν να μας χτυπάνε τη πόρτα τα άτακτα παιδάκια” Ο Ταζκ σαλτάρισε στο έδαφος. Το σχήμα του είχε αρχίσει να τρεμοσβήνει. Μέχρι να γυρίσει τη πλάτη της η Μόριγκαν είχε μεταμορφωθεί σε έναν νάνο με κατάμαυρα μαλλιά.

“Μη ξεχνάς ότι απόψε είναι μια ιδιαίτερη βραδιά. Θα έχουμε απαρτία μετά από μια δεκαετία ” του φώναξε η Μόριγκαν.

Ανέβηκε στο δωμάτιο της και σκέφτηκε πριν ετοιμαστεί να επισκεφτεί το υπόγειο. Ο Ταζκ την ακολούθησε.

“Για να ρίξουμε μια ματιά στον Κρόλει” είπε και πάτησε τον διακόπτη με τα μακρυά κόκκινα νύχια της. “Ιδού” είπε εύθυμα με μια δόση ειρωνείας. “Ω δεν είσαι και τόσο σπουδαίος τώρα” είπε και πλησίασε το ακέφαλο σώμα του Κρόλει που κρεμόταν αναποδογυρισμένο από το ταβάνι.

Μια τόσο λεπτεπίλεπτη και ντελικάτη γυναίκα που έμοιαζε τόσο εύθραυστη πως ήταν δυνατόν όχι μόνο να δολοφονήσει με τα ίδια της τα χέρια, να αποκεφαλίσει και να κρεμάσει ανάποδα από το ταβάνι έναν άντρα με ύψος 1,90 και βάρος 89 κιλά; Μήπως ήταν μάγισσα; Ίσως ήταν απλά μανιακή.

Έλεγξε το μεγάλο δοχείο που είχε τοποθετήσει κάτω από το πτώμα ώστε να στάζει το αίμα του από τις καθαρές τομές στον λαιμό του. Θα μπορούσε να ήταν γιατρός αφού γνώριζε τόσο καλά την ανατομία του σώματος και ήξερε που έπρεπε να κόψει ώστε να κάνει σωστή αφαίμαξη. Ή πολύ απλά θα μπορούσε να ήταν ο θηλυκός Τζακ ο Αντεροβγάλτης.

Πήρε από έναν πάγκο μια πήλινη κανάτα διακοσμημένη με λουλουδάκια και τη γέμισε από το δοχείο με το πολύτιμο αίμα του Κρόλει. Ύστερα έκλεισε το φως και ανέβηκε επάνω. Πήγε στη κουζίνα να ετοιμάσει το fruit punch. Έβαλε χυμό λαιμ κονσέρβα ανανά, χυμό πορτοκάλι, grandberry, παγωμένα κυβάκια φρούτων και σάρκας του Κρόλει αντί για παγάκια και φυσικά βότκα. Πρόσθεσε στο μείγμα και το αίμα και ανακάτεψε καλά. Ο Ταζκ την κοίταζε γλείφοντας το τσιγκελωτό μουστάκι του.

“Μμμ πεινάς καλέ μου;” έβαλε σε ένα βαθύ πιάτο λίγο αίμα και του το πρόσφερε. “Bon appetit” είπε τραγουδιστά και ανέβηκε στο δωμάτιο της.

Έκανε ένα ζεστό ντους και κάθισε στην τουαλέτα της να χτενίσει τα μαλλιά της. Τελείωσε το μακιγιάζ της και κοίταξε το είδωλο της στον καθρέπτη.

“Απόψε θα είναι η ομορφότερη βραδιά της ζωής μου” σκέφτηκε. Διάλεξε ένα κόκκινο κολλητό μίνι φόρεμα και ασορτί γόβες. Ψέκασε το άρωμα της και κατέβηκε στο χολ. Επιθεώρησε λίγο ακόμα το χώρο και σέρβιρε το fruit punch σε μια μεγάλη βαθιά γαβάθα στη μέση του τραπεζιού.

Τα παιδιά που γύρευαν κέρασμα ή φάρσα άρχισαν να χτυπούν ασταμάτητα το κουδούνι. Λάτρευε τη βραδιά του Halloween. Την ποτισμένη από αλκοόλ, ζάχαρη και έρωτα ατμόσφαιρα της πιο μυστικιστικής βραδιάς του έτους. Ανυπομονούσε να ξαναδεί τους καλεσμένους της μετά από τόσα χρόνια. Άναψε τσιγάρο και προσπάθησε να θυμηθεί τη τελευταία φορά που είχαν βρεθεί όλοι μαζί. Τότε η γιαγιά Νόρα ήταν φρεσκοπεθαμένη και είχε έρθει απαστράπτουσα στη συνάντηση. Η μαμά της όμως είχε τα μαύρα της τα χάλια τόσα χρόνια νεκρή.

Tίποτα από όλα αυτά δεν θα είχαν συμβεί αν ο προ παππούς δεν είχε πάει με αυτή την πως τη λένε;”

“Δεν φταίει ο παππούς σου αν εσύ αποπλάνησες τον γκόμενο της εξαδέλφης σου” είπε ράθυμα ο Ταζκ.

“Μη μιλάς αφύσικε γάτε που μεταμορφώνεσαι σε νάνο όποτε σου καπνίσει. Δεν θα γινόταν θέμα αν δεν είμασταν συγγενείς και δεν θα ήμασταν συγγενείς αν ο παππούς πρόσεχε που έβαζε το πουλί του”

“Ναι αλλά η ξαδέλφη σου πρέπει να καλεστεί”

“Το ξέρω. Κάθε γυναίκα με έστω και μια ρανίδα αίμα στις φλέβες της από τη γενιά μας πρέπει να έρθει. Και η αλλοδαπή Αουρέλια είναι δυστυχώς συγγενής. Λες να μου το κρατάει ακόμα; Στο κάτω κάτω έχουν περάσει τόσες δεκαετίες από τότε”

“Είμαι σίγουρος ότι θα είναι έξαλλη ακόμα. Τίποτα δε θα είχε συμβεί αν δεν αποπλανούσες τον φτωχό Βέρνον και μετά τον έκανες χαλάκι για το μπάνιο σου”

“Σε παρακαλώ. Δεν ήταν καν ωραίο χαλί. Δε ταίριαζε χρωματικά με τα πλακάκια και το πέταξα στη χωματερή”

“Α όλα καλά τότε. Η εξαδέλφη σου τότε δε θα έχει κανένα πρόβλημα που πέταξες το πετσί του εραστή της στα σκουπίδια. Επίσης μπορείς επιτέλους να ελευθερώσεις εκείνο τον δύσμοιρο που τον έχεις κρεμάσει ανάποδα από την ονειροπαγίδα στο δωμάτιο σου; Αναρωτιέμαι ποιος είναι και που τον βρήκες.”
“Μην επεμβαίνεις στα σχέδια μου μικροσκοπικέ νάνε”
“Τελείωσες τη λίστα των καλεσμένων επιτέλους;” κάγχασε “πάντα στο παρά πέντε προσκαλείς τον κόσμο”
“Και τι φοβάσαι; ότι θα απορρίψουν τη πρόσκληση επειδή έχουν κι αλλού να πάνε; Ε λοιπόν σε πληροφορώ πως όσοι είναι θαμμένοι στη πίσω αυλοί μόνο εγώ μπορώ να τους ξυπνήσω. Όσο για αυτούς που ζούνε μακρυά, αν τους τηλεφωνήσω, ε ας πούμε έχουν το τρόπο τους να προλάβουν να έρθουν μέχρι το βράδυ.

Εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πας τη μαγική πρόσκληση στον κάθε τάφο και εκείνοι θα αναστηθούν στην ώρα τους”
“Όλο εγώ κάνω τη βρώμικη δουλειά” διαμαρτυρήθηκε.

“Μη γκρινιάζεις γερό γάτε γιατί θα σε ντύσω με εκείνο το κουστούμι από λαχούρια που σου είχε ράψει η γιαγιά Νόρα”
Ο Ταζκ νιαούρισε απειλητικά και ζάρωσε στη καρέκλα του.
“Λοιπόν οι καλεσμένοι για φέτος θα είναι η γιαγιά Νόρα, η μαμά, ο κολοκυθοκέφαλος, η βλαμμένη Αουρέλια…”

“Ο Κολοκυθο τι;” είπε ο Ταζκ.
“Ο Τζακ Ο΄Λαντερν”
“Τι; Είσαι τρελή;”
“Κάποιοι λένε ναι άλλοι λένε όχι”
“Έχεις ξεχάσει τη τελευταία φορά που τον κάλεσες τι έγινε;”
“Θυμάμαι πολύ καλά. Διασκεδάσαμε απερίγραπτα πολύ”
“Πες το αυτό στα άτομα που χάραξε το πρόσωπο τους για πλάκα.
“Το στάτους τους πάντως δεν άλλαξε. Νεκροί ήταν και πριν νεκροί παρέμειναν και μετά. Απλά είχαν ένα μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπο τους.
Συνεχίζω με τη λίστα, η Μπλάντι Κάρι”
“Ποια; η τρελή με το ανατριχιαστικό βλέμμα που αφήνει λίμνες αίματος όπου κάθεται;”
“Μια χαρά κορίτσι είναι. Απλά λίγο ντροπαλή”
“Και η φάση με την αιμορραγία;”

“Κάτι πήγε στραβά τη στιγμή του θανάτου της. Θα στα εξηγήσω μια μέρα. Επόμενος καλεσμένος ο Στίβενγουαιζ”
“Να κι ένας άντρας. Αυτόν δεν τον θυμάμαι”
“Είναι ο αλλόκοτος συγγραφέας με τα μεγάλα γυαλιά μυωπίας και τη ψιλή σχεδόν παιδική φωνούλα. Επόμενη καλεσμένη η θεία ΜαΦία”

“Τέλεια η λίστα όσο προχωράει γίνεται χειρότερη”
“Πρόσεξε τη γλώσσα σου”
“Ποιος τη θυμάται την ηλικιωμένη θεία σου;”
“Εγώ. Και βούλωσε το. Η θεία ΜαΦία ήταν η πρώτη που ξεκίνησε τα μαγικά πλεκτά με τα έντερα. Σε όποιον χαρίσεις ένα τέτοιο πλεκτό, η κατάρα που θα επιλέξεις τον ακολουθεί για πάντα”
“Θα ξεράσω”
“Βουλωστο πανάθλιον υποκείμενο” φώναξε και του πέταξε ένα μαξιλάρι.
“Θα σέβεσαι όλους τους καλεσμένους μου. Αλλιώς θα φροντίσω να χάσεις και τις επτά ζωές που σου απομένουν να ζήσεις”

Ήπιε μια γουλιά από ματωμένο κρασί.
“Που είχα μείνει. Ναι επόμενη καλεσμένη θα είναι η Πασκουαλίτα”
“Περιφέρεται με το νυφικό. Έχει βγάλει μύκητες το ρούχο πάνω της” είπε με αηδία.
“Ήταν από τις καλύτερες φίλες μου. Παραμονές του γάμου της στον οποίο ήμουν καλεσμένη, τη δάγκωσε μια μαύρη χήρα και πέθανε…..”

“Σαν πολλοί δε μαζευόμαστε;” μουρμούρησε.

Πήγε να πιει το κρασί της και ένιωσε να της ανεβαίνουν τα σωθικά της στη μύτη της. Έτρεξε στο νεροχύτη και άδειασε το περιεχόμενο του στομαχιού της. Πλύθηκε και επέστρεψε στην αγαπημένη της πολυθρόνα. Ο Ταζκ τη κοίταξε επίμονα
“Μη με κοιτάς βρομύλε”
“Κάποια είναι έγκυος”
“Το ελπίζω.
Τόσα χρόνια ζω είχα αρχίσει να πιστεύω ότι ήμουν στείρα”
“Ο καημένος ο Κρόλει”
“Σκάσε” του φώναξε.
Φόρεσε τα γυαλιά μυωπίας και συνέχισε να διαβάζει τη λίστα της.
“Απορώ για ποιο λόγο φοράς γυαλιά”
“Επειδή είμαι μάγισσα δε σημαίνει ότι δεν θα έχω μυωπία.
Επόμενος καλεσμένος η Έλινορ, χρόνια και ζαμάνια. Νομίζω βρισκόταν στη Σκωτία” μονολόγησε. “Η Βεατρίκη.
Ο Δνοφερός Διηζήτωρ.
Ο Γουαιτ.
Η Ρόουζ. Η Σκάιλαρ”

Έχυσε το παχύρρευστο πορφυρό υγρό και με τη σφραγίδα της σφράγισε τους φακέλους. Η προσωπική της σφραγίδα ήταν μια φλεγόμενη νεκροφόρα. Ο γάτος με τη ψυχή και τις προσκλήσεις στο στόμα, χάθηκε στον δύσβατο μεσαιωνικό κήπο, όσο η Μόριγκαν τηλεφωνούσε στους “εν ζωή” καλεσμένους της που δεν βρισκόταν θαμμένοι στον κήπο. Η βλάστηση ήταν οργιώδης και έμοιαζε να βρίσκεται στα βάθη της πιο άγριας ζούγκλας αντί για το νεκρικά ήσυχο και βαρετό χωριό. Με το τρόμο να τον κυνηγάει έφτασε στο πιο απομακρυσμένο αθέατο κομμάτι του καταραμένου κήπου. Ανάμεσα σε γοτθικούς σταυρούς και ξεραμένα φύλλα, τεράστιες γλυκό κολοκύθες και βρύα βρήκε τους τάφους των προγόνων της τρελό Μόριγκαν.
Άφησε τη κάθε πρόσκληση στον αντίστοιχο τάφο και άρχισε να τρέχει σαν να τον κυνηγούσε ο ίδιος ο διάβολος.
Σχεδόν κοπάνησε τα μούτρα του πάνω στη πόρτα από τη βιασύνη του να βρεθεί στην ασφάλεια του ζεστού σπιτιού. Η Μόριγκαν του άνοιξε γελώντας
“Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι. Είναι μερικά πτώματα μόνο”
“Τρελή” μουρμούρισε ενώ προσπαθούσε να ηρεμήσει.
Στο μεταίχμιο της ημέρας το δευτερόλεπτο που ο ήλιος χάθηκε και απλώθηκε το γλυκό σούρουπο ακούστηκε ο πρώτος χτύπος στην βαριά ξύλινη πόρτα του αρχοντικού.

“Ο πρώτος καλεσμένος” είπε σχεδόν τραγουδιστά και τακτοποίησε το φόρεμα της, διόρθωσε λίγο το κραγιόν της και πήγε να ανοίξει.

“Μαμά Λίλιθ!!!!!!” αναφώνησε γεμάτη χαρά. Την αγκάλιασε προσεκτικά καθώς η νεκρή σάρκα ήταν ιδιαίτερα ευθραστη και μαδούσε σαν χαρτί. Πίσω της στεκόταν μια άλλη γυναίκα την οποία η Μόριγκαν αναγνώρισε αμέσως.

“Γιαγιά Νόρα!” ξεφώνισε και την αγκάλιασε δυνατά.

“Σιγά μικρή μου θα με διαλύσεις”

“Ταζκ ομόρφυνες” αναφώνησε η γιαγιά όταν του έδινε το γκρενά παλτό της να το κρεμάσει.

Περιποιήθηκε τις αγαπημένες της με συγκίνησή καθώς της είχαν λείψει πολύ. Άλλο να βλέπει τα περιγράμματα τους κι άλλο να τις έχει κανονικά μπροστά της με σάρκα και οστά. Ακούστηκε κι άλλο χτύπημα στη πόρτα.

Μάγισσα Βεατρίκη!!!! Εκθαμβωτική! Μιλάνε τα Ελληνικά γονίδια σας! Παρακαλώ περάστε! Δώστε στον Ταζκ τον μανδύα σας!” είπε στην πιο όμορφη γυναίκα του πλανήτη με την οποία είχε μια μακρινή συγγένεια. Έμενε κάπου στη Καλιφόρνια αν δεν έκανε λάθος. Ήταν μια γυναίκα θρύλος τόσο για την ομορφιά της, για τους άθλους της αλλά και την οικογένεια της.

“Ο Μανδύας μένει μαζί μου!” απάντησε με την αγγελόηχη φωνή της! “Είμαι Ελληνίδα κατά το ήμισυ. Έχω και Βρετανικές ρίζες” συμπλήρωσε.

“Το γνωρίζω αγαπητή μου. Έχω τις ίδιες βρετανικές ρίζες” απάντησε η Μόριγκαν. Παραμέρισε κάνοντας χώρο να περάσει η περιβόητη αρχοντική ιέρεια μάγισσα η οποία κατευθύνθηκε με χάρη προς το στρωμένο τραπέζι. Ο Ταζκ της τράβηξε ελαφρά τη καρέκλα για να καθίσει.

Η Μόριγκαν στράφηκε στον άντρα που εμφανίστηκε στη πόρτα και κεραυνοβολημένη έμεινε να τον κοιτάζει. “Ο άντρας της Βεατρίκης;” απόρησε άναυδη.

“Πολύ σωστά” είπε ο γοητευτικός άντρας διαβάζοντας τη σκέψη της.

“Ο Λόρδος Ρόμπερτ!!!” είπε. “Τι τιμή. Παρακαλώ περάστε. Δεν είχα ιδέα ότι θα παρευρισκόσασταν στο ταπεινό μου δείπνο. Γνωρίζω ότι έχετε πολύ δουλειά, βοηθάτε τον γιο σας να κρατάτε την τάξη στα βασίλεια των θνητών και των θεών. Μπορώ να πάρω τον μανδύα σας;”

“Ο μανδύας μένει μαζί μου”

“Μα φυσικά” τραύλισε γεμάτη ντροπή που έκανε το ίδιο λάθος και δεύτερη φόρα. “Ηλίθια, οι μανδύες είναι σύμβολα των θέσεων τους. Με αυτούς δηλώνουν τους τίτλους και τα αξιώματα τους”

“Περάστε Λόρδε μου. Λεοντόμορφε αρχαγγελικέ βρικόλακα τιμή μου”

Ο Λόρδος οδηγήθηκε από τον Ταζκ στο τραπέζι δίπλα στην Βεατρίκη.

Το κουδούνι χτύπησε ξανά. Πήρε βαθιά ανάσα και άνοιξε.

Έλινορ!! Πόσος καιρός!! Πέρασε”

“Σε ευχαριστώ για τη πρόσκληση.”

“Και ποιος είναι μαζί σου;”

“Ο σύζυγος μου Κρίστιαν

“Ω χαίρομαι που σε γνωρίζω επιτέλους Κρίστιαν.”

“Η χαρά είναι δική μου. Η Έλινορ χάρηκε πολύ που έλαβε πρόσκληση σου. Βλέπεις είσαι η μοναδική εν ζωή συγγενής της”

“Καταλαβαίνω πόσο δύσκολή είναι η ζωή ενός βρικόλακα που είναι αναγκασμένος να ζει για πάντα ενώ οι άνθρωποι που αγαπά γύρω του μοιραία πεθαίνουν. Για πες μου Κρίστιαν πως ζεις τόσες δεκαετίες δίπλα της ενώ δεν είσαι βαμπίρ; Κάτι άκουσα για ένα ελιξίριο”

“Μα φυσικά. Το ελιξίριο της αθανασίας μου επιτρέπει να ζήσω για πάντα”

“Ενδιαφέρον. Θέλω λεπτομέρειες αργότερα. Μένετε ακόμα στη Σκοτία;”

“Ναι αν και ταξιδεύουμε τακτικά” είπε ο Κρίστιαν.

“Παρακαλώ καθίστε στις θέσεις σας” τους έδειξε με το χέρι το τραπέζι ενώ ο Ταζκ τους οδήγησε στις θέσεις τους.

Δευτερόλεπτα αργότερα η πόρτα χτύπησε και η Μόριγκαν βιάστηκε να ανοίξει.

Ρόουζ!!! Γλυκιά μου” Την τράβηξε απότομα μέσα. Βρήκε όμως αντίσταση καθώς την κρατούσε από το άλλο χέρι ένας ψηλός μελαχροινός άντρας.

“Ο συνοδός σου;”

“Ναι ο Δρ Ντι είναι ο….”

“Αν δεν είναι δικός σου ακόμα, σύντομα θα γίνει δικός μου”

Ο άγνωστος τη κοίταξε αυστηρά χωρίς να συμμερίζεται το πονηρό χιούμορ της.

“Συγχωρέστε το ελεεινό χιούμορ μου. Παρακαλώ περάστε”

Ήπιε βιαστικά μια γουλιά coke cola, ύστερα από τη δυσάρεστη εμπειρία που είχε με το ματωμένο κρασί αποφάσισε να βγάλει τη βραδιά με απλό αναψυκτικό. Καμάρωσε τους καλεσμένους της μέχρι που χτύπησε ξανά το κουδούνι.

Μαρία! Καλωσόρισες” αναφώνησε εύθυμα. “Ο Μίνωας να υποθέσω;” συμπλήρωσε ενώ έδινε τα πανωφόρια τους στον Ταζκ. Η Μαρία ήταν σαν αρχαία μινωίτισσα λευκό δέρμα υπέροχο στήθος, μέση κλεψύδρα και μαύρα αμυγδαλωτά μάτια και κατάμαυρα μαλλιά και Ελληνίδα στη καταγωγή. Ο Μίνωας πάλι ήταν φύτουκλας με γυαλιά μέχρι θανάτου. Ψηλός μελαχροινός με πλάτες.

“Ναι είναι ο Μίνωας. Εκπλήσσομαι που τον θυμάσαι” είπε η Μαρία.

“Δεν ξεχνάω ποτέ ονόματα. Πως πάει το Παρίσι;”

“Θαυμάσια” είπε ο Μίνωας. Το έχετε επισκεφτεί ποτέ;”

“Μα φυσικά. Έχω γυρίσει σχεδόν όλο το κόσμο. Όταν ζεις για πάντα έχεις άπλετο χρόνο στη διάθεση σου για να σκοτώσεις”

Ο Ταζκ τους οδήγησε στις θέσεις τους. Οι συζητήσεις ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες είχαν φουντώσει για τα καλά και το κρασί έρεε άφθονο.

Η πόρτα χτύπησε ξανά και η Μόριγκαν άνοιξε γεμάτη χάρη.

Ένας τσαλακωμένος ατημέλητος γενειοφόρος και βαρβάτος άντρας στεκόταν μπροστά της.

Δνοφερέ Διηζήτωρ. Τιμή μου”

“Σιγά τη τιμή” γρύλισε.

Τον άφησε να περάσει χωρίς πολλά πολλά. Κάθισε μόνος του αρκετές θέσεις μακρυά από τους υπολοίπους. Καιγόταν να τον ρωτήσει πως καθάρισε εκείνους τους αλήτες στη τρώγλη μαζί με τους τρελούς φίλους του, τον Ντέξτερ τον Τράβις τον Βουρχές τον Μάγιερς και τον Χιουι. Αλλά δεν ήθελε να τον θυμώσει περισσότερο. Του πήγαινε ο θυμός όμως. Θα μπορούσε άραγε να αντέξει το τοξικό κορμί της αν τον έριχνε στο κρεβάτι της. Το γεγονός πως είχαν έστω και μακρινή συγγένεια δεν την αφορούσε καθόλου. Ότι επιθυμούσε το αποκτούσε.

Ο επόμενος καλεσμένος ήταν ένα αποκρουστικό πλάσμα με το ύψος του να μην ξεπερνάει το 1, 28.

Γουαιτ! Ελπίζω το πάρτι μου να καταφέρει να φτάσει λίγο το τρόμο και το μεγαλείο που είχαν τα δικά σου Hallowwen πάρτι”

“Μόριγκαν” είπε με τη ψιλή παιδική φωνούλα του. Ο Ταζκ τον βοήθησε να καθίσει σε μια καρέκλα γεμάτη μαξιλάρια για να φτάνει με αξιοπρέπεια όπως και οι υπόλοιποι καλεσμένοι το τραπέζι.

Λίγο αργότερα κατέφθασε η αντίζηλος της.

“Ξαδέλφη Αουρέλια χρόνια και ζαμάνια πέρασε…”
Η πρόταση έμεινε να αιωρείται στη γλώσσα της καθώς το πρώην χαζοπούλι είχε μεταμορφωθεί σε Κρουέλα Ντεβιλ.
Την προσπέρασε και χωρίς να της μιλήσει κατευθύνθηκε στο τραπέζι με τους υπόλοιπους. Προφανώς της κρατούσε ακόμα μούτρα κάτι που τη διασκέδαζε τρομακτικά.

Ο επόμενος καλεσμένος ήταν ο παράξενος συγγραφέας.
“Στίβενγουαιζ πόσο χαίρομαι” αναφώνησε. Τη χαιρέτησε συνεσταλμένα με τα χέρια στις τσέπες.
“Να πάρω το σακάκι σου;” ρώτησε ευγενικά.
Με το ζόρι δέχτηκε να βγάλει το σκοροφαγωμένο κοτλέ σακάκι. “Πάντα παράξενος” μουρμούρισε, καθώς ο Ταζκ τον οδηγούσε στη θέση του. Τουλάχιστον έχει ενδιαφέρουσες ιστορίες να διηγηθεί.

Το επόμενο ζευγάρι ήταν εκθαμβωτικό και η Μόριγκαν ζήλεψε. Έμεινε άναυδη να κοιτάει τον πανύψηλο άντρα με τα τιρκουάζ μάτια που έμοιαζε με Βίκινγκ. Πήρε τα πανωφόρια τους και τα κρέμασε. “Σκάιλαρ είσαι πολύ καλύτερα μαθαίνω” είπε στη πανέμορφη Σκάιλαρ. Έμοιαζε με Ελληνίδα θεά. Την Αθηνά ή την Άρτεμις στο πιο ρομαντικό τους. Ο συνοδός της ήταν ένας γρίφος. Κανείς δεν γνώριζε αν ο Ρειτζ ήταν θνητός. Ήταν όμως εκείνος που βοήθησε τη Σκάιλαρ στη μεταμόρφωση της.

“Ναι αρκετά. Σε ευχαριστώ”

Η επόμενη καλεσμένη έκανε το Ταζκ να ορθώσει τις τρίχες στο σβέρκο του.

“Πασκουαλίτα φίλη μου πόσο μου έλειψες” αναφώνησε η Μόριγκαν.
Η απόκοσμη μούμια που στεκόταν μπροστά της με το πανάθλιο νυφικό της κούνησε θλιμμένα το κεφάλι.
Η επόμενη δεν ξεπερνούσε σε κέφι την αλλόκοτη νύφη. Η Μπλάντι Κάρι ήταν αυτό που λέμε φρικιό.
Τα ασυνήθιστα μεγάλα και ψαρωτικά μάτια της και οι λιμνούλες με αίμα που άφηνε πίσω της σε κάθε της βήμα ήταν το λιγότερο τρομακτικά.

“Θα μου καταστρέψει το χαλί” σκέφτηκε καθώς την έσπρωχνε προς τα μέσα. “Πόσοι ακόμα είναι να έρθουν;” μουρμούρησε όταν χτύπησε ξανά το κουδούνι.
Άνοιξε τη πόρτα και ήταν μια παρέα παιδιών που με μια φωνή ούρλιαζαν φάρσα ή κέρασμα. Τους γέμισε με γλυκά και καραμέλες χαζεύοντας τα ευφάνταστα κουστούμια τους.

Τα περισσότερα παιδιά επέλεγαν στολές μάγισσας ή βρικόλακα ή δαίμονα. Που να ήξεραν ότι υπήρχαν και στη πραγματικότητα τέτοια πλάσματα. Κάτι μέσα της σκίρτησε πρωτόγνωρο. Σαν να ενθουσιάστηκε λίγο παραπάνω με τα μικρά. Σύντομα θα κάνω και εγώ ένα τέτοιο. Αν είμαι έγκυος τελικά.
Οι σκέψεις της διαλύθηκαν κάτω από το επίμονο σκούντημα του Ταζκ καθώς η πόρτα χτύπησε για τρίτη φορά. Επανήλθε στη πραγματικότητα και στο ρόλο της οικοδέσποινας και άνοιξε τη πόρτα.

“Θεία ΜαΦία” είπε με θαυμασμό η Μόριγκαν “άργησες”.
“Χρυσό μου ακόμα και νεκρή είμαι κουφή και δεν άκουσα το κάλεσμα σου. Έτσι είναι. Με το που πεθαίνεις δε σημαίνει πως αποκτάς σούπερ δυνάμεις”

“Πέρασε είναι η μαμά και η γιαγιά εδώ”
“Ω επιτέλους έχω έναν αιώνα να τις δω”
Της πρόσφερε το σιέλ μαντό πανωφόρι και τη καφέ καρό τσάντα της με τις βελόνες πλεξίματος να εξέχουν.

“Η αδελφή μου η Νόρα είναι λιγάκι ακατάδεχτη”
“Μη το λες αυτό θεία. Απλά σου έχει θυμώσει λιγάκι
“Εμένα;” είπε σοκαρισμένη με τα γαλάζια θολά μάτια της
“Της είχες κλέψει τον εραστή θυμάσαι;”
“Ποιον;”
“Δε θυμάσαι αυτόν που τον βρήκαμε να κοιμάται στο κρεβάτι της. Νομίζω ήταν Γάλλος”

“Ποιος αυτός ο ξανθός άνοστος; Μου είχαν τελειώσει τα νήματα για το πόντσο της κατάρας και ήθελα λίγα έντερα. Μη μου πεις ότι μου το κρατάει ακόμα”
“Θεία” την επίπληξε η Μόριγκαν “ήταν ερωτευμένη μαζί του.
Είναι ο χρυσός κανόνας μας. Δεν πειράζουμε τους άντρες που οι άλλες μάγισσες είναι ερωτευμένες μαζί τους”
“ Κοίτα ποια μιλάει. Εσύ όχι μόνο δεν ξελόγιασες τον Βέρνον τον εραστή της εξαδέλφης σου αλλά τον έκανες και χαλί”
“Νεανικές τρέλες θεία μου. Ελπίζω να βρούμε χρόνο να σου δείξω το δικό μου πλεκτό πόντσο της κατάρας το τελειώνω σιγά σιγά”
“Θα βρούμε είμαι σίγουρη”
Προχώρησε μόνη της σηκώνοντας το χέρι και φωνάζοντας τη Νόρα σαν πουλάκι που τιτίβιζε.

Η Μόριγκαν μέτρησε τους καλεσμένους της και θεώρησε πως είχαν έρθει όλοι.
“Αγαπητοί μου” φώναξε χτυπώντας τα χέρια της. Στάθηκε στη κορυφή του τραπεζιού και με ένα μικρό κουδουνάκι κήρυξε την έναρξη του δείπνου.
“Εύχομαι να είναι μια αξέχαστη βραδιά για όλους μας. Να θυμάστε τους κανόνες μας. Δεν τρώμε τα παιδάκια που θα μας χτυπήσουν τη πόρτα, και σεβόμαστε τους υπόλοιπους καλεσμένους και την οικοδέσποινα. Η κόλαση είναι άδεια και όλοι οι διάβολοι είναι εδώ όπως είχε πει και ο Σαίξπηρ”
O Ταζκ σέρβιρε την αχνιστή σούπα και οι καλεσμένοι άρχισαν να τρώνε.
Τα πρώτα σχόλια για τη μαγειρική της οικοδέσποινας πλανήθηκαν στον αέρα από κάποια χείλη.
“Εξαίσια” φώναξε η γιαγιά Νόρα.

“Δεν συγκρίνεται με τη δικιά σου γιαγιά” είπε η Μόριγκαν.
“Έβαλες όλα τα μυστικά συστατικά;”
“Μέχρι το τελευταίο” της έκλεισε το μάτι.
“Πείτε μου Λόρδε Ρόμπερτ σεβαστέ Αέναε πως σας φαίνεται η σούπα;”
Το πιάτο του καθενός ήταν διαφορετικό στο χρώμα και στην όψη. Βλέπετε ήταν μια πολυμορφική σούπα όπου είχε διαφορετική γεύση στα χείλη του καθενός. Το μαγικό συστατικό ήταν ένα βρύο που μεταμόρφωνε τα συστατικά της σούπας ανάλογα με το ποιος τη δοκίμαζε. Αν την γευόταν ένας βρικόλακας θα είχε τη γεύση αίματος και εκλεκτής ανθρώπινης σάρκας. Αν τη δοκίμαζε ένας θνητός θα είχε τη γεύση κανονικής κολοκυθόσουπας και ούτω καθεξής.

“Εξαιρετική δεσποινίς Μόριγκαν. Σας ευχαριστώ”
“Εγώ σας ευχαριστώ για την τιμή να παρευρεθείτε, ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα. Και εσείς φίλτατη Μάγισσα Βεατρίκη; Πως σας φαίνεται η σούπα;”
“Θεσπέσια. Νομίζω θα ζητήσω δεύτερο πιάτο αν και δεν είναι καθόλου πρέπον”
“Ω παρακαλώ με μεγάλη μου χαρά”

Έκανε νόημα στον Ταζκ ο οποίος αστραπιαία εναπόθεσε κι ένα δεύτερο πιάτο αχνιστή σούπα δίπλα στο αρχικό.

“Ω σας ευχαριστώ”
“Στη διάθεση σας”

Για την μάγισσα Βεατρίκη η οποία ήταν θνητή αλλά με απίστευτες δυνάμεις λόγο της μαγείας που κατείχε και μετά από το περιβόητο ξόρκι που της έκανε ο Λόρδος άντρας της η σούπα απλά είχε ανθρώπινη γεύση.

Από ευγένεια ρώτησε όλους τους καλεσμένους. Δεν ήταν όλοι τόσο ομιλητικοί δυστυχώς. Από μερικούς εισέπραξε γρυλίσματα, από τον Γουαιτ και τον Δνοφερό Διηζήτωρ περισσότερο. Η πόρτα χτυπούσε καθ όλη τη διάρκεια του δείπνου με τον Ταζκ να ανοίγει και να εφοδιάζει τα παιδιά με γλυκίσματα.
Έτσι οι καλεσμένοι ανενόχλητοι απολάμβαναν το πλούσιο γεύμα τους. Υπήρξε μια μικρή αναστάτωση με τον Γουαιτ που του έτρεχαν τα σάλια για τρυφερή παιδική σάρκα αλλά με κάποιο τρόπο ο Λόρδος Ρόμπερτ προφέροντας κάποιες ακαταλαβίστικες αρχαίες λέξεις τον κρατούσε καθηλωμένο στη καρέκλα του.
Η Αουρέλια κοίταζε με το ίδιο δολοφονικό βλέμμα την Μόριγκαν που κοίταζε η γιαγιά Νόρα τη Θεία ΜαΦία.

“ΣΚΙΕΣ ΧΙΛΙΩΝ ΧΡΌΝΩΝ ΣΗΚΩΝΟΝΤΑΙ ΞΑΝΑ ΑΘΕΑΤΕΣ. ΦΩΝΕΣ ΨΙΘΥΡΙZOYN ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΔΕΝΤΡΑ: ΑΠΟΨΕ ΕΙΝΑΙ HALLOWEEN”

τραγούδησε ενθουσιασμένη η Μόριγκαν.

Τα κεριά τρεμόπαιζαν μια ανεξήγητη καταιγίδα εμφανίστηκε πάνω από το σπίτι του τρόμου για να είναι ασορτί με μια τέτοια σύναξη. Η κανέλα γαργάλησε τα ρουθούνια τους και το ματωμένο κρασί ξύπνησε τα πιο αρχέγονα ένστικτα τους. Η Μόριγκαν ήταν ευτυχισμένη ανάμεσα τους. Η εξαίσια βραδιά ήταν όπως την είχε ονειρευτεί. Όμως μια μικρή φωνούλα μέσα της ούρλιαξε πως κάτι έχει ξεχάσει. Σαν να έλειπε κάτι.

Οι φωνές των ανίδεων νεαρών που πλημμύριζαν τους δρόμους ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τους δεκαεπτά καλεσμένους της Μόριγκαν που γευόταν το εξαίσιο δείπνο με αβροφροσύνη και σιροπιαστές ευγένειες που άρμοζε στους εκλεκτούς καλεσμένους της. Ενδόμυχα ήλπιζε πως κάποιος από τους δεκαοκτώ θα έκανε σαματά για να ανάψουν τα αίματα. Αναρωτήθηκε πως θα παρουσίαζε τις εκπλήξεις που φιλούσε στο δωμάτιο και στο υπόγειο της; Σίγουρα η παρουσία ενός Αέναου όπως ο Λόρδος Ρόμπερτ τους κρατούσε πειθαρχημένους και ήσυχους. Αν έλειπε εκείνος, κάποιος θα ξεκινούσε καυγά. Ο Δνοφερός, ο Γουαιτ, έστω η ηλίθια Αουρέλια.

Έξω στο δρόμο οι δεκάδες μεταμφιεσμένοι και η μουσική έκαναν τη Μόριγκαν να πεθυμήσει λίγη αναρχία. Ακόμα και οι κολοκύθες που βρισκόταν σε κάθε δρόμο, σε κάθε κατώφλι, βεράντα σκαλοπάτι διασκέδαζαν περισσότερο από όσους βρισκόταν στο τραπέζι εκείνο.

Δεκαοκτώ καλεσμένοι. Περίμενε. Δεκαοκτώ ή δεκαεπτά; Μέτρησε νοερά τους καλεσμένους της στην αίθουσα. Δεκαεπτά.

“Μα είμαι σίγουρη πως στη λίστα υπήρχαν δεκαοκτώ άτομα” σκέφτηκε. Τους απαρίθμησε μερικές φορές ακόμα σίγουρη πως έκανε λάθος. Μια ψυχρή μάζα αέρα έσκασε σαν κύμα από τη μεριά του υπογείου προς το μέρος τους. Οι περισσότεροι ήταν νεκροί παρόλα αυτά διαμαρτυρήθηκαν για την απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας.

“Τι ψυγείο” μουρμούρισε η θεία ΜαΦία.

“Γλυκιά μου έβαλες air condition;” ρώτησε η γιαγιά Νόρα.

“Όχι γιαγιά. Κάποιο παράθυρο θα έμενε ανοιχτό”. Ζήτησε από τον Ταζκ να το φροντίσει. Κανένα παράθυρο όμως δεν ήταν ανοιχτό. Και η παγωνιά όσο περνούσε η ώρα γινόταν αισθητή. Έξω στους δρόμους η ατμόσφαιρα ήταν αρκετά ζεστή. Μέσα στο αρχοντικό οι βαθμοί είχαν φτάσει στους μείον. Η Μόριγκαν αποφάσισε να δράσει. Σηκώθηκε ζητώντας συγνώμη και άρπαξε τον Ταζκ από το μπράτσο. “Βρομύλε τι έκανες;” είπε μέσα από τα δόντια της τραβώντας τον στη κουζίνα.

“Τίποτα Μόριγκαν το ορκίζομαι”

“Τότε τι στο διάβολο συμβαίνει;”

Ένα απόκοσμο γελάκι πλανήθηκε στον αέρα.

“Το άκουσες αυτό;” είπε τρομοκρατημένος ο Ταζκ.

“Φυσικά και το άκουσα ανόητε, η ακοή μου είναι εξαιρετική. Κάποιος παίζει μαζί μας” είπε προβληματισμένη. “Έλεγξε όλους τους χώρους και έλα να με ενημερώσεις” είπε φεύγοντας.

Επέστρεψε στη θέση της προσπαθώντας να διατηρήσει τη ψυχραιμία της. Οι συζητήσεις ήταν αρκετά ζωηρές. Η θεία ΜαΦία έλεγε ιστορίες από τα παλιά και όλοι διασκέδαζαν.

Μάγισσα μάγισσα που πετάς;” άκουσε να κάποιον να ψιθυρίζει στο αυτί της. Τινάχτηκε και κοίταξε τριγύρω αλλά δεν ήταν κανείς δίπλα της. Ήπιε λίγο νερό αν και το συχαινόταν και γέλασε όπως οι υπόλοιποι με αυτά που έλεγε η θεία. Κανείς δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό εκτός από τον Λόρδο Ρόμπερτ που έμοιαζε να γνωρίζει όλες τις σκέψεις της.

Κάτω από τα σύννεφα και πάνω από τον ουρανό” συνέχισε ο ψίθυρος να την στοιχειώνει. Το ποτήρι γλίστρησε από τα δάχτυλα της και χύθηκε στο τραπεζομάντιλο. “Αδέξια που είμαι” απολογήθηκε αμήχανα.

Μάγισσα μάγισσα τι τρως; Μικρά μαύρα μήλα του Αδάμ στην Οδό του Τρόμου, Μάγισσα μάγισσα τι πίνεις; Αίμα και κόκκινο κρασί

Ταραγμένη σηκώθηκε ζητώντας συγνώμη και ανέβηκε τρέχοντας στο δωμάτιο της. Η θέα του αναίσθητου άντρα που κρεμόταν από την ονειροπαγίδα της την έκανε να τρέξει στο μπάνιο και να κάνει εμετό. Έπλυνε το πρόσωπο της και κάθισε στο κρεβάτι της. Ο άμοιρος ήταν το δώρο της στη θεία ΜαΦία για να φτιάξει νήμα με τα έντερα του. Αναγκάστηκε να τον κατεβάσει στο υπόγειο γιατί η οσμή του και μόνο της ανακάτευε τα σωθικά. Τον ακούμπησε στο πάτωμα τυλιγμένο με ένα παλιό σεντόνι και έφυγε χωρίς να κοιτάξει τον Κρόλει που ακόμα κρεμόταν από το ταβάνι. Επέστρεψε στο τραπέζι και προσπάθησε να φερθεί φυσιολογικά.

Μάγισσα μάγισσα που κοιμάσαι; Πάνω στα σύννεφα εκεί που τα μαξιλάρια είναι φτηνά” τη στοίχειωσαν οι ψίθυροι.

Ο Ταζκ τη πλησίασε και της ψιθύρισε στο αυτί πως όλα ήταν ήσυχα και στη θέση τους. Είχε ρυθμίσει το θερμοστάτη για να ζεσταθεί η ατμόσφαιρα. Όλα λοιπόν πήγαιναν ρολόι. Ίσως ήταν ένα μικρό φτηνό μαγικό από κάποιον από τους καλεσμένους της. Κοίταξε την Αουρέλια. Ίσως είχε μάθει φτηνά κόλπα για να τη τρομάξει. Κάτι της έλεγε όμως πως δεν ήταν η Αουρέλια αλλά κάτι πολύ χειρότερο. Αποφάσισε να το ξεχάσει προσωρινά και να απολαύσει τη βραδιά.

Ο πρωταγωνιστής του δείπνου ήταν αδιαμφισβήτητα ο Στίβενγουαιζ με τις ανατριχιαστικές ιστορίες του. Είχε ένα μοναδικό τρόπο να διηγιέται με τον πλέον πιο αποκρουστικό τρόπο τις μικρές ιστοριούλες τρόμου μέχρι και οι νεκροί καλεσμένοι ένιωσαν τη ραχοκοκαλιά τους να σηκώνεται.

Πόδια βατράχου και σαύρας πόδι, στο καζάνι ρίξε για να βράσουν” άκουσε πάλι στο αυτί της και έσφιξε τα χέρια της κάτω από το τραπέζι.

“Κάποιος μου κάνει πλάκα” σκέφτηκε χαμογελώντας ψεύτικα.

Φτερό κουκουβάγιας και δέρμα φιδιού στο καυτό καζάνι. Τι ετοιμάζεις μάγισσα σε τι μπελάδες τους βάζεις;”

Δάγκωσε τα χείλη της για να μη φωνάξει στη φωνή να σκάσει. Βιάστηκε να αναγγείλει το γλυκό το οποίο θα σερβιριζόταν σε λίγα λεπτά. Οι φωνούλες ενθουσιασμού κάλυψαν το γέλιο πίσω από τα αυτιά της.

Νυχτερίδα και γλώσσα αλεπούς βρασμένα και αχνιστά. Η φωτιά καίει το καζάνι κρύωσε το με αίμα μπαμπουίνου και το δείπνο έτοιμο

Ένιωσε τη παρόρμηση να φωνάξει σκάσε αλλά κρατήθηκε. Ζήτησε συγνώμη και έτρεξε στη τουαλέτα. Το στομάχι της ήταν ίδια η κόλαση. Ξέρασε σαν να μην υπήρχε αύριο.

Επιστρέφοντας στη τραπεζαρία παρατήρησε τα καντηλέρια να δονούνται και οι φλόγες των κεριών να αναβοσβήνουν. Αποφάσισε να μην αφήσει τον κάθε κομπογιαννίτη να τη τρομοκρατεί. Κάθισε στη θέση της και προσπάθησε να πάρει μέρος στη συζήτηση.

Όταν οι καλεσμένοι της τελείωσαν και με το γλυκό τους ζήτησε να περάσουν στο χολ για ένα απεριτίφ.
Η πιατέλα με το κεφάλι του Κρόλει τράβηξε την προσοχή των καλεσμένων.
“Η πιατέλα μου” είπε με χαρά η γιαγιά Νόρα.
“Πολύ εντυπωσιακό ντεκόρ” είπε η Μπλάντι Κάρι. “Αν δεν μας δείξεις τα καλούδια στο υπόγειο θα φάω αυτό”.
“Αυτό μου θυμίζει μια ιστορία που έχω γράψει στο παρελθόν με έναν τύπο που κρατούσε το κεφάλι της γυναίκας του στο ψυγείο” πετάχτηκε ο Στίβενγουαιζ.
“Ακούγεται πολύ διασκεδαστικό” είπε η θεία ΜαΦία.
“Μα δεν είναι κωμωδία είπε σαστισμένος” ο Στίβενγουαιζ. Η κατάρα των συγγραφέων να μην καταλαβαίνει κανείς το έργο του.

Η Μόριγκαν κοίταξε τον Ρειτζ. Πολύ θα ήθελε να δοκιμάσει τι γεύση είχαν τα σαρκώδη σαν τουλίπες χείλη του. Η Σκάιλαρ όμως ήταν αρκετά εκδικητική. Πότε τη σταμάτησε αυτό όμως; Ένιωσε το βλέμμα της Αουρέλια πάνω της. Η κοπέλα καραδοκούσε να της ορμήσει. Της έβγαλε προκλητικά τη γλώσσα.

Ο Ταζκ σέρβιρε τα ηδύποτα και τα γλύκα. Το αψέντι ήταν κατάλληλο για να κλείσει ένα λουκούλλειο δείπνο. Δυστυχώς εκείνη δεν μπορούσε να πιει αλκοόλ. Ήπιε ανόρεχτα το αναψυκτικό της και σκέφτηκε τρόπους να αποπλανήσει τουλάχιστον έναν από τους καλεσμένους της. Ο διανοούμενος Μίνωας, ο Βίκινγκ Ρειτζ, ο γλυκός Κρίστιαν, ο σέξι Δρ Ντι, ο βάρβαρος Δνοφερός, ο Λόρδος Ρόμπερτ όλοι τους τόσο ξεχωριστοί και τόσο τόσο τόσο.. ξερογλειψε τα χείλη της και κατάπιε λαίμαργα το ίδιο της το σάλιο.
Προσπάθησε να διαβάσει τη γλώσσα του σώματος για να δει ποιος ήταν πιο δεκτικός στο φλερτ. Δύσκολο να ξεκόψει κάποιον από τη συνοδό του και να τον αποπλανήσει, αλλά όχι ακατόρθωτο. Της άρεσε η πρόκληση αυτή και χαμογέλασε αχνά.

Η γιαγιά Νόρα σηκώθηκε και κατευθύνθηκε αμίλητη στο παράθυρο. Παραμέρισε τη βαριά κουρτίνα και κοίταξε έξω. Γνώριζα πολύ καλά που είχε ρίξει το βλέμμα της. Τη πλησίασε και την ακούμπησε στον ώμο “γιαγιά δεν φαίνεται από εδώ η ιτιά”

“Το ξέρω γλυκιά μου. Εύχομαι να φαινόταν όμως”

“Σου λείπει ακόμα εκείνος’
“Παραδόξως ναι”

“Γιατί κρεμάστηκε γιαγιά;”

“Δεν υπάρχει λόγος να σκαλίζουμε το παρελθόν” είπε μελαγχολικά και επέστρεψε στην θέση της. Την ακολούθησε και πριν προλάβει να καθίσει δίπλα της άκουσε τη θεία ΜαΦία να της επιτίθεται “καλή μου άκουσα ότι μου κρατάς μούτρα αληθεύει;”
Η γιαγιά Νόρα την αγνόησε πίνοντας μια γουλιά λικέρ αψεντιού με αίμα

“Ήταν καλής ποιότητας το νήμα που έφτιαξα από τα έντερα του αν σε παρηγορεί” της απάντησε περιπαιχτικά.
“Σκύλα” κάγχασε η γιαγιά και της πέταξε το αψέντι στα μούτρα. Η θεία ΜαΦία γέλασε.

Η Μόριγκαν της πρόσφερε μια πετσέτα και έσυρε τη γιαγιά με το άλλο χέρι στη κουζίνα.
“Απορώ γιατί τη κάλεσες εδώ” είπε οργισμένη η γιαγιά Νόρα. “Μα γνωρίζεις το πρωτόκολλο γιαγιά. Γιατί σε ενόχλησε τόσο πολύ που σου σκότωσε τον συγκεκριμένο εννοώ δεν τον αγαπούσες εσύ ήσουν ερωτευμένη με τον πως τον λένε που κρεμάστηκε”

“Έτερον εκάτερον και επειδή δεν τον ήθελα έπρεπε να τον αρπάξει από το κρεβάτι μου; Δεν πειράζουμε τους άντρες άλλων μαγισσών λέει ο κανονισμός”

“Ναι αλλά με τη προϋπόθεση να είναι ερωτευμένη η μάγισσα μαζί του”

“Εσύ δεν ήσουν” την αγκάλιασε “γιαγιά πρέπει να σκεφτείς τι είναι πιο σημαντικό η οικογένεια η ο εγωισμός σου νομίζω είναι καιρός να τα ξαναβρείτε”

“Θα τα ξαναβρούμε όταν κάνεις και εσύ το ίδιο με την Αουρέλια” της απάντησε.

“Συγγνώμη την είδες πως ήρθε ντυμένη σαν κακή από b movie” ξέσπασαν σε γέλια.

Αποφάσισε να ζητήσει συγνώμη παρόλα αυτά ώστε να ηρεμήσουν τα πνεύματα.

“Αν γινόταν με το τρόπο μου θα έκοβα το λαρύγγι σου με το ίδιο μαχαίρι που με κάρφωσες πισώπλατα” γρύλισε η Αουρέλια.

Η Μόριγκαν σαστισμένη κοίταξε την Νόρα. “Βρε τη γατούλα Αουρέλια έβγαλε νύχια” σκέφτηκε.

Επέστρεψε και αντιλήφθηκε πως κάποιος έλειπε. “Η Μπλάντι Κάρι πήγαινε να δει που είναι και φέρτη πίσω με το ζόρι. Δε θα μου χαλάσει κανείς το πάρτι”
Ο Ταζκ κατέβηκε με τη ψυχή στο στόμα και αντίκρισε ένα μανιασμένο πλάσμα με ένα τεράστιο παλούκι να καρφώνει στο στήθος τον άντρα που ήταν νωρίτερα κρεμασμένος από την ονειροπαγίδα, στο δωμάτιο της Μόριγκαν. Το αίμα είχε εκτιναχτεί πάνω της και στον τοίχο πίσω της. Έγλυφε με λύσσα τη πληγή γύρω από το παλούκι.

Με το ζόρι την τράβηξε και την έσυρε πάνω στο μπάνιο για να τη καθαρίσει από τα αίματα. Πέρασε αρκετή ώρα για να ηρεμήσει και να επιστρέψει στο τραπέζι με χαμηλωμένο κεφάλι κάτω από τα βλέμματα όλων.

“Θεία ΜαΦία νομίζω ότι πρέπει να τα βρεις με τη γιαγιά Νόρα” της είπε κρατούσε μια βαθιά γαβάθα όπου έβαζε τα έντερα που έκοβε από τα πτώματα, στο υπόγειο.
Στεκόταν πίσω από τη θεία που είχε γονατίσει στο άθλιο ματωμένο πάτωμα και είχε χώσει το κεφάλι της μέσα στα ανοιχτό πτώμα προσπαθώντας να αφαιρέσει όσο το δυνατόν περισσότερα έντερα.
Κάτι μουρμούρισε αλλά δεν την άκουσε έκανε αντίλαλο
“Τι είπες;”
“Θα το φροντίσω” είπε βγαίνοντας θριαμβεύτρια κρατώντας ένα μακρύ έντερο. Το πέταξε στη γαβάθα και προχώρησε στο δεύτερο πτώμα.
“Σου αρέσει το πόντσο της κατάρας που σου έδειξα νωρίτερα;”
“Υπέροχο, τι σχέδιο, τι χρώματα, για ποιον το προορίζεις;”
“Για την Αουρέλια”
“Νόμιζα ότι θα τα έβρισκες μαζί της”
“Θεία δεν τη βλέπεις πως είναι;”
“Η αλήθεια είναι πως έχει καταντήσει γραφική η κακία της. Αν της βρίσκαμε άντρα θα τα ξεχνούσε όλα είμαι σίγουρη”
“Θεία είναι νεκραναστημένο πτώμα που να τον βρούμε τον γαμπρό;”
“Ο Γουαιτ;
Είναι αηδία ο τύπος”
Ο Δνοφερός;”
“Όχι όχι όχι τον θέλω για μένα, μέχρι το τέλος της βραδιάς θα τον έχω κατακτήσει”
“Είναι συγγενής σου”
“Σκασίλα μου”
Τον Στίβενγουαιζ;”
“Ίσως αλλά δεν ξέρω πως”
“Άστο σε μένα” είπε η Θεία καθώς ανέβαιναν τις σκάλες. Τα έντερα τα παράτησαν στο υπόγειο. “Θα ασχοληθούμε αργότερα με αυτά καλή μου” είπε η θεία.

Στο επάνω όροφο η θεία πλησίασε την Αουρέλια.

“Αουρέλια γλυκιά μου πως σου φαίνεται ο Στίβενγουαιζ;” τη κοίταξε με το αθώο της ύφος.

Η Αουρέλια τη κοίταξε αμίλητη και κατευθύνθηκε προς την Μόριγκαν.
“Εσύ!” της είπε με μένος.
“Έχεις πολύ μεγάλο θράσος να με καλείς εδώ”
“Είσαι συγγενείς ήμουν υποχρεωμένη” είπε ανόρεχτα.
“Από πότε κάνεις ότι λένε οι κανονισμοί, πάντα έκανες του κεφαλιού σου”
“Και πάντα με ζήλευες για αυτό” τη προκάλεσε.
“Ήσουν πάντα εκείνη που έπαιρνε όλη τη προσοχή των αντρών”
“Ζηλεύεις γιατί πολύ απλά είσαι αγάμητη”
“Θα σε..”
“Θα με τι;”
“Κοίτα αν θέλεις μπορώ να σου κανονίσω ένα πηδηματάκι με τον Στίβενγουαιζ πριν επιστρέψεις στον τάφο σου”

Η γιαγιά Νόρα επενέβη έγκαιρα και τράβηξε τη Μόριγκαν σε μια γωνιά για να την συμβουλεύσει να μην συνεχιστεί αυτή η βεντέτα.

Χρειάστηκε αρκετή ώρα ώστε να καταφέρει να την προσέξει ο Δνοφερός. Τη περισσότερη ώρα κοίταζε τα χέρια του αγνοώντας τον υπόλοιπο κόσμο.

“Τι ήταν αυτό που έκανες” τη ρώτησε όταν τον πλησίασε.
“Το σινιάλο μου”
“Μου έκλεισες το μάτι για ποιο λόγο”
“Για να μου πεις πως σκότωσες τους εχθρούς σου έναν προς έναν”
“Γιατί σε νοιάζει τόσο πολύ:”
“Δε με νοιάζει απλά έπρεπε να βρω κάποια δικαιολογία για να σε απομονώσω”
“Τι θέλεις Μόριγκαν;”
“Εσένα χαζέ”. Έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε στον επάνω όροφο που βρισκόταν το υπνοδωμάτιο της χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Ο Δνοφερός την ακολούθησε.
Βρέθηκαν στο δωμάτιο της την έσπρωξε ελαφρά προς το κρεβάτι.
“Ώστε θέλεις έμενα;”
“Ναι”
“Τι ακριβώς θέλεις;”
Θέλω να….”

“Θέλεις αυτό;” είπε κατεβάζοντας το παντελόνι του με το εσώρουχο επιδεικνύοντας το εργαλείο του.
Η Μόριγκαν Ξεροκατάπιε, ψέλλισε λέξεις γεμάτες ασυναρτησίες. Την έσπρωξε ελαφρά στο κρεβάτι και έπεσε πάνω της.
Δε φοβήθηκε μήπως τον σκοτώσει το τοξικό του δέρμα γιατί στη θέση της καρδιάς του είχε ένα κομμάτι πάγο.

Ήταν τόσο απασχολημένη που δεν αντιλήφθηκε την ανθρώπινη σάρκα μερικών εφήβων που τρύπωσαν στον πνιγμένο από ξερά φύλα, τάφους, κολοκύθες και μαγεία κήπο της. Κάθε χρόνο οι έφηβοι της γειτονιάς έβαζαν στοιχήματα ποιος θα κατάφερνε να μπει στο σπίτι άβατο της κοκκινομάλλας Μόριγκαν. Οι δοξασίες που υπήρχαν για αυτό το σπίτι υπήρχαν δεκαετίες αλλά κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει έστω στον απρόσωπο φράχτη.

Τέσσερις νεαροί τόλμησαν να πηδήξουν το φράχτη και να περιπλανηθούν στο κήπο στο νεκροταφείο και να καταλήξουν στο αιματοβαμμένο υπόγειο από ένα σπασμένο παράθυρο. Τους κατέκλυσε ο τρόμος αντικρίζοντας τα διαμελισμένα πτώματα των δυο αντρών και η οσμή του αίματος τους έκανε να νιώσουν την ανάγκη να κάνουν εμετό.

“Πάμε να φύγουμε” είπε ο πιο λογικός.

“Αποκλείεται. Θέλω να δω τι έχει στους πάνω ορόφους” είπε ο πιο τρελός. Ανέβηκαν με προσοχή τα σκαλιά και έφτασαν στο διάδρομο που οδηγούσε στη κουζίνα και στη τραπεζαρία. Οι φωνές από τη τραπεζαρία τους ανάγκασε να ανέβουν από τη σκάλα στον επάνω όροφο χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς.

Η Μόριγκαν φύσηξε λίγη από τη μαγεία της στον Δνοφερό ώστε να μείνει για λίγο αναίσθητος και να προλάβει να κατέβει χωρίς να χρειαστεί να κατέβουν μαζί.

Όσο η παρέα γελούσε και συζητούσε ο νάνος Γουαιτ οσφρίστηκε το φρέσκο κρέας που πλησίαζε. Η πόρτα χτύπησε και ο Ταζκ άνοιξε. Οι χαρούμενες φωνούλες των παιδιών ακούστηκαν. Ο Ταζκ τους κέρασε και ο Γουαιτ γλίστρησε από τη θέση του χωρίς να γίνει αντιληπτός και προχωρώντας τοίχο τοίχο έφτασε στη πόρτα. Έσπρωξε δυνατά τον Ταζκ και άρπαξε ένα παχουλό αγόρι. Τα άλλα παιδιά τράπηκαν σε φυγή ουρλιάζοντας. Ο Γουαιτ εξαφανίστηκε με το άτυχο αγόρι στον κήπο. Ο Ταζκ σηκώθηκε παραπατώντας και η Μόριγκαν έτρεξε πίσω από τον Γουαιτ. Ο Λόρδος Ρόμπερτ με γοργό βηματισμό την ακολούθησε.

“Μα τι συνέβη;” ψιθύρισαν οι καλεσμένοι. Ο Γουαιτ δεν είχε καμιά τύχη με τον Λόρδο Ρόμπερτ να τον καταδιώκει. Τον βρήκε κρυμμένο στο σπιτάκι του κηπουρού να ετοιμάζεται να καταβροχθίσει το αγόρι που έκλαιγε και ικέτευε να τον λυπηθεί. Άρπαξε το αγόρι και το παρέδωσε στην Μόριγκαν και με το άλλο χέρι έδωσε ένα ηχηρό χαστούκ στον Γουαιτ.
“Φρικιό” έφτυσε μέσα από τα δόντια του.
“Δεν έπρεπε να τον αναστήσεις. Τέτοια τέρατα πρέπει να παραμένουν θαμμένα στη γη”

“Το δείπνο έχει ξεφύγει λίγο” είπε ο Λόρδος Ρόμπερτ.
“Λόρδε μου έτσι είναι οι συνάξεις μαγισσών και λοιπών τεράτων σε μια τυπική Halloween βραδιά. Γνωρίζατε ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε όταν σας κάλεσα”
“Το γνώριζα πολύ καλά και για αυτό το λόγο αποφάσισα να παρευρεθώ”
“Για να με τσεκάρετε: Ξεχνάτε πως οι σπουδαίες γυναίκες σπάνια είναι καθωσπρέπει”
“Δεσποινίς!” κάγχασε “ξεχνάτε τι δουλειά κάνω”
“Καθόλου είστε ένας βρικόλακας έστω και αρχαγγελικός που γράφει ιστορίες για βρικόλακες επίσης κατέχετε ιστορικά τεμάχια όπως στέμματα σπαθιά κτλ που σας κάνουν εσάς και την οικογένεια σας Αέναους και το κερασάκι στη τούρτα είστε μαζί με τον γιο σας Αλέξανδρο κάτι σαν αστυνομία τεράτων. Διατηρείτε τους κόσμους των θνητών και των μυθικών πλασμάτων σε τάξη”

“Έχετε κάνει την έρευνα σας βλέπω”
“Η αιωνιότητα είναι βαρετή χωρίς λίγο κουτσομπολιό. Τα υπόλοιπα τα έμαθα από το google”
“Γιαυτό λοιπόν προβληματίζομαι αν θα πρέπει να κάνω τα στραβά μάτια λόγο της συγγένειας σου με τη γυναίκα μου ή να σε συλλάβω”
“Να με συλλάβετε για ποιο λόγο επειδή έκανα ένα πάρτι;”
“Επειδή υπάρχουν άνθρωποι ακρωτηριασμένοι και σφαγιασμένοι στο υπόγειο σας και επειδή ένας καλεσμένος σας απήγαγε και αποπειράθηκε να φάει ένα μικρό παιδί”
“Τότε συλλάβετε τον Γουαιτ εγώ δεν έχω καμία σχέση όσο για τα πτώματα ο ένας ήταν εραστής μου και ξέρετε πολύ καλά ότι οι οι μάγισσες έχουμε το δικαίωμα να τους σκοτώσουμε και ο άλλος ήταν ζωντανός ήθελα να τον κάνω δώρο στη θεία ΜαΦία αλλά η ηλίθια Κάρι τον πέρασε για φαγητό”
“Απαράδεκτο όπως και να έχει” την επέπληξε “θα ενημερώσω τον γιο μου και ότι αποφασίσει εκείνος”
Η Μόριγκαν έβρισε μέσα από τα δόντια της.
Ο Λόρδος Ρόμπερτ απομακρύνθηκε για να τηλεφωνήσει στον γιο του τον πρώτο τη τάξη
Επέστρεψε με προβληματισμένο ύφος.
“Δυστυχώς για εμένα πρέπει να φύγω. Προέκυψε σοβαρότερο πρόβλημα με χειρότερα πλάσματα από εσάς δεσποινίς αναίσχυντη και πρέπει να πάρω μέρος στην σύλληψη τους. Θα σας τη χαρίσω για αυτή τη φορά. Φροντίστε να μη το μετανιώσω”
Ξεφύσηξε ανακουφισμένη για αυτή την ευχάριστη εξέλιξη. Σίγουρα οι καλεσμένοι θα ένιωθαν πιο άνετα να εκφραστούν χωρίς τον Λόρδο να τους επιτηρεί σαν άτακτα παιδάκια στο νηπιαγωγείο.

Οι τέσσερις έφηβοι είχαν εγκλωβιστεί σε ένα από τα υπνοδωμάτια του πάνω ορόφου. Είχαν αντιληφθεί πως κάτι δε πήγαινε καλά σε αυτό το σπίτι. Έπειτα από αρκετή ώρα αποφάσισαν να βγουν από το δωμάτιο. Κινήθηκαν νευρικά στο διάδρομο και πριν προλάβουν να φτάσουν στη σκάλα που οδηγούσε στον κάτω όροφο, στην ελευθερία τους ένα χέρι άρπαξε τους δύο από τους γιακάδες και ένα άλλο χέρι άρπαξε τους άλλους δύο από τα μπουφάν.

“Μη βγάλετε άχνα” γρύλισε ο Δνοφερός. Τους οδήγησε στη τραπεζαρία και τους πέταξε στα πόδια της Μόριγκαν. Το αδηφάγο βλέμμα του την έγλειψε από πάνω μέχρι κάτω. Του ήταν εξαιρετικά δύσκολο να παραδεχτεί πως την είχε πατήσει μαζί της. Όπως όλοι οι άντρες φυσικά.

“Τι είναι αυτά;” είπε μπερδεμένη η Μόριγκαν.

“Έλπιζα να μου πεις εσύ” της απάντησε. “Έκαναν βόλτες στον επάνω όροφο”

“Ώστε έχουμε καταπατητές φέτος” είπε γελώντας. “Τι γλυκά μικρά αγοράκια”

Έξω στον κήπο τα καιρικά φαινόμενα έμοιαζαν να έχουν τρελαθεί. Στρόβιλοι από καφετιά φύλλα άρχισαν να χορεύουν πάνω από τους ανοιχτά μνήματα, προμήνυμα επερχόμενης καταστροφής ενώ η βουή του ανέμου δονούσε το έδαφος αναδύονταν μια οσμή του θανάτου αναμειγμένη με σκατά.

Μέσα στο σπίτι οι καλεσμένοι κυριεύθηκαν από μια έντονη ανησυχία. Αρχικά αποφάσισαν να αποχωρίσουν τα ζευγάρια Έλινορ και Κρίστιαν Μαρία και Μίνωας Σκάιλαρ και Ρειτζ.

Οι Στίβενγουαιζ, ο Δνοφερός, ο Γουαιτ, η Πασκουαλίτα, η Αουρέλια, η Μπλάντι Κάρι, η θεία ΜαΦία, η γιαγιά Νόρα, η μαμά Λίλιθ ήταν προσωρινά αναποφάσιστοι και μπερδεμένοι, σαν κάποιος να έπαιζε με τα μυαλό τους.

Θεωρούσαν ότι από τη στιγμή που ο Λόρδος Ρόμπερτ και η σύζυγος του μάγισσα Βεατρίκη είχαν αναχωρήσει νωρίτερα θα έπρεπε να φύγουν και εκείνοι.

“Τουλάχιστον μείνετε εσείς είναι πολύ νωρίς. Δεν έχετε δοκιμάσει τα γλυκά που ετοίμασα με τόσο κόπο και οι εκπλήξεις που…” προσπάθησε να τους μεταπείσει.
“Δυστυχώς η καταιγίδα όσο πάει χειροτερεύει” είπε ο Ρειτζ.
Η Μόριγκαν κοίταξε έξω από το παράθυρο. Όλα έδειχναν ανατριχιαστικά ήσυχα εκεί έξω.
“Μα έξω είναι μια χαρά” τραύλισε μπερδεμένη.
“Καλύτερα να αποχωρήσουμε η κατάσταση έχει αρχίσει να ξεφεύγει” είπε η Σκάιλαρ κοιτάζοντας τους τέσσερις εφήβους στο πάτωμα
“Αυτό διορθώνεται” είπε η Μόριγκαν. “Ο Δνοφερός θα τους ελευθερώσει” Τον κοίταξε με άγριο βλέμμα.

“Λυπάμαι” είπε η Έλινορ “καλύτερα να φύγουμε”
Τη στιγμή που ετοιμάστηκε να ανοίξει τη πόρτα το πόμολο άρπαξε φωτιά και έγινε κομμάτια. Ένα απόκοσμο γέλιο πλανήθηκε στο χώρο και τρομοκράτησε τους καλεσμένους της τραγικής αυτής σύναξης.

Η Μπλάντι Κάρι τρόμαξε τόσο πολύ που άρχισε να ουρλιάζει. Ο Δνοφερός επενέβη και την χαστούκισε αρκετές φορές μέχρι να σταματήσει. Η Μόριγκαν ένιωσε το αίμα της να στεγνώνει. Πριν προλάβει να σκεφτεί εκείνο που τη γυρόφερνε, μια σκιά μπήκε από τη τρύπα της πόρτας που είχε δημιουργήσει η φωτιά και πλανήθηκε στο χώρο δημιουργώντας ένα σύννεφο ακαθόριστου σχήματος.
“Μπορούμε να μείνουμε να πολεμήσουμε είπε η Σκάιλαρ”
“Σας παρακαλώ δε θέλω να σας βάλω σε κίνδυνο. Είστε πολύτιμοι για….”
“Για ποιον;”
“Για τη Μαρία”
Τους κατέβασε στο αιματοβαμμένο υπόγειο και σε μια κρύπτη που υπήρχε σε μια γωνιά τους πέρασε σε ένα μακρύ διάδρομο
“Από δω θα βγείτε σε ένα έρημο στενάκι και από εκεί με ασφάλεια θα επιστρέψετε στις ζωές σας. Σας ευχαριστώ που με τιμήσετε και συγνώμη για αυτή την άσχημη εξέλιξη”
Επέστρεψε στη τραπεζαρία αν και ευχήθηκε να έφευγε κι εκείνη. Η σκιά είχε εξαφανιστεί αλλά ακουγόταν γέλια και ψίθυροι. Είχαν απομείνει οι Στίβενγουαιζ, ο Δνοφερός, ο Γουαιτ, η Πασκουαλίτα, η Αουρέλια, η Μπλάντι Κάρι, η θεία ΜαΦία, η γιαγιά Νόρα, η μαμά Λίλιθ.

“Λοιπόν εσείς είστε νεκροί ήδη και σε λίγο θα επιστρέψετε στα μνήματα στη πίσω αυλή μου. Άρα εσείς μένετε”
“Σκύλα” μουρμούρισε ο Γουαιτ.
Η Μόριγκαν του όρμησε και τον έριξε στο έδαφος.
“Όλα ξεκίνησαν με τη δικιά σου ανταρσία φρικιό. Παραλίγο να με συλλάβει ο Λόρδος Ρόμπερτ εξαιτίας σου επειδή απήγαγες το παιδάκι”

Άρχισε να του χτυπάει το κεφάλι στο πάτωμα
.Εκείνος γελούσε και έβγαζε ακατανόητους ήχους. Ο Ταζκ προσπάθησε να την τραβήξει από πάνω του.

“Θα τον σκοτώσεις”
“Είναι ήδη νεκρός. Είχε δίκιο ο Λόρδος Ρόμπερτ δεν έπρεπε να τον αναστήσω”

Τον κοπάνησε μερικές φορές ακόμα και τον παράτησε αποκαμωμένη.

“Όλο αυτό καταρρέει” ούρλιαξε “το πάρτι μου πάει κατά διαόλου, η ηλίθια η Κάρι έφαγε τους άντρες που φιλούσα ως έκπληξη για τη θεία, ο Γουαιτ απήγαγε εκείνο το παχουλό παιδί, ο Λόρδος παραλίγο να με συλλάβει, οι καλεσμένοι μου έφυγαν γιατί φαντασιώνονται μια ανύπαρκτη καταιγίδα που εγώ δεν βλέπω, μια φωνή με στοιχειώνει εδώ και ώρες, ένα μάτσο ανεγκέφαλοι έφηβοι καταπάτησαν τη γη μου, το πόμολο πήρε φωτιά και δεν μπορεί κανείς να βγει εκτός κι αν κατεβεί..” άφησε μισοτελειωμένη την έκφραση της καλύτερα να μη γνώριζαν για για κρύπτη “και ένα ανατριχιαστικό γέλιο ακούγεται κατά καιρούς
Όλα πήγαν χάλια”
“Κοιτά ότι και να συμβεί μπορείς να βασιστείς πάνω μου. Όποιος και να είναι αυτός που γελάει θα τον κανονίσω εγώ” είπε ο Δνοφερός
“Σε ευχαριστώ”
“Μπορείς να βασίζεσαι και σε μένα” είπε ο Στίβενγουαιζ “όλη αυτή η κατάσταση είναι τόσο σουρεάλ που μπορώ να γράψω για αυτή”
Γέλασε αμήχανα “τέλεια σας ευχαριστώ”
“Και εγώ θέλω να βοηθήσω για να ζητήσω συγνώμη για το χάλι που δημιούργησα στο υπόγειο” είπε η Κάρι.

“Και εγώ” φώναξε η Πασκουαλίτα.
“Και εμείς χρυσό μου” είπε η γιαγιά Νόρα. “Απορώ που δεν έχεις χρησιμοποιήσει μαγεία και άφησες τη κατάσταση να ξεφύγει τόσο πολύ”
“Με σοκάρει που πνίγεσαι σε μια κουτάλια νερό” συμπλήρωσε η θεία ΜαΦία.

“Δεν ήθελα να καταφύγω σε τέτοια μέσα”
“Σε τέτοια μέσα; τι εννοείς; Είμαστε μάγισσες” είπε παραξενεμένη η μαμά Λίλιθ. “Γλυκεία μου τι συμβαίνει;”
“Είμαι…τίποτα”
“Ανησυχώ”
“Δεν συμβαίνει τίποτα”
“Είναι έγκυος” είπε ο Ταζκ.
Θα σε συν θλίψω βρωμογατο”
“Αγάπη μου τι ευχάριστα νέα” οι γυναίκες των Μόρμπιτ την αγκάλιασαν ενθουσιασμένες “επιτέλους ένα νέο μέλος ξέρεις αναρωτιόμασταν μήπως ήσουν στείρα” είπε η μαμά Λίλιθ.
“Ξέρω ξέρω” αγκομάχησε η Μόριγκαν. “Μπορούμε τώρα να επιστρέψουμε στο πρόβλημα μας? Τι κάνουμε με τους έφηβους με τον Γουαιτ και ποιος είναι αυτός που παίζει μαζί μας από την αρχή. Δυστυχώς δεν μπορώ να εξασκήσω μαγεία λόγο εγκυμοσύνης γιαυτό θα βασιστώ πάνω σας” είπε κοιτάζοντας γύρω της.
“Ότι χρειαστείς είμαστε στη διάθεση σου” είπαν σχεδόν όλοι εκτός τη ξινή Αουρέλια και τον Γουαιτ.
Κάθισαν στο καθιστικό για να καταστρώσουν ένα σχέδιο.
“Καλύτερα να αφήσουμε αυτά τα νιάνιαρα να φύγουν”
“Μα είδαν πολλά. Αν μιλήσουν;”
“Δεν θα πουν τίποτα θα τους κάνουμε ξόρκι αμνησίας” είπε η γιαγιά Νόρα.
“Τέλεια πως δεν το είχα σκεφτεί”
Ο Δνοφερός θα προτιμούσε να τους ξεκοιλιάσει αλλά ήταν κρίμα να πληρώσουν τόσο μεγάλο τίμημα για την παιδική περιέργεια.

“Ταζκ μετέφερε τους νεαρούς σε ένα δωμάτιο ώστε η γιαγιά να εφαρμόσει το ξόρκι και μετά συνόδευσε τους στην έξοδο”
“Βάζει άλλους να καθαρίζουν της βρομιές της” μουρμούρισε η Αουρέλια.
“Γλυκιά μου” φώναξε η Μόριγκαν από την άλλη μεριά του χολ. “Καμιά σκέψη που θέλεις να μοιραστείς μαζί μας;”
“Όχι καμία” είπε με σφιγμένα δόντια.
“Έχω ένα δωράκι για σένα για να σου δείξω πόσο μετάνιωσα για την ιστορία με τον δύστυχο Βέρνον”

Δεν περίμενε να το παραδεχτεί ποτέ μπροστά σε άλλους
Επέστρεψε κρατώντας μια τσάντα

“άνοιξε τη χρυσή μου”

Η Αουρέλια έβγαλε το πιο όμορφο πόντσο που είχε δει ποτέ της. Μαγεμένη το κοίταξε και χωρίς να περιμένει το φόρεσε πάνω της.
“Ω μα σου πάει θαυμάσια. Δέξου το ως ελάχιστο δείγμα της μεταμέλειας μου”
Η θεία ΜαΦία τη σκούντηξε “τα παραλές και θα καταλάβει ότι τη δουλεύεις”
Ξερόβηξε και σηκώθηκε με χάρη τη πλησίασε και έβαλε τα χέρια της στους ώμους της
“Σου ταιριάζει θαυμάσια θέλω να μη βγαίνει στιγμή από πάνω σου. Να το νιώθεις σαν δεύτερο δέρμα σου”
“Ευχαριστώ” ψέλλισε η Αουρέλια γιατί δεν ήξερε πως από τη στιγμή που φόρεσε το πόντσο της κατάρας ήταν ζήτημα ωρών να ζωντανέψουν τα νήματα και να τρυπώσουν κάτω από δέρμα της να μπουν στις αρτηρίες στις φλέβες και να την δηλητηριάσουν να της λιώσουν τη σάρκα μέχρι να μείνει ένα άδειο κουφάρι.
Επιστρέφοντας στη θέση της η Μόριγκαν έκανε κόλλα πέντε με τη θεία ΜαΦία. Ένα πρόβλημα λιγότερο σκέφτηκε.
“Προτείνω όσο η γιαγιά δουλεύει το ξόρκι στους νεαρούς να μη χάσουμε το κέφι μας και να σχεδιάσουμε κοινό μέτωπο επίθεσης για τον όποιο εχθρό με τη συνοδεία ζεστού ροφήματος. Τσάι σοκολάτα ότι προτιμάτε Σας παρακαλώ δοκιμάστε και τα καλούδια μου τόσα γλυκά έφτιαξα θα πάνε χαμένα”
Τον Γουαιτ τον είχαν δέσει και τους κοίταζε όλους με μίσος.

Ευχόταν κάποιος να τον έλυνε ώστε να τους ορμήσει και να μασήσει τη σάρκα τους με τα δόντια του.

“Πρέπει να είναι η τυχερή σου μέρα” ένας ψίθυρος του γαργάλησε το αυτί. Ένιωσε ένα χάδι στους καρπούς του και η χοντρή αλυσίδα που τον κρατούσε δεμένο στο χοντρό σωλήνα του καλοριφέρ έπεσε στο πάτωμα πίσω από τη πλάτη του χωρίς να ακουστεί ο παραμικρός ήχος. Η σκιά που εισέβαλε στο σπίτι νωρίτερα είχε αποφασίσει να κάνει σύμμαχο του τον Γουαιτ. Έμεινε ακίνητος με τα χέρια πίσω από τη πλάτη του καθισμένος στο πάτωμα για να μη καταλάβει κανείς ότι ήταν ελευθερωμένος. “Περίμενε σινιάλο μου” του ψιθύρισε πάλι η φωνή.

Οι καλεσμένοι είχαν ξεχάσει την οποιαδήποτε απειλή και αντί για σχέδια άμυνας ενάντια στη σκιά κουτσομπόλευαν τους καλεσμένους που αναχώρησαν νωρίς.

Η πόρτα χτύπησε με τα παιδιά να ζητούν κέρασμα ή φάρσα. Ο Ταζκ πήγε να ανοίξει. Έβαλε το χέρι του στη τρύπα που νωρίτερα βρισκόταν το πόμολο και άνοιξε βαριεστημένα. “Σας ακούσαμε¨ μουρμούρισε καθώς μοίραζε γλυκά στο μεταμφιεσμένο τσούρμο που στεκόταν στο κατώφλι.

“Τώρα” ψιθύρισε η σκιά στον Γουαιτ. “Όρμα”

Ο Γουαιτ σηκώθηκε απότομα και όρμησε στα έξι παιδάκια συνοδεία έξι μαμάδων που ετοιμαζόταν να φύγουν. Με τα χέρια του άρπαξε τα τέσσερα και με τα δόντια του γράπωσε τα άλλα δυο από τα μαλλιά τους. Οι μαμάδες ακολούθησαν μόνες τους για να σώσουν τα παιδιά τους.

Τα έφερε μέσα ενώ οι πάντες είχαν κοκαλώσει τα φλυτζάνια είχαν πέσει από τα χέρια τους κροταλίζοντας. Τα πέταξε στο κέντρο του δωματίου ενώ το γέλιο της σκιάς δυνάμωσε. Η πόρτα έκλεισε δυνατά και μπροστά τους εμφανίστηκε ο Τζακ Ο΄ Λαντερν!!

Η Μόριγκαν κράτησε την ανάσα της. Ο καλεσμένος της που δεν μπορούσε να σκεφτεί ολόκληρη τη βραδιά. Σαν να της είχε ρίξει ο ίδιος μάγια.

“Αρκετά με αυτό το βαρετό πάρτι” είπε με ενθουσιασμό. “Ώρα να διασκεδάσουμε”

Ο Δνοφερός μπήκε μπροστά στη Μόριγκαν με το ογκώδες κορμί του ένα τοίχος προστασίας ενάντια σε κάθε εχθρό.

“Άσε τα παιδάκια ήσυχα. Και μετά θα διασκεδάσουμε” του αντιγύρισε.

“Ο καινούργιος σου εραστής υποθέτω” είπε γέρνοντας λίγο το κεφάλι του ώστε να έχει οπτική επαφή με την Μόριγκαν.

“Άσε τα παιδιά να φύγουν” είπε θυμωμένα εκείνη.

“Κανένας δεν θα φύγει” γρύλισε ο Τζακ Ο΄Λαντερν. Πλησίασε τα παιδιά που ήταν κουλουριασμένα το ένα δίπλα στο άλλο φοβισμένα και άρχισε να τους ψιθυρίζει άγνωστο τι στα αυτιά τους. Εκείνα άρχισαν να κλαίνε γοερά. Ύστερα κοίταξε τον Γουαιτ και ο νέος του υπηρέτης εξαφανίστηκε στις σκάλες.

“Τι του έκανες;” ούρλιαξε η Μόριγκαν.

Πριν προλάβει να πάρει απάντηση εμφανίστηκαν οι τέσσερις έφηβοι με τη γιαγιά Νόρα και πίσω τους ο Γουαιτ.

“Θαυμάσια” είπε ο Τζακ. “Όλοι είμαστε παρόντες λοιπόν. Λυπάμαι μόνο που έφυγαν οι εξαιρετικοί καλεσμένοι σου”

“Τους έριξες κάποιο ξόρκι για να φύγουν για να μην χρειαστεί να τους αντιμετωπίσεις” γρύλισε η Μόριγκαν η οποία τον πλησίασε σε απόσταση αναπνοής. Ο Δνοφερός τη συγκράτησε.

“Ω θα περάσουμε ένα εξαίσιο βράδυ” είπε με ένα σαδιστικό χαμόγελο στο πρόσωπο του.

Οι εναπομείναντες καλεσμένοι μαζεύτηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο για αρκετή ώρα ενώ ο Τζακ Ο Λαντερν με τον Γουαιτ οδήγησαν τους τέσσερις εφήβους, τα έξι παιδάκια με τις έξι μητέρες συνοδούς στο αιματοβαμμένο υπόγειο. Τους έδεσε πρόχειρα με ένα χοντρό σκοινί που βρήκε ανάμεσα στα δεκάδες άχρηστα πράγματα που φιλοξενούσε το σκοτεινό και παγωμένο δωμάτιο.

Ο Γουαιτ βρισκόταν στο στοιχείο του. Θυμήθηκε τις ένδοξες εκείνες μέρες της ζωής του πριν σκοτωθεί όπου σκότωνε και έτρωγε αθώους πάντα τη βραδιά του Χαλογουιν. Άρχισε να σιγομουρμουρίζει παιδικά τραγουδάκια με την ανατριχιαστική ψιλή φωνούλα του καθώς έδενε τους δύσμοιρους ανθρώπους. Ο Τζακ τον ρώτησε πόσους είχε σκοτώσει όσο ζούσε.

“Όχι όσους θα ήθελα”

Τον κοίταξε με ικανοποίηση. Ο δολοφόνος πάντα αναγνωρίζει έναν άλλο δολοφόνο.

Όλοι αυτοί οι δεμένοι άνθρωποι ήταν τρομαγμένοι και δεν έβγαζαν άχνα. Κανένα παράπονο κανένα ουρλιαχτό. Τα πρόσωπα τους ήταν πελιδνά και η ζωή βιαζόταν να τους εγκαταλείψει μια ώρα αρχύτερα.

“Τόσο κρύο και ανατριχιαστικό δωμάτιο έτσι δεν είναι;” γρύλισε ο Λαντερν κρατώντας τον γιακά ενός δεκάχρονου αγοριού. “Μοιάζει να έχει βγει από τον χειρότερο εφιάλτη σου έτσι δεν είναι;”

Το παιδί κλαψούρισε. Τον παράτησε στο πάτωμα σηκώθηκε απότομα.

“Υπέροχη οσμή” είπε φωναχτά. “Η σάρκα σας μυρίζει φόβο. Θα γίνετε πιο νόστιμοι και αλμυροί” δε συμφωνείς Γουαιτ.

“Συμφωνώ απόλυτα”

Στον επάνω όροφο προσπαθούσαν απεγνωσμένα να βρουν τρόπο διαφυγής. Όλα τα παράθυρα και οι πόρτες ήταν σφραγισμένες με κάποιο δυνατό ξόρκι που ακόμα και όλες οι μάγισσες του κόσμου να ενωνόταν δεν θα μπορούσαν να το σπάσουν. Ο Δνοφερός πήγαινε από πόρτα σε παράθυρο και προσπαθούσε να τα σπάσει με το χέρι και με το πόδι αλλά δεν γινόταν τίποτα. Έβριζε από μέσα του.

“Δώσε μου το μαχαίρι” είπε ο Λαντερν στον Γουαιτ.

Ετοίμαζε μια ιδιόμορφη κατασκευή. Μια σιδερένια και μακρυά βέργα από την οποία θα κρεμόταν έξι παιδιά. Ήταν το τέλειο γεύμα για το πάρτι. Ο Γουαιτ τον βοήθησε να δέσει χειροπόδαρα έξι παιδιά και να τα κρεμάσει στο δοκάρι.
Όχι πάρε εμένα άσε το παιδί μου ήσυχο ούρλιαξε και ούρλιαζαν μαζί της όλες οι υπόλοιπες μανάδες. “Πάρε εμάς πάρε εμάς”. Έκαναν αυτό που κάθε μητέρα, κάθε γονιός θα έκανε. Θα θυσίαζε χωρίς δισταγμό τη ζωή της για να ζήσει τη δική του το παιδί που είχε φέρει στο κόσμο.
“Για δες” είπε κεφάτα ο Τζακ Ο Λαντερν. “Τόσο πρόθυμες να πεθάνουν. Λοιπόν αγόρια οι μανούλες σας αγαπάνε πολύ”

Τα παιδιά έκλαιγαν όσο πιο σιγανά μπορούσαν αλλά ήταν ζήτημα χρόνου πριν τους κυριεύσει ο πανικός.

“Σε παρακαλώ” μουρμούρισε μια μάνα “λυπήσου μας λυπήσου μας δε σου κάναμε τίποτα, θέλαμε μόνο να πάμε βόλτα με τα παιδιά μας για να πάρουν μερικά ζαχαρωτά”
“Η ζάχαρη σκοτώνει τελικά και το μαθαίνετε με τον πιο ανορθόδοξο τρόπο” τη χλεύασε. Όλες οι διαφημίσεις όλοι οι γιατροί συστήνουν να αποφεύγουν τα παιδιά τη ζάχαρη. Και εσείς τι κάνετε βγήκατε βόλτα να πάρετε μερικά ζαχαρωτά. Δυστυχώς δε μπορώ να κάνω τίποτα γιαυτό. Τα παιδιά θα γίνουν το καλύτερο μεζεδάκι. Η σάρκα τους είναι…”
“Τι κάνεις εδώ” ακούστηκε μια φωνή γεμάτη οργή.
Η Μόριγκαν στεκόταν στη κορυφή της πέτρινης σκάλας. Ο Γουαιτ όρμησε προς το μέρος της.
Ο Τζακ τον σταμάτησε με το ένα του χέρι απλά τον έριξε κάτω χτυπώντας τον στο πρόσωπο.
Ο Γουαιτ έμεινε ασάλευτος στο πάτωμα.
“Δεν σου έχουν πει να είσαι ευγενικός απέναντι στις κυρίες;”

Τη πλησίασε και της άπλωσε το χέρι. Χωρίς να το πάρει η Μόριγκαν κατέβηκε τη σκάλα και πήγε προς το μέρος που ήταν δεμένα τα παιδιά.
“Τι είναι αυτό το χάλι;” γύρισε προς το μέρος του αλλά εκείνος στεκόταν ήδη πίσω της επικίνδυνα κοντά “δεν επιτρέπω τέτοιες κτηνωδίες στο σπίτι μου ελευθέρωσε τους αμέσως”
“Γλυκιά μου Μόριγκαν διόρθωσε με αν κάνω λάθος αλλά εσύ δεν έχεις σκοτώσει τόσους άντρες μόνο και μόνο για να πλέκεις ηλίθια πόντσο με τα έντερα τους;”
“Οι άντρες είναι άντρες τους άξιζε” γρύλισε μέσα από τα δόντια της τα σάλια της πετάχτηκαν στο πρόσωπο του.
Με το χέρι του τα σκούπισε, μετά έγλειψε τα δάχτυλα του.
“Ελευθέρωσε τους τώρα” φώναξε θυμωμένη.
“Μα θα είναι τα καλύτερο δείπνο”
“Για ποιον;” ούρλιαξε η Μόριγκαν.
“Όλοι επάνω είναι νεκροί τρώνε βρύα. Μήπως για εσένα και για αυτό το φρικιό;” έδειξε τον Γουαιτ που είχε σηκωθεί και στεκόταν με τη πλάτη στο τοίχο ακίνητος.
“Τον έχετε παρεξηγήσει τον καημένο Γουαιτ απλά είναι πολύ ντροπαλός”

“Είναι ένα φρικιό και είναι πεθαμένος εδώ και καιρό”
“Εσύ όμως είσαι ζωντανή και μυρίζεις όμορφα” της ψιθύρισε στο αυτί. Γύρισε με απέχθεια το κεφάλι της.
Ελευθέρωσε τους” διέταξε.
“Αν τους ελευθερώσω τι θα μου δώσεις σε αντάλλαγμα”
“Θα σε αφήσω να ζήσεις”
Το γέλιο του πλημμύρισε το χώρο και τον έκανε ακόμα πιο ανατριχιαστικό από ότι ήταν.
“Θα με αφήσεις να ζήσω; Ενδιαφέρον! Τι λες να συνεχίσουμε τη κουβέντα μας κάπου οι δυο μας;”

“Έστω” του αντιγύρισε και έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Κάποιες γυναίκες είναι δειλές φοβούνται τη φωτιά. Εκείνη ήταν η ίδια η φωτιά. Τοξική και καυτή. Έκαιγε όποιον άντρα έπεφτε στην αγκαλιά της. Εκτός από έναν. Εκείνον. Είχαν μοιραστεί μερικές αλησμόνητες βραδιές πριν μερικές δεκαετίες. Ο Τζακ Ο΄Λαντερν ήταν αυτό που περιέγραφε ο μύθος του και κάτι παραπάνω. Στη πραγματικότητα ήταν χειρότερος. Όντως είχε ξεγελάσει το διάβολο. Δεν είχε κάνει μόνο αυτό. Έκρυβε μια διεστραμμένη προσωπικότητα κάτω από τα ψεύτικα στρώματα της αφέλειας και της γραφικότητας. Ουσιαστικά είχε ο ίδιος χτίσει τον μύθο του με τέτοιο τρόπο ώστε να μη τρομάζει τον κόσμο αλλά να γίνεται συμπαθής. Και όποιος είναι συμπαθής εύκολα τρυπώνει στα σπίτια και τα φουστάνια των δεσποινίδων. Είχε ακόρεστη δίψα για έρωτα και δεν άφηνε θηλυκό να μην το διακορεύσει.

Η Μόριγκαν όμως ήταν διαφορετική. Δεν ήταν αθώα σίγουρα. Δεν είχε καμία σχέση με τις άλλες κοπέλες. Έκρυβε τη δική της δόση τρέλας και αυτό ήταν που γοήτευσε τον σαδιστή Τζακ Ο΄ Λαντερν. Του θύμιζε τον εαυτό του και όντως ήταν η θηλυκή εκδοχή του. Της άρεσε να σαγηνεύει αρσενικά να τους δηλητηριάζει με το τοξικό κορμί της και μετά ένιωθε τους γελοιοποιήσει μετά θάνατο χρησιμοποιώντας τους ως ντεκόρ ή πλέκοντας καταραμένα πόντσο με τα έντερα τους για να τα χαρίσει σε όσους δεν συμπαθούσε. Και ήταν ατελείωτη η λίστα αυτών που δεν χώνευε.

Ο Τζακ ένιωθε ηδονή προκαλώντας φόβο. Ήθελε να τον φοβούνται με αυτό δυνάμωνε. Και όταν τη συνάντησε πριν δεκαετίες σε ένα πάρτι μασκέ τον θύμωσε η έλλειψη φόβου από τη μεριά της. Ένιωσε τη τοξικότητα του κορμιού της αλλά δεν ήταν ικανή να τον σκοτώσει. Ένιωθε όμως εξασθενημένος από τη σαρκική επαφή γιαυτό έφυγε μακρυά της. Από τότε είχε να τη δει.

“Λοιπόν θα τα ελευθερώσω αν σκεφτείς τη πρόταση μου” της είπε αναστενάζοντας. Βρισκόταν στο δωμάτιο της.
“Θέλεις να γίνω η πόρνη σου; Ποτέ.”
“Τότε λυπάμαι. Το δείπνο έχει λαχταριστή παιδική σάρκα”
“Περίμενε” φώναξε πριν εκείνος πιάσει το πόμολο της πόρτας.
“Λοιπόν θα με έχεις για μια φορά.
Θα με έχεις για μια νύχτα την αποψινή και μετά θα εξαφανιστείς”
“Δελεαστικό αλλά όχι σε θέλω για πολλές περισσότερες νύχτες”
“Δε γίνεται” απάντησε νευρική.

“Γίνεται κάποτε ήμασταν εραστές κάποτε σου άρεσε”
Είχε δίκιο ανατρίχιασε στην ανάμνηση των χεριών του να τρέχουν πάνω στο κορμί της.
“Λοιπόν να αφήσω τα παιδάκια να φύγουν τα καημένα έχουν χεστεί πάνω τους”
“Και τις μαμάδες” συμπλήρωσε εκείνη.
“Ω μη μου ζητάς το ακατόρθωτο. Και τι θα φάω απόψε είμαι νηστικός μέρες δεν μπορείς να με αφήσεις έτσι, στο κάτω κάτω είμαι καλεσμένος σου και πρέπει να είσαι σωστή οικοδέσποινα”
“Θα αφήσεις τις μητέρες με τα παιδιά τους και τους εφήβους.
Θα στείλω τον Δνοφερό να σου βρει άστεγους ηλικιωμένους για να τραφείς”
“Δε συγκρίνεται η παιδική σάρκα με τη γέρικη αλλά πες ότι συμφωνώ, είναι πολύ μεγάλη θυσία δε πιστεύω να θεωρείς ότι ξεμπέρδεψες με μια βραδιά. Θέλω να σε έχω δικιά μου κάθε νύχτα”
“Είμαι έγκυος” του πέταξε κοφτά. Ήταν η πρώτη φορά που έχανε τα λόγια του, αυτή τη πιθανότητα δε τη περίμενε. Έμεινε σιωπηλός για λίγο.

“Είναι δικό του” πέταξε “του τύπου κάτω που μπήκε μπροστά σου να σε προστατεύσει;”
“Όχι ο πατέρας του μωρού είναι νεκρός. Το κεφάλι του κοσμεί το τραπεζάκι στο χολ μου”
“Γυναίκα μπελάς””τι σου έκανε ο δύστυχος;”
“Δεν σε αφορά και δεν είναι το θέμα μας αυτό”
“Σωστά το θέμα μας είναι πως θα ικανοποιήσεις τον γλυκό σου Τζακ για να χαρίσει τη ζωή σε τόσους αθώους ανθρώπους”
“Η προσφορά μου παραμένει η ίδια θα με έχεις μόνο για απόψε, θα σου φέρω ζητιάνους και θα τους αφήσεις όλους να φύγουν. Α και ο Γουαιτ είναι δικός μου”
“Σκληρό παζάρι αλλά μου φαίνεται ότι με ρίχνεις λίγο” έτριψε το πηγούνι του κάπως κωμικά.
“Τι άλλο θέλεις;” είπε εξοργισμένη εκείνη.
“Εσένα για όσο μου κάνει κέφι”
“Μόνο για απόψε”
Για πάντα”
Για απόψε”

Προσπάθησε να τη φιλήσει και η Μόριγκαν του έχωσε γονατιά στα σκέλια.
“Είσαι ζόρικη” είπε βογκώντας
“Αποφάσισε Τζακ” του είπε με μίσος”

“Θα δεχτώ μόνο αν απαντήσεις στην εξής ερώτηση”
“Λέγε”
“Γιατί με κάλεσες εδώ απόψε. Ήξερες ότι πάντα κάνω σαματά”
“Τη τελευταία φορά που είχες έρθει ήσουν πιο κόσμιος”
“Έχω ξεφύγει λιγάκι το ομολογώ”
“Τελειώνει η υπομονή μου” του πέταξε με οργή.
“Μετάνιωσες που με κάλεσες;”
“Ναι! Μακάρι να μην το έκανα”
“Αυτό πλήγωσε τα αισθήματα μου”
“Ας τελειώσει επιτέλους αυτό το τσίρκο”
“Πρώτα θα εισπράξω αυτό που μου υποσχέθηκες και μετά θα τους ελευθερώσω”
“Αποκλείεται” τινάχτηκε εκείνη.
“Τώρα θα τους αφήσεις να φύγουν και θα ζητήσω εγώ από τον Δνοφερό να βγει να σου φέρει τους ζητιάνους και μέχρι να γυρίσει θα έχεις πάρει αυτό που σου υποσχέθηκα”

“Οργανωτική μου αρέσει”
“Ας είναι” αναστέναξε και βγήκε από το δωμάτιο. Τον ακολούθησε αμίλητη ευχήθηκε για μια στιγμή να μην ήταν έγκυος, να μπορούσε να εξασκήσει μαγεία πάνω του μέχρι να έβγαζε αίμα από τα αυτιά. Κατέβηκαν στη τραπεζαρία.
“Δνοφερέ έλα μαζί μας σε χρειάζομαι”
Την ακολούθησε χωρίς να πει λέξη.
Κατέβηκαν στο υπόγειο και βρήκαν τον Γουαιτ όπου τον άφησαν. Τα παιδιά είχαν συρθεί κοντά στις μανάδες τους και ήταν αγκαλιασμένοι. Ένα στεφάνι σάρκας και οδύνης.
“Τι γλυκιά εικόνα” τους χλεύασε ο Τζακ.
“Κόφτο” του φώναξε εκείνη.
Ζήτησε από τον Δνοφερό να τους λύσει όλους. Τους τέσσερις εφήβους τα έξι παιδιά και τις έξι μανάδες.
“Ακολουθήστε με” είπε η Μόριγκαν “σας παρακαλώ μη βγάλετε άχνα σύντομα θα έχουν τελειώσει όλα. Θα σας οδηγήσω στην έξοδο”
Στην αρχή δε κουνήθηκε κανείς. Φοβήθηκαν μήπως ήταν κάποιο τερτίπι των τεράτων που τους είχαν αιχμαλωτίσει
“Ακολουθήστε την αλλιώς θα πεθάνετε όλοι” γρύλισε ο Τζακ.
Αυτόματα έτρεξαν προς τη σκάλα πίσω από τη Μόριγκαν.
“Λύσε τα μάγια της πόρτας” του είπε επιτακτικά.
“Μάλιστα κυρία μου στις διαταγές σας”

Καθώς την παρακολουθούσε να εξαφανίζεται στις σκάλες είπε στον Γουαιτ “τι κάνει κάνεις για τον έρωτα”
Ανέβηκαν στη τραπεζαρία και η Μόριγκαν με τον Δνοφερό στο πλευρό της, ζήτησε από τη γιαγιά Νόρα να κάνει ένα ξόρκι αμνησίας στους δεκαέξι πρώην ομήρους. Ύστερα τους οδήγησε στο κήπο και από εκεί στο δρόμο και στην ελευθερία τους.
Ύστερα ζήτησε από τον Δνοφερό να βγει για κυνήγι. “Γύρνα με ζητιάνους άτομα που δεν θα τους αναζητήσει κανείς” Εκείνος έφυγε αμέσως.
Επέστρεψε στη τραπεζαρία.

“Τι συμβαίνει;”
“Καλύτερα να φύγετε. Το πάρτι τελείωσε σας παρακαλώ”

“Και να σε αφήσουμε μόνη στη κατάσταση σου να τα βγάλεις πέρα με αυτόν τον διεστραμμένο; Δεν μπορείς ούτε ένα ξόρκι να κάνεις” είπε η μαμά Λίλιθ.
“Έχω τον Δνοφερό σας παρακαλώ φύγετε”
“Δεν πάμε πουθενά” είπε ο Στίβενγουαιζ που λάτρευε τις ιστορίες τρόμου.
“Μαμά γιαγιά θεία σας παρακαλώ φύγετε τουλάχιστον εσείς”
“Δεν αφήνουμε το μωρό μας μόνο του με αυτό το πράγμα”
“Τι λέτε εσείς εδώ;” είπε ο Τζακ που εμφανίστηκε από το υπόγειο με τον Γουαιτ ξωπίσω του.
“Μην ανησυχείς σε λίγο θα έχεις το δείπνο σου. Ο Δνοφερός είναι πολύ καλός στο κυνήγι”
“Δεν με απασχολεί τόσο πολύ αυτό όσο το να γνωρίσω τους υπόλοιπους καλεσμένους σου”

Πριν λίγο βιαζόσουν να εισπράξεις το αντάλλαγμα σου”
“Κάθε πράγμα στην ώρα του, θα πρότεινα να με συνοδεύσετε στο γεύμα μου σε λίγο”
“Δεν είσαι ο οικοδεσπότης” είπε θυμωμένη η μαμά Λίλιθ.
“Μαμά σε παρακαλώ” ψιθύρισε η Μόριγκαν.
“Θέλω να φύγουν οι τρεις τους, με τους άλλους μπορείς να κάνεις ότι θες”
“Καλά καλά, αν και δεν θα έχει πλάκα, εννοώ δες τους, ψοφίμια είναι, θέλω ζωντανή σάρκα”
“Μέχρι να γυρίσει ο Δνοφερός πάμε επάνω” έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω της.
“Τη λατρεύω όταν το κάνει αυτό” είπε καθώς την ακολουθούσε.
“Μαμά γιαγιά θεία” φώναξε η Μόριγκαν “μέχρι να επιστρέψω να έχετε φύγει”
“Γουαιτ πρόσεχε τους” είπε ο Τζακ πριν εξαφανιστεί στη σκάλα.
“Λοιπόν οι δυο μας επιτέλους”
“Κοφτό Τζακ και τελείωνε επιτέλους”
“Γιατί βιάζεσαι μωρό μου θέλω απλά να περάσουμε καλά οι δυο μας”
Την άρπαξε από τη μέση.
“Να ξέρεις ότι σε μισώ” του είπε πριν της σφραγίσει το στόμα με ένα παθιασμένο φιλί.
Κάτω στη τραπεζαρία ο Γουαιτ προσπάθησε να σύρει τις τρεις γυναίκες στο κήπο αλλά τον ακινητοποίησαν με ένα ξόρκι αιχμαλωσίας που τον άφησε παράλυτο ανίκανο να κινηθεί.
“Έχω μια ιδέα” είπε ο Στίβενγουαιζ και άρπαξε ένα κουζινομάχαιρο από το τραπέζι.
Γονάτισε και άρχισε να κόβει τα χέρια του Γουαιτ.
“Έχω γράψει μια ιστορία όπου ένας τρελός κυνηγάει να σφάξει την οικογένεια του με ένα τέτοιο μαχαίρι” είπε κόβοντας με όρεξη.
Ο Γουαιτ έμοιαζε σαν ζόμπι, δεν έβγαζε άχνα έμοιαζε με ζόμπι όσο τον ακρωτηρίαζε ο τρελός συγγραφέας.

Στο δωμάτιο η Μόριγκαν έκανε έρωτα με τον Τζακ και μισούσε τον εαυτό της που το απολάμβανε.
Ο Δνοφερός επέστρεψε στο σπίτι. Πέρασε από το νεκροταφείο, τον κήπο, τη σκοτεινή αλέα και σκαρφάλωσε από το σπασμένο παράθυρο μέσα στο υπόγειο. Μαζί του κουβαλούσε και πέταξε από το παράθυρο σαν σακιά πέντε άστεγους.

Πέντε τυχαίους άτυχους, ρακένδυτους ζητιάνους που δεν θα έλειπαν σε κανένα. Γιατί είχαν μείνει ολομόναχοι στο κόσμο είτε γιατί οι δικοί τους δεν τους ήθελαν πια.
Τους είχε χτυπήσει ίσα ίσα για να είναι αναίσθητοι και να μην δημιουργούν προβλήματα.

Τους έδεσε και ανέβηκε στη τραπεζαρία. Την ίδια στιγμή κατέβαιναν η Μόριγκαν και ο Τζακ από τη κρεβατοκάμαρα.
“Γύρισες κιόλας;” του είπε ανακουφισμένη η Μόριγκαν.
“Γύρισα” είπε κοφτά και το βλέμμα της ζήλιας τη κόλλησε στον τοίχο.
Η Μόριγκαν αναζήτησε τις τρεις γυναίκες που δε φαινόταν πουθενά. Η υπόλοιπη παρέα ήταν μαζεμένη στη τραπεζαρία. Τους πλησίασε και αντίκρισε τον Γουαιτ στο πατωμα ακρωτηριασμένο.

“Επιτέλους κάποιος έκανε αυτό που έπρεπε” είπε ανακουφισμένη ενώ ακολούθησε τον Τζακ στο υπόγειο

“Μην τον πειράξετε πρέπει να τον κάψω για να μην αναστηθεί ξανά” φώναξε.
“Δνοφερέ έλα μαζί μου” πάνω από τον ώμο της πριν εξαφανιστεί πάνω στις σκάλες.

“Οι μισοί από αυτούς έχουν αρχίσει να συνέρχονται” είπε γεμάτη τύψεις καθώς αντίκρισε τους άτυχους άντρες στο υπόγειο.

“Καλύτερα αυτοί παρά μανάδες και παιδιά. Αν υπάρχει κόλαση για μάγισσες εύχομαι να καώ εκεί”
Ο Τζακ διασκέδαζε χλευάζοντας τους όση ώρα τους έδενε χειροπόδαρα και τους κρεμούσε από το δοκάρι.
“Τελείωνε μ’αυτό” είπε εκείνη κοφτά “το πάρτι τελείωσε ώρα να φύγουν όλοι”
“Το πάρτι μόλις άρχισε μωρό μου” είπε εκείνος γελώντας.
Ο Δνοφερός τη κοίταξε με ένα βλέμμα “άσε με να τον καθαρίσω”
Έκλεισε τα μάτια και έδιωξε τον πειρασμό μακρυά, του άξιζε να πεθάνει, αν πέθαινε εκείνος θα γλίτωναν οι δύστυχοι ζητιάνοι το μόνο που είχε να κάνει ήταν να αφήσει τη δολοφονική μηχανή με το όνομα Δνοφερός Διηζήτωρ να τον βγάλει από τη μέση.

Επέλεξε να μην χειροτερέψει τα πράγματα, εξάλλου έπρεπε να αποδεχτεί τη φύση της ήταν κι εκείνη ένα τέρας όπως ο Γουαιτ ή ο Τζακ.

Επειδή είχε σώσει μερικά παιδιά με τις μανάδες τους δε σήμαινε ότι δεν είχε σκοτώσει δεκάδες άντρες ή ότι δε θα σκότωνε στο μέλλον.
Αποχώρησε σιωπηλή αφήνοντας τον να κάνει ότι ήθελε.
Ο Δνοφερός έμεινε ασάλευτος στη θέση του να τον επιβλέπει.
Στη τραπεζαρία ζήτησε από τον Στίβενγουαιζ να τη βοηθήσει να μαζέψει τα μέλη του Γουαιτ και να τα πετάξουν στο τζάκι. Ύστερα άναψε φωτιά και στάθηκε να παρατηρεί τις φλόγες που κατάπιναν τη σάρκα του ειδεχθές Γουαιτ.
Αναθεμάτισε τον εαυτό της που είχε καλέσει τον Τζακ και τον Γουαιτ ακόμα και τη βλαμμένη Αουρέλια. Έπρεπε να περιορίσει τη λίστα στους υψηλούς προσκεκλημένους της. Δεν καλούσε ο οποιοσδήποτε τον Λόρδο Ρόμπερτ και τη μάγισσα Βεατρίκη την Έλινορ και τον Κρίστιαν την Σκάιλαρ και τον Ρειτζ τη Μαρία και τον Μίνωα.
Έπρεπε να αφήσει όλα τα υπόλοιπα παράσιτα εκτός λίστας. Ακόμα και ο Δνοφερός ένας καταραμένος βιτζιλάντι ήταν καλύτερος από όλους τα υπόλοιπα κατακάθια.
Αποκαρδιωμένη κάθισε στη πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι αφηρημένη έβγαλε το τακούνι της, όλο το βράδυ ισορροπούσε τέλεια πάνω στα δωδεκαποντα στιλέτα άλλα τώρα δεν είχε την αντοχή για τίποτα επιπλέον.

Ευχήθηκε να τελείωναν μια ώρα νωρίτερα όλο αυτό το τσίρκο. Της πήρε αρκετή ώρα να συνειδητοποίησε τι ήταν αυτό που ξεπροβάλλει από τις σκάλες του υπόγειου.
Ο Δνοφερός ανέβηκε πρώτος με το πιο ανεξήγητο βλέμμα.
Πίσω του ο Τζακ με το πιο ηλίθια έκφραση στο πρόσωπο του κρατούσε ψηλά με τα δυο του χέρια τη σιδερένια βέργα από την οποία κρεμόταν οι άστεγοι.
Η δύναμη του ήταν τόση μεγάλη η ήταν αποτέλεσμα κάποιου μαγικού αυτό που έβλεπε;
“Δεν μπορείς απλά να τους σκοτώσεις στο υπόγειο και να σηκωθείς να φύγεις; Αρκετά με αυτό το τσίρκο των φρικιών.
“Ω γλυκιά μου στο είπα τόσες φορές το πάρτι τώρα αρχίζει”
Ανέβηκε στο στρωμένο τραπέζι σπρώχνοντας και σπάζοντας πορσελάνες για να κρέμαση από το ταβάνι τη σιδερένια βέργα από το ένα πολύφωτο στο άλλο”
Ο Στίβενγουαιζ έτρεξε να τον βοηθήσει. Το ίδιο και η βλαμμένη Αουρέλια, οι υπόλοιποι έμειναν κοκαλωμένοι.
Έκανε νόημα στον Δνοφερό να την ακολουθήσει στη κουζίνα.
“Πρέπει να τους ξεπαστρέψουμε ψιθύρισε.
“Αλλιώς δε θα βγούμε ζωντανοί από δω μέσα”
“Πες μου τι να κάνω;”

“Όσοι πάνε με το μέρος του θέλω να βρεις τρόπο να τους καθαρίσεις, πρέπει να διαμελιστούν και να καούν για να μην αναστηθούν ποτέ ξανά”
“Ωραία πες ότι έγινε ήδη”
“Δυστυχώς κανένας μας δεν μπορεί να εξασκήσει μαγεία, εσύ δεν είσαι μάγος και εγώ λόγω εγκυμοσύνης άρα είναι δύσκολο να τον σκοτώσουμε” είπε με απελπισία.
Τη κοίταξε ερευνητικά.
“Ποιος είναι ο πατέρας;
“Σοβαρά δεν είναι η ώρα για τέτοιες συζητήσεις.

Ο Τζακ τους έβαλε όλους να καθίσουν στο τραπέζι, μετά πήρε ένα μαχαίρι και έκοψε τα λαρύγγια των άτυχων ανδρών που κρεμόταν από το ταβάνι. Το αίμα έτρεχε σε ποτήρια που είχε τοποθετήσει από κάτω.

“Πιείτε φίλοι μου” είπε εύθυμα.
Η Μόριγκαν μόλις αντίκρισε το σκηνικό του τρόμου έτρεξε στο μπάνιο και άδειασε το στομάχι της.
Ήταν το χειρότερο πάρτι που είχε γίνει ποτέ.

“Μόριγκαν” κάποιος ψιθύρισε καθώς πλενόταν στο νιπτήρα. Κοίταξε μέσα από το καθρέπτη μια ανεπαίσθητη κίνηση στη κουρτίνα του ντους. Τη τράβηξε απότομα και είδε τη γιαγιά Νόρα, τη θεία ΜαΦία και τη μαμά Λίλιθ να τη κοιτάνε μέσα από τη μπανιέρα.

“Εσείς!!” είπε η Μόριγκαν ανακουφισμένη. Με τρομάξατε”

Συγνώμη καλή μου δε μπορούσαμε να φύγουμε και να σε αφήσουμε να τα βγάλεις πέρα μόνη σου με αυτό το τέρας” είπε η γιαγιά Νόρα.

“Το εκτιμώ που δεν το κάνατε. Η κατάσταση έχει ξεφύγει. Κάτι πρέπει να κάνουμε τώρα”

Στη τραπεζαρία η οσμή της ανθρώπινης σάρκας τους είχε προκαλέσει φρενίτιδα. Είχαν αφήσει την αληθινή τους φύση να βγει στην επιφάνεια. Οι μισοί βρισκόταν στο πάτωμα σαν σκυλιά και έτρωγαν μεγάλα κομμάτια σάρκας που είχαν πάρει από τους κρεμασμένους άντρες,

Κάποιοι άλλοι καθισμένοι στο τραπέζι έπιναν σε κρυστάλλινα ποτήρια αίμα.

Ο Δνοφερός βρισκόταν στη βάση της σκάλας για να προλάβει τη Μόριγκαν όταν θα κατέβαινε από το δωμάτιο της. Κάποιος του ψιθύρισε κάτι και εκείνος ανέβηκε στις σκάλες χωρίς να τον πάρουν είδηση.

“Υπέροχο πάρτι¨ είπε εύθυμα ο Τζακ. Έγλειψε με λαιμαργία τα στήθη της Μπλάντι Κάρι καθώς τη θώπευε σε μια γωνιά.

Ο Στίβενγουαιζ απαλλαγμένος από ηθική και πάσης φύσεως νόμους επιτέθηκε στη Πασκουαλίτα και την διαμέλισε.

“Κανείς δε χωνεύει τις θλιμμένες νύφες” ούρλιαξε.

Τα υπόλοιπα έγιναν σε ένα πετάρισμα του βλεφάρου. Οι τρεις μάγισσες έκαναν ένα πανίσχυρο ξόρκι ακινητοποίησης στον Τζακ ο οποίος σωριάστηκε παράλυτος στο πάτωμα.

Μόριγκαν και Δνοφερός όρμησαν κρατώντας μαχαίρια και έσφαξαν όλους τους καλεσμένους.

Μπλάντι Κάρι ψόφα!

Στίβενγουαιζ ψόφα!

Αουρέλια ψόφα!

Ο Τζακ Ο Λαντερν έμεινε τελευταίος.

“Άσε με σε παρακαλώ να τον καθαρίσω” είπε ο Γουαιτ.

“Όχι μωρό μου αυτός είναι δικός μου”

Γονάτισε πάνω του και του χάραξε το πρόσωπο. Είχε τα μάτια του ανοιχτά αλλά δεν μπορούσε να αντιδράσει. Τη παρακολουθούσε με τρόμο να τον χαρακώνει πετσοκόβει να του αφαιρεί ολόκληρα κομμάτια σάρκας. Του έκανε μια καθαρή τομή σε όλο του το κορμό.

“Θεία έλα να μαζέψουμε τα έντερα”

“Ευχαρίστως χρυσό μου”…

                                                                                ΤΕΛΟΣ!

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì

———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–

ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

45097837_912381555619521_9042016643349217280_n
Morigan Morbid
20180927_224557
Τα πόντσο της κατάρας