ΕΛΙΝΟΡ

ΕΛΙΝΟΡ (ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ)..

«ΩΣ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

«Β Ο Η Θ Ε Ι Α»

Μια φωνή τον διαπέρασε και τον έκανε να σκίσει τον αέρα με το σπαθί. Προσπάθησε να καταλάβει από που είχε ακουστεί η φωνή. Προχώρησε μερικά βήματα στη σκοτεινή αίθουσα και διέκρινε ένα φωτεινό σημείο στο βάθος της. ‘Ηταν ένας πυρσός στερεωμένος στον τοίχο που έριχνε το λιγοστό φως του σε κάτι ακαθόριστο. Προχώρησε κι άλλο με τη καρδιά του να τρέμει και άρχισε να διακρίνει τον μεγαλόπρεπο θρόνο. Ο θρόνος της Ριάννον. Υπήρχε κάτι επάνω του.

Ένας δυνατός θόρυβος τον έκανε να ακινητοποιηθεί στη μέση της αίθουσας. Περίμενε μερικές στιγμές και έπειτα συνέχισε τη πορεία του προς τον θρόνο.

«Ήρθες» ακούστηκε μια βροντερή φωνή λες και αντηχούσε σε όλο το κάστρο. «Το ήξερα ότι θα ερχόσουν. Τώρα είμαστε και πάλι οι τρείς μας»

Ο Γενναίος έσφιξε περισσότερο το σπαθί και το σήκωσε ψηλότερα παρόλο το βάρος του. Απέναντι του στεκόταν ο φοβερός Αστερίωνας που το αποκρουστικό του κεφάλι ήταν αρκετό για να λιποψυχήσει μέχρι και ο πιο γενναίος πολεμιστής. Όλοι εκτός τον αληθινά Γενναίο που ήξερε ακριβώς τι ήταν ικανός να κάνει το κτήνος με το κεφάλι ταύρου. Έτριξε τα δόντια και πριν κάνει ένα βήμα προς το μέρος του βούκρανου, το βλέμμα του ξεστράτισε στο θρόνο. Διέκρινε το σχήμα του κορμιού της και τα καστανά μαλλιά της. Η ανάμνηση της μυρωδιάς του μπρουνέτ χείμμαρου τον κατέκλυσε. Πήρε μια κοφτή ανάσα και πρόχώρησε με το βλέμμα στο τέρας με τα κέρατα.

«ΔΕ ΣΕ ΦΟΒΑΜΑΙ ΑΣΤΕΡΙΩΝΑ» πέταξε με μίσος. » Με καταδιώκεις για πάρα πολύ καιρό, προσπαθώντας να πάρεις εκδίκηση για κάτι που υπήρχε μόνο στο μυαλό σου. Έκανες αγώνα για να με πλησιάσεις. Και τα κατάφερες. Ύστερα από τόσο καιρό. Πρόσεξε όμως γιατί έχω κάτι που δεν το έχεις εσύ, είμαι θνητός. Και αυτό είναι ασυναγώνιστο!!»

Ο Αστερίωνας έβγαλε έναν ήχο που θύμιζε βήχα αλλά αυτό ήταν το γέλιο του.

«ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΣ» γρύλλισε το τέρας κάνοντας τον Γενναίο να ανατριχιάσει.

Κάπου μακρυά ο Κρίστιαν παρακολουθούσε την Έλινορ να συγκεντρώνεται στη φλόγα του κεριού. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στη μαγική φλόγα που έστελνε ανταύγιες στο πρόσωπο της και στα καστανά μαλλιά της μέσα σε μια απόκοσμη λάμψη. Το πάτωμα είχε ήδη πλυμμηρίσει με ένα παχύρρευσο υγρό σαν αίμα που έσταζε καθώς έλιωνε το κερί. Προφανώς έβλεπε κάποιο όραμα γιατί ήταν κολλήμενη σε αυτή τη στάση για αρκετή ώρα.

Μετά τινάχτηκε απότομα και με τα πόδια της έριξε το τραπεζάκι μπροστά από τον καναπέ και όλα όσα είχε επάνω του, συμπεριλαμβανομένου και του κεριού.

«Γαμώτο» φώναξε τρομοκρατημένη.

Ο Κρίστιαν βάλθηκε να μαζέψει το κερί και τη ρώτησε αν είναι καλά.

«Κρίστιαν» ψιθύρισε ξεψυχισμένη.

Την αγκάλιασε και την κούνησε απαλά στην αγκαλιά του σαν μωρό

«Ησυχάσε μωρό μου, εγώ είμαι εδώ»

Και είχε δίκιο. Ήταν πάντα εκεί στο πλευρό της. Από τα πέντε της. Φίλος της, αδελφός της, σύντροφος της, προστάτης της, εραστή της, τροφός της. Ήταν το φεγγάρι της.

«Είδα τα πάντα» ψιθύρισε. «ΟΛΑ. Από τη  αρχή των πάντων»

Της χαίδεψε τα μαλλιά της και της ζήτησε να του πει όσα είχε δει.

Το κάστρο αντηχούσε από τους ήχους του σπαθιού. Ο Αστερίωνας πάλευε με ένα μικρότερο και κατώτερο σπαθί από το μαγικό σπαθί της Ριάννον που κατείχε ο Γενναίος. Η σωματική του όμως δύναμη ήταν μεγαλύτερη από αυτή του Γενναίου. Θα μπορούσε να τον σκοτώσει με ένα απλό χάδι. Αλλά δεν το έκανε. Ήθελε να τον βλέπει να αγωνίζεται με δυνάμεις που ο ίδιος δεν γνώριζε καν ότι διέθετε. Διψούσε για εκδίκηση και ήθελε να τον βασανίσει αργά πριν τον σκοτώσει. Και μετά θα την είχε δικιά του για πάντα. «Αμέλια!!! Δικιά μου. Μετά από τόσο καιρό». Υπήρχε ακόμα μια εκρεμμότητα: η Ελινορ. Την ήθελε κι εκείνη δικιά του.

Η Έλινορ πήρε μια βαθειά ανάσα και άρχισε να ψάλλει ένα ισχυρό ξόρκι που είχε δει στο όραμα της.

«ΙΕΡΕΙΑ ΤΟΥ ΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΚΥΝΗΓΩΝ ΔΕΞΟΥ ΤΗ ΘΥΣΙΑ ΠΟΥ ΣΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΩ ΚΑΙ ΕΜΦΑΝΙΣΟΥ»

Με τα νύχια της έγδαρε τον καρπό της και αίμα έσταξε πάνω στη φλόγα του μαγικου κεριού. Ηταν επικύνδινο αυτό που πήγαινε να κάνει, αφού η Ριάννον ηγούταν της καταδίωξης των απανταχού βρικολάκων. Θα μπορούσε να τη σκοτώσει με το που εμφανιζόταν χωρίς να της έδινε καν την ευκαιρία να της εξηγήσει το λόγο της επίκλησης της. Απλά και μόνο επειδή ήταν  βρικόλακας.

Συνέχισε να ψάλλει μέχρί που έπεσε ξέπνοη στο πάτωμα. Ο Κρίστιαν τη σήκωσε στα χέρια του και την ανέβασε στο υπνοδωμάτιο να ξεκουραστεί. Ύστερα της πρόσφερε τον λαιμό του να τραφεί.

Ο Γενναίος κούτσαινε τώρα από το τραύμα που του είχε καταφέρει ο Αστερίωνας. Δεν εγκατέλειπε όμως. Η μάχη συνεχιζόταν ώρες δίνοντας απίστευτη ικανοποίηση στον βούκρανο και αφόρητο πόνο στον Γενναίο.

«Θα σε κάνω να μετανιώσεις που τη πήρες μακρυά μου»

«Δεν τη πήρα» ούρλιαξε ο Γενναίος. » Έφυγε με τη θέληση της»

Ο Αστερίωνας τυφλωμένος από οργή κατάφερε ένα σοβαρό χτύπημα στο χέρι του Γενναίου κάνοντας τον να πέσει στο κρύο πάτωμα σφαδάζοντας από τους πόνους. Στάθηκε πάνω του και τον κοίταξε με οίκτο. Με τη μύτη του σπαθιού του έσπρωξε στο πόδια του Γενναίου το μαγικό σπαθί που είχε πέσει από τα χέρια του πρίν λίγες στιγμές.

«Θα μπορούσα να σε σκοτώσω αυτή τη στιγμή» μούγκρισε με απέχθεια. «Μπροστά της και μετά  να τη κάνω δικιά μου. Αλλά τότε η εκδίκηση μου θα ήταν μισή. Αν σε κρατήσω όμως σε αυτή τη κατάσταση για πολύ καιρό και σε βλέπει να υποφέρεις, και αν σταματάω κάθε λίγο και σε αναγκάζω να βλέπεις να τη κάνω δικιά μου ξανά και ξανά, τότε αυτή θα είναι η πιο γλυκιά, η πιο ηδονική εκδίκηση που θα μπορούσα να έχω»

Έφτυσε πάνω του και πέταξε το σπαθί του στο πάτωμα. Ύστερα γύρισε και κατευθήνθηκε προς τον θρόνο της μητέρας του. Εκεί που ήταν καθισμένη και αλυσοδεμένη η Αμέλια.

Τη πλησίασε και αδέξια έπιασε μια τούφα από τα μαλλιά της και τα έφερε στα ανοιχτά ρουθούνια του. Έκλεισε τα μάτια και πήρε μια γερή ρουφηξιά από το άρωμα τους.

Η Αμέλια έκλαιγε σιωπηλά. Δεν φώναξε όπως επιθυμούσε για να μην ερεθίσει το κτήνος.

«Αμέλια θα σε κάνω δικιά μου» της είπε με τη βαριά φωνή του.

Το σπαθί της μητέρας του καρφώθηκε με δύναμη στο σβέρκο του και μια κραυγή έσκισε την ησυχία του ερειπωμένου κάστρου. Σωριάστηκε στο πάτωμα μουγκρίζοντας από τον πόνο.

«Δεν έπρεπε να μου γυρίσεις τη πλάτη βούκρανε» φώναξε ο Γενναίος καθώς τράβηξε το σπαθί από το σβέρκο του. Το κάρφωσε ξανά με περισσότερη ορμή στη ραχοκοκκαλια του.

Η Αμέλια άρχισε να ουρλιάζει. Ήταν ένα βήμα πριν τη παρανοια. Είχε περάσει τις τελυταίες μέρες σαν όμηρος ενός κτήνους δεμένη σαν ζώο και για ώρες έβλεπε τον άντρα της τον ΓΕΝΝΑΙΟ ΜΕΙΝΑΡΝΤ να μονομαχεί με τον διώκτη τους. Και τώρα υπήρχε ελπίδα να σωθούν και η δυο. Ευχόταν μόνο να ζούσε και η κόρη τους. Η λατρεμένη της Έλινορ με τα μακρυά καστανά μαλλιά όμοια με τα δικά της.

Μετά την είδε. Στην αρχή νόμιζε ότι είχει παραισθήσεις. Στην είσοδο της αίθουσαν στέκοταν η κόρη της. Πως ήταν δυνατόν. Σίγουρα είχε κουραστεί τόσο πολύ και έβλεπε οράματα. Η κοπέλα έκανε μερικά αθόρυβα βήματα και πίσω της εμφανίστηκαν ακόμα δυο άτομα. Ο Κρίστιαν και η….. Αν είναι δυνατόν!!!!! Η Ριάννον!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Ο άντρας της ήταν πάνω από το ακίνητο σώμα του Αστερίωνα και δεν αντιλήφθηκε τι συνεβαίνε. Μέχρι που ακούστηκε μια φωνή:

«Μπαμπά»

Ο Γενναίος Μέιναρντ, που τόσα χρόνια ζούσε με το ψεύτικο όνομα Πάτρικ, έμεινε ακίνητος στη θέση του. Αργά γύρισε και κοίταξε την Έλινορ. Χαμογέλασε με ανακούφιση που την είδε. Δίπλα της ήταν ο Κρίστιαν, αιώνιος συνοδοιπόρος. Και μετά πάγωσε. Η ιέρεια αυτοπροσώπος στεκόταν μπροστά του. Και εκείνος σκότωνε τον γιό της. Ανυσηχία τον κυρίευσε. Αραγε είχε όμηρους τη κόρη του και τον φίλο της;

Γονάτισε μπροστά της για να ικετέψει γαι το έλεος της.

«Ιέρεια μην πειράξεις τη γυναίκα μου, τη κόρη μου και τον φιλο της. Σκότωσε εμένα»

Τα απαλό γελάκι της Ριάννον ακούστηκε στην τεράστια αίθουσα. Ύστερα τον προσπέρασε και κατευθήνθηκε προς τον αναίσθητο Αστερίωνα. Τον άγγιξε απαλά στο μέτωπο.

«Γιε μου» ψυθηρισε.

Ύστερα σηκώθηκε και πήγε στον θρόνο της. Με τα γυμνά της χέρια έσπασε τις αλυσίδες της Αμέλιας.

«Η πιστή μου Αμέλια» είπε και της χαίδεψε το μάγουλο. Η Αμέλια που για χρόνια ζούσε με το ψεύτικο όνομα Ελισάβετ, έπεσε στα πόδια της από ευγνωμοσύνη.

«Συγχώρεσε μας» ικέτεψε η Αμέλια.

«Δεν έχω να συγχωρήσω τίποτα. Το μόνο σας παράπτωμα ήταν ότι μου κλέψατε το σπαθί. Αλλά σας καταλαβαίνω. Ο γιός μου σας καταδίωκε και έπρεπε να τον πολεμήσετε με ένα δυνατό όπλο»

Σήκωσε την Αμέλια από το πάτωμα και είπε: «Είσαστε ελεύθεροι να φύγετε. Εγώ θα φροντίσω τον γιό μου»

Ο Μέιναρντ βοήθησε την Αμέλια να περπατήσει ως το κέντρο της αίθουσας. Έπεσε στην αγκαλιά της κόρης κλαίγοντας υστερικά.»

Έλι μου» έλεγε ξανα και ξανά. Το κοριτσάκι της ήταν ζωντανό. Την αγκάλιαζε τη φιλούσε της χαίδευε τα μαλλιά. Ήταν εκεί μπροστά της.

«Μαμά» κλαψούρισε η Έλινορ.

Και ύστερα θύμωσε βλέποντας σε τι κατάσταση ήταν η μητέρα της. Προχώρησε μερικά βήματα και φώναξε στην Ριάννον

«Θα έπρεπε να τιμωρηθεί ο γιος σου. Δεν μου άφησε καν το δικαίωμα να πεθάνω στο ατύχημα. Με έκανε βρικόλακα καταδικάζοντας με να ζω για πάντα χωρίς τους ανθρώπους που αγαπώ. Και ύστερα έκλεψε τη μητέρα μου και προσπάθησε να σκοτώσει τον πατέρα μου»

«Γλυκειά μου Έλινορ» είπε η Ριάννον. Τα μάτια της ήταν μελένια και τα μαλλιά της ένα εβένινο σύννεφο τυλιγμένο σε έναν μεγαλόπρεπο κότσο στη κεφάλι της. Τα λευκά της ρούχα της έδιναν μια αγγελική υπόσταση.

«Πίστεψε με όλοι θα πάρουν αυτό που τους αναλογεί. Σε συμπαθώ παρόλο που ανήκεις στο είδος των εχθρών μας. Και οι γονείς σου ήταν οι πιο πολύτιμοι Κυνηγοι μου. Είχαν σφαγιάσει χιλιάδες βαμπίρ. Και τώρα η κόρη του είναι μια απο αυτούς. Ήρθε λοιπόν η ώρα να κάνουν ανακωχή με το είδος σου. Και να αναθεωρήσουν πολλά πράγματα. Όσο για τον γιο μου…..»

Προχώρησε προς το μέρος του γιου της και γονάτησε δίπλα του. Το πρόσωπο της χαράκτηκε από τον πόνο. «Είναι παιδί μου» ψέλλισε. Τον αγκάλιασε και έκλεισε τα μάτια. «Δεν φταίει εκείνος για τη φύση του. Εγώ τον έκανα έτσι. Ήθελα να τον κρύψω από τους Κυνηγούς μου. Δεν γινόταν να έχω διατάξει τη σφαγή χιλιάδων βρικολάκων και να απαιτήσω μετά να μην τον πειράξουν. Σαν ιέρεια έπρεπε να είμαι δίκαιη. Τον έκανα βούκρανο γιατί ήταν ο μόνος τρόπος να ζει μαζί μου χωρίς να τον πειράξουν στο τάγμα. Δεν τον χόρτασα ποτέ μου.  Μου τον άρπαξαν από τη κούνια και τον έκαναν βρικόλακα. Ήταν άδικο και για εκείνον και για εμένα. Δεν συμφωνώ με όσα έκανε όταν αποφάσησε ο πατέρας σου να φύγει με τη μητέρα σου μακρυά πό το τάγμα αλλά πονάω που δεν τον έζησα ποτέ σαν παιδί. Ούτε κι εκείνος χόρτασε τη μητρική αγκαλιά ποτέ»

Τα δάκρυα της έτρεχαν ποτάμι στα μάγουλα της και έσταζαν στο πρόσωπο του Αστερίωνα καθώς τον είχε στη ποδιά της.

Ο Μέιναρντ τους έκανε νόημα να απομακρυνθούν.

Τα δάκρυα της Ριάννον έκαιγαν το δέρμα του γιού της όπου τον ακουμπούσαν. Εκείνη ψιθύριζε ακατάληπτα λόγια που δεν έβγαζαν νόημα.

Καθώς πλησίαζαν στην έξοδο ο Μέιναρντ κοίταξε πάνω από τον ώμο του. Στη θέση του μεγαλόσωμου κτήνους στην αγκαλιά της μάνας του κοίτονταν μέσα στα τεράστια ρουχα, ένα βρέφος με αγγελικό πρόσωπο. Η μαγεία της Ριάννον που δεν ήταν άλλη απο την αγάπη της μάνας είχε λύσει τη κακή μαγεία και με κάποιο παρανοικό τρόπο ο Αστεριωνας είχε γυρίσει στην ανθρώπινη φύση του. Τότε που ήταν μωρό. Δίνοντας του την ευκαιρία να ζήσει από την αρχή. Αμόλυντος, άσπιλος.

Πριν κλείσουν τη πόρτα πίσω τους η Ριάννον φώναξε τον Μέιναρντ. Εκείνος γύρισε και πήγε κοντά της.

Του πέταξε ένα μικρό μπουκαλάκι από γυαλί που μέσα περιείχε κάποιο άγνωστο διάφανο υγρό.

Το έπιασε στον αέρα και το περιεργάστηκε με απορία.

«Παγώνει τον χρόνο και χαρίζει αθανασία» του είπε. «Η Έλινορ σίγουρα θα χρειάστεί κάποιον να την συντροφεύσει ως την αιωνιότητα.

«Έχουν περάσει πενήντα χρόνια περίπου. Ζω με τον συζηγο μου, Κρίστιαν κάπου στη Σκοτία. Είμαι βαμπίρ και ο σύζηγος μου άνθρωπος. Αλλά είναι αθάνατος. Το ελιξίριο της Ριάννον μου έδωσε την απόλυτη ευτυχία. Εγώ και εκείνος μαζί ως την αιώνιότητα. ΜΑΖΙ. Ερωτευμένοι. Δεμένοι. Ταξιδευουμε συνεχώς αλλάζοντα μέρη και φίλους για να μην μας υποψιαστεί κανείς. Οι γονείς μου Μείναρντ και Αμέλια υπήρξαν από τους καλύτερους Κυνηγούς του τάγματος που  ήταν υπεύθηνο για την εξολόθρευση του είδους μας. Πλέον δεν υπάρχουν Κυνηγοί. Είμαστε πλάσματα όπως όλα τα υπόλοιπα. Οι γονείς μου και η θεία Μαρία προτίμησαν να μην δοκιμάσουν το ελιξίριο της αθανασίας. Ήθελαν να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή και να πεθάνουν όπως όλοι οι θνητοί. Πάλεψα πολύ για να τους μεταπείσω αλλά δεν άλλαξαν γνώμη. Και έπρεπε να το σεβαστώ. Ο θάνατος είναι μέρος της ζωής. Τουλάχιστον έχω τον Κρίστιαν. Είναι ο θεός μου. Ο ένας και μοναδικός. Πόσο ευγνώμων νιώθω για όσα έχει κάνει για μένα. Απαρνήθηκε την ίδια τη ζωή για να είναι δίπλα μου για πάντα. Μου προσφέρει ακόμα μετά από μισό αιώνα το αίμα του, μιας και είναι άνθρωπος. Είναι τα πάντα….»

Ένιωσα την ανάσα του στο σβέρκο μου και σταμάτησα να γράφω. Ήταν μια συνήθεια που είχα αποκτήσει πριν πολλά χρόνια, να γράφω ημερολόγιο. Όταν ζεις για πάντα, κάπου ξεχνάς κάποιες λεπτομέρειες οπότε ήθελα να καταγράφω τα πάντα.

Με φίλησε στο λαιμό και γέλασε διάβάζοντας όσα είχα γράψει για εκείνον στο ηλεκτρονικό μου ημερολόγιο. Με τράβηξε και πέσαμε μαζί στο κρεβάτι.

«Ώστε είμαι τα πάντα ε;» είπε κοιτάζοντας με πονηρά.

«Το ξέρεις ήδη αυτό» του πέταξα δήθεν θυμωμένη.

Με φίλησε με πάθος και ένιωσα να χάνω τα λογικά μου. «Γαμώτο μετά από τόσα χρόνια, τον θέλω ακόμα σαν τρελή» σκέφτηκα πριν αφεθώ στο πάθος που μας έκαιγε μισό αιώνα τώρα.

ΤΕΛΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ:

Η ΕΛΙΝΟΡ  ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΟΣΟΥΣ ΤΗΝ ΔΙΑΒΑΣΑΝ ΚΑΙ ΤΗ ΨΗΦΗΣΑΝ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΣΑΣ. ΗΤΑΝ Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ WATTPAD ΚΑΙ ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΜΟΥ ΣΥΓΧΩΡΗΣΑΤΕ ΤΑ ΛΑΘΗ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑ. ΕΛΠΙΖΩ ΣΥΝΤΟΜΑ ΝΑ ΕΠΑΝΕΛΘΩ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ….ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ…ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ 15/9/17″

Advertisements
ΕΛΙΝΟΡ

ΕΛΙΝΟΡ…ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ..

ΘΥΕΛΛΑ

Εγώ και ο Κρίστιαν βρισκόμασταν στο σπίτι της θείας μου. Είχαμε επιστρέψει επιτέλους από την αχαρτογράφητη περιοχή όπου βρισκόταν το κρυσφήγετο του Αστερίωνα και προσπαθούσαμε να βρούμε κάποιο στοιχείο που θα μας βοηθούσε να καταλάβουμε τι στο διάολο συνέβαινε. Η μητέρα μου ήταν μέρες στα χέρια του βούκρανου και ο πατέρας μου με τη θεία μου επίτηδες με παραπλάνησαν στέλνοντας με στο καταφύγιο του Αστερίωνα, ενώ γνώριζαν ότι δεν κρατούσε εκεί τη μητέρα μου αιχμάλωτη, για να με προστατεύσουν. Όπως εγώ είχα ξεγελάσει τον Κρίστιαν δίνωντας του υπνωτικό για να μην έρθει μαζί μου όταν πήγα να βρω τη μητέρα μου.

«Που μπορεί να πήγαν Κρίστιαν;» είπα αγανακτισμένη. Κάθισα στον καναπέ και έκλεισα τα μάτια. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου.Μου χαίδεψε το μάγουλο και με φίλησε απαλά στα χείλη

«Είμαι σίγουρος ότι υπήρχε λόγος που σε ξαπόστειλε στην ερημιά. Απλά πρέπει να του έχουμε εμπιστοσύνη»

«Τρία μέλη της οικογένειας μου αγνοούνται. Δεν μπορώ να κάτσω με σταυρωμένα χέρια και να περιμένω να επιστρέψουν από μόνα τους. Εγώ πρέπει να πάω και να τους φέρω πίσω»

Σηκώθηκα απότομα και περιπλανήθηκα στο δωμάτιο. «Αν μπορούσαμε να βρούμε κάποιο στοιχείο που θα μας οδηγούσε στα ίχνη τους» μονολογουσα καθώς το βλέμμα μου σκάναρε το χώρο. Άρχισα να ψάχνω σε συρτάρια και ντουλάπια. Ο Κρίστιαν με μιμήθηκε και άρχισε να ψάχνει κι αυτός.

Μετά από δυο περίπου ώρες και ενώ η έρευνα μας δεν είχε αποδώσει καρπούς αποφάσισαμε να σταματήσουμε.

«‘Ισως πρέπει να ψάξουμε στο σπίτι των γονιών μου» είπα προβληματισμένη.

«Έλι, νομίζω ότι άδικα ψάχνουμε. ‘Ισως έχεις ένα όπλο στα χέρια σου που μπορεί να σε βοηθήσει»

«Τι εννοείς;»

«Το κερί!!»

Ο Κρίστιαν έτρεξε με τη μηχανή του και πήρε το κερί από το εγκαταλειμένο σπίτι που το είχα μετατρέψει σε κρυσφήγετο.

Μόλις το αντίκρισα ένιωσα να με κυριεύει ο τρόμος. Το όραμα που είχα δει όταν το είχα αγγίξει με είχε τρομοκρατήσει αρκετά.

Ο Κρίστιαν το ακούμπησε στο τραπεζάκι και κάθισε μαζί μου στον καναπέ.

«Μωρό μου, θα ήταν καλύτερα να τραφείς πρώτα και μετά να αγγίξεις το κερί. Ίσως σε αποδυναμώσει αυτό που θα δεις»

«Έχεις δίκιο. Λιμοκτονώ» ψιθύρισα.

«Έλα πάμε πάνω να είμαστε πιο άνετα»

Μου έτεινε το χέρι του και εγώ το έπιασα χωρίς δισταγμό. Ανεβήκαμε στο δωμάτιο της θείας μου και ο Κρίστιαν έβγαλε τη μπλούζα του και ξάπλωσε στο κρεβάτι.

«Δώστου να καταλάβει» μου είπε  και με κοίταξε πονηρά.

Ένιωσα να λυγίζω κάτω από το επίμονο βλέμμα του και βιάστηκα να καθίσω στην άκρη του κρεβατιού γυρίζοντας του τη πλάτη. Έβγαλα τα παπούτσια μου και ξάπλωσα δίπλα του.

«Μισώ να σε χρησημοποιώ ως τροφή Κρίστιαν. Μου τη δίνει που είσαι τόσο άνετος με αυτό»

Μου πείραξε μια τούφα από τα μαλλιά μου και μόλις έπαιξε μαζί της τη στερέωσε πίσω από το αυτί μου. Ύστερα εγκλώβισε ανάμεσα στον δείκτη και τον μέσο του το λοβό μου και το έτριψε απαλά.

«Ότι και να πεις δε με νοιάζει. Γουστάρω να πίνεις το αίμα μου» είπε με προκλητικό ύφος.

«Κρίστιαν δεν θέλω…..»

Τα χείλη του βρέθηκαν να σφραγίζουν τα δικά μου δίνωντας άδοξο φινάλε στις όποιες αντιρρίσεις μου. Παρασυρθήκαμε σε μερικά καυτά φιλιά μέχρι που έπιασε το σαγόνι μου και κατεύθηνε το στόμα μου προς τον λαιμό του.

«Ορμα» είπε με τη βραχνή φωνή του

«Ω Κρίστιαν» ψέλλισα ανύμπορη να αντισταθώ.

Κάρφωσα δυνατά τους κυνόδοντες μου και αφέθηκα στη δίνη του πάθους. Τον άκουσα να βογγάει ελαφρά και τον μιμήθηκα.

Ρουφούσα με απληστία το αίμα του μέχρι που ένιωσα το χέρι του να με σπρωχνει απαλά. Ξανναμένη από την αιμοποσία με φίλησε στα γεμάτα ακόμα από το αίμα του χείλη μου. Δεν σταμάτησε ακόμα κι όταν οι κυνόδοντες μου του έκοψαν ελαφρά τη γλώσσα.

Ήθελα τόσο πολύ να συνεχίσει να με φιλάει αλλά ήξερα ότι σε λίγο θα σταματούσε και θα

προσπαθούσε να μας επαναφέρει στη τάξη πριν γινόταν κάτι ανεπανόρθωτο. Όπως το να κάναμε σέξ ή να τον σκότωνα καταλάθος. Έβρισα τον εαυτό μου και προσπάθησα να μη σκέφτομαι πόσο επικύνδινη ήμουν για τον Κρίστιαν.

«Έλι» ψιθύρισε καθώς μου δάγκωνε το κάτω χείλος

Με κοίταξε και είδα ξεκάθαρα τι θα συνέβαινε. Άρχισε να με φιλάει στο λαιμό. Και μετά χάσαμε και οι δυο τον έλεγχο.

Η σάρκα του με τη σάρκα μου έγιναν ένα και χάθηκαν μέσα στη θύελλα που προκαλούσαν τα συναισθήματα μας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

 

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ

LE PETIT PRINCE…

Σήμερα ο Μικρός μου Πρίγκιπας, ο Χαράλαμπος δηλαδή πήγε στο νηπιαγωγίο. Ένιωθα λες και πέρασε στο πανεπιστήμιο!! Καμάρωνα σαν γύφτικο σκέπαρνι, άσε το κλάμα στα κρυφά χαζεύοντας τη φωτογραφία που μου έστειλε η αδελφή μου απο τη πρώτη του μέρα. Σαν τώρα θυμάμαι τη πρώτη φορά που τον αντίκρυσα στο μαιευτήριο. Και τώρα είναι «νηπιαγωγάκι»

«Δε το πιστέυω» που λέει και η γιαγιά η Ελένη όταν ο Χαράλαμπος λέει την «αλφα- βήτα»

Πως μεγάλωσε έτσι το παιδάκι μου. Πόσες φορές δεν τον κράτησα μωράκι στην αγκαλιά μου να τον ταίσω. Να φοβάμαι μη μου πέσει, να μην είναι καυτό το γάλα, τόσες αγωνίες. Φαντάσουν να τον δω φαντάρο. Ε θα τα παίξω. «Αγάααααπη μου» που λεει και ο Χαράλαμπος και κοροιδεύει τη «τια μαλία» (εγώ είμαι αυτή)

Δε ξέρω, σιγκινούμαι ευκολα. μπήγω τα κλάμματα συνέχεια. Κάτι να θυμηθώ, μια φώτο να δω, να τα, τα παντέρμα (που λέμε εδώ στη Κρήτη) και ξαμολιούνται στο μάγουλο. Παιδάκι μου γλυκό πόσο σαγαπαώ. Ουφ αντε πάλι θα κλάψωωωωωωω. Θυμάμαι μια φορά που η αδελφή μου και ο γαμπρός μου έπρεπε να πάνε στο γιατρό και με αφήσαν μόνη με τον μόλις εφτά ημερών Χαράλαμπο. Να έχω τρελαθεί από το φόβο μου μήπως και κάτι πάθει, μήπως δεν θα μπορέσω να το ξεσκατίσω ξέρω εγώ. Και την γαλήνη που ένιωσα μετά όταν το νανούριζα στην αγκαλιά μου… ΟΧΙ αλλο κλάμα» θεία μου μαρια μου χατσον» που λέει και ο Χαράλαμπος. Τώρα είναι μεγάλος άντρας και πάει και νηπιαγωγίο. Πόσο περήφανη.

ΕΛΙΝΟΡ

ΕΛΙΝΟΡ…ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ…

Ο ΓΕΝΑΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΑΘΙ

Το σπαθί ήταν πολύ βαρύ για να το κουβαλήσει ένας θνητός. Άνηκε στην Ριάννον την ιέρεια του τάγματος των Κυνηγών της νύχτας που καταδίωκαν και εξολόθρευαν τους απέθαντους, που έπιναν το αίμα αθώων ανθρώπων. Το σπαθί χάθηκε όταν δυο από τους κορυφαίους Κυνηγούς του τάγματος, ο Μέιναρντ και η Αμέλια το έκλεψαν και έφυγαν κυνηγημένοι από τον γιο της Ριάννον, τον βούκρανο Αστερίωνα.

Η απογοήτευση της Ριάννον που η αγαπημένη της Κυνηγός Αμέλια, έκανε κάτι τέτοιο αλλά και η στάση του γιου της, Αστεριωνα, που διψούσε για εκδίκηση, ήταν μεγάλη. Αποφάσισε να αποσυρθεί και να μείνει κρυμμένη για πάρα πολύ μεγάλο διάστημα απέχοντας από τη βεντέτα που είχε δημιουργηθεί. Ο γιός της ήταν ερωτευμένος με τη Αμέλια και δεν θα ησύχαζε ααν δεν την έκανε δικιά του.

Ο Γενναίος που αποφάσισε να αρπάξει το σπαθί από τη κρυψώνα που το είχαν φυλαγμένο τόσα χρόνια, ο Μέιναρντ και η Αμέλια, ταξίδεψε μέχρι το κάστρο που κάποτε διοικούταν από την ατρόμητη Ριάννον. Τα πάντα μέσα και έξω από το θεόρατο κάστρο δήλωναν σημάδια λησμονιάς. Ακόμα κι έτσι όμως ήταν αρκετά επιβλητικό. Δέσποζε πάνω σε ένα ένα ύψωμα και πίσω του ήταν γκρεμός, ενώ η θάλασσα έχασκε από κάτω τρομακτική. Η τέλεια τοποθεσία για να μη μπορεί ο εχθρός να το κατακτήσει. Και ο εχθρός ήταν τα βαμπίρ. Οι πύργοι του έφταναν τα τριάντα μέτρα, είχε πολλές σειρές τείχη και πολεμίστρες, ενώ η είσοδος του έκλεινε με σιδερένιες πόρτες. Υπήρχε τάφρος τριγύρω και η γέφυρα για να καταφέρει κάποιος να πλησιάσει την είσοδο ήταν ανασυρόμενη.

Ο Γενναίος με τη Βοηθό του σάστισαν όταν αντίκρυσαν αυτό το κάστρο, τόσο τρομακτικό και επιβλητικό ήταν στην όψη. Συνέχισαν όμως τον δρόμο τους και όταν έφτασαν στον εξωτερικό χώρο του κάστου προσπάθησαν να βρουν ένα τρόπο να κατεβάσουν την γέφυρα για να περάσουν απέναντι στην είσοδο του.

Η Βοηθός έριξε απότομα το σακίδιο της στο έδαφος, το άνοιξε και βάλθηκε να μελετάει αυτά που είχε φέρει μαζί της.

«Πρέπει να βρω έναν τρόπο» ψέλλισε και συνέχισε να μελετάει. Ο Γενναίος έλυσε το αυτοσχέδιο σάκο από τη πλάτη του που μέσα περιείχε το σπαθί και το ακούμπησε προσεκτικά στο έδαφος. Ήταν εξουθενωτικό να κουβαλάς ένα τέτοιο αντικείμενο. Ήπιε μια γουλιά νερό και ρώτησε τη βοηθό αν είχε βρει τη λύση.

«Μπορούμε να σκαρφαλώσουμε… τριάντα μέτρα» ψέλλισε και το μετάνιωσε.

«Δε γίνεται. Δεν μπορώ να σκαρφαλώσω με αυτό το διάολο στη πλάτη μου» απάντησε κοιτάζοντας το σπαθί. Αναρωτήθηκε γιατί η Ριάννον δεν το είχε αναζητήσει… Ίσως να ήταν νεκρή. Ήξερε ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια. Η Ιερεια ήταν αθάνατη.

«Υπάρχει ένα ρήγμα στο πλαι του κάστρου, δες» είπε ξαφνικά η Βοηθός.

Του έδωσε τους πάπυρους και του υπέδειξε που να κοιτάξει.

«Λαμπρά» είπε με ενθουσιασμό ο Γενναίος.

«Το ρήγμα αυτό προφανώς είναι κάποια τρύπα που καλύφθηκε πρόχειρα με λάσπη και άλλα υλικά και ύστερα ξεχάστηκε»

«Τέλεια»

Μάζεψαν τα πράγματα τους και κατευθήνθηκαν στο σημείο που υπήρχε το ρήγμα.

Ήταν εύκολο να  το εντοπίσουν και προσπάθησαν να του ανοίξουν τρύπα με την μύτη του σπαθιού.

Σύντομα ένας σωρός από ξεραμένη λάσπη μικρές πέτρες και άλλα υλικά ήταν μπροστά στα πόδια τους. Πέρασαν στο εσωτερικό του κάστρου και βρέθηκαν στους στάβλους.

Εκεί έπρεπε να χωρίσουν. Ο Γενναίος έπρεπε να δράσει αμέσως για να διατηρήσει το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Η Βοηθός θα κρυβόταν έξω από το κάστρο μέχρι να τελείωνε όλο αυτό.

«Κοίτα» είπε ψιθυριστά ο Γενναίος. «Σύντομα θα έχουν τελειώσει όλα. Εσύ απλά μείνε κρυμμένη. Θα τη βρώ και θα τη φέρω πίσω»

Αγκαλιάστηκαν και ο καθένας πήρε το δρόμο του.

Ο Γενναίος κρατούσε το σπαθί στο χέρια του ετοιμοπόλεμος και ανέβηκε προσεκτικά τα σκαλιά μέχρι να βρει μπροστά του την είσοδο που οδηγούσε στη κεντρική σάλα του κάστρου. Εκεί που βρισκόταν ο θρόνος της Ριάννον.

Ένιωθε τη καρδιά του να ηχεί δυνατά στα αυτιά του. Προσευχόταν να τη βρεί ζωντανή.

Έσπρωξε τη βαριά πόρτα και βρέθηκε μέσα στην αίθουσα του θρόνου. Η υπερβολική ηρεμία τον έκανε να τσιτωθεί. Κι αν είχε κάνει λάθος; Αν δεν ήταν εδώ; Αν είχε χάσει πολύτιμο χρόνο να έρθει ως εδώ και δεν την έβρισκε;

«Β Ο Η Θ Ε Ι Α»

Μια φωνή τον διπέρασε και τον έκανε να σκίσει τον αέρα με το σπαθί. Προσπάθησε να καταλάβει από που είχε ακουστεί η φωνή. Προχώρησε μερικά βήματα στη σκοτεινή αίθουσα και διέκρινε ένα φωτεινό σημείο στο βάθος της. ‘Ηταν ένας πυρσός στερεωμένος στον τοίχο που έριχνε το λιγοστό φως του σε κάτι ακαθόριστο. Προχώρησε κι άλλο με τη καρδιά του να τρέμει και άρχισε να διακρίνει τον μεγαλόπρεπο θρόνο. Ο θρόνος της Ριάννον. Υπήρχε κάτι επάνω του.

Ένας δυνατός θόρυβος τον έκανε να ακινητοποιηθεί στη μέση της αίθουσας. Περίμενε μερικές στιγμές και έπειτα συνέχισε τη πορεία του προς τον θρόνο.

«Ήρθες» ακούστηκε μια βροντερή φωνή λες και αντηχούσε σε όλο το κάστρο. «Το ήξερα ότι θα ερχόσουν. Τώρα είμαστε και πάλι οι τρείς μας»

SYNEXIZETAI….

ΕΛΙΝΟΡ

ΕΛΙΝΟΡ (ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ)..

Ή ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣ Ή ΚΑΝΕΙΣ

«ΜΑΜΑ»

«ΜΑΜΑ»

«ΕΛΙΝΟΡ;;;;;;;;;;;;;;;;;;»

Τα αναφιλητά μου μπλέχτηκαν με τη λαχανιασμένη αναπνοή κάποιου άλλου

Δεν ήμουν σε θέση να αντιληφθώ ότι συνέβαινε γύρω μου. Το μυαλό μου είχε σταματήσει το δευτερόλεπτο που αντίκρυσα το άψυχο σώμα της μητέρας μου. Ώστε είχα πέσει έξω στις σκέψεις μου. Νόμιζα ότι ο Αστερίωνας ήταν άρρωστος μαζί της, ότι την αντιμετώπιζε σαν αντικείμενο λατρείας και πως δεν θα την έβλαπτε ποτέ. Πίστευα ότι είχα αρκετό χρόνο στη διάθεση μου να τη σώσω. Κι όμως ήταν εδώ μπροστά μου στο βρώμικο πάτωμα, νεκρή κομμένη στα δυο με τα εντόσθια της σκορπισμένα παντού. Και το πρόσωπο της βρώμικο με τα ξανθά μαλλιά της κολλημένα στο κρανιό της. Τα ξανθά μαλλιά της. Ολόξανθα. Και μακρυά.

«Ελι;;;» συνέχισε η φωνή να με καλεί.

Με την άκρη του ματιού μου έπιασα μια κίνηση και κοίταξα ξαφνιασμένη.

Τον είδα αλλά δεν ήμουν σε θέση να αντιδράσω.

«ΕΛΙΝΟΡ»

Έτσι είναι το ονομα μου. Έλινορ. Το αγαπημένο όνομα της μητέρας μου. Εκείνη επέμενε να με ονομάσουν έτσι όταν γεννήθηκα, σε αντίθεση με τον πατέρα μου που ήθελε να μου δώσουν το όνομα Sapphire (Σαφίρα). Με αγαπούσ επολύ. Μου χτένιζε τα μαλλιά όταν ήμουν μικρή. Και εγώ της χαίδευα τα δικά της. Είχαμε ακριβώς το ίδιο χρώμα μαλλιά. ΣΚΟΥΡΟ ΚΑΣΤΑΝΟ.

Και τώρα ήταν νεκρή. Με τα ξανθά της μαλλιά κολλήμενα στο πρόσωπο της.

«Ελινορ!!»

«Έλινορ κοίταξε με» είπε εκείνος. Καμιά αντίδραση από τη μεριά μου. Με έπιασε από τα μπράτσα και με ταρακούνησε δυνατά. «Πρέπει να συνέλθεις» είπε με ανησυχία.

Ήθελα να σηκωθώ να πάω κοντά στη μητέρα μου. Να της χαιδέψω τα ξανθά μαλλιά της. Έχουμε το ίδιο χρώμα μαλλιών εμείς οι δυο. Καστανό. Καστανό.

Εκείνος αγρίεψε. Με χαστούκισε δυνατά.

«Ε Λ Ι Ν Ο Ρ»

«ΕΛΙΝΟΡ»

Ήρθε και στάθηκε μπροστά μου, Γονάτησε για να βρεθούν τα κεφάλια μας στην ίδια ευθεία και με κοίταξε στα μάτια. Τον κοίταζα αλλά δεν τον έβλεπα. Στο κεφάλι μου ούρλιαζε μια φωνή «ξύπνα»

Μου έπιασε το πρόσωπο και με ανάγκασε να ρίξω το βλέμα μου πάνω του.

Τα μάτια του ήταν λερωμένα με δάκρυα. Η απελπισία ήταν ζωγραφισμένη στο όμορφο πρόσωπο του. Μα τι ήθελε να μου πει;

Θυμήθηκα τότε που τον είχα πιάσει να φιλιέται με μια συμμαθήτρια μας. Την Τζένιφερ. Τα μάτια μου είχαν γεμίσει με δάκρυα όπως τα δικά του τώρα. Με είχε κυνηγήσει για να μου εξηγήσει. Και με είχε γραπώσει από τα μπράτσα όπως έκανε τώρα. Και μου είχε πει κάτι που δεν το είχα ξεχάσει ποτέ:»Αφού δεν είσαι εσύ, βρήκα τον κλώνο σου»…

«Έλινορ, σε παρακαλώ» ψέλλισε. «Είμαι ο Κρίστιαν. Γιατί δεν με αναγνωρίζεις;»

Ο ΚΡΙΣΤΙΑΝ;;;;

«Κρίστιαν;;;;» ψέλλισα χωρίς να τον κοιτάω.

«Ναι μωρό μου, εγώ είμαι»

«Κρίστιαν»

«Ηρέμησε»

Μου χαίδεψε τα μαλλιά και με έθαψε στην αγκαλιά του. Η μυρωδιά του, οι παλμοί της καρδιάς του, το αίμα του που έρεε καυτό κάτω από τη θεσπέσια επιδερμίδα του με έκαναν να επικεντρωθώ σε αυτόν.

«Πρέπει να τραφείς. Είσαι αδύναμη» μου είπε ανήσυχα.

Παράτησε τα πράγματα του στο πάτωμα δίπλα μας και με τράβηξε σην αγκαλιά του. Μου πρόσφερε τον λαιμό του και με πρόσταξε να πιω.

Βύθισα τους κυνόδοντες μου στη σάρκα του και άφησα το μυαλό μου να χαθει μέσα στη φλέβα του που παλλόταν δυνατά.

Ω Κρίστιαν. Τι μου κάνεις; Μέθυσε με κι άλλο. Είμαι άρρωστη μαζί σου.

Αρκέστηκα στο να βγάλω ένα βογγητό ικανοποιήσης.

«Έτσι μωρό μου. Πιες να δυναμώσεις»

«Μμμμμ»

Μου χαίδεψε τα καστανά μαλλιά μου. Το μυαλό μου ξεστράτησε στα ξανθά μαλλιά της μητέρας μου. Είχαμε το ίδιο χρώμα μαλλιών χωρίς να το έχει βάψει ποτέ καμιά μας. ΚΑΣΤΑΝΟ. Αδυνατούσα να συλλάβω την πραγματικότητα. Κι όμως ήταν εκεί και μου ούρλιαζε στο αυτί να συνέλθω να δω οτι έκανα λάθος.

Βόγγηξα ελαφρά για να διώξω τις σκέψεις που με μαστίγωναν ανελέητα. Επικεντρώθηκα στην επαφή που είχα με τον Κρίστιαν.

«Μωρό μου φτάνει τώρα» μου ψυθήρισε και προσπάθησε να τραβηχτεί. Οι κυνόδοντες μου βυθίστηκαν ακόμα πιο βαθιά. Ασε με λίγο ακόμα σκέφτηκα. Είσαι τόσο νόστιμος. Τόσο μεθυστικός. Είμαι ανίκανη να σου αντισταθώ.

Ξαφνικά η αλήθεια με χτύπησε κατακούτελα. Τινάχτηκα πάνω σαν ελατήριο και φώναξα

«Δεν είναι εκείνη»

Πήγα προς το μέρος που βρισκόταν το διαμελισμένο σώμα και γονάτησα μπροστά του. Άγγιξα απαλά τα μαλλιά της και μετά τράβηξα μερικές τούφες από το προσώπο της για να δω τα χαρακτηριστικά της. Ο Κρίστιαν με ακολούθησε και ήρθε δίπλα μου

«Δεν είναι η μητέρα μου Κρίστιαν» είπα με ανακούφιση

«Το ξέρω κοριτσάκι μου. Προσπαθώ τόση ώρα να σε κάνω να συνέλθεις αλλά είχες υποστεί μεγάλο σοκ. Νόμιζες ότι ήταν η μητέρα σου»

Έπεσα στην αγκαλιά του και άφέθηκα να κλαίω με λυγμούς. Τα δάκρυα έτρεχαν μέσα μου αφήνοντας το πρόσωπο μου στεγνό. Ακόμα κι έτσι είχα ανάγκη να κλάψω.

Όταν ηρέμησα, ο Κρίστιαν μου εξήγησε πως ο πατέρας μου τον έστειλε να με φέρει πίσω. Ήξερε πως η μητέρα μου αποκλείεται να βρισκόταν σε αυτό το κρυσφύγετο.

«Στάσου» τον διέκοψα. Πώς γνώριζε κάτι τέτοιο ο πατέρας μου;»

«Δεν μου εξήγησε. Απλά μου ζήτησε να σε φέρω πίσω. Μου είπε να του έχω εμπιστοσύνη»

«Ποια λές να είναι;» είπα αλλάζοντας θέμα. «Η νεκρή»

«Κάποια τυχαία υποθέτω. Την σκότωσε για να τραφεί. Λείπουν τα μισα της εσωτερικά όργανα και κομμάτια από τη σάρκα της. Της έχει πιει όλο το αίμα»

Θυμήθηκα πόσο βίαιη είχα γίνει πριν που μου πρόσφερε το αίμα του. Μου είχε πει φτάνει και εγώ είχα βυθίσει τους αιχμηρούς κυνόδοντες μου στη σάρκα του. Με το χέρι μου τράβηξα απαλά τη μπλούζα του να δω τον λαιμό του. Οι πληγές από τα δόντια είχαν κλείσει. Υπήρχε μόνο μια μελανιά απλωμένη στον υπέροχο λαιμό του. Ένιωσα απαίσια. Ήμουν χειρότερη από τον Αστερίωνα. ήμουν τέρας.

«Κρίστιαν ψέλλισα.

Κατάλαβε πως ένιωθα και μου έπιασε το πρόσωπο

«Μην ανησυχείς μωρό μου. Το απόλαυσα όπως και εσύ»

Σοκαρισμένη σηκώθηκα πάνω και άρχισα να φωνάζω

«Το απόλαυσε λέει!! Είσαι τρελός; Θα μπορούσα να σε σκοτώσω. Κοίτα τι περνάς για χάρη μου!! Είμαι ένα τέρας και θα έπρεπε να φύγεις μακρυά μου»

Σηκώθηκε και με πλησίασε.

«ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ!!. Δεν πάω πουθενά. Δεν έχει ιδέα τι συμβαίνει ετσι;»

Μου έπιασε το χέρι και το έβαλε πάνω στο στήθος του. Ο ήχος της καρδιάς του με πλυμμήρησε το είναι μου.

«Ακου μωρό μου» είπε τρυφερά. «Για σένα χτυπάει. Ή μαζί θα είμαστε ή δεν θα υπάρχω, τόσο απλά»

«Ξεροκέφαλε» ψέλλισα συγκινημένη

«Γκρινιάρα»

Και είπαμε μαζί χωρίς να το καταλάβουμε:

«ΕΙΜΑΙ ΑΡΡΩΣΤΗ ΜΑΖΙ ΣΟΥ»

«ΕΙΜΑΙ ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΜΑΖΙ ΣΟΥ»

Κοιταχτήκαμε και χαμογελάσαμε

«Τέλεια» είπα. «Είμαστε τρελοί και οι δύο»

«Ο τέλειος συνδιασμός» ψιθύρισε πριν με κλείσει στην αγκαλιά του

«Α και μη νομίζεις ότι σε συγχώρεσα που με πότισες υπνωτικά για να φύγεις μόνη σου»

«Συγνώμη»

«Δεν θα το ξανακάνεις ποτέ αυτό!! Με άκουσες;»

Με κοίταξε αγριεμένος.

«Καταλαβαίνω ότι το έκανες για να με προστατεύσεις. Το ίδιο θα έκανα και εγώ, ίσως και χειρότερα. Αλλά αν το ξανακάνεις θα έχεις να κάνεις μαζί μου. Ή και οι δυο μας ή κανείς»

Τα λόγια του με συγκλόνησαν. Τα πράγματα έιχαν αρχίσει να σοβαρεύουν. Έπρεπε να σκεφτούμε τι θα κάναμε στο μέλλον. Ο Κρίστιαν ήταν θνητός εγώ βαμπίρ. Δεν γινόταν να ζήσω εγώ για πάντα κι εκείνος να γεράσει και να πεθάνει. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να με ακολουθήσει στην αθανασία. Με ενοχλούσε όμως η σκέψη να τον κάνω βρικόλακα. Ήταν κρίμα να μην είναι άνθρωπος ο Κρίστιαν. Ήταν ο πιο αλτρουιστής που ήξερα.

«Πρέπει να φύγουμε» τον άκουσα να λέει.

Τα χείλη μας ενώθηκαν και και ξεδιψάσαμε ο ένας τον πόθο του άλλου.

Κάπου μακρυά ένας θνητός έπαιρνε στα χέρια του το λησμονημένο σπαθί της ιέρειας Ριάννον. Το ίδιο σπαθί που είχαν κλέψει ο Μέιναρντ και η Αμέλια όταν τους καταδίωκε ο Αστερίωνας τυφλωμένος από τη ζήλια. Η Αμέλια είχε επιλέξει τον Μέιναρντ αντί για τον ίδιο. Ήθελε εκδίκηση και απο τους δυο.

Το σπαθί ήταν σφυριλατημένο με αίμα και μαγεία. Κια τώρα ήταν στα χέρια ένος θνητού.

Η μητέρα της Έλινορ ήταν στα χέρια του Αστερίωνα.

Ο πατέρας και η θεία της Έλινορ προσπαθούσαν από τη δικια τους πλευρά να βοηθήσουν σύμφωνα με τις δικές τους δυνάμεις

Και η Ελινορ με τον Κρίστιαν έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής.

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ….

ΥΓ: η Έλινορ μου ζητάει επιτακτικά να ολοκληρωθεί η ιστορία της. Νομίζω μπαίνουμε στη τελική ευθεία. Με προβληματίζει μόνο το τέλος του Αστερίωνα.

ΕΛΙΝΟΡ

ΕΛΙΝΟΡ (ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ)…

(ΜΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΙΝΟΡ)

Η μεγαλύτερη αγωνία μου ήταν να καταφέρω να φτάσω εγκαίρως στη Κοιλάδα της Κατάρας πριν με προλάβουν οι ακτίνες του ήλιου. Το τζίπ του πατέρα μου, είχε φανεί γενναίο και με μετέφερε σε σύντομο σχετικά διάστημα έξω από τη πόλη και μετά συνέχισα οδηγώντας σαν τρελή μέχρι να εμφανιστεί μπροστά μου το τρομακτικό δάσος. Εκεί έπρεπε να εγαταλείψω το τζίπ και να βασιστώ στα πόδια μου. Σαν βρικόλακας μπορούσα φυσικά να τρέχω πολύ γρήγορα και να πηδάω εμπόδια χωρίς να παθαίνω το παραμικρό. Αλλα ανησυχούσα για το πότε θα με εγκατέλλειπε το σκοτάδι. Δεν υπήρχε ούτε ένα σημείο σε ολόκληρο δάσος για να κρυφτώ αν ξημερωνε κάποια στιγμή. Έπρεπε λοιπον με οποιοδήποτε κόστος να βρεθώ στο καταφύγιο του Αστερίωνα πριν ξημερώνε.

(ΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΚΡΙΣΤΙΑΝ)

Ο Κρίστιαν μόρφασε καθώς προσπάθησε να αλλάξει πλευρό. Ένιωθε μουδιασμένος και το σώμα του ήταν βαρύ. Άνοιξε τα μάτια αλλά το μετάνιωσε. Το φως του ήλιου τον τύφλωσε στιγμιαία και βιάστηκε να τα κλείσει. Έβαλε όση δύναμη του είχε απομείνει και κατάφερε να ανασηκωθεί. Έμοιαζε χαμένος. Θυμήθηκε την Έλινορ. Που ήταν; Έτριψε το μέτωπο του και προσπάθησε να σηκωθεί. Το σώμα του έπεσε στο κρεβάτι. Ίσως να έπρεπε να μείνει λίγο ακόμα ξαπλωμένος. Η γεύση από το φιλί της ήταν ακόμα στα χείλη του. Μαζί με μια πικρή γεύση. Τι του συνέβενε. Φώναξε το όνομα της αλλά θυμήθηκε ότι την ημέρα οι βρικόλακες κοιμούνται. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο πατέρας της Έλινορ. Πλησίασε το κρεβάτι και τον ρώτησε αν είναι καλά.

«Που είναι η Έλι;»

«Πήγε να βρει τη μητέρα της»

«ΤΙ ΕΚΑΝΕ ΛΕΕΙ;»

(ΜΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΙΝΟΡ)

Βρισκόμουν σε μια σπηλεια που ανακάλυψα μετα από έρευνα μόλις αντιλήφθηκα ότι είχα κάτι λιγότερο από μια ώρα μέχρι να έβλεπα το ξημέρωμα. Το δάσος δε με δυσκόλεψε όσο πίστευα αλλά μου πήρε αρκετή ώρα να το διασχίσω. Και όταν βρέθηκα στην αρχή της αχαρτογράφητης περιοχής που φιλοξενούσε τη Κοιλάδα του Καταραμένου αναγνώρισα αρκετες λεπτομέρειες από το μέρος που με κρατούσε ο Αστερίωνας. Αποφάσισα να βασιστώ περισότερο στους χάρτες και τις πληροφορίες που μου παρείχε η θεία μου από το να ρισκάρω να κάνω κάποιο λάθος. Η σπηλειά ήταν το πρώτο πράγμα που αντίκρισα όταν στάθηκα πάνω σε ένα λόφο. Αποφάσισα να περάσω εκεί τη μέρα και να συνεχίσω όταν θα έπεφτε πάλι το σούρουπο. Προσπάθησα να διώξω τις σκέψεις που μου έλεγαν ότι η μητέρα μου μπορεί να μην ήταν στη ζωή. Αν είχα μαντέψει σωστά, ο Αστερίωνας είχε ψύχωση με τη μητέρα μου αλλά και μαζί μου. Οπότε θα την κρατούσε ζωντανή για να την κοιτάζει. Έλπιζα να μην την πειράξει με οποιδήποτε τρόπο. Στο σπίτι της θείας μου όταν τον είδα να είναι από πάνω της το μόνο που έκανε ήταν να τη κοιτάει. Σκέφτηκα και τον Κρίστιαν. Λογικά θα είχε περάσει η επίδραση του χαπιού και θα είχε ξυπνήσει τώρα. Ελπίζω να μη με μισεί. Λίγο πριν βυθιστώ στον ύπνο αναρωτήθηκα από πότε είχε γίνει η μητέρα μου αντικείμενο του πόθου ενός βούκρανου.

(ΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΚΡΙΣΤΙΑΝ)

«ΜΕ ΤΑΙΣΕ ΥΠΝΩΤΙΚΟ;;;;;;;;;;;;;;;;;;» φώναξε ο Κρίστιαν και έριξε γροθιά στη πόρτα της ντουλάπας. Ο πατέρας τη Έλινορ προσπαθούσε εδώ και ώρα  να τον ηρεμήσει.

«Θα τα σπάσω όλα» γρύλλισε.

«Πριν το κάνεις διάβασε το σημείωμα που σου άφησε» είπε ο Πάτρικ δείχνωντας του το χαρτί πάνω στο μαξιλάρι. Γύρισε και κατευθήνθηκε προς τη πόρτα. Πριν φύγει συμπλήρωσε «Και μετά θα μιλήσουμε»

Ο Κρίστιαν πλησίασε το κρεβάτι και διστακτικά έπιασε το σημείωμα. Αναγνώρισε τα γράμματα της Έλινορ. Κάθισε στο κρεβάτι και διάβασε: «Κρίστιαν συγνώμη που σε νάρκωσα. Ήταν ο μόνος τρόπος για να σε αφήσω πίσω μου. Για να σε προστατεύσω. Είσαι πολύ σημαντικός για μένα για να σε άφηνα για να έρθεις μαζί μου. Μείνε σε παρακαλώ με τον πατέρα μου και τη θεία μου. Και δώστε μου δυο-τρεις νύχτες πριν ανησυχήσετε. Να θυμάστε πως αν με πιάσει το ξημέρωμα θα πρέπει να κρυφτώ κάτω από τη γη για να προστατευτώ οπότε μην αγχωθείτε αν αργήσει η επιστροφή μου ή αν δε πιάνει το κινητό μου και δεν μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου.

ΥΓ: Σ Α ΓΑ Π Α Ω

Μη κάνεις καμιά τρέλα και με ακολουθήσεις μόλις ξυπνήσεις!!!! ΜΕΙΝΕ ΕΔΩ… ΘΑ ΓΥΡΙΣΩ»

«Ελινορ» ψέλλισε απελπισμένος. ‘Εριξε μια μπουνιά στο  πορτατίφ και το έσπασε. Ένιωθε προδωμένος. Γι αυτό τον φιλούσε χθες; Για να του ρίξει υπνωτικό στο στόμα; Ήθελε να ουρλιάξει.

Ο Πάτρικ άνοιξε τη πόρτα και του ζητησε να κατέβει στο χολ. Ξεφησηξε και έβαλε το σημείωμα στη τσέπη του τζίν του. Κατέβηκε. Ήταν και η θεία Μαρία. Ένιωσε άσχημα που είχει κάνει ανω κάτω το δωμάτιο τηε.

«Κρίστιαν» είπε ευγενικά ο Πάτρικ.

«Αυτό που δεν καταλαβαίνω» πέταξε ο Κρίστιαν » είναι γιατί άφησες την μοναχοκόρη σου, την οποία μέχρι και πριν λίγες ώρες θεωρούσες νεκρή, να πάει σε μια τόσο δύσκολη αποστολή ολομόναχη της»

Τα μάτια του πετουσαν φλόγες.

«Μου έχεις εμπιστοσύνη;»

«Που κολλάει αυτό τώρα;» είπε με οργή. «Και εσύ!!» φώναξε κοιτώντας τη θεία της Έλινορ.

«Η Έλινορ είναι μέλος της οικογένειας σας. Πως την αφήσατε να φύγει; Δεν ανησυχείτε καθόλου;»

Ο Πάτρικ τον ακούμπησε απαλά στον ώμο «Ηρέμησε σε παρακαλώ και άφησε μας να σου εξηγήσουμε» Τον οδήγησε να καθίσει στον καναπέ και η θεία του έφερε ένα ποτήρι νερό.

«Πρώτα από όλα θέλω να μου απαντήσεις στην ερώτηση που σου έκανα. Μου έχεις εμπιστοσύνη;»

«Φυσικά. Σε ξέρω από πέντε ετών. Η οικογένεια μου σου χρωστάει πολλά. Μας είχες βοηθήσει οικονομικά σε δύσκολες εποχές. Είσαι ο πατέρας της Έλινορ. Απλά δεν μπορω να κατανοήσω τη πράξη σου να αφήσεις το παιδί σου να πάει στο στόμα του λύκου μόνο του. ‘Ισως έγινα αργόστροφος από το χάπι που με πότησε η κόρη σου»

«Θα μείνω στο φυσικά που είπες Κρίστιαν. Ότι δηλαδή μου έχεις εμπιστοσύνη. Και σου εξηγώ αμέσως. Η Έλινορ είναι απόλυτα προστατευμένη εκεί που πάει. Μαρία, σε παρακαλώ, τους χάρτες»

Η θεία έφερε μερικους χάρτες τυλιγμενους και φυλαγμένους μέσα σε θήκες από δέρμα, και έκανε χώρο στο βαρύ ξύλινο τραπέζι στης τραπεζαρίας.

«Ακολούθησε με» είπε ο Πάτρικ καθώς πήγε και στάθηκε δίπλα στη κουνιάδα του. Ο Κρίστιαν γεμάτος περιέργεια τον ακολούθησε και πήγε κοντά τους.

(ΜΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΙΝΟΡ)

Τα μάτια μου άνοιξαν. Είχε μόλις σουρουπώσει. ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ. Είχα κοιμηθεί σε μια εσοχή της σπηλιάς και ένιωθα πιασμένη, σαν να είχα υποστεί ξυλοδαρμό. Σηκώθηκα πάνω και μου πήρε ένα λεπτό να ξεμουδιάσω. Πεινούσα. Αλλά έπρεπει να βιαστώ. Είχα όλη η νύχτα μπροστά μου. Σύμφωνα με τον χάρτη βρισκόμουν αρκετά κοντά στο όρος Χάλσει. Στη βάση του βρισκόταν ένα παλιό σπίτι. Εκεί με είχε κρατήσει όμηρο ο Αστερίωνας. Εκεί πρέπει να ήταν η μητέρα μου. Είχα μαζί μου αρκετούς φακούς μέσα σε ένα σακίδιο που μου είχε ετοιμασει η θεία Μαρία και ότι άλλο έκρινε ότι  μου χρειαζοταν. Μετά από δυο περίπου ώρες βρέθηκα στη βάση του βουνού. Το χαμόσπιτο εστεκε αξιοθρήνητο μπροστά μου. Είδα το σπασμένο τζάμι απο όπου είχα δραπετεύσει. Πήρα βαθεια ανάσα και όρμησα μέσα. Ήμουν αποφασισμένη για όλα.

Το σπίτι εσωτερικά ήταν πιο άθλιο από ότι εξωτερικά. ΠερΙπλανήθηκα στα δωμάτια του προσπαθώνταν να μη κάνω θόρυβο, αν και ήξερα ότι ο Αστερίωνας θα έπιανε τη μυρωδιά μου, οπότε το στοιχείο του αιφνηδιασμού είχε χαθεί. Η οσμή  που υπήρχε μου θύμησε το νεκροτομείο και ένιωσα τα μέσα μου να διαμαρτύρωνται. Με τρόμο διαπίστωσα ότι μύριζε σάρκα σε αποσύνθεση. Προσευχήθηκα να μην είχα φτάσει αργά.  Άνοιξα μια ετοιμόρροπη πόρτα και διαπίστωσα ότι κάποιος κοίτονταν στο βρώμικο πάτωμα. Μόνο αυτό μπορούσα να δω. Ίσως κοιμόταν η μητέρα μου; Το σκοτάδι δε με βοηθούσε. Πλησίασα διστακτικά και φώτισα με τον φακό. Με φρίκη είδα το κομμένο στα δυο σώμα μια γυναίκας και τα εντόσθια της σκορπισμένα στο χώρο. Αίμα δεν υπήρχε. Έκανα ένα βήμα πίσω και σωριάστηκα στο πάτωμα. Άρχισα να ουρλιάζω αδιαφορώντας αν ήταν ακόμα στο σπίτι ο Αστερίωνας. Ούρλιαζα «μαμά» ξανά και ξανά μέχρι που χάθηκε η φωνή μου.

«ΜΑΜΑ»

«ΜΑΜΑ»

«ΜΑΜΑ»

«ΜΑΜΑ»

«ΈΛΙΝΟΡ;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ..

 

ΕΛΙΝΟΡ

ΕΛΙΝΟΡ (part 18)….

ΣΕ ΑΓΑΠΑΩ

Η συζήτηση μεταξύ των τεσσάρων μας κράτησε όλο το βράδυ. Και όλη την επόμενη μέρα. Υπήρχαν τόσα πολλά που είχαμε να πούμε. Πως πέρασε ο καθένας αυτούς τους μήνες μετά τον θάνατο μου. Ή την γέννηση μου. Ο πατέρας μου κατέβαλλε τεράστιες προσπάθεια για να αποδεχτεί την ιδέα ότι η κόρη του ήταν βρικόλακας. Σχεδόν υποκρίθηκε ότι δεν τον ενόχλησε όταν αναφέρθηκε η αιμοποσία.

Τον καταλαβαινα. Πριν γίνω βρικόλακας, πίστευα πολύ στον θεό. Ήμουν το καλό κορίτσι που κάθε κυριακή πήγαινε με τους γονείς του στην εκκλησία. Όχι γιατί μου το είχαν επιβάλλει όπως οι περισσότεροι γονείς κάνουν στα παιδιά τους, αλλά γιατί πραγματικά μου άρεσε.

Και τώρα έπινα το αίμα του αγαπημένου μου. Και μου άρεσε. Και σε εκείνον άρεσε. Κι αν αυτό ήταν αμαρτία τότε ήμουν καταραμένη.

Υπήρχε όμως ένα πιο σοβαρό θέμα. Έπρεπε να βρούμε έναν τρόπο να πάρουμε πίσω τη μητέρα μου. Τους είχα περιγράψει το μέρος που με κρατούσε όμηρο ο Αστερίων και η θεία μου (μέλος της λέσχης φίλων Χαρτογράφησης), είχε βγάλει το συμπέρασμα, από όσα είχε ακούσει, ότι η περιοχή που με είχε φυλακίσει, ήταν στην αχαρτογράφητη πλευρά, περίπου τρείς ώρες μακρυά από τα όρια της πόλης. Δεν υπήρχε τρόπος να προσεγγίσουμε αυτή την άγονη γη. Υπήρχε ένα δάσος ανεξερεύνητο στο οποίο μάλιστα είχαν χαθεί και αρκετοί ορειβάτες. Ίσως είχαν γίνει τροφή του βούκρανου. Μόλις διέσχιζες το δάσος βρσκόσουν σε μια βραχώδη οροσειρά, προφανώς εκεί ήταν το καταφύγιο του Αστερίωνα. Μου ακουγόταν απολύτως λογικό να επιλέξει μια περιοχή όπου κανένας άνθρωπος δεν πήγαινε ποτέ, ακριβώς γιατί οι λιγοστοί ριψοκύνδυνοι που είχαν επιχειρίσει να φτάσουν ως εκεί δεν είχαν γυρίσει πίσω ποτέ.

Ο πατέρας μου έθαψε το πρόσωπο του στα χέρια του για να μη δούμε τα δάκρυα της απελπισίας που τον είχαν κατακλήσει, στο άκουσμα των πληροφοριών που έδωσε η θεία μου.

Σηκώθηκα και πήγα προς το μέρος του. Κάθισα δίπλα του και τον ακούμπησα απαλά στον ώμο. «Θα πάω εγώ μπαμπά» είπα όσο τρυφερά μπορούσα.

Ο πατέρας μου και ο Κρίστιαν με μια φωνή είπαν «ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ» κάνοντας με να χαμογελάσω αχνά.

«Χαλαρώστε» είπα ανάλαφρα. «Είμαι η μόνη που έχω τη δύναμη να τα βάλω με τον Αστερίωνα και να νικήσω. Και η μόνη που θα μπορέσω να διασχίσω την αχανή έκταση μέχρι το κρυσφήγετο του. Από όσο ξέρω δεν πάει αμάξι εως εκεί. Άρα θα πάω εγώ»

«Δεν σε αφήνω μόνη σου» πέταξε νευρικά ο Κρίστιαν.

«Θα το δούμε αυτό» είπα δήθεν θυμωμένα. «Κοίτα χάνουμε χρόνο. Η μαμά μου είναι με αυτό το τέρας. Δεν ξέρουμε καν αν βρίσκεται στη ζωή. Δεν θέλω να χάσουμε άλλο χρόνο. Μόλις έπεσε ο ήλιος. Άρα έχω αρκετές ώρες στη διάθεση μου μέχρι να ξημερώσει. Πρέπει να έχω φτάσει μέχρι τότε εκεί.»

Ο Κρίστιαν σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά μου θυμωμένος. «Δεν το συζητώ! Θα έρθω μαζί σου μέχρι εκεί που πάει αμάξι τουλάχιστον και μετά με τά πόδια»

«Θα με καθυστερήσεις!» φώναξα εκτος ελέγχου. Εγώ δεν μπορώ να κυκλοφορώ στη διάρκεια της ημέρας, σε αντίθεση με εσάς»

«Δεν σε φρόντιζα τόσους μήνες για να σε χάσω τώρα» είπε μέσα από τα δόντια του. Φαινόταν πληγωμένος.

Τον κοίταξα με λατρεία. Ήξερε άραγε πόσο τον αγαπούσα; Όχι η αγάπη δεν ήταν τίποτα σε αυτά που ένιωθα.

«Κρίστιαν» ειπα τρυφερά. «Μόνο αν δράσω μονη μου θα προλάβω. Είμαι βαμπίρ. Το φως είναι η καταστροφή μου. Σε παρακαλώ»

Ο πατέρας μου ‘εκανε νόημα στη θεία μου και αποχώρησαν στη κουζίνα αφήνωντας μόνους.

Τον πλησίασα και κόλλησα το σώμα μου στο δικό του. Ήταν άκαμπτο. Έγυρα το κεφάλι μου στο στήθος του να ακούσω για λίγο τη καρδιά του. Έκλεισα τα μάτια και αναστέναξα απαλά. «Κρίστιαν Κρίστιαν» ψιθύρισα. Το όνομα του σκάλωσε στα χείλη μου σαν προσευχή. Δεν ξέρω πόσες φορές το πρόφερα. Μου ανασήκωσε το πηγούνι και με φίλησε στα χείλη. Αχ Κρίστιαν.

Όταν χωρίσαμε τα χείλη μας με κοίταξε με πόθο. Δεν ήταν ώρα για τέτοια. Προσπάθησα να συγκρατηθώ να μην ανταποδώσω το ξελιγωμένο μου βλέμμα.

«Θα με συνοδέυσεις μέχρι τα όρια τηςπόλης. Ή μάλλον μέχρι να φτάσω στο δάσος. Το μόνο που χρειάζομαι απο εσένα είναι να μου προσφέρεις το αίμα σου για να δυναμώσω. Με είδες να σκοτώνω εκείνον τον άγνωστο βρικόλακα. Είμαι πολύ δυνατή. Και μόνο εγώ μπορώ να βγάλω από τη μέση τον Αστερίωνα»

«Έλι»

«ΣΕ ΙΚΕΤΕΥΩ. Δεν έχω τη πολυτέλεια να χάσω περισσότερο χρόνο. Έχε μου εμπιστοσύνη»

«Πως μου ζητάς κάτι τέτοιο!!» είπε θυμωμένα. «Εσύ θα με άφηνες να μπω σε μια τόσο δύσκολη κατάσταση;»

«Έχει δίκιο Κρίστιαν» είπε ο πατέρας μου που είχε επιστρέψει από τη κουζίνα. «Πρέπει να φύγει. Αν υπάρχει κάποιος που μπορεί να σώσει τη γυναίκα μου τότε αυτή είναι η Ελινορ»

¨Δεν συμφωνώ» πέταξε ο Κρίστιαν. Ήταν πραγματικά θυμωμένος. Και πληγωμένος.

«Κρίστιαν πεινάω» είπα ξαφνικά για να του αποσπάσω τη προσοχή. Ο Πατέρας μου σοκαρισμένος ψέλλισε μια δικαιολογία και επέστρεψε στη κουζίνα να βρει τη θεία μου.

Με έπιασε απο το χέρι και με οδήγησε στο επάνω δωμάτιο. Καθίσαμε στο κρεβάτι και μου πρόσφερε τον λαιμό του.  Βύθισα τους κυνόδοντές μου όσο πιο απαλά μπορούσα στον υπέροχο λαιμό του κι τον άκουσα να βογγάει ελαφρά. Η ηδονή μου είχε χτυπήσει κόκκινο. Το μυαλό μου όμως οργάνωνε ένα σχέδιο όχι και τόσο τίμιο.

Αφού έσβησα τη δίψα μου αποχωρίστηκα τη σάρκα του και σκούπησα με το χέρι μου τα χείλη μου.

«Μμμμμ» βόγγηξα και τον κοίταξα με πόθο.

Με φίλησε με ένταση και μέσα στα φιλιά του μου ψιθύρισε: «Ξέρω τι προσπαθείς να κάνεις και δεν θα πετύχει»

«Τι εννοείς;» απάντησα όσο πιο αθώα μπορούσα.

Σταμάτησε το φιλί και με κοίταξε

«Σε ξέρω από πέντε χρονών, δεν ξέρεις να υποκρίνεσαι καλά. Προσπαθείς να με σαγηνεύσεις για να μην έρθω μαζί σου.

«Δεν ξέρεις τι λες» είπα θυμωμένη. Σηκώθηκα και άρχισα να βηματίζω πάνω κάτω στο δωμάτιο.

«Χάνουμε χρόνο Κρίστιαν» είπα κάνοντας απότομες χειρονομίες. Το βλέμμα μου έπεσε στο κομοδίνο. Και τότε μου ήρθε μια απίστευτη ιδέα. Πήγα και στάθηκα δίπλα στο κομοδίνο. Μου γύρισε τη πλάτη και μετά σηκώθηκε και πήγε δίπλα στο παράθυρο. Κόιταζε έξω στο σκοτάδι. ΤΕΛΕΙΑ!! Άνοιξα αθόρυβα το πρώτο συρτάρι του κομοδίνου και άρπαξα το μπουκαλάκι που βρήκα εκεί μέσα. Το έχωσα στη πίσω τσέπη του τζιν μου. Ο Κρίστιαν είχα ακόμα τη πλάτη του γυρισμένη προς εμένα. Έβγαλα ξανά το μπουκαλάκι από τη τσέπη μου το άνοιξα και πήρα ένα χάπι από μέσα. Το έκλεισα βιαστικά και το έβαλα πάλι στη τσέπη μου. Έβαλα το χάπι στο στόμα μου και το κράτησα εκεί.

Τον πλησίασα και τον αγκάλιασα από πίσω.

«Κρίστιαν»

Γύρισε προς το μέρος μου και με φίλησε με πάθος. Αυτό ακριβώς ήθελα. Φηληθήκαμε για αρκετά λεπτά ώσπου τον ένιωσα να λυγίζει τα γόνατα του και να σωριάζεται στο πάτωμα.

Πέτυχε!! Τον σήκωσα με ευκολία και τον έβαλα στο κρεβάτι. Το χάπι που πήρα ήταν ηρεμιστικό. Πριν δυο χρόνια, με το διαζύγιο της η θεία μου της είχαν παρουσιαστεί προβλήματα ύπνου. Θυμάμαι σε κάποια επίσκεψη μας με την οικογένεια μου, είχα μπει κρυφά στο δωμάτιο της και είχα ανακαλύψει τα χάπια. Και το φιλί ήταν η τέλεια ευκαιρία για να το χώσω στο στόμα του χωρίς να το καταλάβει.

Απλά τον αγαπούσα τόσο πολύ για να τον βάλω σε τέτοιο κίνδυνο. Ήταν θνητός και εγώ δεν ήμουν. Ήταν δουλειά μου να τον προστατεύσω. Δεν είχε ιδέα σε τι πήγαινε να μπλέξει. Του έγραψα μερικές γραμμές σε ένα χαρτί και τ άφησα δίπλα του στο μαξιλάρι

«Κρίστιαν, συγνώμη που σε νάρκωσα. Ήταν ο μόνος τρόπος για να σε αφήσω πίσω μου. Για να σε προστατεύσω. Είσαι πολύ σημαντικός για μένα για να σε άφηνα να έρθεις μαζί μου. Μείνε σε παρακαλώ με τον πατέρα μου και τη θεία μου. Και δώστε μου δυο-τρεις νύχτες πριν ανησυχήσετε. Να θυμάστε πως αν με προλάβει το ξημέρωμα θα πρέπει να κρυφτώ κάτω από τη γη για να προστατευτώ, οπότε μην αγχωθείτε αν αργήσει η επιστροφή μου ή αν δεν πιάνει το κινητό μου και δεν μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου.

Υ.Γ:  Σ Α Γ Α Π Α Ω….

Μη κάνεις καμιά τρέλα και με ακολουθήσεις μόλις ξυπνήσεις!!!! ΜΕΙΝΕ ΕΔΩ…ΘΑ ΓΥΡΙΣΩ»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…..

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Νίωθω περίεργα πάλι. Τρομερό πονοκέφαλο και σαν να μου έχουν κλέψει τη δύναμη μου. Πόση ενέργεια χρειάζεται για να δημουργείς φανταστικούς διαλόγους και αν προσπαθείς να μπάινεις στη θέση των χαραακτήρων που επινόησες;;;;; Νιώθω όμως και περήφανη. Γιατί όσο άθλια και να είναι η ιστορία μου, όσο άδιαφορη (που είναι εδω που τα λέμε αν κρίνουμε απο τα στατιστικά που μου εμφανίζει το μπλόγκ μόλις μπαίνω κάθε φορά) είναι ΔΙΚΙΑ ΜΟΥΥ και είχα τα κότσια να προσπαθήσω να τη διηγηθώ. Φτάσαμε σε ένα κρίσιμο σημείο. Η Έλινορ πάει να σώσει τη μητέρα της και να σκοτώσει τον Αστερίωνα. Θα τη καταφέρει να τη σώσει; Θα γυρίσουν μαζί πίσω; Καταχήν κανείς δεν γνωρίζει αν είναι ζωντανή. Και ο Κρίστιαν θα προσπαθήσει να την ακολουθήσει μόλις συνέλθει;;;; Θα τη συγχωρήσει που τον ξεγέλασε;;;;;;; Μήπως είναι πιο χρήσιμος αν μείνει πίσω και μαζί με τη θεία (κάτι κρύβει αυτή να μου το θυμηθήτε) και τον πατέρα της Ελινορ παίξουν έναν κρυμμένο άσσο;;;;;;;;;;;;;; Υπομονή μέχρι το επόμενο κεφάλαιο…