ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ

birthday girl…

20191202_195628

 

Τρεις Δεκεμβρίου. Τα γενέθλια μου. Επιτέλους κόσμε, ήρθε η ημέρα όπου τρώω τούρτα και γλυκά μέχρι σκασμού, παίρνω δωράκια και  κάνωωωω πάρτι… Γιατί όπως έχει πει και η Ζωζώ Σαπουντζάκη «τρελαίνομαι για τη τούρτα και δεν με νοιάζει πόσο κεράκια έχει επάνω»

Κλείνω λοιπόν τα σαράντα και μπαίνω στα σαράντα ένα. Και είμαι πολύ υπερήφανη για αυτό…… Με όσα πέρασα αξίζει να γιορτάζω κάθε μέρα….

Δεν θα γράψω πολλά μόνο ότι νιώθω ευγνωμοσύνη

Και αφήνω τις φώτο να μιλήσουν για μένα……………..

Happy birthday to me……………………

 

 

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ

Αθώες αναμνήσεις… not

«Άντε μωρή κωλού»
Πρόσφατα θυμήθηκα τη συγκεκριμένη ανάμνηση λες και είχε επίτηδες καταποντιστεί στα έγκατα της ύπαρξης μου και βρήκε έναν τρόπο να αναδυθεί ξανά στην επιφάνεια του μυαλού μου όπου πιάστηκε από ένα σωσίβιο έως ότου περάσει η μνήμη μου με τη βάρκα και τη διασώσει.


Με λίγα λόγια θυμήθηκα στο δημοτικό που ένα παιδάκι με είχε αποκαλέσει κωλού (είχα μεγάλο κώλο δηλαδή σύμφωνα με τα γούστα μιας εννιάχρονης. Πως στο μπουτσο ένα μικρό παιδί γνώριζε τι σημαίνει κωλού; Ίσως το είχε ακούσει από τη μάνα της όταν και έβριζε την ερωμένη του συζύγου της).

Θυμήθηκα λοιπόν αυτό το παράδοξο γεγονός και μου έκανε εντύπωση γιατί με το κορίτσι αυτό είχαμε πάντα καλές σχέσεις και μέχρι σήμερα αν και δεν τη βλέπω καθημερινά. Κωλού λοιπόν. Πληροφοριακά ουδέποποτε υπήρξα, ίσα ίσα έχω ακούσει στη ζωή μου άκρως κολακευτικά σχόλια και έχουν κλάψει για το αντικείμενο του πόθου (true story).

Εντάξει πέρα από τη πλάκα ήμουν αδύνατο παιδί, στα φοιτητικά μου χρόνια πάχυνα κάπως και ήμουν παχουλή για χρόνια ώσπου το 2008 ξεκίνησα το τρομακτικό ταξίδι στην ανορεξία. Πάντως και στα πιο παχιά μου δε νομίζω να είχα κωλάρες. Τέλος πάντων με προβλημάτισε το γεγονός ότι δεν το θυμόμουν καθώς παίζει να είναι η πηγή της ανασφάλειας μου που με χαρακτήριζε πάντα και που με έσπρωξε τελικά στην ανορεξία. Ίσως δεν ήθελα να το θυμάμαι.

Τώρα όμως θυμάμαι καθαρά εκείνη την ανάμνηση. Θυμάμαι πως ένιωσα όταν με αποκάλεσε έτσι. Φούντωσαν οι λυγμοί στα μούτρα μου που θύμιζαν φλογισμένο Ιούνη και ένιωσα κατάφωρη αδικία. Και σαφώς πήγα χαλαρά και στη ψύχρα like a boss και την έδωσα στο δάσκαλο. «Κύριε η Ρ. με είπε κωλού»


«Τι είναι παιδί μου το κωλού;» Ντρεπόμουν να του εξηγήσω και του απάντησα ότι σημαίνει κάτι σε χοντρή. Δε θυμάμαι τι της είπε και αν έγινε κάτι. Πάντως συνεχίσαμε για χρόνια να κάνουμε παρέα και να πηγαίνουμε στο σπίτι της να ακούμε σε κασετόφωνο παραμύθια μάλιστα μια μέρα που την είχε δείρει η μαμά της είχα βάλει τα κλάματα. Η οποία μαμά της, είχε τεράστια συλλογή από γόβες ξέρεις εκείνες τις 80s σέξι γόβες σε απίστευτα χρώματα και ήθελα να μεγαλώσω να φοράω και εγώ τακούνια, τώρα καταλαβαίνω πως έπρεπε να έχει κάνει περισσότερη δουλίτσα με
τη κόρη της για να μην αποκαλεί άλλα παιδιά με απαίσια επίθετα αντί να το παίζει καρι μπραντσο στο κωλοχώρι που δεν υπήρχε ούτε στο χάρτη.

Τα παιδιά γίνονται πολύ κακά καμιά φορά γιατί μιμούνται τη συμπεριφορά των μεγάλων. Έχω περάσει ατελείωτες ώρες αναλύοντας τα παιδικά μου χρόνια με τη βοήθεια ειδικών στην νευρική ανορεξία και είχα κατανοήσει το πως και γιατί έπαθα ανορεξία στα 30 μου. Σαφώς προϋπήρχε ένα συνονθύλευμα αρνητικών συναισθημάτων με βασίλισσα του καρναβαλιού την μαλακισμένη την ανασφάλεια που τη φαντάζομαι ως μια κακομοίρα ματίνα μανταρινάκη που με τα γιγάντια χέρια της σου βάζει φρένο στη καθημερινότητα σου αλλά και πάλι κάτι μου ξέφυγε προφανώς.

Παράδειγμα χαμηλής ανασφάλειας: Θέλεις να πας στου Γερμανού να εμφανίσεις κάποιες φώτο του Χαράλαμπου και του Γιάννη σου και ντρέπεσαι να μπεις μέσα γιατί υπάρχουν δυο νεαροί (ο ένας κούκλος, εσύ τους κούκλους τους ντρέπεσαι, και μια κοπελιά πιο όμορφη από σένα γιατί νομίζεις ότι είσαι το πιο άσχημο πλάσμα στο κόσμο και όλοι είναι ομορφότεροι από εσένα) και τελικά δεν μπαίνεις μέσα. Γιατί έχεις τη χαμηλή αυτοπεποίθηση να σου βάζει φρένο.

Και όχι μόνο αυτό, η χαμηλή αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση μπορούν να οδηγήσουν σε βλαβερές συμπεριφορές όπως η ανορεξία. Και ενώ τα έχω αναλύσει και τα έχω κατανοήσει και είχα πλήρη εικόνα πότε επλήγη η παιδική μου ψυχή από το καρναβάλι των αρνητικών συναισθημάτων που οδήγησαν πολύ αργότερα σε ανορεξία, πετάχτηκε η ανάμνηση της κωλούς και έμεινα μετέωρη. Για λίγο. Δε θα κάτσω να σκάσω κιόλας.

Θέλω να πω πως σίγουρα δεν μπορούμε να θυμόμαστε κάθε τι που συνέβη στη παιδική μας ηλικία και πως δεν οδηγούν όλα σε ψυχολογικά τραύματα ευτυχώς. Εννοώ πως είχα στο μυαλό μου ως αφετηρία της κακής σχέσης μου με το φαγητό το κυνηγητό στο πάρκο της γειτονιάς μου (τι πάρκο, πρώην νεκροταφείο ήταν) από τη μαμά για να φάω το μελάτο αβγουλάκι μου με το ψωμάκι και το αλατάκι στο ποτήρι. Και επειδή πίστευα ότι δεν με αγαπούσε κανείς γιατί δεν ήμουν αρκετά καλή ήθελα να τους τιμωρήσω με το να μη δέχομαι τη τροφή. Αυτό μου πήρε ένα χρόνο συζητήσεων για να το καταλάβω!!!!!!!

 Λογικά τέτοια φαινομενικά ασήμαντα γεγονότα έβαζαν για χρόνια βενζίνη στο όχημα του καρναβαλιού των αρνητικών συναισθημάτων.

Γιατί άμα αρχίσω δε θα σταματάω. Θα πω για το χαστούκι της Βαγγελιώς, για τις αδελφές χοντριδου κτλ. Τώρα θα μου πεις σε τι χωριό μεγάλωσες ρε κοπέλα μου; Είδες!!! Δε θα πω περισσότερα για να μη σε ταράξω.


Γιατί η νύχτα εκεί είναι σκοτεινή και γεμάτη τρόμους.
(Game of thrones for life)


ΥΓ: Πάντως πληροφοριακά βρίσκομαι στο ευωδιαστό λιβάδι γεμάτο αγριολούλουδα του αγρού μυρωδάτα τριαντάφυλλα και φως άπλετο ζωηρό φως της αυτοεκτίμησης και δεν μου περνάει ΚΑΝ από το μυαλό α) να συγκρίνω τον εαυτό μου με άλλους και β) να νιώσω κατώτερη από κανέναν. Βασικά όλα όσα πέρασα και όση ανάλυση έκανα ήταν σαν ένεση με θετικά συναισθήματα ως προς τον εαυτό μου:
ΑΥΤΟΕΚΤΊΜΗΣΗ

ΑΥΤΟΠΕΠΟΊΘΗΣΗ
ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ
ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ
ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ
ΕΙΡΗΝΗ
ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ
ΗΡΕΜΙΑ
ΧΑΡΑ
ΕΥΤΥΧΙΑ


Πόσο σπουδαίο είναι να μετατρέψεις όλο τον ΠΟΝΟ την ΑΠΟΓΝΩΣΗ τη ΠΙΚΡΑ την οποιαδήποτε ΠΛΗΓΗ σε θετικά συναισθήματα….

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ

Επαρχία και τα μυαλά στα κάγκελα…

Έχεις δει ένα τελευταίο θρίλερ που κάποια παιδιά είχαν ξεμείνει σε μια έρημη κωμόπολη (νομίζω έπαιζε ο Ράμσει μπολτον από το game of thrones) και κάτι ανισόρροπα άτομα  τους έκαναν κέρινα ομοιώματα;; Του γιατρού χαχαχαχχαχα)…. και υπάρχουν πολλά θρίλερ και βιβλία που σκιαγραφούν εξαιρετικά την στενομυαλιά και τη ξενοφοβία που καταντάει αρρώστια και που δυστυχώς φυραίνει το μυαλό, το λιγοστεύει το αχρηστεύει και οδηγεί τον άνθρωπο σε ακραίες συμπεριφορές μη φυσιολογικές. Είναι η επιμονή τους να γραπώνονται σε ανούσια κατάλοιπα του παρελθόντος.

Κάποτε οι άνθρωποι δεν είχαν τη τεχνολογία που έχουμε σήμερα. Δεν επικοινωνούσαν με άτομα που έμεναν έξω από το χωριό τους εκτός κι αν πηδούσαν στη ράχη του γαϊδουριού και κυκλοφορούσαν και λίγο έξω. Οπότε λογικό είναι να είχαν μια κλειστοφοβική ζωή και να φοβόταν οτιδήποτε εκτός χωριού που τους φαινόταν ξένο άρα απειλή. Η μόνη τους μορφή επικοινωνίας ήταν τα γράμματα και το στόμα τους. Για αυτό και υπήρχε το φαινόμενο του κουτσομπολιού. Ήταν και αυτό μια μορφή επικοινωνίας.

Τα χρόνια περάσανε οι εποχές αλλάξανε ευτυχώς. Η τεχνολογία ήρθε η επικοινωνία είναι ευκολότερη από ποτέ και αμάξια φτιάξανε και έξω από το χωριό πήγανε και όλα κομπλέ. Νομίζεις!!!!!! Γιατί υπάρχουν ακόμα κατάλοιπα τέτοιων ουγκα μπουγκα συμπεριφορών όχι από γραίες όπως θα περίμενε κανείς, που δείχνεις και κάποια κατανόηση αλλά κι από νεότερους ανθρώπους που γεννήθηκαν το 1980 ξέρω γω, που υπήρχε επικοινωνία κτλ. Γιατί ένας νέος άνθρωπος λοιπόν επιλέγει να κρύβεται παρακολουθώντας το γείτονα για να πάει μετά να τον κουτσομπολέψει;;;; Δεν έχει κάποιο χόμπι;; Δεν έχει μοντέρνα μυαλά;;; Φταίει που συμβιώνει με ηλικιωμένους;;; Και άλλοι μένουν με τους γονείς ή με τον παππού αλλά τέτοια κατάντια δεν έπαθαν. Μήπως είναι καθαρά θέμα χαρακτήρα;;; Επιλέγει δηλαδή να κρύβεται και να παρακολουθεί γνωρίζοντας ότι είναι μη φυσιολογικό;;

Ναι το ξέρω ότι η περιέργεια είναι έμφυτη στον άνθρωπο, έτσι πήγε μπροστά αλλά δεν είναι φυσιολογική περιέργεια  να κρύβομαι πίσω από μια εκκλησία και να ακολουθώ για αρκετά μέτρα μια κοπελιά να δω που πάει. Υγιής περιέργεια είναι να ακούσεις ένα αυτοκίνητο να περνάει έξω από το σπίτι σου και να κοιτάξεις για λίγο αν είσαι κοντά στο παράθυρο μήπως είναι κάποιος συγγενείς ξέρω γω.

Αλλά πραγματικά τόσα χρόνια που ζω στο χωριό (όχι από επιλογή μου) καθημερινά αντιμετωπίζω τέτοια περιστατικά. Τα οποία με κάνουν και γελάω εννοείται αλλά με προβληματίζουν λίγο.


Σας έχει συμβεί να αντιληφθείτε ότι σας παρακολουθούν; Είναι ανατριχιαστικό αλήθεια! Σαν να πρωταγωνιστείς σε αναθεματισμένο θρίλερ. Καλά εγώ όποτε τη βλέπω αυτή τη 39χρονη (δεν το χωράει το μυαλό μου τόσο νέα γυναίκα να κάνει τέτοια γεροντίστικα πράγματα) να με παρακολουθεί σκάω στα γέλια. Και κάπου θέλω να της πω «άμε γαμήσου». Και δεν είναι το μόνο περιστατικό σε αυτό το τρελοχώρι που ζω.

 Η κυράτσα που σκαρφαλώνει στις καρέκλες για να κοιτάξει από το παράθυρο κάτω στο δρόμο ποιος περνάει και μετά λέει ψέμματα στη μάνα σου ότι «έχει μάτια και βλέπει».. δε πα να έχεις και φρύδια!!!! Πως έχεις γλυτώσει τη μπουνιά από μένα απορώ. Την αντιμετωπίζω όμως και με μια λύπηση, στο κάτω κάτω από εκείνη εμπνεύστηκα ένα από τα πρώτα μου κείμενα στη blogαρα μου. Δες το εδώ. Υπήρξε και ο βοσκός πίσω από τα χαρούπια (διάβασε το αντίστοιχο κείμενο μου εδώ). Ποιον να πρωτοθυμηθώ. Πλειάδα τεράτων στο freak show κυρίες και κύριοι μου.


Το να είσαι γυναίκα, νέα ανύπαντρη ενοχλεί. Σπάει τους κανόνες. Τους δικούς τους. Γιατί εγώ ουδεπόποτε θα έφτιαχνα τέτοιους δυσκοίλιους κανόνες. Αν δεν ακολουθείς τους ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΝΌΝΕΣ θέλουν απεγνωσμένα να μάθουν ΓΙΑΤΙ.

Ε λοιπόν Νιπιδιτέ περήφανε που σαι στη ρίζα ρίζα, ευθαρσώς σου απαντώ το γιατί: ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΙ ΠΟΛΥ ΚΟΥΛ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΜΜΌΡΦΩΘΩ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΣΑΣ ΚΑΝΟΝΕΣ. Γιατί είμαι νέα γυναίκα προσγειωμένη γιατί δεν έχω κόμπλεξ που ΑΚΟΜΑ δεν παντρεύτηκα ( επιλογή μου όχι γιατί αναγκάζομαι να είμαι μόνη ΔΕΝ ΘΕΛΩ).

Δε θέλω να σας σοκάρω αλλά υπάρχει κάτι που λέγεται ΕΛΕΎΘΕΡΗ ΒΟΎΛΗΣΗ. Που σημαίνει ότι αν θέλω παντρεύομαι, αν δε θέλω, δε παντρεύομαι, αν θέλω να κάνω παιδιά θα κάνω, αν δε θέλω να κάνω παιδιά δεν θα κάνω. Αν θέλω να φάω ζυμαρικά τριβέλι με γιαούρτι θα φάω τριβέλι με γιαούρτι, αν δεν θέλω να φάω φακές δε θα φάω φακές. Αν θέλω να κάνω σεξ (άντε καλέ κόβεται το σεξ που λέει και η θεοπούλα) θα κάνω σεξ. Αν δεν θέλω να κάνω σεξ, δεν θα κάνω σεξ. Νιώθω λίγο ότι εξηγώ τα αυτονόητα, αλλά αυτό πρέπει να κάνεις σε άτομα που δεν τους κόβει, δεν εννοώ για υστέρηση εννοώ για αντίληψη κατανόηση, σε άτομα που παρακατσεύουν (παρακολουθούν κρυμμένοι) κάνοντας παρκουρ από ταράτσες και παράθυρα από εκκλησίες και κάγκελα.

Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και χαρακτήρες ΔΕΝ είναι καθόλου συμπτωματική. Υπάρχουν, κυκλοφορούν ανάμεσα μας και προπάντων ψηφίζουν!!!

ΥΓ: Δεν θα αναφερθώ καθόλου στον ψυχολογικό πόλεμο που δέχομαι  πάνω στο θέμα «προξενιά» καθώς αποτελεί ξεχωριστή κατηγορία από μόνο του……

 

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ

Περί συγγραφής…

Ξεκίνησα να γράφω ιστορίες το 2012. Δεν είχα υπολογιστή τότε. Ούτε smartphone. Είχα ένα παλιό Nokia 6125, εκείνο με το πορτάκι. Άρα κάθε λέξη, κάθε πρόταση γραφόταν χειρόγραφα σε εκείνα τα μπλε τετράδια από το σούπερ μάρκετ. Κάθε συγγραφέας όταν γράφει μια ιστορία, είτε είναι μυθοπλασία, έχει να κάνει δηλαδή με φανταστικά πλάσματα, είτε αστυνομική, δραματική, ρομαντική, κωμική, είναι απαραίτητο το να κάνει μια έρευνα για να χτίσει την ιστορία του. Πρέπει να ρίξει δηλαδή τα μπετά πριν από όλα και μετά να κάνει τα υπόλοιπα.
Έρευνα για να πάρεις τις πληροφορίες εκείνες που θα δώσουν στην ιστορία σου μια αληθοφανή προσέγγιση.
Για παράδειγμα, θυμάμαι τότε, το 2012 που έγραφα την Βεατρίκη, τη πρώτη μου ιστορία, και δεν είχα υπολογιστή, σημείωνα τις απορίες μου και όταν πήγαινα επίσκεψη στο σπίτι του γαμπρού μου και της αδελφής μου έκανα κατάληψη στον υπολογιστή τους ώστε να ερευνήσω με την ησυχία μου και να συλλέξω όλες εκείνες τις πληροφορίες που χρειαζόμουν για να δομήσω την ιστορία μου. Για παράδειγμα, είχα βάλει την ηρωίδα μου τη Βεατρίκη να ταξιδέψει με τον αγαπημένο της από την Καλιφόρνια κάπου, στο Λονδίνο περίοδο Χριστουγέννων. Έπρεπε λοιπόν να ερευνήσω από ποιο αεροδρόμιο θα απογειωνόταν δυο κάτοικοι της συγκεκριμένης περιοχής σε συγκεκριμένη ημερομηνία και σε ποιο αεροδρόμιο θα προσγειωνόταν. Θυμάμαι ώρες ατελείωτες να προσπαθώ να βγάλω άκρη με τα δρομολόγια. Αλλά το διασκέδασα. Η έρευνα βοηθάει τον συγγραφέα να φτιάξει πραγματικούς ήρωες ακόμα κι αν πρόκειται για μυθικά πλάσματα, και τον αναγνώστη να ταυτιστεί μαζί τους. Όταν απέκτησα το πρώτο μου smartphone το 2013
και είχα πρόσβαση στο ίντερνετ, ναι μεν συνέχισα να γράφω στο χέρι αλλά η έρευνα πλέον γινόταν πιο εύκολα. Δεν χρειαζόταν να περιμένω να βρεθώ μόνη με τον υπολογιστή του γαμπρού μου, είχα 24ωρη πρόσβαση στο παγκόσμιο ιστό. Το 2015 που απέκτησα το λαπτοπ μου σαφώς τελείωσαν τα βάσανα μου και στο κομμάτι γράψιμο στο χέρι.
Σε μια άλλη μου ιστορία τη ROSE M. θυμάμαι έκανα έρευνα πόσο αμείβεται μια δασκάλα δημοτικού σε μια συγκεκριμένη κωμόπολη στην Αμερική. Έπρεπε να κατανοήσω πρώτα το εκπαιδευτικό σύστημα της Αμερικής (κοπελιά το χόντρυνες), να διαβάσω για τα κολέγια τους κτλ κτλ.. Κουραστικό αλλά διασκεδαστικό. Η έρευνα είναι ένα από τα πιο διασκεδαστικά πράγματα στη συγγραφή. Μαθαίνεις πράγματα που διαφορετικά δεν θα έμπαινες καν στη διαδικασία να μάθεις ποτέ. Για παράδειγμα αυτή τη στιγμή που γράφω το φινάλε της αγαπημένης λατρεμένης μου ΕΡΕΥΝΉΤΡΙΑΣ Α. έπρεπε να ερευνήσω το πως δουλεύει ο μηχανισμός στις χειροπέδες!!! Διασκεδαστικό αν μη τι άλλο!!! Έχω άπειρα παραδείγματα παράξενων ερευνών που έχω κάνει στα τόσα χρόνια που γράφω και χρειάζομαι χρόνο και χώρο για να τα γράψω όλα. Αλλά νομίζω πιάσατε το γενικό νόημα για το πόσο ζωτικής σημασίας είναι η έρευνα. Έχω γράψει δεκαπέντε ιστορίες μέχρι σήμερα!! Συμπεριλαμβανομένων και των μίνι παραμυθιών (ναι έχω γράψει και από δαύτα). Ακολουθεί η λίστα με τις ιστορίες μου (έχω σβήσει κάποια ονόματα στις ιστορίες που σκοπεύω κάποια στιγμή να εκδώσω). Δίπλα στη κάθε ιστορία αναφέρω το αν είναι ολοκληρωμένη, ή συνεχίζω να τη γράφω ακόμα. Το παραμυθάκι του Χαράλαμπου να αναφέρω είναι δημιούργημα του ανιψιού μου. Πάνω στο παιχνίδι κάποτε είχε ξεκινήσει να λέει μια ιστορία. Είχα εντυπωσιαστεί από τις λεπτομέρειες που ανέφερε, τη δομή, καθώς είχε αρχή μέση και τέλος, και τι τέλος μάλιστα!! Με ηθικό δίδαγμα!! Αμέσως είχα πιάσει και την είχα καταγράψει φοβούμενη μήπως τη ξεχάσω.


Ερευνώντας και γράφοντας νιώθω αληθινή ευτυχία, γεμίζουν τα μέσα μου, ψηλώνω, γίνομαι αέρας και ταξιδεύω στη στρατόσφαιρα. Με γεμίζει απόλυτα, με ξαλαφρώνει, με ταξιδεύει, με κάνει να νιώθω καλά!!! Γα μη με να καλά. Με όλη τη σημασία της λέξης. Πέρα από το ότι η συγγραφή είναι το μεγαλύτερο όνειρο της ζωής μου που με τροφοδοτεί απύθμενη δύναμη, αν δεν υπήρχε σαν πράξη, σαν ασχολία στη καθημερινότητα μου δεν θα ήμουν καθόλου καλά. Θα τα είχα παίξει. Τόσο απλά. Αυτό και το πλέξιμο.
Γράψιμο, διάβασμα, πλέξιμο. Η σωτηρία μου.
Ένα άλλο πράγμα που λατρεύω στη συγγραφή είναι το να μη ξέρεις από που ξεκινάς εσύ και που τελειώνει ο ήρωας σου. Πάντα βάζω δικά μου στοιχεία (εμφάνισης, χαρακτήρα, συμπεριφοράς, συνηθειών, εμπειριών κτλ) στους ήρωες μου και πολλές φορές παίρνω τα βουνά (ανεβαίνω στη Σκαπεταρά και ξανίγω τα χαράκια, Κρητικά άνευ μετάφρασης) και «παίζω» στο μυαλό μου κάποια σκηνή πριν τη γράψω. Βλέπω έτσι αν είναι αληθοφανή και αν στέκει. Επίσης μ’αρέσει να τους βάζω τις δικές μου διατροφικές συνήθειες. Καταρχάς είναι ένας τρόπος να ξορκίσω τη κατάρα της ανορεξίας καθώς κανένας ανορεξικός δεν αντέχει να μιλάει για φαγητό. Για παράδειγμα η Σκαιλαρ στην ΑΛΥΔΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ πάσχει από ανορεξία όπως και γω αλλά όταν τα πράγματα καταλήγουν στη σφαγή του Φέλιξ και την οδηγούν στο να διαλέξει τη ζωή της τιμωρού, τρέφεται πλέον κανονικά. Σπαταλάω αρκετές σειρές να περιγράφω τι τρώει για πρωινό κτλ και πιστέψτε με νιώθω καλά. Εγώ που σαν πολύπαθο ανορεξικό πλάσμα ήθελα να εξαφανιστούν όλα τα φαγητά και δεν άντεχα να ακούω άνθρωπο να μασουλάει. Και τώρα γράφω τι έφαγε για πρωινό και είναι απολύτως φυσιολογικό γιατί οι άνθρωποι ακόμα και οι αμαζόνες τιμωροί πρέπει να φάνε.
Σε μια άλλη ιστορία τις «Αναμνήσεις μιας τάδε» περιγράφω το πως τρώει τη φρυγανιά.
Αλειμενη με μαρμελάδα και βουτηγμένη σε κρύο γάλα είναι κάτι που ανακάλυψα τώρα το καλοκαίρι και τρώω καθημερινά. Επίσης τα παγωμένα μακαρόνια είναι η αδυναμία μου. Μόλις τα μαγειρέψεις με ελαιόλαδο, τα σουρώνεις τα ανακατεύεις με γιαουρτάκι και για λίγο στο ψυγείο να κρυώσουν. Κι αυτό τελευταία το ανακάλυψα καθώς δεν έτρωγα ζυμαρικά από το 2009..Σπαταλάω τόση φαιά ουσία σε περιγραφές φαγητού γιατί επιτέλους έχω ισορροπήσει. Και δεν με τρομάζει το να παχύνω. Ίσα ίσα αυτό είναι το ζητούμενο. Όταν είσαι 35 κιλά και 40 ετών, η ζωή είναι κάπως δύσκολη. Και όταν φτάνεις στο σημείο να μην μπορείς να πάρεις αγκαλιά το μικρό μωράκι της αδελφής σου τον Γιαννάκο μας, τότε ξυπνάς και λες ανορεξία αμε γαμήσου.
Αυτά περί φαγητού.
Άλλο που λατρεύω στη συγγραφή είναι πως ενώ γράφω πολλές ιστορίες συγχρόνως, δεν μπερδεύομαι ποτέ και πάντα μου έρχονται οι ιδέες για τη κάθε μια ιστορία από εκεί που την έχω αφήσει!!! Ακόμα κι αν πάθω writers block (ο τρόπος του εγκεφάλου σου να σου πει ότι το παρακανες μανδάμ, χρειάζομαι ξεκούραση) όταν θα επανέλθω, θα συνεχίσω από εκεί που το είχα αφήσει. Και το καλύτερο, πολλές φορές βλέπω στον ύπνο μου κάποια σκηνή και ξυπνάω μες στη νύχτα τη καταγράφω στο κινητό (πάντα δίπλα μου το κινητό) και μετά κοιμάμαι ξανά. Επίσης λατρεύω να χρησιμοποιώ χαρακτηριστικά ανθρώπων που γνωρίζω, το υλικό είναι ανεξάντλητο, μπορώ να χρησιμοποιήσω χαρακτηριστικά δυο ή και τριών ανθρώπων για να φτιάξω τον ήρωα μου.
Επίσης μου δίνεται η ευκαιρία να γράψω για οδυνηρές αναμνήσεις και με αυτό το τρόπο να τις μαλακώσω λίγο, να τις δω από απόσταση σαν να συνέβησαν σε κάποιον άλλον με αποτέλεσμα να νιώσω ξαλαφρωμένη. Ο Ερνέστ Χέμινγουεϊ είχε πει «γράψε για ότι σε
πονάει μέχρι να μη πονάει πια». Μου ήταν εξαιρετικά δύσκολο να παραδεχτώ ότι ήμουν μια από εκείνες τις γυναίκες που τις κατηγορούν ως άβουλες ή άξιες της μοίρας τους καθώς επιτρέπουν σε έναν άντρα να τις κακοποιεί και δεν περνάει ούτε σαν κόκκος άμμου από το ανύπαρκτο μυαλό τους ότι η γυναίκα αυτή είναι αλυσοδεμένη από τον φόβο πρώτον και ίσως από κάποια άλλα πράγματα που δεν μπορώ να αναλύσω αυτή τη στιγμή για αυτό και υπομένει αυτή την εξευτελιστική συμπεριφορά. Πονούσα και μόνο που το σκεφτόμουν. Κόλαση να παραδεχτείς ότι ο άντρας που λάτρευες περισσότερο κι από τη ζωή σου, σε κακοποιούσε. Αυτό πως το παραδέχεσαι στον εαυτό σου; Είναι μια χοντρή κακάσχημη αλήθεια πιο άσχημη κι από κομποστοποιημενα σκατά. Το να φτιάξω μια ιστορία την αλυσοδεμένη ψυχή και να βάλω την ηρωίδα μου τη Σκαιλαρ να τραβήξει κάποια πράγματα που τράβηξα εγώ μου έδωσε την αφορμή να μιλήσω για αυτά να τα βγάλω από μέσα μου και να τα νιώσω ξένα πια. Ότι δεν υπάρχουν πλέον να με στοιχειώνουν. Και όχι μόνο σε αυτή τη περίπτωση. Πολλές φορές χρησιμοποίησα εμπειρίες μου σε αρκετές ιστοριες μου, τις μοίρασα και ελευθερώθηκα. Νιώθω ότι δεν συνέβησαν επειδή μου άξιζαν ή επειδή είμαι κακό άτομο ή ανάξιο, ή επειδή είμαι μαζόχα και τα δέχομαι άρα καλά να πάθω. Συνέβησαν γιατί υπάρχουν κακοί άνθρωποι που κάνουν κακά πράγματα για λόγους που δεν έχουν καμία σχέση με σένα (αυτό πάλεψα πολύ μέχρι να το κατανοήσω) και δυστυχώς καμιά φορά διασταυρώνουν το μονοπάτι τους μαζί σου.
Αυτό που ξεχνούν όλοι να πουν για τις γυναίκες αυτές είναι το πόσο ανθεκτικές είναι και πόσο
ηρωίδες.
Το να είσαι συγγραφέας είναι μια διέξοδος από τη πεζή πραγματικότητα και πιστέψτε με εδώ που ζω χρειάζομαι αυτή τη διέξοδο. Είναι αναθεματισμένα καλό ρε γαμώτο. Ότι και να σου συμβεί μπορείς να το χρησιμοποιήσεις στις ιστορίες σου. Για παράδειγμα προχθές πήγαινα με τα πόδια στις ελιές. Οι γονείς μου είχαν πάει από το πρωί και κάποια στιγμή κατέβηκα και εγώ λίγο έξω από το χωριό να τους βρω στο λιόφυτο. Καθώς λοιπόν περπατούσα πετάγεται από ένα στενό μια μαυροφορεμένη γραία (εδώ τις λέμε γρετζόλες) με τσεμπέρι, γαμψή μύτη, όλο το πακετάκι. Άρχισε να παραμιλάει δεν άκουγα ακριβώς τι έλεγε καθώς ήμουν κάμποσα μέτρα μακρυά της. Κάνω να πισωγυρίσω να πάω από ένα διαφορετικό δρόμο να μη φτάσω εκεί που ήταν εκείνη και βλέπω μια κοπελιά να έχει κολλήσει στο τοίχο και παρακολουθούσε όλη τη σκηνή. Και συγχρόνως κοιτάω ψηλά και βλέπω απέναντι στη τζαμαρία μια άλλης γρετζόλας να κοιτάει με αμείωτο ενδιαφέρον. Λέω μπρος γριές και πίσω κουτσομπόλα, που να πάω η γυναίκα;;; Αποφάσισα να συνεχίσω το δρόμο μου, δεν ήμουν εγώ εκείνη που έπρεπε να ντρέπομαι, άλλες κάνουν παρκούρ και παρακολουθούν τι κάνει η κάθε μια. Και καλά από τις παλιόγριες περιμένεις τέτοια αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά καθώς μεγάλωσαν σε διαφορετικά καθεστώτα και πλέον είναι πολύ αργά να αλλάξουν. Η άλλη 39 χρονών νέα γυναίκα που με παρακολουθούσε αντί να βρει κανένα μανάρι να πνίξει κανένα
κουνελάκι υιοθετεί τέτοιες συνήθειες τραγικές;;;;;;;;;
Εξαιρετικό τραγελαφικό περιστατικό, και ένα κλασικό δείγμα σύγχρονης ζωής σε χωριά της ελληνικής επαρχίας. Αντί να μιζεριάζω με τόσο κουλούς ανθρώπους τριγύρω μου χρησιμοποιώ τέτοια περιστατικά για να σκιαγραφήσω περισσότερο τις ιστορίες μου που έχουν σχέση με επαρχία όπως στην ΕΡΕΥΝΗΤΡΙΑ (μη ξεχνάμε πως την εμπνεύστηκα μετά το περιστατικό με τον βοσκό βλέπε το κείμενο εδώ) και στη πιο πρόσφατη ιστορία μου που μόλις ξεκίνησα να γράφω. Όπως γράφει ο STEPHEN KING στο salems lot
«Σε όλες τις μικρές πόλεις, το σκάνδαλο σιγοβράζει πάντα στο πίσω μάτι, σαν τη φασολάδα της θείας σου της Σίντι»
Και μια που έπιασα το κομμάτι Stephen king να πω ότι έχω επηρεαστεί βαθιά από τότε που ξεκίνησα να διαβάζω τα βιβλία του. Κάθε ιστορία είναι ευκαιρία για μάθημα και τη μελετάω ζεστά. πάντα ήμουν μελετηρό παιδί κι ας απειλούσε η μαμά να μου σκίσει τα χαρτιά μου (τετράδια, βιβλία). Κάθε που ξεκινάω να διαβάζω τη κάθε του ιστορία κρατάω σημειώσεις στο κινητό μου. Προτάσεις, λέξεις, περιγραφές, παρομοιώσεις οτιδήποτε μου κεντρίζει το ενδιαφέρον.
Μέχρι στιγμής έχω διαβάσει τα εξής βιβλία του:
-Μακρυά Πορεία
-Κοιμισμένες ομορφιές
-Καρυ
-Λάμψη
-Σαλεμς Λοτ

-Μιζερι
-Νεκρωταφείο ζώων
-Ροουζ Μαντερ
-Κούτζο
-Δρ Ύπνος
-‘Οργή
-Η αφιέρωση
-Αστυνομία της βιβλιοθήκης
-Το σκυλί της πολαροιντ
-Περί συγγραφής
-Το πρόσωπο του φόβου
-Έργα οδοποιίας
-Ιστορίες του Λυκόφωτος
-Κρυφό παράθυρο, μυστικός κήπος
-Το παιχνίδι του Τζέραλντ
-ο κύριος Μερσέντες
Φυσικά έχω επηρεαστεί και από άλλους συγγραφείς όπως ο Λοβκραφτ, ο Ποε, ο Παπαδιαμάντης (η Φόνισσα), ο Χρηστομάνος (Κερένια κούκλα) που βάζει τα γυαλιά σε οποιονδήποτε wannabe συγγραφέα γοτθικού μυθιστορήματος , Αγκάθα Κρίστι κτλ και βιβλία με ήρωες όπως ο Σέρλοκ Χολμς είναι πρώτης τάξεως «φροντιστήρια» για
συγγραφείς και απολαμβάνω τη κάθε τους λέξη.
Δεν έχω επίλογο για το συγκεκριμένο κείμενο ήθελα απλά να μιλήσω λίγο για το σκοπό μου σε αυτή τη ζωή. Και να πω ότι δεν έχει σημασία αν θα πετύχω ή όχι το στόχο μου που είναι να εκδόσω τις ιστορίες μου, το σημαντικό είναι να μη σταματήσω το γράψιμο.
Γιατί από μόνο του είναι ένα γοητευτικό εντυπωσιακό μαγευτικό θεραπευτικό ταξίδι…

ΜΟΡΙΓΚΑΝ ΜΟΡΜΠΙΤ, Τα PENNY DREADFULS της ΜαΦίας

ΤΑ ΟΥΡΛΙΑΧΤΆ ΤΩΝ ΜΑΓΙΣΣΏΝ… ΤΡΊΤΟ ΜΈΡΟΣ…

Η πρώτη ημέρα συμπεριλάμβανε επίδειξη ικανοτήτων, η κάθε μάγισσα θα προσπαθούσε να εντυπωσιάσει την Εκάτη με διάφορες τεχνικές μαγείας, έφιππο πόλο με μπάλα κεφάλια ζώων, και θα έκλεινε με δείπνο και ταινία.
Όταν ήρθε η σειρά της Γκιουλμπαχάρ εμφανίστηκε ντυμένη με
έναν μαύρο μανδύα, με τα μαλλιά της ίσια, λυτά και χτενισμένα προς τα πίσω, ένα υγρό μονοπάτι που την έκαναν να μοιάζει με νύμφη του νερού, σκοτεινή και βαθιά ερωτική.
Στα δυο της χέρια κρατούσε ένα φασκιωμένο πράγμα.  Αργά άρχισε να ξετυλίγει το λευκό πανί
«Mandragora officinarum, μήλο του Σατανά» έψαλλε απαλά.
Μια σαρκώδη ρίζα ένα ανθρωπόμορφο ξόανο έκανε την εμφάνιση του προκαλώντας θαυμασμό κεντημένο με φόβο. Η Εκάτη πλησίασε με έκδηλο ενδιαφέρον.
«Artemis» συνέχισε υψώνοντας το ένα χέρι μπροστά στον βωμό με τα κεριά. Το φυτό σπαρτάρισε και πήδηξε από τα χέρια της. Ένας φυτό με ρίζες για πόδια, και φύλλα για μαλλιά στάθηκε μπροστά της. Οι ψίθυροι έγιναν φωνές θαυμασμού. Η Γκιούλ ύψωσε τα χέρια

» Μανδραγόρες!!! Οι πρώτοι άνθρωποι, πελώριοι μανδραγόρες, προβάλλετε μέσα από τη φλεγόμενη λάβα της Γένεσης και ανήκοντες στη φύση των φυτών, νικητές της ακινησίας. Μανδραγόρες δώστε σε αυτή τη μάγισσα που σας καλεί τις χάρες σας»
Ο μανδραγόρας κινήθηκε και όλες οπισθοχώρησαν. Ύστερα πήδηξε στην αγκαλιά της Γκιούλ
Ύψωσε τη παλάμη της και μια αδύναμη φλόγα εμφανίστηκε. Ή φλόγα δυνάμωσε και μέσα της εμφανίστηκε το πρόσωπο της Γκιουλμπαχάρ.
«Σας υπνωτίζω στο όνομα της Άρτεμης, καθίστε στο πάτωμα»

Μεμιάς σωριάστηκαν στο πάτωμα άψυχες με απλανές βλέμμα. Ανάμεσα τους βρισκόταν και η πρώτη τη τάξη μάγισσα Εκάτη. Μια ιδέα άστραψε σαν αστραπή στο μυαλό της Γκιουλ

Η mademoiselle Berenice να σηκωθεί αμέσως και να έρθει μπροστά μου”

Μια μάγισσα με μακρύ κόκκινο φόρεμα που θροϊζε απαλά τη πλησίασε από πίσω. Τη προσπέρασε και γύρισε αργά προς το μέρος της. Η μητέρα της στεκόταν μπροστά της υπνωτισμένη.

Η Γκιουλμπαχάρ δεν ένιωθε, δεν έβλεπε, ούτε άκουγε. Την είχε κυριεύσει ένα απίστευτο μίσος. Μέχρι πρότινος όλη αυτή η φιλοσοφία ότι οι άνδρες είναι αναλώσιμοι δεν την ενοχλούσε. Δεν είχε δολοφονήσει ποτέ κανέναν αλλά είχε βασανίσει πολλούς. Και ήταν εντάξει με αυτό. Ήταν η φύση των μαγισσών. Το να είναι όμως η ίδια της η μητέρα η συγγραφέας που συμβουλεύει πως να σκοτώσεις έναν άνδρα της φαινόταν αδιανόητο. Η mademoiselle berenice και η μητέρα της ήταν το ίδιο πρόσωπο. Ήταν υπεύθυνη για τον τρόπο που είχε φερθεί στον Αλβάρο.

Όσες μέρες έμεναν εκεί, κάποιες ατίθασες μάγισσες οργάνωσαν ομάδες εξερεύνησης. Ήταν τόσο τεράστιο το ξενοδοχείο που σε προκαλούσε να το εξερευνήσεις. Γνώριζαν πως οι επισκέπτριες είχαν τακτοποιηθεί στα δωμάτια των τεσσάρων πρώτων ορόφων. Ο πέμπτος όροφος ήταν ιδιωτικός με τη σουίτα και τα διαμερίσματα της Βασίλισσα Εκάτης. Ο έκτος όροφος είχε κι εκείνος δωμάτια όπως και οι πρώτοι τέσσερις αλλά στη κορυφή της σκάλας, ασανσέρ δεν υπήρχαν, μια χοντρή αλυσίδα από την οποία κρεμόταν μια πινακίδα με την εξής προειδοποίηση, εμπόδιζε την είσοδο,
«ΑΠΑΓΟΡΕΎΕΤΑΙ Η ΕΊΣΟΔΌΣ ΣΤΟΝ ΈΚΤΟ ΟΡΟΦΟ. ΌΠΟΙΟΣ ΕΠΙΘΥΜΕΊ ΈΝΑΝ ΕΠΏΔΥΝΟ ΘΆΝΑΤΟ ΑΣ ΕΙΣΕΛΘΕΙ»

Όλοι θεώρησαν πως ήταν μέρος της εορταστικής διακόσμησης, μιας και ολόκληρο το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο με κολοκύθες, μάγισσες πάνω σε σκουπόξυλα, νυχτερίδες και φαντάσματα όπως άρμοζε σε μια τόσο αγαπητή γιορτή. Πέρα απ΄το εορταστικό ντεκόρ, όλα τα δωμάτια, οι σουίτες και τα ρετιρέ ήταν ψηλοτάβανα με ξύλινα πατώματα και όλες τις ανέσεις είχαν κερδίσει τις εντυπώσεις αφού ήταν εξαιρετικός συνδυασμός παλιού βικτοριανού με πινελιές πολυτέλειας και μοντέρνων ανέσεων.

Η προβολή της ταινίας The Langoliers διεκόπη βιαίως από ένα παράλογο ουρλιαχτό τη στιγμή που στην οθόνη εμφανιζόταν τα γιγάντια παραμορφωμένα στόματα με τα μεταλλικά μυτερά δόντια να κυνηγούν έναν τύπο με ένα σκούρο κουστούμι. Μόνο για μια στιγμή όμως γιατί μετά κάποιες μάγισσες ξέσπασαν σε γέλια νομίζοντας πως κάποια ανάμεσα τους, λιγότερο θαρραλέα, τρομοκρατήθηκε από μερικά ξεπερασμένα εφέ του ’80.

Όταν τελείωσε η προβολή, κατευθύνθηκαν στο λόμπι για ένα τελευταίο απεριτίφ πριν τον ύπνο. Όσες είχαν φέρει τις γάτες τους, όλες μαύρες, τις είχαν αφήσει ελεύθερες να τριγυρνούν στο ξενοδοχείο. Κάποιες σχολίασαν χαμηλόφωνα το γεγονός που τα φώτα τρεμόπαιζαν σε ένα τόσο καινούργιο και πολυτελές ξενοδοχείο και πως η θερμοκρασία έπεφτε όλο και περισσότερο.

Κανείς δεν αντιλήφθηκε τα λευκά πλακάκια διάστικτα με κηλίδες αίματος, σε μερικά από τα μπάνια του ξενοδοχείου. Τα μεταφυσικά φαινόμενα συνεχιζόταν με αμείωτο ρυθμό. μοντέρνων ανέσεων. Ουρλιαχτά και συρσίματα. Νύχια που σκλήριζαν.
Τα φώτα έπαιζαν τακτικά όλοι θεώρησαν φυσικό επακόλουθο των μεσημεριανών καταιγίδων και αστραπών. Όσο για την απότομη εναλλαγή θερμοκρασίας ήταν κάτι το αξιοσημείωτο. Σκιές στα παράθυρα και πόρτες που έκλειναν απότομα. Τα πρόσεξαν λίγες και ακόμα λιγότερες είχαν το θάρρος να μιλήσουν για αυτά.
Την επομένη είχαν μια σειρά από ομιλίες, συζητήσεις και προβολές και η μέρα πέρασε γρήγορα χωρίς να το καταλάβουν. Η Γκιουλμπαχάρ έψαχνε ευκαιρία να προσεγγίσει τον Αλβάρο αλλά εκείνος έδειχνε να αγνοεί την ύπαρξη της. Ήταν πάντα στο πλευρό της Εκάτης, σοβαρός και πέτρινος.
Κάποια πρόσεξε πως μια μάγισσα έλειπε από το δωμάτιο το οποίο μοιράζονταν. Κανείς δε ανησύχησε όμως. Τι κι αν χάθηκε μια ανάμεσα σε δεκάδες μάγισσες. Το κλίμα ήταν ντελιριακό και παρέσυρε σε μια δίνη πασπαλισμένη με κανέλα και μαγεία. Λίγες ώρες αργότερα ακόμα μια μάγισσα εξαφανίστηκε, δεν μπορούσαν να τη βρουν πουθενά. Όμως και πάλι κανείς δεν έδωσε σημασία. Και οι γάτες έμοιαζαν να λιγοστεύουν επικίνδυνα.

“Ακούστε με” επανέλαβε η Παίπερ, μια ντόπια μάγισσα με άσπρο σαν πούδρα δέρμα και μαύρα κορακί μαλλιά. Η Γκιουλ την είχε γνωρίσει πριν λίγα εικοσιτετράωρα, κατά τη διάρκεια του πρώτου δείπνου του συνεδρίου.

“Έχουν εξαφανιστεί περισσότερες από όσες έχουν αναφέρει”
«Μπορεί να το έσκασαν» είπε κάποια ανάλαφρα. Η Παιπερ τη κοίταξε με οργή.

«Τα δωμάτια από τα οποία χάθηκαν βρέθηκαν με τα παράθυρα μισάνοιχτα και οι συγκάτοικοι τους είναι αναστατωμένες. ‘Όλες ξέρετε πολύ καλά τι συμβαίνει και καμιά δεν το παραδέχεται!»

«Κράτα τη φωνή σου χαμηλά» της αντιγύρισε μια παχουλή μάγισσα με μοβ κραγιόν.

«Έχετε θαμπωθεί από τη χλιδή, και ότι και να συμβαίνει γύρω

σας το δεχόσαστε αδιαμαρτύρητα. Έχουν χαθεί τόσες μάγισσες, καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό;»

Τη κοίταγαν όλες αμίλητες. Είχε δίκιο.

«Κάποιος τα έχει βάλει μαζί μας. Αυτά τα ουρλιαχτά, οι περίεργοι θόρυβοι, τα νύχια που σέρνονται σε ξύλινες επιφάνειες είναι δικά τους. Αύριο μπορεί να εξαφανιστώ εγώ, μεθαύριο εσείς. Θα καθόμαστε με σταυρωμένα χέρια;»

«Τι πρέπει να κάνουμε;» είπε κάποια φοβισμένα.

«Να ερευνήσουμε το μέρος. Είμαι σίγουρη πως είναι στοιχειωμένο»

Η Γκιουλμπαχάρ θυμήθηκε τη φιγούρα στο πυργίσκο την ημέρα που έφτασε στο ξενοδοχείο και ανατρίχιασε. Η Παίπερ είχε δίκιο. Το ξενοδοχείο μπορεί να ήταν καινούργιο και υπερπολυτελές αλλά έμοιαζε παγωμένο και τρομακτικό. Πόρτες έκλειναν απότομα, τα φώτα έπαιζαν και όλες αυτές οι μάγισσες που χάνονταν δεν μπορεί να ήταν τυχαίο.

«Έχεις δίκιο» είπε. «Πρέπει να το πούμε στην Εκάτη»

«Πως είσαι τόσο σίγουρη πως εκείνη δε γνωρίζει τίποτα; Ίσως εκείνη τα προκαλεί όλα. Για να μας δοκιμάσει ή για να σπάσει πλάκα»

«Η Βασίλισσα Εκάτη δεν είναι καμιά χαιρέκακη μαγισσούλα όπως εσύ και εγώ. Είμαι σίγουρη πως δεν έχει καμιά σχέση»

«Προτείνω να ερευνήσουμε λίγο και αν χειροτερέψουν τα πράγματα να το αναφέρουμε στη Βασίλισσα»

Όλες συμφώνησαν τρομοκρατημένες. Οι μέρες περνούσαν σαν μέσα σε μια δίνη. Η γοητεία της Εκάτης ήταν σαν να τις κρατούσε δεμένες και οι μαγικές τους δυνάμεις να είχαν πέσει σε λήθαργο. Όσο εκείνες έτρωγαν, έπιναν και επιδίδονταν σε αχαλίνωτα γλέντια η κατάσταση έξω από το ξενοδοχείο γινόταν ανατριχιαστική. Το δάσος είχε τα δικά του στοιχειά τα οποία είχαν ενοχληθεί από τις ανήθικες μάγισσες που χρησιμοποιούσαν κεφάλια ζώων αντί για μπάλες, χόρευαν γυμνές στο σκονισμένο λιακωτό του βικτοριανού ξενοδοχείου, πετούσαν σκουπίδια τριγύρω και γενικά δεν έδειχναν σεβασμό σε κάτι που προϋπήρχε από εκείνες. Τη φύση. Και εσωτερικά του ξενοδοχείου τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Περισσότερες μάγισσες συνέχισαν να εξαφανίζονται, και ενώ κάποιες που το είχαν προσέξει διαμαρτυρήθηκαν έντονα δεν ήταν τίποτα παρά η μειοψηφία ανάμεσα σε ένα πλήθος έξαλλων μαγισσών. Δεν είχαν καν προσέξει, γενναίοι μου αναγνώστες, την απειλητική, μαύρη ομίχλη που τύλιγε πάντα και εντελώς ξαφνικά, στις τρεις κάθε μεσημέρι το ξενοδοχείο. Και όσο πλησίαζε το βράδυ η αφύσικη ομίχλη άλλαζε χρώματα, κάπου γινόταν μπλε κάπου ροζ που θύμιζε τσιχλόφουσκα, ενώ αστραπές και τυφώνες που σχημάτιζαν δίνες έσπαγαν τη μονοτονία της συμπαγής ομίχλης, όπως στο κλασικό Ghostbusters. Κανείς δεν γνώριζε πως το μέρος συγκέντρωνε όλα αυτά τα φυσικά φαινόμενα και την αρνητική ενέργεια γιατί ήταν στοιχειωμένο από φρικιαστικά γεγονότα και απύθμενο πόνο.

Ο πληθυσμός των γάτων είχαν επίσης μειωθεί αλλά κανείς δεν ενοχλήθηκε, ενώ οι εναπομείνασες γάτες γινόταν πιο μοχθηρές με καμπούρα, τα μάτια τους πλημμύρισαν κόκκινο χρώμα και το τρίχωμα τους ήταν μονίμως σηκωμένο.

Όταν η Πάιπερ εντόπισε μια από δαύτες να ξύνει μανιωδώς το ξύλινο τοίχο σε έναν διάδρομο, ανακάλυψε με τρόμο, ένα κομμένο χέρι που είχε βαλθεί να ξεθάψει η γάτα, και αποφάσισε να μιλήσει στην ίδια την Εκάτη. Το βράδυ λίγο πριν πλαγιάσει, ήθελε νωρίς το πρωί να μιλούσε στην βασίλισσα ένιωσε κάτι πρωτόγνωρο, μέσα της, νύχια σκληρά και μυτερά να γδέρνουν τα τοιχώματα των σπλάχνων της. Μέχρι το πρωί και η Πάιπερ είχε εξαφανιστεί.

Όσο για τη πλειοψηφία των μαγισσών, το μόνο που τις ενδιέφερε ήταν η κορύφωση των δραστηριοτήτων του συνεδρίου με τη τελευταία ημέρα, στις 31 Οκτωβρίου, τη βραδιά των Αγίων Πάντων. Άκουγαν πως όσες τολμηρές θα έπαιρναν μέρος στο τελευταίο αγώνισμα εκείνη τη μέρη, τα ταυροκαθάψια, θα αμειβόταν με πλούσια δώρα. Ένα από αυτά ήταν η προσφορά: ένας θνητός άνδρας, να τον χρησιμοποιήσει κατά την όρεξη της. Ο Φίνγκερμαν τους επιβεβαίωσε τις φήμες, “έχουν δημιουργήσει έναν ψεύτικο διαγωνισμό σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό για μια ξενάγηση την ημέρα του Halloween. Μόνο άντρες. Η κυρία Εκάτη κρύβεται πίσω από όλα. Ξέρετε δα τη γοητεία που ασκεί στα μυαλά των θνητών. Μόλις αυτοί οι άτυχοι περάσουν τη πόρτα, είναι καταδικασμένοι”.

Και είχε δίκιο. Το κοντινότερο χωριό ήταν γύρω στα έξι χιλιόμετρα και κανείς δεν τολμούσε να επισκεφτεί το μέρος γνωρίζοντας την αληθινή ιστορία του διανθισμένη με παράλογες διαστάσεις και είχε μετατραπεί σε αστικό θρύλο. Δεν γνώριζαν τίποτα για την ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου, είχαν ακούσει μόνο για κάποια Ευρωπαία πλούσια που κρατούσε το ξενοδοχείο κλειστό όλο το χρόνο και άνοιγε μόνο τις ημέρες πριν το Halloween.

“Σε παρακαλώ θέλω να σου μιλήσω” είπε με μια ανάσα η Γκιουλμπαχάρ καθώς περνούσε δίπλα της ο Ραϊμόντο. Τη προσπέρασε γρήγορα και κατευθύνθηκε προς τη σκάλα. Ηττημένη στράφηκε προς το λόμπι.
Κάτι την γράπωσε δυνατά από το μπράτσο. Προσπάθησε να γυρίσει αλλά το σώμα εκείνου στον οποίο ανήκε το χέρι που την είχε ακινητοποιήσει, την εμπόδιζε.
«Τα μεσάνυχτα. Στη βιβλιοθήκη» της είπε η φωνή του χάιδεψε σαν αράχνη το αυτί της.

Η βαριά μυρωδιά των χιλιάδων βιβλίων της γαργάλισε τα ρουθούνια. Υπήρχαν αμέτρητα βιβλία τακτοποιημένα σε απόλυτη συμμετρία σε γιγάντιες βιβλιοθήκες που ορθωνόταν ψηλά, σχεδόν ακουμπούσαν τον αψιδωτό θόλο της οροφής με τα πολύχρωμα βιτρό. Με μια πρόχειρη ματιά εντόπισε σημαντικά βιβλία μαγείας. Έμεινε έκπληκτη καθώς διαπίστωσε πως η ύπαρξη μερικών θεωρούνταν μύθος. Το βιβλίο σωλομωνικής ή η κλείδα του Σολομώντα (Lemegeton Clavicula Salomonis) το πιο ξακουστό σύγγραμα δαιμονολογίας γραμμένο τον 17ο αιώνα, από ανώνυμο συγγραφέα, ο θρύλος ήθελε συγγραφέα τον ίδιο τον Βασιλιά Σολομώντα. Και οι δυο τόμοι βρισκόταν μπροστά στα μάτια της. Θα μπορούσε να τους αγγίξει αν ήθελε.
Ανατρίχιασε όταν εντόπισε το Νεκρονομικόν. Υποτίθεται πως δεν υπήρχε, πως ήταν κάτι που ανέφερε ο Λαβκραφτ στις ιστορίες του. Κι όμως το έβλεπε μπροστά της.
Χρειάστηκε να επαναλάβει ξανά αυτό που τη ρώτησε για να επανέλθει στη πραγματικότητα.
«Δεν έχω χρόνο για χάσιμο. Λέγε τι θέλεις;» της πέταξε κοφτά.
«Ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη για τον απαράδεκτο τρόπο με τον οποίο σου..»

Το μίσος που καθρεφτίστηκε στα μάτια του την έκαναν να χάσει τα λόγια της. Έστρεψε το βλέμμα αλλού για να βρει τον εαυτό της. Αυτόν που δεν τραύλιζε για έναν άντρα. «Οι άντρες είναι αναλώσιμοι» θυμήθηκε τα λόγια της θείας Μαφίας. Το πορτρέτο της Εκάτης τη φυλάκισε κόβοντας της την ανάσα. Η βασίλισσα σε νωχελική πόζα ξαπλωμένη μισόγυμνη τυλιγμένη με ένα αραχνοΰφαντο πέπλο που αντί να καλύπτει τόνιζε τις ηδονικές καμπύλες της με το στέμμα της βαρύ ριγμένο ανάμεσα στα πόδια της να προκαλεί δέος θα μπορούσε να είχε ζωγραφιστεί από τον Λέιτον ή τον Τζον Γουίλιαμ Γκοντγουαρντ.
Η μεγαλόπρεπη χρυσοποίκιλτη κορνίζα υπογράμμιζε το μεγαλειώδη έργο. Προσπάθησε να βρει τον ειρμό της και να του εξηγήσει πως ήταν απλά ανώριμη και πως δεν καταλάβαινε πόσο τον είχε πληγώσει γιατί έτσι είχε μάθει να φέρεται στους άντρες από μικρή. Έτσι έκαναν οι μάγισσες.
«Αν δεν ήταν η Εκάτη» τη διέκοψε κουνώντας το δείκτη του μπροστά στη μύτη της «θα σας σκότωνα όλες»

Ένα ουρλιαχτό ακόμα υπογράμμισε τη σκληρότητα των λέξεων που βγήκαν από το στόμα του.
Η συζήτηση που είχαν εδώ και ώρα, δεν οδηγούσε πουθενά. Όσο κι αν η Γκιουλμπαχάρ δήλωνε μετανιωμένη, ο Ραϊμόντο δεν έδειχνε καμιά διάθεση να την συγχωρέσει. Ούτε επιθυμούσε περαιτέρω σχέσεις μαζί της.

«Καταλαβαίνω το θυμό σου.. σίγουρα δεν ήταν και τόσο…»
«Καταλαβαίνεις;» είπε μέσα από τα δόντια του.
«Με άφησες αβοήθητο, τρελαμένο από τις παραισθήσεις που μου προκάλεσαν τα παιχνίδια σου. Αν δεν με έβρισκαν εγκαίρως και δεν με έβαζαν στο τρελάδικο θα είχα πεθάνει»

Σκληρίσματα, συρσίματα και βογγητά πόνου ακούστηκαν διακόπτοντας τους.
«Τι; Τι είναι αυτό;» ψέλλισε η Γκιουλ.
Της έκανε νόημα με το δάχτυλο να σωπάσει και στράφηκε προς τη μεριά της πόρτας. Κάθε διάθεση για να λυθεί η οποιαδήποτε παρεξήγηση μεταξύ τους χάθηκε κάτω από την ένταση των στριγκλισμάτων και των συρσιμάτων που άκουγαν κάθε τόσο.

“Δεν είναι δυνατόν να μην τα ακούει η βασίλισσα” είπε αγανακτισμένη. “Κάθε μέρα εξαφανίζονται κάποιες από εμάς και κάθε τόσο ακούγονται ουρλιαχτά. Σίγουρα αυτά τα δυο σχετίζονται μεταξύ τους”

“Το βρήκες, Σέρλοκ” είπε εκείνος ειρωνικά κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο το πηχτό σκοτάδι.

“Εσύ δείχνεις να έχεις… στενή σχέση με τη βασίλισσα… μίλησε της…” τον παρακάλεσε. Αντιστάθηκε στη παρόρμηση της να τρέξει και να τον αγκαλιάσει από πίσω.
«Γιατί δεν το έχετε αναφέρει έστω στους Προστάτες;»
«Αγνοούνται είκοσι τρεις μάγισσες ανάμεσα σε χιλιάδες. Οι Προστάτες είπαν πως το έσκασαν με τη θέληση τους και εμείς οι υπόλοιπες τις καλύπτουμε»
«Καμιά δε θα έφευγε από το πάρτι της δεκαετίας από τόσο νωρίς» είπε εκείνος παραξενεμένος.

Βγαίνοντας από τη βιβλιοθήκη αντίκρισαν μια γενική αναταραχή στους διαδρόμους και ιδιαίτερα στο λόμπι όπου δεκάδες μάγισσες αναστατωμένες από τα ανεξήγητα ουρλιαχτά είχαν μαζευτεί όλες μαζί. Οι μέχρι πρότινος θαρραλέες μάγισσες είχαν ζαρώσει η μια πλάι στην άλλη φοβισμένες. Το θέαμα ήταν αρκούντως γελοίο αν αναλογιζόταν κανείς τις μαγικές δυνάμεις που διέθεταν. Θα περίμενε κανείς να είναι πιο εξοικειωμένες με το μυστήριο της νυχτιάς και τα ουρλιαχτά του τρόμου. Η αλήθεια ήταν πως είχαν φοβηθεί τόσο πολύ για δυο λόγους. Ο πρώτος ήταν πως εδώ και μέρες, και συγκεκριμένα από τη πρώτη μέρα που βρέθηκαν στο ξενοδοχείο, όσες φορές δοκίμασαν να κάνουν χρήση των δυνάμεων τους, με εξαίρεση τις φορές που διαγωνίστηκαν σε κάποιο άθλημα που απαιτούνταν η μαγεία, τα αποτελέσματα ήταν τραγικά. Ήταν σαν κάποιος να πατούσε έναν διακόπτη, on και off. Σαν κάποιος να έπαιζε μαζί τους.

Αισθανόταν ανήμπορες χωρίς τις δυνάμεις τους. Αισθανόταν θνητές. Και αυτό ήταν από μόνο του τρομακτικό.
Ο δεύτερος λόγος ήταν πως τα ουρλιαχτά αυτά άνηκαν σε μάγισσες. Σε αυτές που είχαν εξαφανιστεί από το ξενοδοχείο. Ένιωθαν μια αδιόρατη απειλή σαν γιγάντιο χέρι να τις σφίγγει στο λαιμό.
Η Γκιουλμπαχάρ και ο Ραϊμόντο κοιτάχτηκαν με την αδρεναλίνη να χτυπάει κόκκινο.
«Θα ενημερώσω την Εκάτη» είπε πιάνοντας της το χέρι. «Μείνε εδώ για να σε βρω αργότερα»
Έγνεψε καταφατικά και τον παρακολούθησε να απομακρύνεται προς τις σκάλες .
Έβγαλε το κινητό της και προσπάθησε να επικοινωνήσει με τις γυναίκες των Μορμπιτ. Λίγα λεπτά αργότερα τις συνάντησε στο λόμπι. Είχε σχεδόν ξεχάσει πως η μητέρα της ήταν η μαλακισμένη η συγγραφέας που την παρέσυρε στο να παίξει με τον Αλβάρο.

Αμέσως μετά η βασίλισσα Εκάτη με τη συνοδεία της, τους Προστάτες και κάποιους άλλους που εκτελούσαν χρέη βοηθών γενικών καθηκόντων. Δίπλα της και ο Αλβάρο ή μάλλον καλύτερα ο Ραϊμόντο. Ένα αγκάθι ζήλιας της τρύπησε τα σπλάχνα. Αναρωτήθηκε αν κοιμόταν μαζί της.

«Ακούστε με σας παρακαλώ» είπε απαλά η Εκάτη. «Ενημερώθηκα για τις απουσίες κάποιων κυριών και έχω ήδη διατάξει ενδελεχή έρευνα σε ολόκληρο το ξενοδοχείο, καθώς και στο δάσος. Μην ανησυχείτε όποιος κι αν είναι ο λόγος της εξαφάνισης τους θα τον μάθουμε σύντομα. Δεν υπάρχει λόγος να χαλάσουμε αυτό το υπέροχο συνέδριο. Μας απομένουν τέσσερις μέρες μέχρι το μεγάλο πάρτι του Halloween και είμαι σίγουρη πως καμία μάγισσα δεν θα ήθελε να το χάσει. Όσο για τα ουρλιαχτά, κυρίες μου σας παρακαλώ!!» Η επιδοκιμασία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της. «Οι μάγισσες δεν φοβούνται»
Μια ομάδα από εξήντα Προστάτες βγήκε στο δάσος για έρευνα αφήνοντας τους υπόλοιπους να ψάξουν στο εσωτερικό του ξενοδοχείου.
«Προτείνω να περάσουμε δημιουργικά το βράδυ μας πριν το φαγητό και τη καθιερωμένη ταινία μας. Κυρίες μου ώρα να χαράξουμε τις κολοκύθες μας!! Ας βάλουμε το πρόσωπο του Τζακ Ο’ Λάντερν εκεί που του αξίζει”

Το χειρότερο σκαλιστό πρόσωπο που είχαν αντικρίσει στη μακρόχρονη ζωή τους ήταν η κολοκύθα της Μόριγκαν. Το παρελθόν της με τον Τζακ και η ανάμνηση της τελευταίας τους συνάντησης στο πάρτι της, δημιούργησαν αυτό το ανοσιούργημα πάνω σε ένα φτωχό αλλά νόστιμο λαχανικό. Η Εκάτη έβγαλε επιφωνήματα ενθουσιασμού μόλις το αντίκρισε.

“Κυρίες μου έχουμε νικήτρια” έσυρε τη Μόριγκαν μέχρι το βάθρο για να τη δουν όλες. Μέσα από χειροκροτήματα και επευφημίες ξέχασαν το τρόμο των ουρλιαχτών που βίωναν τόσες μέρες. Με μια κίνηση του χεριού της όλες οι κολοκύθες με τα γκροτέσκα πρόσωπα που είχαν χαραχτεί επάνω τους αιωρήθηκαν στον αέρα δίνοντας επιτέλους μια γεύση μαγείας του Halloween.

Εκείνη τη νύχτα που ήταν βαμμένη με εβένινο τρόμο δεν είχαν ύπνο να τις ξεκουράσει. Η Βασίλισσα αποχώρησε μετά την εξόρμηση μεγαλύτερης ομάδας Προστατών για να ενσωματωθούν στη πρώτη ομάδα που βρισκόταν ακόμα έξω ερευνώντας το δάσος. Καμιά δεν είχε την διάθεση να πάει στο δωμάτιο της. Το να απομονωθεί σε ένα δωμάτιο δεν ακουγόταν και τόσο καλή ιδέα, Έμειναν όλες μαζί στο λόμπι δίνοντας κουράγιο η μια στην άλλη. Η θεία Μαφία ήταν η μόνη που παρέμενε ήρεμη, έβγαλε τις βελόνες πλεξίματος και έπιασε δουλειά. Η Μόριγκαν κάθισε δίπλα στη Γκιουλ αλλά εκείνη τινάχτηκε πάνω και βγήκε έξω από την αίθουσα με τη δικαιολογία ότι ήθελε να καπνίσει. Τα ξημερώματα άρχισαν σιγά σιγά να επιστρέφουν μικρές ομάδες Προστατών με άδεια χέρια. Κανείς δεν ομολογούσε αν είχε δει τίποτα περίεργο εκεί έξω εντείνοντας την αγωνία τους.

ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ…………………….

 

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

ΜΟΡΙΓΚΑΝ ΜΟΡΜΠΙΤ, Τα PENNY DREADFULS της ΜαΦίας

ΤΑ ΟΥΡΛΙΑΧΤΑ ΤΩΝ ΜΑΓΙΣΣΩΝ … ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ…

«Roses are red violets are blue there’s no a man alive who can tell me what to do…” σιγοτραγούδησε για εκατοστή φορά η Γκιούλ Μπαχάρ. Το κοινότυπο αυτό τραγουδάκι της το μουρμούριζε πάνω από τη κούνια η μαμά της. Με αυτόν τον ανώδυνο τρόπο της πέρασε την νούμερο ένα πεποίθηση των γυναικών Morbit. Δεν υπήρχε κανένα αρσενικό ζωντανό να τη χειραγωγήσει ή να της φερθεί άσχημα. Το τραγουδάκι χώθηκε στο υποσυνείδητο της όπως το σκουλήκι χώνεται μέσα στη σάρκα του μήλου. Θυμήθηκε τον πρώτο της έρωτα. Φίλε τη κατάληξη κι αυτή! Τον έλεγαν Αλβάρο και ήταν το πιο μελαγχολικό σέξι αγόρι που είχε δει ποτέ της. Είχα γαλανά μάτια σαν καλαΐτης λίθος.
Καθοδηγούμενη από τη μαμά, τη τρελο θεία αλλά και την αγαπημένη της συγγραφέα-σύμβουλο σχέσεων, mademoiselle Berenice, η Γκιούλ είχε φτάσει το καημένο τον Αλβάρο στα πρόθυρα του της παράνοιας.

Τον έκανε να την αγαπήσει παράφορα και μετά τον περιφρονούσε με αποτέλεσμα το φτωχό αγόρι να λιώνει μέρα με τη μέρα. Όταν εκείνη το μετάνιωσε ήταν αργά και δεν μπορούσε ούτε η μαγεία που κατείχε να τον βοηθήσει. Τη τελευταία φορά που άκουσε για εκείνον βρισκόταν σε ένα άσυλο τρελών. Έφυγε σαν κακομαθημένη ταξίδι στην Ευρώπη και μέχρι να επιστρέψει στο Darkville τον είχε ξεχάσει. Δεν μπήκε καν στο κόπο να μάθει αν ήταν ακόμα ζωντανός.

Η mademoiselle Berenice, αγνώστων λοιπόν στοιχείων, η Γκιούλ ήταν σίγουρη πως επρόκειτο για κάποια γεροντοκόρη, ήταν η Μάρθα Στιούαρτ των διεστραμμένων συμβούλων περί φόνων. Το τελευταίο βιβλίο της σε μορφή τσέπης, βόλευε το μέγεθος, με τίτλο “100 convenient ways to clean a man” ήταν ένα διασκεδαστικό και χρήσιμο ανάγνωσμα.
“Πως να ξεπαστρέψετε τον αφέντη σας σε 3 κινήσεις:
1) Αγοράζετε από το μπακάλικο ποντικοφάρμακο. 2) του φτιάχνετε ένα υπέροχο κέικ να μη μπορεί να αντισταθεί
3) του σερβίρετε ένα μεγάλο τεράστιο κομμάτι κέικ ποντικοφάρμακου-σοκολάτας και ψωνίστε τα μαύρα σας. Σημείωση: στιλιστικό τιπ οι πέρλες ταιριάζουν θαυμάσια με τα μαύρα. Αποφύγετε τις αν είστε κάτω από σαράντα. Σε αυτή τη περίπτωση επιλέξτε ένα κρεμαστό σε σχήμα καρδιάς ή δάκρυ που ταιριάζει στη περίσταση”

Άνοιξε τη βαλίτσα της πάνω στο κρεβάτι και άρχισε να τακτοποιεί τα πράγματα της. Στην εσωτερική διχτυωτή θήκη στο καπάκι της, μαζί με το βιβλίο της mademoiselle Berenice υπήρχε κι ένα φτηνό ανάγνωσμα από εκείνα που κάποτε στο Λονδίνο κυκλοφορούσαν κατά κόρον και κόστιζαν μια πένα. Φτηνά σε ποιότητα και τιμή αναγνώσματα τρόμου, τα περιβόητα penny dreadfuls. Κάποια άσημη συγγραφέας με το όνομα Μαρία Φ. είχε επιχειρήσει να επαναφέρει ξανά τα penny dreadfuls μήπως και αναβιώναν εκείνες οι μέρες αυθεντικού τρόμου. Το συγκεκριμένο ανάγνωσμα με τίτλο HALLOWEEN TRICK OR TREAT είχε γίνει το αγαπημένο της Γκιούλ, με πρωταγωνιστή κάποιο ανεπιθύμητο μωρό που μεταλλάχθηκε το DNA του μετά την βρώση αρουραίων, σε αιωνόβιο σαρκοβόρο αιμοπότη, που σκορπούσε τρόμο τη βραδιά του Halloween. Πιασάρικο το μόνο σίγουρο. Και υπήρχε κάτι ακόμα πιο τρομακτικό από κάθε διεστραμμένη φαντασία, όλα αυτά ήταν αληθινά, στο περίπου δηλαδή. Ο κόσμος δεν ήταν σε καμία περίπτωση αγνός ούτε όμορφος. Όποια ομορφιά υπήρχε είχε βιαστεί και κατακρημνιστεί από τις απύθμενες χαράδρες του διαβόλου.

Ο πρωταγωνιστής του Halloween ο Γουαιτ της έφερνε στο μυαλό έναν μακρινό ξάδελφο της μαμάς, τον οποίο έλεγαν κι εκείνον, ω τι σύμπτωση Γουαιτ. Δεν ήξερε πολλά για εκείνον πέρα από το ότι ήταν δύσμορφος και νάνος και είχε δολοφονηθεί από τη μαμά σε εκείνο το πάρτι Halloween που είχε οργανώσει πριν πολλά χρόνια και που είχε πάει κατά διαόλου.

Είχε ψάξει να βρει περισσότερα και για τη Μαρία Φ αλλά μάταια. Το διαδίκτυο δεν της έδωσε και πολλά στοιχεία, δεν είχε καν φωτογραφία της. Ίσως ήταν ψευδώνυμο κάποιας μεσόκοπης νοικοκυροπούλας που για να ξεφύγει από την σκληρή καθημερινότητα με έναν σύζυγο βίαιο ξεσπούσε στη συγγραφή γράφοντας για φόνους και αιμοδιψή πλάσματα.

Απόψε ήταν η έναρξη του συνεδρίου, που θα είχε διάρκεια ένδεκα ημέρες και θα κορυφωνόταν τη βραδιά των Αγίων Πάντων.

«Μια βραδιά σαν αυτή όλα είναι πιθανά» μουρμούρισε.
Ρίγησε καθώς η ανάμνηση του Αλβάρο πιάστηκε στη δαντέλα του μαύρου φορέματος της.

Έπρεπε να είναι έτοιμες μέχρι τις επτά και μισή για να κατέβουν στην τεράστια σάλα στο ισόγειο του ξενοδοχείου για την έναρξη του συνεδρίου. Θα ακολουθούσε ball masquerade για να έχουν το χρόνο όλοι οι συμμετέχοντες να γνωριστούν μεταξύ τους.

Η Μόριγκαν ήταν ήδη έτοιμη και σκότωνε τον χρόνο της χαζεύοντας το κλασικό Κριστίν του 1983, που βασιζόταν στο ομώνυμο βιβλίο του μαιτρ των τρόμων Στίβεν Κινγκ.

Η θεία ΜαΦία έβαφε τα νύχια της και η Γκιούλ Μπαχάρ όπως πάντα προσπαθούσε να ετοιμαστεί τη τελευταία στιγμή. Φόρεσε τις μαύρες γόβες της που ταίριαζαν με το ιδιαίτερο φόρεμα της.

Τα κερασένια μαλλιά της τα είχε πιάσει μια αλογοουρά που παιχνίδιζε σκανδαλιάρικα στη πλάτη της, στους ώμους και το στήθος. Είχε τα χείλη της ροζ και τα μάτια γατίσια. Η Μόριγκαν σφύριξε καθώς την είδε να βγαίνει από το μπάνιο. “Είσαι πανέμορφη” της είπε ενώ η θεία ΜαΦία έβαλε και έβγαλε δυο τρεις φορές τα γυαλιά της για να τη παρατηρήσει από πάνω μέχρι κάτω.

“Φταίνε τα γονίδια” είπε κεφάτα η Γκιούλ Μπαχάρ.

“ Κλασική ομορφιά Μόρμπιτ” συμφώνησε με αυτοπεποίθηση η θεία ΜαΦία. Και είχε δίκιο. Και η ίδια υπήρξε μια καλλονή που έκοβε την ανάσα.Στην εποχή της έμοιαζε στην Hedy Lamarr με πλούσια κόκκινα μαλλιά να πλαισιώνουν το ελκυστικό πρόσωπο της.
Η Μόριγκαν είχε επιλέξει ένα μακρύ φόρεμα σε μπορντό αιθέριο που θροϊζε με χάρη σε κάθε κίνηση της.

Η θεία ΜαΦία η πιο συντηρητική από όλες είχε επιλέξει ένα ροζ στο χρώμα της πούδρας κομψό μέχρι το γόνατο φόρεμα και τολμηρές κόκκινες γόβες. Το χρώμα των γυναικών Μόρμπιτ ήταν το κόκκινο.

There once was a witch

Be -lieve it if you can,

She tapped on the win- dows and

she run, run run

she run helt-ter-skel-terwith her toes in the air,

corn stalks flying from the witch-s hair

“swish” goes the broomstick

“meow” the cat

“plop” goes the hoptoad

sitting on her hat

“Whee!” chuckled I,

“What fun! What fun!”

Halloween night when the witches run”

Η βασίλισσα των μαγισσών, η Εκάτη εμφανίστηκε στη κορυφή της σκάλας τραγουδώντας μελίρρυτα. Με γαμψή μύτη, ολόλευκη επιδερμίδα σαν μαργαριτάρι Peregrina, πανύψηλη και με καλλίγραμμο κορμί θύμιζε άγγελο αντί για δαιμονική μάγισσα. Φορούσε γυάλινο στέμμα στο κεφάλι θυμίζοντας τις αιχμηρές άκρες των σταλακτιτών.

Ύψωσε τα χέρια θεατρικά “παιδιά των καλαμποκοχώραφων, ακούστε με!” Συνέχισε να κατεβαίνει ώσπου έφτασε σε ένα μικρό βάθρο και ανέβηκε όλο χάρη επάνω του. Η αίθουσα ήταν χαώδης με τις κόκκινες βελούδινες κουρτίνες να δεσπόζουν στο χώρο. Επάνω στο βάθρο βρισκόταν ένας χρυσός βαρύς θρόνος. Από το ταβάνι κρεμόταν δεκάδες πολυέλαιοι που έμοιαζαν μαγεμένοι καθώς πάνω στα δεκάδες κρυστάλλινα κομμάτια τους χόρευαν δέσμες φωτός από τους υπολοίπους που άλλαζαν αποχρώσεις σαν δεκάδες εκστασιασμενα ουράνια τόξα.

Σε ένα στρογγυλό τραπέζι υπήρχαν τακτοποιημένα μικρές ταμπελίτσες με τα ονόματα της κάθε μάγισσας.

Οι γυναίκες morbid πλησίασαν τον μπουφέ και σερβιρίστηκαν με παραδοσιακό κοκτέιλ δηλητηριώδη μήλου με ξηρό πάγο που άχνιζε.

Τα φώτα έσβησαν απότομα βυθίζοντας την αχανή αίθουσα στο σκοτάδι. Ένα δυνατό σούσουρο που έμοιαζε με φίδι που σερνόταν ανάμεσα σε ξερά χόρτα, απλώθηκε στην ατμόσφαιρα, Δέσμες κόκκινου φωτός άρχισαν να χορεύουν σκορπώντας ζέστη στην ήδη θερμή βραδιά. Ύστερα ένας προβολέας έριξε το διαμαντένιο φως του στο βάθρο φωτίζοντας την, το μοναδικό άτομο που άξιζε να έχει καρφωμένο ένα τέτοιο φως επάνω του,
“Ησυχία” είπε με αυστηρό ύφος και όλες σίγησαν από σεβασμό. “Είμαι περήφανη που απόψε θα σας παρουσιάσω τον μαθητή μου. Όπως όλες γνωρίζετε επιλέγω κάθε τόσο μια χαρισματική ύπαρξη για να τη διδάξω τα μυστικά μου. Αυτή τη

φορά επέλεξα έναν άνδρα…..” Ψίθυροι έκπληξης σηκώθηκαν μέχρι το ταβάνι.

Ησυχία” φώναξε. “Αποφάσισα να κάνω ένα πείραμα. Όλες οι μαθήτριες μου ήταν από γενιές μαγισσών που σημαίνει πως ήταν εύκολο να τις εκπαιδεύσω. Επέλεξα έναν μισοπεθαμένο νεαρό από κάποιο άσυλο χωρίς κανένα χάρισμα για να δω αν μπορεί να μεταμορφωθεί σε μάγο. Πριν σας παρουσιάσω το δημιούργημα μου να αναφέρω πως ανάμεσα μας για πρώτη φορά βρίσκεται ιγκόγκνιτο η γνωστή συγγραφέας mademoiselle berenice” Η Γκιούλ έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης που απλώθηκε σαν ζεστό κύμα το απομεσήμερο, σπάζοντας την πειθαρχημένη ησυχία που επικρατούσε, η Εκάτη συνέχισε απτόητη, “…καθώς είναι μια από εμάς κάτι το οποίο κρύβει εδώ και δεκαετίες με μεγάλη επιτυχία. Δεν θα σας αποκαλύψω ποια είναι. Βρίσκεται όμως αυτή τη στιγμή ανάμεσα μας…” Μερικά κεφάλια γύρισαν δεξιά και αριστερά προσπαθώντας να την εντοπίσουν παρόλο που δεν γνώριζε κανείς πως ήταν. “Τώρα” είπε λίγο πιο φωναχτά η Εκάτη. “Ώρα να γνωρίσετε το δημιούργημα μου. Παρακαλώ τον Ραϊμόντο να έρθει δίπλα μου” Ένας ψηλός με σφιχτό

ευθυτενές κορμί εγκλωβισμένο μέσα σε ένα σκούρο κουστούμι εμφανίστηκε στη βάθρο και πλησίασε τη βασίλισσα. “Αλβάρο;” ψέλλισε η Γκιούλ σοκαρισμένη.

Η Μόριγκαν τη πλησίασε “νόμιζα πως τον είχες βγάλει από τη μέση”

Δεν απάντησε τον κοίταζε υπνωτισμένη καθώς αγαπητοί μου αναγνώστες εκείνη τη στιγμή, η πανέμορφη καλοαναθρεμμένη Γκιουλμπαχάρ μίσησε τη φύση της που της υπαγόρευε να εξαπατά τους ανθρώπους, και ακόμα περισσότερο μίσησε τη μητέρα της και τη μητέρα της μητέρας της και όλες τις γυναίκες πριν από αυτές που είχαν μαγεία στο αίμα τους. Που χρησιμοποιούσαν πάντα τους άντρες σαν να ήταν αναλώσιμοι. Σκουπίδια. Εκείνη τη στιγμή έπρεπε να καταβάλλει όλη της τη πειθαρχία για να μη τρέξει στη σκηνή και πέσει στα πόδια του Αλβάρο. Να του ζητήσει να τη συγχωρέσει. Να του ζητήσει να τη βασανίσει, να τη σκοτώσει και να πιει το αίμα της για να εξιλεωθεί για όσα του έκανε.

Μια ιδέα άστραψε στο μυαλό της σαν φλας παλιάς μηχανής Konica Hexar. Είχε έρθει η ώρα να πει δυο κουβέντες με την modemoiselle Berenice. Ήταν υπεύθυνη για το τρόπο που είχε φερθεί στον Αλβάρο. Για αυτό και έπρεπε να την ανακαλύψει πριν τελείωνε το συνέδριο.

Θα απολαύσουμε ένα υπέροχο δείπνο και από αύριο θα αρχίσουν οι υπέροχες δραστηριότητες μας περιλαμβάνουν διαλέξεις, δρώμενα, δοκιμασίες, διαγωνισμούς, επιδείξεις ικανοτήτων καθώς και φεστιβάλ ταινιών με θέμα τη μαγεία από την αρχή του κόσμου. Η λίστα συμπεριλαμβάνει sleeping beauty κινούμενα σχέδια του 1959, the witches του 1990 με την Αντζέλικα Χιούστον, Hocus Pocus του 1993, The witches of Eastwick του 1987, The Craft του 1996 και φυσικά ταινίες που βασίζονται σε βιβλία του αγαπημένου μας Stephen King όπως η Carrie….”, ψίθυροι διέκοψαν την ομιλία της. “Κυρίες μου, ας συγκρατήσουμε τη ψυχραιμία μας. Φυσικά θα δούμε τη Carrie του 1976 με την ονειρική Σίσυ Σπεισικ και όχι τη Carrie του 2016 που ήταν απαράδεκτη…” Ενθουσιώδη

χειροκροτήματα σκέπασαν τη φωνή της.
“Κυρίες μου….” κόπηκαν μαχαίρι. “Επίσης ένα από τα αγαπημένα μου. The Langoliers του 1995, The Shining του 1980 και τόσες άλλες” Η Γκιούλ άκουγε με το βλέμμα καρφωμένο στον Αλβάρο. “Στις αθλοπαιδιές τώρα Κυρίες μου. Οι δοκιμασίες μας είναι εμπνευσμένες από διάφορα αθλήματα χωρών όπως η Ελλάδα και το Αφγανιστάν.
Το αγαπημένο μου είναι εκείνο που προσωπικά ονομάζω “πήδημα θανάτου” και μοιάζει με το αγώνισμα των αρχαίων μινωιτών τα ταυροκαθάψια στο οποίο ο αθλητής εκτελούσε άλματα πάνω από έναν ταύρο” επιφωνήματα πλημμύρισαν την αίθουσα.

“Θα είναι άκρως εντυπωσιακό γιαυτό θα κλείσουμε μαζί του

το συνέδριο. Αναρωτιέμαι ποια θαρραλέα μάγισσα χωρίς τη χρήση μαγείας θα καταφέρει να κάνει άλμα πάνω από έναν μανιασμένο Άουροχς, ταύρο δηλαδή, που ζυγίζει χίλια επτακόσια ογδόντα κιλά και σε ύψος φτάνει το 1,95.
Άλλο αξιοσημείωτο αγώνισμα είναι το έφιππο πόλο μόνο που για μπάλα θα έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε κεφάλια ζώων όπως κάνουν στο Αφγανιστάν…” Η Γκιούλ ψέλλισε μια δικαιολογία και βγήκε αθόρυβα από την αίθουσα παρά τις διαμαρτυρίες της μητέρας της. Πέθαινε για ένα τσιγάρο. Κάθισε σε μια βελούδινη μπορντό πολυθρόνα στο λόμπι και έβγαλε ένα ταλαιπωρημένο πακέτο palmal από το μικρό τσαντάκι της.

“Γαμώτο έχασα τον ανάπηρα” μουρμούρισε με το τσιγάρο στο στόμα καθώς έψαχνε το στενό τσαντάκι. Μια φλόγα άναψε μπροστά στο πρόσωπο της. Το τσιγάρο κόντεψε να της πέσει από τα χείλη και αναγκάστηκε να το συγκρατήσει με τα λεπτά δάχτυλα της.
“Μου επιτρέπεις;” είπε μια βαθιά βελούδινη φωνή. Κοίταξε αργά προς τα πάνω “Αλβάρο” βόγκηξε νιώθοντας ανόητη. “Ραϊμόντο” είπε με αυτοπεποίθηση. “Ο Αλβάρο πέθανε. Τον σκότωσες εσύ”
Σηκώθηκε πάνω και τον άρπαξε από το μανίκι της μπλούζας του. Εκείνος το τράβηξε απότομα και τη κεραυνοβόλησε με το βλέμμα του. «Αν με αγγίξεις ξανά θα σε σκοτώσω; Κατάλαβες;»
Το χέρι της χαλάρωσε και έπεσε στο πλάι άνευρο. Εκείνος έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ……………………

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

 

ΥΓ:  Επειδή η ανασφάλεια του συγγραφέα πάντα υπάρχει, θα ήθελα να αφήσετε τη γνώμη σας  όταν το διαβάσετε… αν το θέλετε κι εσείς….. Σας ευχαριστώ ❤ ❤ ❤

74586731_1240379039486436_1257270917633933312_n

ΜΟΡΙΓΚΑΝ ΜΟΡΜΠΙΤ, Τα PENNY DREADFULS της ΜαΦίας

Λάτρεις του Halloween κάλως ήλθατε στο πρώτο μέρος της μίνι ιστορίας μου για να γιορτάσουμε τη βραδιά όπως της αρμόζει. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα μου αρέσει να δημοσιεύω εδώ στο μπλογκ μου μια ιστοριούλα τρόμου. Ξεκίνησα το 2017 με το HALLOWEEN TRICK OR TREAT, συνέχισα με το ΜΑΚΑΒΡΙΟ ΠΑΡΤΙ ΤΗΣ ΜΌΡΙΓΚΑΝ ΜΟΡΜΠΙΤ (2018) και φέτος επανέρχομαι με ΤΑ ΟΥΡΛΙΑΧΤΑ ΤΩΝ ΜΑΓΙΣΣΩΝ (αποτελεί το δεύτερο μέρος της Μόριγκαν Μόρμπιτ μόνο που αυτή τη φορά ο πρωταγωνιστής είναι άλλος)…

Οι ιστοριούλες αυτές υπάγονται στη κατηγορία των PENNY DREADFULL, των ιστοριών της μιας πένας που τόσο αγαπώ.

Δυστυχώς δεν κατάφερα να ολοκληρώσω τα ουρλιαχτά των μαγισσών λόγω διάφορων υποχρεώσεων. Μην ανησυχείτε όμως θα δημοσιευτεί μόλις την ολοκληρώσω. Προς το παρών απολαύστε το πρώτο μέρος της ιστορίας (ήμουν στο παρά πέντε να μην τη δημοσιεύσω καθώς σήμερα πολύ απλά δεν υπάρχω, έχω εξαϋλωθεί από τη κούραση, κάθε μου κύτταρο και πόρος πονάει, είμαι σε ένα άνω κάτω δωμάτιο λόγω ανακαίνισης και θέλω τόσο πολύ να κοιμηθώ, αλλά με έσπρωξε η φλόγα του Halloween, που τόσο λατρεύω  και σκέφτηκα πως δεν πρέπει να χαλάσω τη παράδοση του να δημοσιεύω κάθε χρόνο τέτοια μέρα μια ιστοριούλα  τρόμου) …….

                                              (ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΜΟΡΙΓΚΑΝ ΜΟΡΜΠΙΤ)

                                                        ΤΑ ΟΥΡΛΙΑΧΤΑ ΤΩΝ ΜΑΓΙΣΣΩΝ

                                                         «Φαντάσματα και γκόμπλινς

                                                                 γάτες και νυχτερίδες

                                                                γάτες και νυχτερίδες

                                                                γάτες και νυχτερίδες

                                       Μάγισσες μέσα στα αστεία τους καπέλααααα

                                                                ήρθε το Χαλογουιν»

Οι τρεις μάγισσες τραγουδούσαν παράφωνα αλλά αυτό δεν τις απασχολούσε καθόλου. Διάολε το διασκέδαζαν μέχρι τα βάθη της μαύρης τους ψυχής. Φορούσαν τα γελοία τους καπέλα με την οροφή της μαύρης Κάντιλακ κατεβασμένη για να χωράνε αυτές και οι κώνοι τους. Η Μόριγκαν οδηγούσε με τη κόρη της, Γκιούλ Μπαχάρ στη θέση του συνοδηγού και τη θεία ΜαΦία στο πίσω κάθισμα, οι τελευταίες της φαμίλιας τους, αν εξαιρούσες τα διπλό-τριτο ξαδέλφια. Κατευθυνόταν στο συνέδριο των Μαγισσών στο Μέιν.

Η εμμονή της Μόριγκαν να επαναφέρει στη ζωή όσες συγγενείς μπορούσε, είχε στεφθεί με παταγώδη αποτυχία. Όχι. Η λέξη «παταγώδη» έμοιαζε φτωχή για να περιγράψει τις γεμάτες αγωνία νύχτες που δούλευε πυρετωδώς τη μυστική της φόρμουλα για το ελιξήριο της ανάστασης/επαναφοράς. Η βοηθός επί των τιμών, η μικρούλα Γκιούλ πρόσφερε τη πολύτιμη βοήθεια της από την ηλικία των επτά. Της έβγαζε τα γυαλιά όταν μισοκοιμόταν στη πολυθρόνα, της έφερνε ότι υλικό χρειαζόταν για το ελιξήριο, πρόσεχε το φαγητό να μην καεί όσο η τρελή, τρυφερή μαμά της επιδίδονταν στα ακαταλαβίστικα πειράματα της. Όταν επιτέλους βρέθηκε η σωστή φόρμουλα και το ελιξήριο δούλεψε, η μόνη που επανήλθε στη ζωή ήταν η θεία ΜαΦία.

Χρειαζόταν απεγνωσμένα να επαναφέρει στη ζωή τη μαμά Λίλιθ και τη γιαγιά Νόρα αλλά δυστυχώς τα πτώματ… σώματα τους, (για ένα παράξενο λόγο απεχθανόταν τις λέξεις που είχαν σχέση με το «νεκρός», ήταν παράδοξο από τη στιγμή που ήταν μάγισσα και διεύθυνε εδώ και πολλά χρόνια την οικογενειακή επιχείρηση που ήταν ένα γραφείο τελετών με την ονομασία «Μorbid hearse» δηλαδή η νεκροφόρα των Μόρμπιτ)

Μετά λοιπόν το τελευταίο Halloween πάρτι που είχε κάνει όταν ήταν έγκυος, πριν πολλά χρόνια, δεν συνάντησε κανέναν από τους συγγενείς της, ζωντανούς και νεκρ.. κεκοιμιμένους. Το πάρτι πήγε κατά διαόλου, οι ήδη νεκροί/ αναστημένοι συγγενείς απανθρακώθηκαν, αναγκαστικά, γιατί η κατάσταση είχε ξεφύγει καθώς ένας από τους καλεσμένους ο Τζακ Ο’ Λαντερν είχε στραφεί εναντίον όλων. Οι ζωντανοί καλεσμένοι είχαν επιστρέψει στη καθημερινότητα τους, οι νεκρ… κεκοιμημενοι καλεσμένοι στα σκουπίδια εκτός τη μαμά, τη γιαγιά και τη θεία ΜαΦία που επέστρεψαν εκεί που ήταν τις τελευταίες δεκαετίες πριν τις αναστήσει για το πάρτι στο ιδιωτικό νεκροτ… κοιμητήριο που βρισκόταν στο πίσω μέρος του σπιτιού της καθώς ήταν πεθαν… κεκοιμημένες.

Δυστυχώς τα σώματα της μαμάς και της γιαγιάς ήταν σε άθλια κατάσταση. Τα σώματα τους έμοιαζαν με κομποστοποιημένα σκατά με τις τόσες βροχοπτώσεις των τελευταίων ετών. Ακόμα κι ένα σκουλήκι που σερνόταν πάνω τους επέφερε ζημιά στους ιστούς που διατηρούταν χρόνια τώρα και αυτός ήταν ο λόγος που μπορούσαν να ανασταίνονται κατά καιρούς. Οι μάγισσες δεν ήταν συνηθισμένες γυναίκες. Μπορεί να πέθαιν… κοιμόταν όπως οι φυσιολογικές γυναίκες αλλά το σώμα τους δεν έλιωνε ποτέ. Οι ιστοί που παρέμεναν προσκολλημένοι πεισματικά πάνω στα ξασπρισμένα κόκαλα τους ήταν η αιτία που με τα ξόρκια μπορούσαν να επανέρχονται για λίγο στη ζωή.

Το μνήμ… το λαγούμι της θείας ΜαΦίας βρισκόταν στην ανατολική πλευρά του νεκρότ.. κοιμητηρίου κάτω από μια πυκνή συστάδα πεύκων. Οι μακριές σαν πλοκάμια ρίζες των δέντρων ήταν η αιτία που το χώμα που σκέπαζε τη θεία ήταν σχετικά στεγνό προστατεύοντας την από τον αφανισμό. Όταν σκέφτηκε να ξεθάψει τη μαμά και τη γιαγιά και να τις τοποθετήσει μαζί με τη θεία, τα σώματα τους ήταν μαυρισμένα και σάπια. Δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να τις επαναφέρει στη ζωή. Με το ελιξήριο πήρε τη Θεία στο σπίτι και μαζί εκτός την επιχείρηση “η νεκροφόρα των Μόρμπιτ” στην οποία δουλεύανε και οι τρεις δημιούργησαν και ένα μαγαζάκι με τα περιβόητα πλεκτά της θείας. Έτσι τα πόντσο της κατάρας που έφτιαχνε η θεία με τα ξεραμένα έντερα των διάφορων ανδρών θυμάτων τους που έβρισκε κατά καιρούς, είχαν γίνει ξακουστά αυξάνοντας τα κέρδη τους, Μόλις κάποιος φορούσε το πόντσο εκείνο ύπουλα και μυστικά ζωντάνευε τις ίνες του και χωνόταν αθόρυβα από τους ανοιχτούς πόρους της επιδερμίδας μέσα στον οργανισμό δηλητηριάζοντας σιγά σιγά το ανυποψίαστο θύμα.

Η μικρή Γκιούλ Μπαχάρ, το όνομα της σήμαινε Ρόδο της Άνοιξης ήταν ένα εξαίσιο μείγμα παλιομοδίτικου ρομαντισμού και τρέλας. Η Μόριγκαν ήταν περήφανη για εκείνη καθώς ήταν το πιο έξυπνο πλάσμα που είχε γνωρίσει ποτέ. Κι αυτό λογικά σήμαινε κάτι αν αναλογιστεί κανείς πόσες δεκαετίες ζούσε κι πόσα άτομα είχε γνωρίσει σε αυτή τη μακρυά ζωή. Είχε σπουδάσει μεσαιωνικές επιστήμες αλλά προτιμούσε το περιβάλλον του Darkville.

Βέβαια κατά καιρούς για να ξεφεύγει από τη ρουτίνα, όση ρουτίνα μπορεί να έχει μια μάγισσα, άλλαζε δουλειά και σπίτι αλλά αυτό δε κρατούσε πάνω από έξι μήνες. Πάντα επέστρεφε στο μεγάλο τρομακτικό τους σπίτι.

Ήταν μια λαμπρή μέρα του Οκτώβρη όταν έφτασαν στον τελικό προορισμό τους, το ξενοδοχείο ΜΑΥΡΟΣ ΒΑΡΩΝΟΣ που βρισκόταν τυλιγμένο με σκοτεινή ομίχλη ανάμεσα σε δέντρα με ακαθόριστα σχήματα να προσδίδουν μαγεία στο σκηνικό. Έμοιαζε κάτι τελείως παράταιρο, εξωπραγματικό. Το υπερπολυτελές ξενοδοχείο των έξι ορόφων, σε βικτωριανό στυλ έμοιαζε με βουνό πάλλευκο από το χιόνι. Είχε αδρές γραμμές και γωνιώδη τελειώματα, θόλους σαν πύργους και έμοιαζε να κρέμεται στην άκρη ενός γκρεμού. Απέναντι από το γκρεμό υπήρχαν καταρράκτες που τα ορμητικά νερά τους κατέληγαν σε ένα ποταμό που κυλούσε με την αντίθετη φορά. Πίσω από το ξενοδοχείο υπήρχε ένα σκοτεινό δάσος. Ιδανική τοποθεσία να χτιστεί το ξενοδοχείο όπου διοργανωνόταν τα συνέδρια των μαγισσών.

Η βασίλισσα Εκάτη το είχε χτίσει στα ερείπια μιας καταραμένης έπαυλης αλλά για αυτό θα σας μιλήσω, στη συνέχεια.

Ένας καμπούρης καχεκτικός γέρος, ο Φίνγκερμαν, αλήθεια έμοιαζε με αναθεματισμένο καρτούν, τους έκανε νόημα να βιαστούν να περάσουν το μονοπάτι που οδηγούσε στα σκαλιά της εισόδου του ξενοδοχείου. Καθώς ανέβαιναν τα σκαλιά, η Γκιουλ πρόσεξε σε ένα μικρό πυργίσκο μια αδιόρατη μαυριδερή φιγούρα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ………………………….

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

75485995_1234482503409423_5093885479967784960_n
Οι Μόρμπιτ
75323313_1234482403409433_3756785667355443200_n
Βασίλισσα Εκάτη
75246601_1234482593409414_4987582123108990976_n
Ταυροκαθάψια