ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ..

Η ανάμνηση από τη τελευταία φορά που αυτοτραυματίστηκα ήταν έντονη. Για να είμαι ειλικρινής θυμάμαι καθεμιά από τις δεκαοκτώ φορές που αποφάσισα να κάνω κακό στον εαυτό μου. Ο σωματικός πόνος ήταν ένας αντιπερισπασμός για να ξεγελάσω το ταλαιπωρημένο μου μυαλό και τη τσακισμένη μου ψυχή. Αλυσοδεμένη ήμουν. Έρμαιο στα χέρια του. Είναι απάνθρωπο να αγαπάει μόνο ο ένας το ξέρω. Το ζω καθημερινά. Κανείς δε μπορεί να καταλάβει το μέγεθος του πόνου που βιώνει ένα άτομο για να φτάσει στο σημείο να αυτοτραυματιστεί. Ούτε οι γονείς μου, ούτε καν ο Gus.

Το βλέπω στα μάτια του αυτή τη στιγμή. Είναι μπερδεμένος οργισμένος. Με ρωτάει αν κόβομαι. Η γλώσσα μου αρνείται πεισματικά να συνεργαστεί. Έτσι το μόνο που κάνω είναι να τον κοιτάω σαν χαμένη. Τα δάκρυα μου ανεβαίνουν στα μάτια μου και με καίνε. Εξετάζει τα χέρια μου, ανεβάζει κι άλλο τα μανίκια, περνάει τα δάχτυλα του πάνω από τις χαρακιές. Μου ζητάει να γδυθώ.

“Είσαι τρελός” ψελλίζω κοιτάζοντας το κενό.
“Με έχεις φρικάρει! Θέλω να δω αν έχεις κοπεί κι αλλού”

“Δεν πρόκειται να γδυθώ μπροστά σου” πεισμώνω. Σταυρώνω τα χέρια μπροστά στο στήθος μου.

“Σοβαρά τώρα; Δεν έκανες αυτό που είδα μόλις ” βάζει τα γέλια.

“Σκάιλαρ κάνεις σαν πεντάχρονο. ‘Ένα χαριτωμένο πεντάχρονο” μου χαϊδεύει το μάγουλο και με κοιτάζει με ένα ανεξήγητο βλέμμα. Αν δεν ήταν ο κολλητός μου από το σχολείο θα νόμιζα ότι με γούσταρε. Κούνησα το κεφάλι θυμωμένη που τόλμησα να σκεφτώ κάτι τέτοιο για έναν άλλον άντρα.

Ο Φέλιξ είναι η ζωή μου κι ας καταστρέφει τη δική μου.

Μου άγγιξε απαλά τον αγκώνα. “Σε παρακαλώ θα μου πεις τι συμβαίνει; Γιατί θα τρελαθώ. Από τη μια η ανορεξία από την άλλη ο αυτοτραυματισμός. Για να μην αναφέρω τον κόπανο που σε έβριζε στο τηλέφωνο. Λοιπόν, ακούω”

Έγλυψα τα χείλη μου που είχαν στεγνώσει, να πάρω θάρρος και αποφάσισα να του τα πω όλα. Σχεδόν.

“Δεν είναι τίποτα, σκόνταψα και έπεσα πάνω σε μια τριανταφυλλιά» ούτε κι εγώ δε πίστευα τις βλακείες που αράδιαζα. «Είμαι αδύναμη εξαιτίας της δουλειάς. Δεν συμβαίνει τίποτα, όλα είναι μια χαρά και ο Φέλιξ είναι καλός μαζί μου απλά είχε γίνει μια παρεξήγηση και θύμωσε και…”

Το απότομο κουδούνισμα του τηλεφώνου μας έκαναν και τους δυο να τιναχτούμε, βάζοντας φρένο στα ασύστολα ψέμματα μου. Καμιά φορά τρομάζω κι εγώ με το πόσο τον υπερασπίζομαι. Αν κάποτε μου κάρφωνε ένα μαχαίρι στα σπλάχνα εγώ θα πήγαινα στο νοσοκομείο και θα έλεγα ότι έπεσα πάνω στο μαχαίρι καθώς καθάριζα ένα μήλο. Στην οθόνη εμφανίστηκε το όνομα του Φέλιξ. Μόλις ο Gus το είδε αγρίεψε.

“Δεν το πιστεύω…” μουρμούρησε.

Aγνόησα το σχόλιο του και με τη καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή στο στήθος μου από φόβο για το τι θα ακούσω και από ευτυχία που επιτέλους θα μιλούσα μαζί του, απάντησα με τη φωνή μου να δηλώνει το πόσο “γατούλα” με είχε κάνει ο τύραννος μου.

“Μωρό μου;” είπα με αγωνία.

“Οκ! Απάντησες επιτέλους;” η κακία και η ειρωνεία του μου ράγισαν τη καρδιά.

“Μωρό μου δεν ήμουν καλά. Νομίζω λιποθύμησα και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι στο σπίτι με μετέφεραν στο δωμάτιο μου”

“Άρχισες πάλι τα παραμύθια σου;”

“Δεν είναι παραμύθια. Σε παρακαλώ. Μπορώ να πω στη κυρία Σνελ να σου τηλεφωνήσει και να επιβεβαιώσει τα γεγονότα”

“Ποια είναι πάλι αυτή; Καμιά κολλητή σου που σου κάνει πλάτες για να πηγαίνεις με όποιον έχει φράγκα;”

Ο Gus έκανε μια απότομη κίνηση να πιάσει το τηλέφωνο μου αλλά τον πρόλαβα και το έκρυψα πίσω από τη πλάτη μου, εκλιπαρώντας τον με τα μάτια, σχηματίζοντας με τα χείλη αθόρυβα τη λέξη “μη”.

Η πόρτα χτύπησε ξαφνιάζοντας μας και τους δυο. Ο Gus με κοίταξε με άγριο βλέμμα που δήλωνε ¨δεν τελειώσαμε” και σηκώθηκε να ανοίξει. Βρήκα την ευκαιρία και πετάχτηκα πάνω τρέχοντας προς το μπάνιο. Δεν ήθελα με τίποτα o Φέλιξ να ακούσει πάλι τη φωνή του Gus. Έπρεπε πάση θυσία να τον καθησυχάσω. Σε λίγες μέρες είχα το ρεπό μου και ήθελα να το περάσω μαζί του.

Μωρό μου χτύπησε η πόρτα και ήταν η κυρία Σνελ” είπα χαμηλόφωνα μόλις βρήκα καταφύγιο στο κρύο μπάνιο. Την άκουγα να μιλάει με τον Gus.

Σίγουρα μου λες αλήθεια; Θα σε σκοτώσω αν λες ψέμματα”

“Όχι μωρό μου, το ξέρεις ότι σε αγαπάω. Είσαι ο άντρας μου, δεν υπάρχω χωρίς εσένα”

“Λες αλήθεια;”

“Ναι άγγελε μου. Σε λατρεύω”

“Μου λείπει το κορμί σου”

Τουλάχιστον ήταν ειλικρινής. Τον ενδιέφερα όπως τον ενδιέφερε ένα κομμάτι κρέας. Ένα καλής ποιότητας νοστιμότατο φιλέτο. Εγώ του έλεγα “σ αγαπώ” και έλιωνα, εκείνος απλά είχε όρεξη για πήδημα.

“Πότε θα έρθεις;”

¨Τη Κυριακή καρδούλα μου έχω ρεπό. Θα περάσουμε όλη τη μέρα μαζί και το βράδυ μπορούμε να κοιμηθούμε μαζί. Το ρεπό τελειώνει την Δευτέρα στις δώδεκα το μεσημέρι”

“Άντε επιτέλους, έχω στερέψει”

Με έκανε να νιώθω φτηνή. Ότι ήμουν μια πόρνη που την έκλεινε να έρθει delivery στο σπίτι του. Φυσικά οι πόρνες πληρώνονταν. Εγώ δεν ήθελα χρήματα, αγάπη ήθελα. Ούτε αυτή δεν μπορούσε να δώσει. Αντίθετα τον πλήρωνα μάλιστα αρκετά συχνά, του “δάνειζα” χρήματα χωρίς φυσικά να θέλω να τα πάρω πίσω. Δυστυχώς για εκείνον, ήμουν πολύ έξυπνη και έβλεπα αν με αγαπούσε ή όχι.

Τον καθησύχασα και έκλεισα το τηλέφωνο με ανακούφιση. Ήμασταν ακόμα μαζί. Ήθελα να είμαστε μαζί κι ας μου φερόταν άθλια. Χάιδεψα τις χαρακιές στο χέρι μου και σκέφτηκα καλύτερα πληγές στο χέρι και μαζί με τον Φέλιξ παρά πληγές στη ψυχή μου και χώρια από εκείνον.

Βγήκα από το μπάνιο και ο Gus με τη κυρία Σνελ με περίμεναν. Είχε έρθει να με δει, και να με ενημερώσει ότι είχαν επιστρέψει τα αφεντικά μου.

Μετά από τη συνάντηση μου μαζί τους, μου έδειξαν μεγάλη κατανόηση μου έδωσαν μάλιστα ρεπό όλο το Σαββατοκύριακο, με ξεμονάχιασε ο Gus.

Δε θα γλυτώσεις εύκολα από μένα”

“Gus!!” είπα μέσα από τα δόντια μου. “Πρέπει να επιστρέψω στα καθήκοντα μου”

Έκανε πίσω, έγλειψε τα σαρκώδη αρχαγγελικά χείλη και είπε “Σύμφωνοι. Θα περιμένω όμως το βραδυ όταν τελειώσεις να τα πούμε”

Δεν ξέρω, μπορεί να αργήσω να τελειώσω” προέβαλλα ότι δικαιολογία μπορούσα, ξεχνώντας ότι το άτομο με ήξερε τόσο καλά που δεν θα μπορούσα να του ξεφύγω

Σκάι;” είπε με επιδοκιμασία.

Αμάν με έχεις τρελάνει, το ξέρεις;”

Εγώ; Εσένα; Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει”

Όποτε αγχωνόμουν έτριβα σαν τρελή τα αυτιά μου. Μικρή μάλιστα είχα πάθει μερικές ωραίες ωτίτιδες, που δεν μου έβαλαν μυαλό. Φυσικά το γνώριζε και αυτό. Ένα από τα αρνητικά του να γνωρίζεις κάποιον τόσο καλά, είναι το ότι δεν μπορείς να του κρυφτείς, ακόμα κι αν το θέλεις, αν το έχεις ανάγκη. Ένιωθα πως αν του έλεγα όσα περνούσα με το Φέλιξ θα προσπαθούσε να με απομακρύνει από εκείνος, ίσως ανακάτευε και τους γονείς μου και αυτό δεν το ήθελα με τίποτα.

Μου απομάκρυνε απαλά το χέρι από το ταλαιπωρημένο αυτί μου και το κράτησε στο δικό του. Μα τι κάνει;, αναρωτήθηκα. Προσπάθησα να το τραβήξω χωρίς αποτέλεσμα. Το είχε γραπώσει για τα καλά κάνοντας με να νιώθω άβολα αλλά υπέροχα άβολα. Έμοιαζε κάτι φυσικό. Εγώ και αυτός. Πάντα η καλύτερα ομάδα. Προσπάθησα να θυμηθώ γιατί είχαμε χαθεί τα τελευταία χρόνια. Α, ναι, είχε κοπέλα. Τη θυμόμουν αμυδρά. Τη ζήλευα γιατί μου είχε κλέψει τον κολλητό μου. Μετά είχε φύγει στο εξωτερικό για χρόνια. Στο Παρίσι. Πόσο ήθελα να ταξιδέψω στο Παρίσι κάποια μέρα.

Μικρή που ταξιδεύεις;” είπε βγάζοντας με από το ονειροπόλημα

“Στο Παρίσι” είπα αυθόρμητα.

Γέλασε απαλά. Τι γλυκό γέλιο. Χαμογέλασα ασυναίσθητα. Τι ωραίο συναίσθημα να σε περιτριγυρίζουν ήρεμοι, ζεστοί, αγνοί άνθρωποι. Είχα συνηθίσει τόσο πολύ στις φωνές του Φέλιξ που μου φαινόταν εξωπραγματικό ένα γλυκό χαμόγελο.

Με κοίταξε συνοφρυωμένος, σίγουρος ότι τρελάθηκα.

“Μπορείς να μου πεις τι σκέφτεσαι, γιατί δυσκολεύομαι λιγάκι να σε διαβάσω”

“Θυμήθηκα τις βλακείες που κάναμε στο σχολείο” βιάστηκα να τα μπαλώσω.

“Και το Παρίσι που κολλάει;” είπε γεμάτος απορία.

“Δε ξέρω” γέλασα νευρικά.

Συμφώνησα να βρεθούμε στη κουζίνα μόλις τελείωνα τη δουλειά. Ήξερα ότι αργά ή γρήγορα έπρεπε να τον αντιμετωπίσω.

Προσπαθούσα όλο το απόγευμα, ενώ δούλευα, να σκεφτώ άκρως πειστικές δικαιολογίες για να τις πω στον Gus αλλά μάταια.

Ήταν περασμένες εννιά όταν μου έκανε αναπάντητη κλήση. Mόλις είχα βάλει για ύπνο τον μικρό Λούις και αποφάσισα να κάνω ένα μπάνιο πριν κατέβω. Πριν μπω στο ντους μου έστειλε μήνυμα ρωτώντας με αν θα πήγαινα. Του απάντησα να ανέβει στο δωμάτιο μου. Δεν ήθελα να νομίζει ότι τον απέφευγα.

Άφησα το καυτό νερό να τρέξει πάνω μου, να μαλακώσει τα τεντωμένα μου νεύρα και τους σφιγμένους μυς μου. Έβαλα αφρόλουτρο στο σφουγγάρι μου και έκανα μασάζ σε όλο μου το σώμα. Σκέφτηκα το Παρίσι και μετά η φιγούρα του Gus μου διατάραξε την ηρεμία μου. Τι ήταν πάλι αυτό; Δεν είχα μάτια για άλλον άντρα μόνο για τον Φέλιξ. Γιατί σκέφτηκα τον παλιό μου συμμαθητή ενώ ήμουν γυμνή στο ντους καλυμμένη με σαπουνάδες; ‘Έδιωξα τις ανάρμοστες σκέψεις και σκέφτηκα το ρεπό μου. Ανυπομονούσα να περάσω το Σαββατοκύριακο με τον Φέλιξ.

Σκέφτηκα τα χέρια του Φέλιξ και αναστέναξα. Μου είχε λείψει. Ένιωσα την ανάγκη να του τηλεφωνήσω, αλλά θυμήθηκα ότι είχε νυχτερινή βάρδια απόψε και ήξερα ότι θύμωνε να τον ενοχλώ όταν δούλευε βράδυ. Γιατί να είναι τόσο δύσκολος άνθρωπος;

Σκέφτηκα ξανά τον Gus και αναστέναξα. Γιατί ο Φέλιξ να μην ήταν ζεστός και ευγενικός όπως εκείνος; Καθώς τελείωνα το ντους κρύωσα λίγο το νερό και ξέπλυνα όλο μου το σώμα. Άκουσα τη πόρτα του δωματίου μου να ανοίγει και τον Gus να φωνάζει το όνομα μου. Του ζήτησα να με περιμένει και ολοκλήρωσα το ντους μου.

Βγήκα με το μπουρνούζι, νιώθοντας άβολα που ήμουν γυμνή από μέσα αλλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Τα ρούχα μου ήταν στη ντουλάπα μου και η ντουλάπα μου ήταν στο δωμάτιο μου. Το ίδιο και ο Gus.

Είχε καθίσει στην άκρη του κρεβατιού μου και στο κομοδίνο βρισκόταν ένας δίσκος με διάφορα που ήξερε ότι μου άρεσαν. Μια σοκολάτα, ένα μεγάλο κομμάτι μηλόπιτα, ζεστό γάλα με κακάο και ένα μπολ με κομμένα φρούτα. Υπήρχε και δεύτερη κούπα με σκέτο γάλα, για εκείνον και μερικές φρυγανιές.

Κάθισα στο κρεβάτι και του χαμογέλασα.

“Πρέπει να σταματήσεις να επιμένεις τόσο πολύ” είπα με νάζι.

“Ποτέ”

Με παρότρυνε να φάω, διαμαρτυρήθηκα ότι με πιέζει και δε θέλω να παχύνω. Όπως στο σχολείο.

Φάγαμε τα καλούδια του δίσκου και με λευκά μουστάκια από το γάλα στο άνω χείλος περάσαμε στα πιο δύσκολα.

“Με βοηθάει το να κόβομαι” του είπα δειλά. Ήξερα πόσο παράλογο ακουγόταν.

“Εξήγησε μου”

“Με ανακουφίζει. Το να προκαλώ πόνο στο σώμα με κάνει ξεχνάω τον ψυχικό πόνο. Δεν είναι τόσο φοβερό, απλά πονάω για μερικά λεπτά και μετά είμαι καλά. Ηρεμώ. Νιώθω να αδειάζει το ψυχικό φορτίο”

“Γιατί νιώθεις τόσο χάλια ψυχολογικά που πρέπει να τραυματίσεις το σώμα σου για να ξεχαστείς;”

Δάγκωσα τα χείλη μου. Δεν ήθελα να πω γιατί δεν θα με καταλάβαινε. Σαν να διάβασε τη σκέψη μου, χαίδεψε το μάγουλο μου και μετά έπιασε μια τούφα από τους ώμους μου και τη στερέωσε πίσω από το αυτί μου.

“Μπορείς να μου πεις ότι θέλεις. Δε θα σε αποδοκιμάσω, δεν θα σε κρίνω. Θέλω μόνο να σε βοηθήσω”

“Αυτός με κάνει να πονάω. Αυτός φταίει για όλα!” Η καταπιεσμένη μου οργή βρήκε μια χαραμάδα για να ξεχυθεί.

“Τι σου κάνει Σκάιλαρ; Σε χτυπάει; Πες μου!!!!”

“Μου συμπεριφέρεται άθλια” παραδέχτηκα. “Αλλά τον αγαπώ. Είμαι τρελή για αυτόν. Τον λατρεύω, θέλω να είμαι μαζί του όλη μου τη ζωή. Θέλω να κάνω παιδιά μαζί του” μιλούσα γρήγορα σαν να τελείωνε ο χρόνος μου, σαν να φοβόμουν ότι θα μου αφαιρούσαν το δικαίωμα να μιλήσω, να εξομολογηθώ πόσο άρρωστη ήμουν μαζί του. Ποσό αμετάκλητα δοσμένη ήμουν σε αυτόν τον άντρα που το μόνο που έκανε ήταν να με πληγώνει.

“Τον αγαπάω τόσο πολύ, είναι η ζωή μου. Όπως και να μου φέρεται εγώ τον λατρεύω είναι ο ένας και ….”

Ο Gus σηκώθηκε απότομα και χωρίς να πει λέξη έφυγε.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ….

Advertisements
ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ: ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

Αγάπη σημαίνει να κρατάς την καρδιά του άλλου ασφαλή. Προστατευμένη από το πόνο, την αδικία, τη ζήλια, την απάτη, τη βία.
Το μυαλό μου είχε κολλήσει σε αυτή τη μικροσκοπική λέξη με τα τρία γράμματα. Τόσο μικρή μα τόσο σκληρή. Τόσο τρομακτική. Η βία. Και όλες της οι πράξεις. Βία με το χέρι, βία με τη γλώσσα, βία με τα μάτια. Δεν έχει σημασία αν είναι σωματική, λεκτική η ψυχολογική. Η βία είναι πάντα βία. Έχει τα ίδια αποτελέσματα στο άτομο που τη δέχεται. Του γραπώνει τη καρδιά, του ξεριζώνει τα σπλάχνα. Κάθε γνώριμη καλοσύνη από το κόσμο. Σαν να μην υπήρξε ποτέ αθωότητα.

 

“Θα σας σκοτώσω και τους δυο”, συνέχισε να ουρλιάζει ο Φέλιξ από το τηλέφωνο.
Ξέσπασα σε λυγμούς και σωριάστηκα στο πάτωμα. Ο Gus γονάτισε δίπλα μου παρατώντας το κινητό πάνω στο μαλακό χαλί.
“Σκάι είσαι καλά;” με ρώτησε γεμάτος αγωνία. Προσπάθησε να με βοηθήσει να σηκωθώ αλλά ήμουν σαν μια άψυχη κούκλα πεταμένη σε κάποια ερημιά.
“Μίλα μου τσούλα θα σε σκοτώσω” ούρλιαξε από το τηλέφωνο ακόμα μια φορά ο δυνάστης μου.
Δεν του έδωσε καμία σημασία και με σήκωσε στα χέρια του για να με μεταφέρει στο κρεβάτι μου.

Η οπτική του Gus
“Πόσο ζυγίζει;;” αναρωτήθηκε ο Gus.
Την ξάπλωσε προσεκτικά στο άνετο κρεβάτι της. Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε στο δωμάτιο της. Ένα διακριτικό άρωμα από τριαντάφυλλο του γαργάλησε τη μύτη. Παντού υπήρχαν βιβλία και νήματα πλεξίματος. Τη θυμόταν από το σχολείο που διάβαζε διαρκώς. Ήταν ξεχωριστό κορίτσι. Ποιος ξέρει με ποιον αλήτη είχε μπλέξει για να τον ανέχεται να της ουρλιάζει στο τηλέφωνο. Τη χάιδεψε στο μάγουλο και εκείνη άνοιξε αργά τα βλέφαρα της. Οι μακριές βλεφαρίδες της ήταν υγρές από το κλάμα και τα ζεστά καστανά ματάκια της τρομοκρατημένα. Τον κοίταξε με απόγνωση και έκλεισε τα βλέφαρα πριν ξεχειλίσουν ξανά τα δάκρυα και τους πνίξουν και τους δυο.

 

“Μη φοβάσαι τίποτα. Εγώ είμαι εδώ” της ψιθύρισε ενώ έσκυβε να τη φιλήσει στο μέτωπο. Οι ματιές τους διασταυρώθηκαν την ώρα που εκείνη άνοιγε τα μάτια της και εκείνος κατευθυνόταν προς το μέτωπο της.
Ο Gus θυμήθηκε το κινητό παρατημένο στο διάδρομο και ζήτησε από την Σκάιλαρ να μη κουνηθεί. Εκείνη του ζήτησε να πει στην κυρία Σνελ να φροντίσει για λίγο τον μικρό Λούις μέχρι να επιστρέψει στο δωμάτιο του.

 

Το κινητό ήταν εκεί όπου το παράτησε ο Gus λίγη ώρα πριν. Το μάζεψε χωρίς να το δει και μπήκε στο δωμάτιο του μικρού. Κοιμόταν στο κρεβάτι του. Τον σκέπασε και κατευθύνθηκε προς τη κουζίνα να βρει τη κυρία Σνελ η οποία μόλις έμαθε για την αδιαθεσία της Σκάιλαρ έτρεξε στο δωμάτιο του Λούις να τον προσέχει.

 

Η ΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΚΑΙΛΑΡ

O Gus επέστρεψε στο δωμάτιο μου κρατώντας ένα δίσκο με μια αχνιστή κούπα με σοκολάτα-κανέλα, ένα ζεστό κρουασάν και μια μπανάνα.
Ανασηκώθηκα και γεμάτη έκπληξη τον παρακολούθησα να αδειάζει τα βιβλία μου από το κομοδίνο και να τοποθετεί επάνω του το δίσκο.

“Τι είναι όλα αυτά;” τον ρώτησα ντροπαλά.
“Ένα μικρό απογευματινό σνακ. Έλα θα σου κάνει καλό να φας κάτι πριν συνεχίσεις τα καθήκοντα σου..”
“Gus.. εγώ..δεν..”
“Σε θυμάμαι στο σχολείο. Ούτε τότε έτρωγες πολύ”
Κοκκίνισα ελαφρά και κοίταξα αλλού για να αποφύγω το βλέμμα του.

Μου ανασήκωσε το πηγούνι αναγκάζοντας με να τον κοιτάξω. Έβαλε τα μαλλιά μου πίσω από το αυτί μου και μου χάιδεψε το μάγουλο.
“Θα κάνουμε μια συμφωνία. Θα τσιμπήσεις λίγο από αυτά που σου έφερα και θα σου δώσω το κινητό σου”
Τινάχτηκα σαν να ξυπνούσα από κώμα. Έψαξα στις τσέπες μου και δεν βρήκα το κινητό μου. Θυμήθηκα ότι τελευταία φορά το κρατούσε ο Gus λίγο πριν λιποθυμήσω.
“Μην ανησυχείς. Εδώ είναι” είπε βγάζοντας το από τη τσέπη του. Μου το έδωσε και σηκώθηκε.
“Gus..τι έγινε…όταν έπεσα κάτω”
“Σε μάζεψα”

“Εννοώ με τον… τι έγινε με αυτόν που φώναζε στο τηλέφωνο”
“Δεν ασχολήθηκα καθόλου με τον ανισόρροπο, είσαι πιο σημαντική από τον οποιοδήποτε. Και νομίζω πρέπει να μου πεις ποιος ήταν και με ποιο δικαίωμα σου φώναζε έτσι”
“Σε παρακαλώ ας μη το συζητήσουμε καλύτερα”
“Δεν πρόκειται να σε αφήσω να κινδυνεύσεις από κάποιον τρελό. Στη τελική αν δεν το πεις σε μένα θα το πεις στους εργοδότες σου”
“Με εκβιάζεις;”

“Εντελώς”
Πλησίασε ξανά το κρεβάτι και κάθισε στην άκρη του.

“Το μόνο που θέλω είναι να είσαι χαρούμενη μικρή”
Πάντα με φώναζε έτσι ακόμα και όταν ήμασταν παιδιά.
“Ήμασταν κολλητοί στο σχολείο. Ήμασταν σαν αδέλφια. Λες να σε αφήσω έτσι χωρίς να σε βοηθήσω; Ήδη βλέπω πόσο βασανίζεις τον εαυτό σου με την ανορεξία. Νόμιζα ότι το είχες ξεπεράσει”

Πήρε τη ζεστή κούπα και μου την πρόσφερε.
“Πιες. Και μετά θα συζητήσουμε”
“Δε γίνεται. Πρέπει να γυρίσω στον Λούις”
“Μην ανησυχείς. Η κυρία Σνελ είναι μαζί του. Ξεκουράσου λίγο”
“Έψαξες το κινητό μου;” τον ρώτησα με το φόβο να χρωματίζει με σκοτεινές αποχρώσεις τη φωνή μου.
“Όχι. Πιες!!!”
“Gus….”
“Πιες!!”
Έφερα τη κούπα στα χείλη μου και αφού φύσηξα το περιεχόμενο της γεύτηκα τη νόστιμη σοκολάτα.

“Μπράβο το κορίτσι μου”
Σηκώθηκε να φύγει.
“Ξεκουράσου λίγο και συνεχίζεις με τα καθήκοντα σου αργότερα”

“ Είμαι καλά” ψέλλισα χωρίς και η ίδια να το πιστεύω. Όσο περνούσε η ώρα το μούδιασμα από το τελευταίο περιστατικό χανόταν και άφηνε τη θέση του στον πανικό.
Ο Φέλιξ άκουσε τον Gus να μιλάει. Και μετά λιποθύμησα άρα δεν ήμουν σε θέση να του μιλήσω. Πόση ώρα είχε περάσει άραγε; Είχε προσπαθήσει να με καλέσει ξανά; Μήπως είχε στείλει μηνύματα; Με έπιασε τρέμουλο. Αγνοώντας τη παρουσία του Gus άνοιξα το κινητό να δω πόσες φορές με είχε καλέσει.
“Εικοσιτέσσερις κλήσεις” ψέλλισα ασυναίσθητα.
“Τι συμβαίνει;” με ρώτησε
“Με έπαιρνε συνέχεια” είπα με τρεμάμενη φωνή. “Και εγώ δεν απαντούσα. Θα είναι έξαλλος. Θα με χωρίσει, θα με κατηγορήσει ότι έχω άλλον, θα..”
“Χριστέ μου ακούς τι λες;” είπε σοκαρισμένος.
“Σε έβρισε και σε απείλησε ότι θα σε σκοτώσει και εσύ ανησυχείς αν θα σε χωρίσει; Θα έπρεπε να παρακαλάς να γλυτώσεις από εκείνον”
Ο πανικός φούσκωσε μαζί με τα δάκρυα μου και με έπνιξε. Τι θα γίνει αν με χωρίσει σκέφτηκα. Θα πεθάνω. Δεν μπορώ χωρίς αυτόν. Δε γίνεται. Δεν θέλω να ζήσω μακρυά του. Έθαψα το πρόσωπο μου στις παλάμες μου και άφησα τα δάκρυα μου να ξεχυθούν.

 

“Τολμάς να μην απαντάς; Ετοιμάσου να πεθάνεις σκύλα”

Πετάχτηκα ξαφνιασμένη και είδα τον Gus να κρατάει το κινητό μου. Είχε ανοίξει τα μηνύματα που είχε στείλει ο Φέλιξ μετά τις αμέτρητες κλήσεις που μου είχε κάνει.
“Ποιος είναι αυτός που μιλούσε; Είναι αυτός που σε πηδάει; Γαμημένη σκύλα θα σε ξεκοιλιάσω” συνέχισε να διαβάζει.

 

Ο Gus με κοίταξε με απορία.
“Αγαπάς αυτό το πράγμα; Δες πως σου φέρεται!!! Δες πως σε αποκαλεί!!!!”
“Σε παρακαλώ δώσε μου το τηλέφωνο”
“Γιατί; Για να του τηλεφωνήσεις; Αποκλείεται”
“Δώσε μου το τηλέφωνο σε παρακαλώ” είπα ικετευτικά. Έπρεπε να του τηλεφωνήσω να τον καθησυχάσω. Να του εξηγήσω. Ότι o Gus ήταν συνάδελφος μου και ότι λιποθύμησα γιαυτό δεν απάντησα στις κλήσεις και στα μηνύματα του..

Προσπάθησα να πιάσω το τηλέφωνο αλλά τραβήχτηκε μακρυά μου.
“Δώσε μου το κινητό μου”
“Δέχεσαι απειλές. Δεν θα σου δώσω τίποτα μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε για αυτό”
Έφερα το χέρι μου στο μέτωπο μου. Ένιωθα να καίγομαι.
“Τι είναι αυτά;;;;;;” είπε απότομα.
Τράβηξε το μανίκι της ζεστής ροζ μπλούζας μου μέχρι τον αγκώνα και του αποκαλύφθηκαν τα σημάδια της θλίψης μου.
“Αυτοτραυματίζεσαι;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;”

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ……

 

 

MY AWARDS

Versatile Blogger Award- Οχι δεν θα κλάψωωωω……

30656370_778750522315959_811194046608310272_n

Καλησπέρα σας. Χριστός Ανέστη, Χρόνια πολλά.

Ήμουν που λέτε με τις πυτζαμούλες μου απο τις έντεκα (τρελό νιάτο) και κάποια στιγμή εκεί που βαριόμουν λέω ας μπω στο blog μου και τι να δω;

Με είχαν προτείνει για το Versatile Blogger Award. Και όχι ο οποιοσδήποτε αλλά η γλυκειa Κατερίνα από τα Μονοπάτια που αγαπώ να διαβάζω.

Σε ευχαριστώ Κατερίνα μου oλόψυχα που με πρότεινες στα Versatile Blogger Award. Δε θα κρύψω ότι συγκινήθηκα και όταν συγκινούμαι εγώ κλαίωωωωωωω. Πολυυυ. Το δικό σου blog  https://fakida.wordpress.com/  είναι από τα αγαπημένα μου και φαντάσου την έκπληξη μου όταν είδα το όνομα του blog μου στη λίστα σου. Σε ευχαριστώ ξανά είναι απίστευτα ενθαρρυντικό και με τιμάει η κίνηση σου. ❤

 

Έκανα λοιπόν και εγώ με τη σειρά μου τη λίστα με τις δικές μου προτάσεις για τα Versatile Blogger Award. Ήθελα να βάλω πολλά περισσότερα αλλά δυστυχώς οι κανόνες λένε μόνο δεκαπέντε… Συγνώμμμμηηη που δεν έβαλα όσα blogs ήθελα:

 

https://siggrafikitrela.wordpress.com/

https://bibliarakia.wordpress.com/

https://acornkissgr.wordpress.com/

https://ainafetst.wordpress.com/

https://facerealityweb.wordpress.com/

https://withmiranda.com/

https://ohthatbookblog.wordpress.com/

https://antikatapliktikia.com/

https://bookitocatt.wordpress.com/

https://oursunnyworlds.wordpress.com/

https://molyvikaixarti.com/

https://stylerivegauche.wordpress.com/

https://marystale.wordpress.com/

https://vasiatheghost.wordpress.com/

https://everydaygirlsblogging.wordpress.com/

 

Οι κανόνες του παιχνιδιού:

If you are nominated, you’ve been awarded the Versatile Blogger award.

  •  Thank the person who gave you this award. That’s common courtesy.
  •  Include a link to their blog. That’s also common courtesy — if you can figure out how to do it.
  •  Next, select 15 blogs/bloggers that you’ve recently discovered or follow regularly. ( I would add, pick blogs or bloggers that are excellent!)
  •  Nominate those 15 bloggers for the Versatile Blogger Award — you might include a link to this site.
  • Finally, tell the person who nominated you 7 things about yourself.

 

Και τέλος, γλυκιά μου Κατερίνα, επτά μικρούλικα πράγματα για μένα.

  1. Με λένε Μαρία αλλά με φωνάζουν Μέριλιν ή Χάτσον (από το Γουότσον, βοηθός του Σέρλοκ Χολμς)
  2. Είμαι κομμώτρια
  3. Είμαι Κρητικιά. Από νομό Ηρακλείου. Αλλά έχω καταγωγή από Σμύρνη.
  4. Αγαπημένο χρώμα μοβ
  5. Έχω δυο ανίψια τον Χαράλαμπο (4 ετών) και τον Γιανάκο (5 μηνών)
  6. Κλαίω πολύ
  7. Το μεγαλύτερο όνειρο μου είναι να εκδόσω τις ιστορίες μου.

Είμαι πολύ χαρούμενηηηηηη

Σας φιλώ ❤

ΥΓ Με μεγάλη μου χαρά ανακάλυψα ότι προτάθηκα ξανά από τη γλυκιά Μαρία του https://marystale.wordpress.com/

που είναι από τα αγαπημένα μου blog και λατρεύω να διαβάζω εξαιτείας της αισθητικής και τον καλογραμμένων κειμένων. Απλά αγαπώ…<3 ❤ ❤ ❤ ❤ ❤ Την ευχαριστώ μέσα από τη καρδιά μου…

ΥΓ 2: Όσες φορές κι αν με προτείνουν θα επιστρέφω σε αυτό το κείμενο να σημειώνω το ευχαριστώ μου. Γιατί για μένα σημαίνει πολλά το να με προτείνουν άτομα που όχι μόνο εκτιμώ αλλά και τα θεωρώ πρότυπα. όπως η Αναστασία από το https://molyvikaixarti.com/  που ήταν από τα πρώτα blog που άρχισα να διαβάζω όταν μπήκα στη μπλογκόσφαιρα τον Ιούνιο του 2017. Απλά να πω ότι αν δεν ήταν εκείνη με τις συμβουλές της θα τα είχα παρατήσει από τη πρώτη βδομάδα. Την ευχαριστώ ολόψυχα ❤ ❤ ❤ ❤

YΓ 3!!!!!!!!!!!! Απλά είμαι πολύ πολύ χαρούμενη που ανακάλυψα ότι με πρότειναν/βράβευσαν για τέταρτη φορά. Το ευχαριστώ είναι το λιγότερο που μπορώ να πω για να δείξω την ευγνομοσύνη μου. Σε χιλιοευχαριστώ λοιπόν γλυκιά μου Eris που μου έδωσες μα θέση στη λίστα σου. Το blog σου  https://blognroses.wordpress.com/ είναι από τα πιο χρήσιμα και καλαίσθητα εδώ μέσα ❤ ❤ ❤ Σε ευχαριστώ μέσα από τη καρδιά μου ❤

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ: Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΕΝΟΣ ΠΑΛΙΟΥ ΦΙΛΟΥ…

20180406_171353
Η βιβλιοθήκη μου είναι αρχαία. Γιαυτό έχει υπολείμματα από ζελοτέιπ, κάπνα από κεριά κτλ. Ό παππούς και η γιαγιά την αγόρασαν όταν πήγα πρώτη γυμνασίου.

Εντάξει. Είμαι λίγο κρυωμένη, πασχαλιάτικα!!! Αλλά είμαι καλά. Με τα μέσα μου εννοώ. Έκανα τον απολογισμό μου, όχι εκείνον που κάνουν όλοι για τη νέα χρονιά, τον έχω κάνει εδώ και καιρό, έκανα και το ξεσκαρτάρισμα το οδυνηρό, που όφειλα στον εαυτό μου και όλα είναι καλά!!! Όχι εκείνο το υποκριτικό «καλά» που λένε όλοι στις ζοχάδες τους για να ξεφορτωθούν αδιάκριτα βλέμματα και ερωτήσεις. Είναι το αληθινό «καλά», το καλό «καλά». Η αλυσοδεμένη ψυχή είμαι εγώ. Ήμουν εγώ. Δημιούργησα τη Σκάιλαρ γιατί ήταν το λιγότερο που  μπορούσα να κάνω για να μου ζητήσω συγνώμη για όλα όσα άφησα να μου συμβούν. Γιατί όποια γυναίκα είναι σε κακοποιητική σχέση (ομολογήστε το επιτέλους) είναι αλυσοδεμένη. Θέλει να φύγει γιατί φοβάται για τη ζωή της, αλλά δεν μπορεί. Είναι ψυχαναγκασμός και χειρότερα. Μαζοχισμός ίσως και έλλειψη αυτοεκτίμησης. Δεν σε αγαπάς αν μένεις σε μια τέτοια ελεεινή ιστορία. Πότε ζήτησα συγνώμη από τον εαυτό μου για όσα επέτρεψα να μου κάνει αυτός που αγάπησα κάποτε; Ο Έρνεστ Χεμινγουέι είχε πει «γράφε, γράφε, γράφε για ότι σε πονάει, μέχρι να μη πονάει πια«. Έτσι γεννήθηκε η Σκάιλαρ. Την αγαπώ. Είναι κομμάτι μου. Και τους άλλους ήρωες μου αγαπώ. Η Σκάιλαρ όμως δεν θα ανεχτεί για πολύ αυτά που βιώνει. Μιλάτε ρε γαμώτο. Πείτε «μου έδωσε χαστούκι, με έσπρωξε, με αποκάλεσε τσούλα». Πείτε το στον πατέρα σας. Κάποιος θα σας στηρίξει. Μην τους επιτρέπετε να συνεχίζουν τέτοιες συμπεριφορές. Να πάνε σε ψυχίατρο, στη φυλακή, στο Castle Black να τους φάνε οι Γουαιλντλινγκς (λίγο χιουμοράκι αλα «Game of thrones» για να μη βάλω τα κλάματα λόγω φόρτισης/υπερευαισθησίας). Είμαι ευτυχισμένη που μπορώ και γράφω τις ιστορίες μου. Γράφω για όσα φαντάζομαι τα βράδια ξάγρυπνη παρέα με το αρκουδινι μου, γράφω για όσα έχω περάσει, για όσα με πονάνε. Πόνεσα, έκλαψα, πήρα το μάθημα μου, έγινα δυνατή. Με αγαπώ. Με προσέχω. Συγνώμη εαυτέ μου χίλιες φορές (εδωωωωω κλαίω τώρα αχμ) συγνώμη, μέρα νύχτα θα στο λέω. Είμαστε άνθρωποι. Κανένας δεν έχει δικαίωμα πάνω σου. Η ζωή είναι όμορφη. Προχώρα μπροστά. Γράφε, γράφε, γράφε, διάβαζε, διάβαζε, διάβαζε….. Αφιερωμένο σε εμένα. Αφιερωμένο στην Κυρία Αργυρώ (με «Κ» κεφαλαίο), αφιερωμένο στον όμορφο άγνωστο που με ενέπνευσε να γράψω τον καινούργιο μου χαρακτήρα τον Γκαζ, Γκούς πείτε τον όπως θέλετε…..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΕΝΟΣ ΠΑΛΙΟΥ ΦΙΛΟΥ..

Ο καλύτερος εραστής. Και ο χειρότερος δυνάστης. Η σκέψη αυτή ανακατεύτηκε με τους ήχους του “wicked game” από τη φωνή των London Grammar, και με έκανε να μορφάζω από τον πόνο καθώς έπαιρνα το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι των εργοδοτών μου. Νύσταζα τρομερά. Κάθε φορά που βρισκόμουν με τον Φέλιξ δεν κατάφερνα να κοιμηθώ Περνούσα όλο το βράδυ να τον χαζεύω ενώ εκείνος ροχάλιζε μακάριος. Κάπου είχα διαβάσει ότι εκείνος που ξενυχτάει κοιτάζοντας τον άλλον είναι αυτός που αγαπάει. Άλλη μια γλυκόπικρη συνάντηση μαζί του. Βία και έρωτας ανακατεμένα σε μια δίνη. Μια έμμονη ιδέα ήταν εκείνος και ο έρωτας του και αναρωτήθηκα τι θα έμενε στο τέλος. Άραγε ποιο θα ήταν το φινάλε; Ανατρίχιασα καθώς έφερα στο μυαλό μου το τατουάζ του. Πάντα περηφανευόταν για τις κατακτήσεις του. Πως γινόταν να σβήνει το τατουάζ κάθε φορά που γνωρίζει μια γυναίκα ώστε να γράφει πάνω στον παλιό, έναν καινούργιο αριθμό;
Κούνησα το κεφάλι μου για να διώξω τις απαίσιες σκέψεις που μου προκαλούσαν ναυτία. Το τελευταίο καιρό ένιωθα αδιάθετη. Ίσως ήταν η πίεση της δουλειάς ή το ότι δε τρεφόμουν σωστά. Ούτως ή αλλιώς από την εφηβεία μου είχα ανορεξία. Ήταν μια δύσκολη εποχή για εμένα η εφηβεία, όπου προσπαθούσα να είμαι τέλεια σε όλα. Έπρεπε να είμαι καλή μαθήτρια, καλή αθλήτρια, καλή κόρη. Οι γονείς μου ήταν αρκετά ελαστικοί μαζί μου όμως εγώ μόνη μου πίεζα τον εαυτό μου να είμαι καλή σε όλα. Με το να ελέγχω το βάρος μου ήταν ένας τρόπος να ελέγχω τη ζωή μου. Ίσως όλα ήταν αποτέλεσμα της χαμηλής αυτοπεποίθησης που ένιωθα. Ήμουν αδέξια και ντροπαλή. Πίστευα πως κανένας δεν με πρόσεχε πως ήμουν αόρατη. Ήταν ένα βασανιστήριο στο οποίο με χαρά ήμουν παγιδευμένη. Κάτι σαν ψυχαναγκασμός. Όλοι μου έλεγαν να πάρω βάρος και εγώ πίστευα πως μου έλεγαν ψέμματα. Στα 33 κιλά με θεωρούσα παχύσαρκη. Οι γονείς μου επενέβησαν και αναγκαστικά εισηχθεί στο νοσοκομείο

 

Ήταν ένας επίπονος αγώνας με τη βοήθεια γιατρών και ψυχολόγου και ευτυχώς είχε θετικά αποτελέσματα. Τα τελευταία χρόνια είχα βελτιωθεί αρκετά. Ο φόβος ότι θα παχύνω ή ότι είμαι χοντρή πάντα θα υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Την ανορεξία τη φανταζόμουν σαν μια σκελετωμένη, γρια ντυμένη στα μαύρα, την οποία είχα αλυσοδεμένη στο υπόγειο της ψυχής μου. Έτρεμα την ημέρα που θα κατάφερνε να δραπετεύσει και θα έπαιρνε ξανά τον έλεγχο οδηγώντας με σε μοιραία αποτελέσματα. Ευτυχώς είχα εργαστεί σκληρά με τη βοήθεια της ψυχολόγου μου Μαργαρίτας Σίλβερ ώστε να αποκτήσω το θάρρος και λίγη από τη χαμένη μου αυτοεκτίμηση ώστε να αντισταθώ στο τέρας της ανορεξίας και να επιστρέψω χαρούμενη και υγιής στη ζωή.

 

Τους τελευταίους μήνες όπου είχα σχέση με τον Φέλιξ όλα όσα είχα καταφέρει κινδύνευαν να τιναχτούν στον αέρα. Εξαιτίας της μαλακίστικης συμπεριφοράς του με είχε κάνει να αμφιβάλλω για την αξία μου, και τα πισωγυρίσματα ήταν καθημερινά. Προσπαθούσα να αποφύγω γεύματα, ένιωθα απέχθεια για το φαγητό, το στομάχι μου διαρκώς διαμαρτυρόταν. Δεν άντεχα να βλέπω κανέναν να τρώει. Με θύμωνε το γεγονός ότι για χάρη ενός άντρα κατέστρεφα τον εαυτό μου. Ήμουν όμως μαγεμένη, υπνωτισμένη. Μου είχε κάνει πλύση εγκεφάλου. Στην ψυχολόγο μου Μαργαρίτα Σίλβερ δεν είχα πει τίποτα για τον Φέλιξ. Της έλεγα ότι δεν είχα σχέση. Κρατιόμουν με νύχια και με δόντια να της τα ομολογήσω όλα για να μου εξηγήσει για ποιο λόγο αγαπούσα τον μελλοντικό δολοφόνο μου.

Φτάνοντας στο “πλουσιόσπιτο” όπως το είχε αποκαλέσει ο Φέλιξ με περίμενε μια έκπληξη. Ο καινούργιος φυσικοθεραπευτής του μικρού Λουίς, που είχε έρθει για να τον βοηθήσει στην αποκατάσταση του ποδιού του ήταν ο Gus ένας παλιός μου συμμαθητής στο Λύκειο. Εκείνος με αναγνώρισε πρώτος και μου μίλησε ενθουσιασμένος.
“Σκάι δε το πιστεύω, εσύ;”
Αρχικά κάτι μου θύμισε το χαμόγελο του. Ήταν το κλασικό αμερικάνικο χαμόγελο των πέντε αστέρων που μόνο λαμπεροί και αυτόφωτοι άνθρωποι είχαν.

Και ύστερα τα ζεστά καστανά μάτια του στο χρώμα του μελιού. Ήταν ένας κούκλος ψηλός με απίστευτα γεροδεμένο σώμα. Έμεινα με ανοιχτό το στόμα σαστισμένη για λόγους που δεν ήξερα καν. Τον είδα να γελάει και κατάλαβα ότι η έκφραση πρόδιδε τις σκέψεις μου.
“Με αναγνωρίζεις λοιπόν;” είπε κεφάτα
“Gus;;;;;;; Εσύ;;;;;”

“Ναι εγώ! Τόσο δύσκολο είναι να το πιστέψεις;”
“Η αλήθεια είναι ότι έχεις αλλάξει κάπως”, ψέλλισα προσπαθώντας να το παίξω άνετη.
Περάσαμε όλο το πρωινό συζητώντας για αυτή την απίστευτη σύμπτωση που μας οδήγησε κάτω από την ίδια στέγη Ο Gus ήξερε για την ανορεξία. Όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο προσπαθούσε με βοηθήσει. Με άκουγε με συμβούλευε και μου αγόραζε σοκολάτες.

 

Ένα πρωί που ο μικρός Λουίς έλειπε σε ολοήμερη εκδρομή με τους γονείς του και εγώ είχα μείνει σπίτι, πέρασα τυχαία από τη κουζίνα και άκουσα τη γνώριμή sexy φωνή του Gus να μιλάει. Πλησίασα διακριτικά και κρύφτηκα πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα. Μιλούσε με την μαγείρισσα του σπιτιού τη κυρία Σνελ. Προσπάθησα να καταλάβω για τι πράγμα μιλούσαν.
“Δεν γνώριζα ότι η γλυκεία Σκάιλαρ πάσχει από ανορεξία. Τι κρίμα” είπε η κυρία Σνελ.
“Απλά σας ενημερώνω. Είναι ευαίσθητο το θέμα καταλαβαίνετε. Ενημερώστε σας παρακαλώ και το υπόλοιπο προσωπικό”
“Εννοείται κύριε Gus. Και μην ανησυχείτε η μικρή δεν θα υποψιαστεί το παραμικρό. Είναι καλό κορίτσι και την αγαπάμε όλοι. Ευχαρίστως να τη βοηθήσουμε”
Συγκινήθηκα με τα λόγια αυτά καθώς και με τη πρωτοβουλία του Gus να με βοηθήσει. Ήταν ακριβώς όπως τον θυμόμουν. Συμπονετικός και διακριτικός. Το τελείως αντίθετο από τον Φέλιξ.

«Μου φέρνεις σε παρακαλώ το τηλέφωνο μου;» είπα στον Gus που με παρακολουθούσε να χτενίζω τα μαλλιά του μικρού μου μαθητή. Το τηλέφωνο με ενοχλούσε στη κωλότσεπη του τζιν μου και έτσι το παρατούσα όπου έβρισκα.

Το πήρε από το μικρό γραφείο του Λουίς και μου το πρόσφερε ευγενικά. Πριν το αγγίξω καν είδα το όνομα του Φέλιξ να αναβοσβήνει στην οθόνη και ταράχτηκα. Παραλίγο να μου πέσει το κινητό και ο Gus έσφιξε το χέρι του και το έπιασε στον αέρα, μαζί με τα ακροδάχτυλα μου.

Ηλεκτρισμός με διαπέρασε και πρέπει να το ένιωσε κι εκείνος γιατί κάρφωσε το βλέμμα του μέσα στο δικό μου. Μουδιασμένη κράτησα το τηλέφωνο και απάντησα

«Ναι;»

«Που είσαι;;;»

Το γνώριμο ουρλιαχτό του Φέλιξ με έκανε να τιναχτώ απότομα. Σηκώθηκα κι έτρεξα να βγω έξω πριν απαντήσω, για να μην με ακούσουν.

«Μωράκι μου μόλις τελείωσα το μπάνιο του μικρού. Του χτένισα και τα μαλλιά, τον έντυσα και….»

«Πλάκα μου κάνεις;» είπε με μίσος. «Καλά δε μπορεί να ντυθεί μόνο του;»

«Είναι με προβληματικό πόδι. Για αυτό είμαι εγώ εδώ για να τον βοηθάω» είπα πνίγοντας την αγανάκτηση μου. Μισούσα το Θεό που άφηνε κτήνη σαν εκείνον να υπάρχουν.

«Σίγουρα είσαι με τον μικρό; Βγάλε μια φωτογραφία μαζί του και στειλτην»

Αυτό μου έλειπε τώρα. Οι ψεύτικες ζήλιες του δυνάστη μου.

«Μισό λεπτό» είπα και μπήκα μέσα. Πριν με αντιληφθούν, έβγαλα μια φωτογραφία τον μικρό χωρίς να φαίνεται ο Gus. Βγήκα ξανά έξω και του την έστειλα. Μετά τον κάλεσα.

«Μωρό μου βλέπεις; Ο μικρός περιμένει να διαβάσουμε παραμύθι»

«Καλά» είπε ανόρεχτα.

«Έρχεσαι Σκάι;;;» η φωνή του Gus μας διέκοψε.

«Ποιος είναι αυτός;» είπε ουρλιάζοντας. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια μου και με τύφλωσαν. ‘Οχι πάλι Θεέ μου.

«Θα σε σκοτώσω ακούς; Εμένα βρήκες να κοροϊδέψεις; Θα σε σκοτώσω»

Τα ουρλιαχτά του έκαναν τον Gus να γουρλώσει τα μάτια.

«Είναι κάποιος από το προσωπικό» ψέλλισα εξουθενωμένη.

«Θα σε σκοτώσω τσούλα ακούς;» με απείλησε για ακόμα μια φορά. «Θα σε σκοτώσ….»

Ο Gus άρπαξε το κινητό. «Ποιος είναι;» είπε αποφασιστικά

«Αυτός που θα σας σκοτώσει και τους δυο»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ……

 

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΟΜΠΡΑΣ..

Ανυπομονούσα να πάρω το ρεπό μου από την οικογένεια όπου εργαζόμουν. Είχαμε κανονίσει να μείνω αυτές τις δύο μέρες της ξεκούρασης μου, όχι στους γονείς μου αλλά στο σπίτι του Φέλιξ.
Πάντα ένιωθα ότι τον πίεζα για τις επικείμενες συναντήσεις μας. Από τη μια έκανε σαν τρελός γιατί άργησα ένα δευτερόλεπτο να απαντήσω στο τηλέφωνο, λησμονούσε πως εργαζόμουν, και γενικά έκανε σκηνές αρρωστημένης ζήλιας κολακεύοντας την πληγωμένη μου γυναικεία υπόσταση και από την άλλη αδιαφορούσε σε τέτοιο βαθμό για την ίδια μου την ύπαρξη που νόμιζα πως θα μου στρίψει.
Πήρα λοιπόν το ρεπό μου, και μετακινήθηκα από το τεράστιο σπίτι των εργοδοτών μου στο ανατολικό Λονδίνο με λεωφορείο.
Είχε και εκείνος ρεπό και ενδόμυχα περίμενα να έρθει να με πάρει. Αλλά δεν ήρθε. Δεν ήθελα να το κάνω θέμα. Σκέφτηκα πόσο κακιά είμαι, ο άνθρωπος εργάζεται σε σούπερ μάρκετ, σουλατσάρει δηλαδή στο πάρκινγκ και φλερτάρει πελάτισσες και συναδέλφους. Το ήξερα γιατί τον είχα δει κάποτε.

Μπήκα στο λεωφορείο και βολεύτηκα στις πίσω θέσεις. Είχε λίγο κόσμο και αισθάνθηκα να χαλαρώνω αμέσως. Δεν μπορώ τη πολυκοσμία. Θύμωσα με τον εαυτό μου που για άλλη μια φορά δικαιολόγησα τη σκατένια συμπεριφορά του, ενώ έριξα στον εαυτό μου το ρόλο της κακιάς, του φταίχτη. Δουλεύει και κουράζεται. Και εγώ δουλεύω. Σκληρότερα.

 

Εκείνος φλερτάρει εν ώρα εργασίας, εγώ είμαι υπεύθυνη για ένα μικρό παιδί. Οι σπουδές μου στην Αγγλική λογοτεχνία μου επέτρεπαν να γίνω η προσωρινή δασκάλα του μικρού Λουίς για έξι μήνες ώσπου να επιστρέψει στο σχολείο του. Είμαι υπεύθυνη για την εκπαίδευση του που σημαίνει πως για ένα πλήρες οκτάωρο τον διδάσκω αυτά που πρέπει, είμαι υπεύθυνη για τη διατροφή του, έπρεπε να συνεννοηθώ με τον γιατρό του για το διαιτολόγιο του, είμαι υπεύθυνη για τις εξωσχολικές δραστηριότητες όπως η χειροτεχνία ή να παίζουμε δημιουργικά παιχνίδια και να διαβάζουμε παραμύθια. Επίσης είμαι υπεύθυνη για την καθαριότητα του και την προσωπική του υγιεινή. Τον βοηθάω να κάνει μπάνιο. Τον βοηθάω να μαζέψει το δωμάτιο του, τον συνοδεύω στους γιατρούς του. Κάποιες φορές κάνω και δουλειές στο σπίτι. Είναι ένα ασφυκτικό πρόγραμμα. Κι όμως δεν νιώθω κουρασμένη όταν πρόκειται να συναντήσω τον Φέλιξ. Εκείνος πάντα καμώνεται τον κουρασμένο, όταν συναντιόμαστε.

Προσπάθησα να διώξω τα δάκρυα μου και τις κουραστικές μου σκέψεις και έβαλα τα ακουστικά στα αυτιά μου. Ψήλωσα την ένταση στο κινητό και άφησα τη βραχνή φωνή της Lana del Rey: «you could be a bad mother fucker but that don’t make you a man»

Φτάνοντας στη περιοχή του Ρον, όπου έμενε ο Φέλιξ ετοιμάστηκα να κατέβω. Οι πρώτες ψιχάλες της βροχής έκαναν δειλά δειλά την εμφάνιση τους. Τύλιξα το πλεκτό κασκόλ μου, ήταν το χόμπι μου να πλέκω, γύρω από το κεφάλι μου και το λαιμό μου και έτρεξα προς το υπόστεγο μια επιχείρησης.

Κόντευε δυο το μεσημέρι, πόσες πιθανότητες υπήρχαν να κοιμόταν ακόμα; “Πολλές” ψιθύρισα, καθώς έτρεχα στο βρεγμένο πεζοδρόμιο. Ήθελα τόσο πολύ να τον συναντήσω, και από την άλλη φοβόμουν πως θα δημιουργούσε πάλι ψεύτικους καβγάδες κατηγορώντας με για πράγματα που δεν είχα κάνει ποτέ μου με μόνο σκοπό να με χειραγωγήσει, να με βάλει στη διαδικασία να προσπαθήσω να τον πείσω για την αγάπη μου. Όλα αυτά για τη διασκέδαση του. Σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ σκέφτηκα πάνω από το επίμονο κλαψούρισμα της Λάνα.
Έφτασα στη πολυκατοικία όπου έμενε. Το μικρό διαμέρισμα που νοίκιαζε (το πλήρωνε η μάνα του) ήταν ένας βρώμικος ελεεινός παράδεισος για μένα. Εκεί μέσα με φυλάκιζε και μου έκανε έρωτα. Εκεί μέσα έλιωνα στα χέρια του, ξεψυχούσα. Τον ικέτευα να με σκοτώσει, να με λυτρώσει από το μαρτύριο της ηδονής. Ήταν ο καλύτερος εραστής που είχα ποτέ. Ο καλύτερος!!!! Τον λάτρευα. Περνούσα τόσο τέλεια μαζί του όταν ήταν ρομαντικός και γλυκός. Με κοίταζε και βούρκωνε. Τα σκούρα μάτια του με πλημμύριζαν μια γλυκιά ζεστασιά και θαλπωρή. Ήταν σαν μελάσα ροδιού σκούρα με μια υποψία αίματος!!!!!! Ανατρίχιασα με τη σκέψη.

Στάθηκα μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας και πήρα βαθιά ανάσα φοβούμενη την επερχόμενη καταστροφή. Ήξερε ότι θα ερχόμουν και δεν είχε μπει καν στον κόπο να σηκωθεί λίγο νωρίτερα για να με υποδεχτεί. Ήταν σαν να ήμουν με δύο άντρες ταυτόχρονα. Ο ρομαντικός Φέλιξ, ο διαβολικός Φέλιξ. Δεν ήξερα ποτέ ποιον από τους δυο θα αντίκριζα.
Δάγκωσα τα χείλη μου και ετοιμάστηκα να Χτυπήσω το θυροτηλέφωνο. Είδα μέσα από το τζάμι της πόρτας να κατεβαίνει από τις σκάλες μια κυρία και περίμενα να ανοίξει εκείνη την πόρτα.

Άνοιξε, βγήκε χωρίς να μου ρίξει ματιά, όλοι ευγενικοί σε αυτή τη πολυκατοικία σκέφτηκα ειρωνικά. Πρόλαβα και μπήκα στο εσωτερικό πριν προλάβει και κλείσει η πόρτα. Μια μπόχα κλεισούρας με καλωσόρισε καθώς κινήθηκα προς τα δεξιά του διαδρόμου όπου βρισκόταν το διαμέρισμα του Φέλιξ. Στάθηκα μπροστά από τη παλιά κίτρινη πόρτα του. Μα ποιος βάφει τη πόρτα του κίτρινη; Και όχι κάποιο ζεστό, ζωντανό κίτρινο αλλά ένα ξεβαμμένο βρώμικο κίτρινο. Αφουγκράστηκα μήπως και ακούσω κάποιο θόρυβο που θα δήλωνε πως είχε ξυπνήσει. Απόλυτη ησυχία. Μετάνιωσα που ήρθα μέχρι εδώ. Έπρεπε να πάω στους γονείς μου και να του έστελνα μήνυμα από εκεί. Πήρα θάρρος και χτύπησα απαλά τη πόρτα. Απέφυγα να χτυπήσω το κουδούνι για να μην τον ξυπνήσω και τον εξαγριώσω. Καμία αντίδραση. Χτύπησα και δεύτερη φορά. Καμιά αντίδραση. Προσπάθησα να ελέγξω τα δάκρυα μου.

Ίσως αν πήγαινα μια βόλτα και επέστρεφα σε λίγο να είχε ξυπνήσει. Κοίταξα το ρολόι. Κόντευε τρεις. Μα τι στο διάολο κάνει αναρωτήθηκα. Κοιμάται γιατί ξενύχτησε χθες. Ήξερα ότι έμπαινε σε chat rooms και έκανε γνωριμίες με άσχημες γυναίκες, και όταν χωρίζαμε έτρεχε να τις βρει. Ήθελα να αρχίσω να ουρλιάζω. Τον πανικό μου διέκοψε ο ήχος του κινητού μου. Τινάχτηκα και οπισθοχώρησα για να μην ακουστεί από μέσα ο ήχος και τον ξυπνήσει. Έβγαλα το κινητό από τη τσάντα και το κοίταξα. Ο Φέλιξ!!!! Τη στιγμή που πήγα να απαντήσω η πόρτα άνοιξε. Μπροστά μου ήταν ο αγουροξυπνημένος Φέλιξ φορόντας μόνο το εσώρουχο και με το κινητό στο αυτί του.

Με είδε και τερμάτισε τη κλήση. Πέταξε το κινητό στο κρεβάτι του που ήταν δίπλα στη πόρτα.
“Μα καλά που είσαι;” είπε με τη βραχνή φωνή του. Ξερόβηξε και έτριψε το μάτι του. Ύστερα έκανε μεταβολή προχωρώντας στο εσωτερικό του διαμερίσματος αφήνοντας με σύξυλη στο διάδρομο. Έριξα βιαστικά το κινητό στη τσάντα μου και τρύπωσα στο διαμέρισμα. Έκλεισα τη πόρτα και βόλεψα τα πράγματα μου στη καρέκλα που βρισκόταν απέναντι από το κρεβάτι. Ήταν ένα μικρό εργένικο ενιαίο διαμέρισμα με ένα διπλό κρεβάτι και ένα μικρό κομοδίνο, ένα μικρό τετράγωνο τραπέζι με δυο σκαμπό και έναν μικρό νεροχύτη με μερικά ντουλάπια ακριβώς απέναντι από τη πόρτα της τουαλέτας. Ανακουφισμένη ξετύλιξα το κασκόλ από πάνω μου και το κρέμασα στη κρεμάστρα που υπήρχε πάνω στη πόρτα. Τον παρακολούθησα να φτιάχνει καφέ. Μου είχε λείψει αφάνταστα.
“Καφέ θες;” είπε κοφτά.

Ήξερε πως δεν πίνω καφέ. Μόνο γάλα με κακάο ή τσάι. Αλλά λίγο τον ένοιαζε.
“Θα φτιάξω μόνη μου το γάλα μου μωρό μου” του είπα απαλά για να μην τον νευριάσω. Έφτιαξε τον καφέ του και πήγε στο γραφείο του στα δεξιά , απέναντι από το τραπέζι με τα σκαμπό και άνοιξε τον υπολογιστή. Μετά άναψε τσιγάρο και τράβηξε τη πρώτη τζούρα με τρεμάμενα χέρια. Ύστερα πέταξε με δύναμη τον αναπτήρα πάνω στο γραφείο, πήρε το τσιγάρο μαζί του και κλείστηκε στη τουαλέτα. Το πρώτο χέσιμο της ημέρας. Στις τρεις το μεσημέρι. “Έλα μωρέ πως κάνεις έτσι”, σκέφτηκα. «Το παιδί σκοτώνεται στη δουλειά. Στα chat rooms θες να πεις” μου ανταπάντησα. Καμία ζεστή υποδοχή κι ας είχαμε να ιδωθούμε ένα μήνα. Έτσι το έκανε πάντα. Το έπαιζε αδιάφορος για να με βασανίζει. Ήταν δικό μου το σφάλμα που τον άφηνα να τα κάνει όλα αυτά. Ευχήθηκα να είχα τη δύναμη να τον στείλω στο διάολο και να φύγω επιτόπου.
Αντ αυτού προχώρησα ως τη κουζίνα και βάλθηκα να φτιάξω το γάλα μου. Προσπάθησα να ξεγελάσω τον εαυτό μου σκεπτόμενη πως θα μπορούσε να με έχει βρίσει ή να τον είχα πιάσει με άλλη στο κρεβάτι. Τελείωσα το ρόφημα και πήγα στο κρεβάτι του. Τα σκεπάσματα ήταν ένα κουβάρι. Μύριζαν ιδρώτα, τσιγάρο και απλυσιά. Άκουσα το καζανάκι και τον είδα να βγαίνει από το μπάνιο. Πήγε στο γραφείο του και κάθισε μπροστά στον υπολογιστή. Άρχισε να σερφάρει αδιάφορα αφήνοντας με στο κρεβάτι να κάθομαι μόνη μου. Ήθελα να φύγω. Να τον βρίσω και να εξαφανιστώ. Δεν μπορούσα.

 

Σηκώθηκα και τον πλησίασα από πίσω. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του και τον φίλησα στο σβέρκο. Μετά από λίγο βρεθήκαμε στο κρεβάτι του να κάνουμε έρωτα.
Οι δυο μέρες πέρασαν υπερβολικά γρήγορα. Την επομένη το πρωί έπρεπε να επιστρέψω στην εργασία μου. Λίγο πριν κοιμηθούμε και ενώ βλέπαμε ένα θρίλερ σηκώθηκε να πιει νερό. Μετά μπήκε στη τουαλέτα και όταν βγήκε βημάτιζε νευρικά πάνω κάτω. Όταν τον ρώτησα τι είχε άρχισε να μουρμουρίζει “δε ξέρω, δεν μπορώ άλλο, δεν θέλω” Ακαταλαβίστικες κουβέντες που σήμαιναν ένα πράγμα. Η κόμπρα μαζευόταν πίσω ανασήκωνε το κεφάλι και ετοίμαζε επίθεση. Αυτό που περίμενα και φοβόμουν το έβλεπα να διαδραματίζεται μπροστά μου. Για ακόμα μια φορά εφηύρε κάποια άνευ ουσίας και αλήθειας δικαιολογία για να μαλώσουμε και να με πετάξει έξω. Γιατί θεέ μου; Είναι τόσο σαδιστής που αρέσκεται στο να με βασανίζει διαρκώς; Πριν μια ώρα με ταξίδευε στον ουρανό κάνοντας μου έρωτα λέγοντας μου ότι θα με αγαπάει για πάντα και τώρα είχε φορέσει το ψεύτικο προσωπείο της κόμπρας και ετοιμάζοντας για επίθεση.
“Δεν μου λες;” πέταξε σαν ηθοποιός που έκανε πρόβα τα λόγια του πριν τη παράσταση.
“Όλη μέρα χθες τι έκανες;”

Μπερδεμένη προσπάθησα να προ φυλαχτώ από το δηλητήριο που είχε εξαπολύσει η κόμπρα. Τα μάτια του δεν ήταν πια ζεστή μελάσα. Ήταν μαύρα του σκότους.
“Μωράκι μου” απάντησα με γλύκα για να μην τον νευριάσω περισσότερο. “Χθες το μεσημέρι ήρθα εδώ στο σπίτι σου, δε θυμάσαι;”
“Ήρθες τρεις η ώρα, από το πρωί τι έκανες;”
Δεν μπορεί να είναι τόσο κακός άνθρωπος σκέφτηκα. “Μωρό μου χθες στις μια άρχισε το ρεπό μου. Το πρωί έπρεπε να ετοιμάσω τον μικρό για να πάει στο γιατρό για τις εξετάσεις του. Έφυγα και περίμενα το λεωφορείο αρκετή ώρα. Είναι αρκετά μεγάλη η διαδρομή και έφτασα στις τρεις εδώ”
Βλέποντας το επιχείρημα του να καταρρίπτεται από τη λογική και την αλήθεια προσπάθησε να αλλάξει κατεύθυνση.

 

“Και δε μου λες;” είπε κοιτάζοντας τη κάφτρα του τσιγάρου του. “Προχθές που σε έπαιρνα τηλέφωνο γιατί δεν απάντησες αμέσως;”
“Για ποια μέρα μιλάς μωρό μου; Ξέρεις πως κάποιες φορές δεν μπορώ να έχω το κινητό μαζί μου καθώς μπαίνω στη πισίνα με τον μικρό και κάνουμε γυμναστική μέσα στο νερό που μου έχει υποδείξει ο γιατρός του. Ξέρεις πόσο σημαντικό είναι να κινείται μετά την εγχείριση που έκανε”
Δεν μπορούσε να πει τίποτα. Γιατί έλεγα την αλήθεια. Ήθελε να καβγαδίσουμε για να με χωρίσει και να διασκεδάζει με τον πόνο μου αλλά είχα καταρρίψει όλες τους τις ηλίθιες κατηγορίες του. Εκείνη τη στιγμή τον είδα στις πραγματικές του διαστάσεις. Ήταν ένας κοντός πλαδαρός σαραντάρης με εμμονές με σαδιστικές τάσεις, μίζερος και ανασφαλής στο βάθος αλλά νάρκισσος και ψώνιο στην επιφάνεια. Το στιλάκι του δυνατού εξουσιαστή που είχε ήταν η πανοπλία του για να μην νιώθει ανασφάλεια για τη μετριότητα του. Ένιωσα την ανάγκη να φύγω. Τώρα είναι η ευκαιρία σκέφτηκα. Φύγε μακρυά του. Σου αξίζει κάποιος καλύτερος.
“Δε μου λες; Έχεις κανέναν μέσα στο σπίτι που μένεις;”
Η επόμενη επίθεση της κόμπρας με βρήκε απροετοίμαστη.
“Τι;;;;” ψέλλισα μπερδεμένη

“Έλα τώρα, ξέρεις εσύ. Τόσα άτομα μένουν εκεί. Πήγες στο πλουσιόσπιτο και ψωνίστηκες. Με ποιον πηδιέσαι για τα λεφτά; Αυτός ο γιατρός του μικρού ποιος είναι; Έχει λεφτά; Εσύ τα λεφτά κοιτάς. Η μήπως ο πατέρας του παιδιού σε έχει ρίξει ήδη στο κρεβάτι; Μήπως παίρνει μάτι και ο μικρός ενώ ο πατέρας του κανονίζει τη δασκάλα του;”
“Σταμάτα!!!!!” ούρλιαξα αηδιασμένη με τις ανήθικες κατηγορίες που μου είχε μόλις εξαπολύσει. Πόσο άρρωστος θεέ μου! Έθαψα το πρόσωπο μου στα χέρια μου και ξέσπασα σε ένα γοερό κλάμα. Δεν άντεχα άλλο τα καψώνια του.
“Ε ναι άρχισες πάλι να μου κάνεις σκηνικά” με κατηγόρησε. Και δε στάθηκε μόνο εκεί. Άρχισε το γνωστό λογύδριο του που μου έλεγε κάθε φορά για να με κάνει να αμφιβάλλω για όσα είχαν προηγηθεί μαλακώνοντας με λίγο.

“Εγώ για το καλό σου τα λέω. Να μην κάνεις αυτά που κάνεις. Δεν γίνεται να πηγαίνεις με άντρες για τα λεφτά. Είσαι χαμηλής νοημοσύνης και δεν καταλαβαίνεις, δεν έχεις συναίσθηση ότι δεν είναι σωστά όσα κάνεις. Μόνο τα λεφτά σε νοιάζουν. Θέλεις να αρπάξεις το σπίτι του αφεντικού σου. Είσαι τσούλα παραδέξου το. Εγώ σου έχω δώσει αξία αλλά μέχρι πότε. Όλοι μου λένε να σε παρατήσω, ότι δεν μου αξίζεις, είσαι κατώτερη μου. Απορώ πως πήγες στην εξοχή. Εδώ στη πόλη θα μπορούσες να πηγαίνεις και κάθε μέρα με άλλον χωρίς να ξέρει κανείς το παραμικρό, χαμένη μέσα στην ανωνυμία του πλήθους. Αλλά ξέρω γιατί πήγες στο Πλουσιόσπιτο. Για να τυλίξεις το αφεντικό σου.”
Δεν έβγαλα τον παραμικρό ήχο. Τι να έλεγα σε έναν σαδιστή; Ο άνθρωπος ήταν άρρωστος. Ηδονιζόταν να με βασανίζει. Λεκτική, ψυχολογική κακοποίηση με διαλείμματα τρυφερότητας και ψεύτικης αγάπης. Ευχήθηκα να βυθιζόμουν μέσα στον ωκεανό να μην ακούω πια τη σκατένια φωνή του.
Σηκώθηκα μηχανικά και πήγα στον νεροχύτη. Πήρα ένα ποτήρι και το τίναξα στην άκρη του τραπεζιού. Τα γυαλιά πετάχτηκαν παντού.
“Τρελάθηκες;” τον άκουσα να ουρλιάζει. Τον πλησίασα κρατώντας το σπασμένο κομμάτι στο χέρι μου.
“Πάρτο” του είπα ήρεμα.
“Σκότωσε με”
Το άρπαξε και το πέταξε στα σκουπίδια. Μετά ήρθε και με άρπαξε από τους καρπούς
“Δε γουστάρω τα σκηνικά σου” είπε μέσα από τα δόντια του. Με ταρακούνησε αρκετές φορές και με έσπρωχνε προς την πόρτα. “Φύγε από το σπίτι μου τσούλα, δε σε θέλω, φύγε”
Ήμουν με τα εσώρουχα και με έσπρωχνε να φύγω. Άρχισα να κλαίω ανήμπορη.
“Σταμάτα να κάνεις κόλπα μάγισσα!!!!! Είσαι μάγισσα; Λέγε! Με έχεις τρελάνει με τα κόλπα σου τσουλάκι. Ποια νομίζεις ότι είσαι; Είσαι μάγισσα;”
Οι καρποί μου με έκαιγαν από τη δυνατή λαβή του. Με πονούσε. Και στη ψυχή και στο σώμα. “Σε παρακαλώ άσε με” ψέλλισα και την ώρα που σήκωσε το χέρι του να με χαστουκίσει λιποθύμησα.

Συνήλθα λίγο αργότερα. Με είχε βάλει στο κρεβάτι και εκείνος καθόταν στην καρέκλα του γραφείου καπνίζοντας. Με κοίταζε με ανεξήγητο βλέμμα. Ανάμεικτος πόθος και απύθμενο μίσος.
Τράβηξε μια τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο του κι το πέταξε με δύναμη στο πάτωμα. Το έσβησε με το γυμνό του πέλμα.
“Μάγισσα” ψιθύρισε πάλι. Φοβήθηκα ότι θα με χτυπούσα και έκλεισα τα μάτια τρέμοντας. Ένιωσα ένα απαλό φιλί στην άκρη της μύτης μου!!!!
Αυτό έκανε!!!! Αυτή ήταν η τακτική του κάθε φορά!!!!!! Και πετύχαινε. Μετά από κάθε καβγά μου φερόταν τρυφερά και με έκανε να τα ξεχνάω όλα. Τον συγχωρούσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Με φίλησε στο στόμα, στο λαιμό. Μπήκε μέσα μου και τα ξέχασα όλα. Του δόθηκα ακόμα μια φορά χωρίς δισταγμό. Το μόνο που ήθελα ήταν να τον κλειδώσω για πάντα μέσα μου. “Υποφέρω όταν δεν βρίσκομαι μέσα σου” ψιθύρισε λίγο πριν με γεμίσει με το σπέρμα του.

Δεν χρησιμοποιούσε προφυλακτικό. Έλεγε ότι θέλει να με νιώθει χωρίς λατέξ και άλλες παρεμβολές. Πάντα ήξερε τι να πει για να με πείσει να κάνω ότι ήθελε. Συνέχισε να μου κάνει έρωτα δίνοντας μου εντολή να τελειώσω για εκείνον. Πως αν δεν ολοκληρώσω σημαίνει ότι δεν τον αγαπάω. Η φωνή του μου μυρμιγκιαζε το είναι μου. Έφτασα σε οργασμό φωνάζοντας το όνομα του. Βγήκε από μέσα μου και τελειώσε για δεύτερη φορά πάνω στο στομάχι μου. Έτρεξε και έφερε χαρτί κουζίνας και μου σκούπισε απαλά τα υγρά του από το σώμα μου. Μετά με γέμισε φιλιά στο πονεμένο μου αιδοίο και ξάπλωσε πάνω στη κοιλίτσα μου ανασένοντας βαριά. Ήταν ο καλύτερος εραστής και ο χειρότερος δυνάστης που είχα ποτέ!!!!! Δεν υπήρχε αμφιβολία για αυτό!
“Σ αγαπώ” ψέλλισε λίγο πριν κοιμηθει.

 

 

 

 

 

 

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (ΚΕΦ. 2 ΕΓΩ ΚΙ ΑΥΤΟΣ)..

«Νυστάζω σε παρακαλώ», είπα ξεψυχισμένα.
Κόντευε τέσσερις το πρωί. Άλλο ένα άυπνο βράδυ.
«Γιατί να σου επιτρέψω να κοιμηθείς; Αφού το πρώτο που θα κάνεις μόλις κλείσουμε το τηλέφωνο, είναι να ξεπορτίσεις με κάποιον από αυτούς που σε περιτριγυρίζουν».
«Φέλιξ…» ψέλλισα εξουθενωμένη. Οι αντοχές μου ήταν μειωμένες. Πόσο ακόμα θα υπέμενα τέτοια βασανιστήρια; Ήταν ακόμα ένα από τα καθημερινά του καψώνια. Ήξερε ότι είχα μια πάθηση που μου επέβαλλε να έχω μια ήρεμη ζωή με σωστά ωράρια ύπνου και ξεκούρασης. Αλλά εκείνος δεν ενδιαφερόταν για την υγεία μου. Ήθελε μόνο να με βασανίζει για να είμαι πειθήνια. Κάθε βράδυ λοιπόν μου απαγόρευε να κοιμηθώ εαν δεν πήγαινε τέσσερις ή και πέντε το πρωι. Η δικαιολογία του ήταν ότι αν λέγαμε «Καληνύχτα» νωρίτερα, αντί να πήγαινα για ύπνο θα ξεπόρτιζα. Αν δεν ήμουν τόσο ταλαιπωρημένη θα γελούσα δυνατά.
Έμενα το τελευταίο διάστημα σε ένα μικρό οικισμό κάπως παραδοσιακό, λίγα χιλιόμετρα έξω απο το Λονδίνο. Στην αρχή μου φάνηκε καλή ιδέα να φύγω απο τους γονείς μου που έμεναν στο Σάουθγουορκ και να δουλέψω για λίγο στην εξοχή. Η αγγελία ζητούσε μια κοπέλα να προσέχει ένα μικρό παιδάκι που κάποια προβλήματα υγείας δε του επέτρεπαν να συνεχίσει το σχολείο. Όλο αυτό όμως ήταν προσωρινό. Θα έμενα για έξι μήνες περίπου μέχρι ο μικρός Λούις να επιστρέψει στα μαθήματα του.
Με τον Φέλιξ ήμουν ήδη πέντε μήνες και σε γενικές γραμμές τα πηγαίναμε καλά, είχαμε τους καβγαδες μας αλλά σε λογικά πλαίσια. Όταν του είπα ότι σκεφτόμουν να δουλέψω στο Hollow χάρηκε, πράγμα που με ξάφνιασε. Όπως είπε του άρεσε η ιδέα να δουλέψω και να μη περιμένω τα έτοιμα. Οι προσβολές υπήρχαν από τη πρώτη μέρα που τα φτιάξαμε αλλά πάντα θεωρούσα οτι έτσι είναι ο τρόπος που μιλάει, ντόμπρος. Και πως τα λέει για το καλό μου. Ήμουν ηλίθια. Πίστευα όντως ότι με αγαπούσε. Στην αρχή ήταν ο πιο τρυφερός, ο πιο δοτικός άντρας του κόσμου. Με έλεγε βασίλισσα του. Με φιλούσε στο μέτωπο.
Είχαμε γνωριστεί σε ένα super market όπου δούλευε ως φύλακας ασφαλείας. Το σπίτι των γονιών μου ήταν λίγα βήματα πιο πέρα οπότε κάναμε απο εκεί τα ψώνια μας. Τον έβλεπα συχνά όταν είχε βάρδια. Μια μέρα που μετέφερα τα ψώνια με το καρότσι προς το αμάξι άκουσα κάποιον να φωνάζει. Κοιταξα πίσω από τον ώμο μου τη στιγμή που άνοιξα το πορτμπαγκάζ για να φορτώσω τα ψώνια. Τον είδα να τρέχει κρατώντας κάποια πράγματα. Πλησιάζοντας συνειδητοποίησα πως μια απο τις σακούλες είχε σκιστεί και είχαν πέσει τα ψώνια χωρίς να το πάρω είδηση. Τον ευχαρίστησα και εκείνος αντί να φύγει, στο κάτω κάτω βρισκόταν εν ώρα εργασίας, μου ζήτησε το τηλέφωνο μου.
Δεν έχει περάσει μέρα που να μη έχω μετανιώσει που ανταποκρίθηκα.

Όλοι οι κορυφαίοι επιστήμονες, οι ψυχίατροι και οι κοινωνιολόγοι λένε πως μια γυναίκα είναι πιθανότερο να δολοφονηθεί από τον σύντροφο της παρά από τον οποιοδήποτε εγκληματία.
Αλήθεια τι οδηγεί έναν άνδρα στο να είναι βίαιος απέναντι σε μια γυναίκα; Είχε άσχημα παιδικά χρόνια; Υπήρξε θύμα πριν εξελιχθεί σε θύτη; Μεγάλωσε μέσα σε μια βίαιη οικογένεια με αποτέλεσμα να θεωρεί «φυσιολογικό» το ξύλο, τη λεκτική και ψυχολογική κακοποίηση;
Μεγάλωσε σε μια κοινωνία όπου η γυναίκα θεωρείται κατώτερη άρα του επιτρέπεται να είναι βίαιος;
Είναι ναρκομανής ή αλκοολικός με αποτέλεσμα να χάνει τον έλεγχο;
Ή απλά θέλει να αποδείξει με τη βία τον ανδρισμό του;
Πόσα συμπλέγματα κρύβει ένας βίαιος άνδρας;
Είναι απλά ένας εν δυνάμει δολοφόνος καθώς η βία είναι κλιμακούμενη; Δοκιμάζει δηλαδή τα όρια ανεκτικότητας της γυναίκας που έχει δίπλα του; Πρώτα την κακοποιεί ψυχολογικά μειώνοντας την και όταν δεν έχει ίχνος αυτοεκτίμησης την χτυπάει. Ξέρει οτι δεν θα φύγει να πάει πουθενά. Δε θα ζητήσει βοήθεια. Θα υπομένει τη συμπεριφορά του γιατί έτσι την εχει εκπαιδεύσει.
Πόσο παράλογο είναι για μια γυναίκα να είναι ερωτευμένη με έναν εξουσιαστή δολοφόνο;

Ήμουν μια άγρια δροσοσταλίδα ελεύθερη σαν τον ωκεανό. Είχα τα όνειρα μου, πολύχρωμα και ζωντανά όπως κάθε γυναίκας. Τώρα δεν έχω τίποτα. Εκείνος μου τα σκότωσε όλα.
Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Αν άκουγα κάποια γυναίκα να λέει όσα εγώ θα την έβριζα. Θα προσπαθούσα να τη πείσω να πάει στην αστυνομία. Δεν είμαι καμιά αμόρφωτη γυναικούλα. Ξέρω ότι δεν με αγαπάει. Είναι ένας νάρκισσος. Με θέλει υποταγμένη για να νιώθει σημαντικός.
Εγώ τον αγαπάω σαν τρελή. Κλαίω απο απελπισία. Και μόνο στη σκέψη ότι θα χωρίσουμε με πιάνει δύσπνοια. Υποφέρω. Η υγεία μου είναι κλονισμένη. Αλλά προτιμώ να είμαι μαζί του και ας μη με αγαπάει παρά να μην τον ξαναδώ. Είμαι βαθύτατα και αμετάκλητα ερωτευμένη μαζί του. Τον έχω σαν Θεό μου. Ακόμα κι όταν με βρίζει ή με τραβολογάει εγώ τον δικαιολογώ. Είμαι χαμένη από χέρι. Ξέρω ότι δεν θα έχουμε καλό φινάλε.

«Η βία είναι κλιμακούμενη» είχα διαβάσει κάποτε. Αυτό σημαίνει πως θα ξεφύγει κάποια στιγμή και θα με βλάψει. Κάποιες φορές τον μισώ που δεν καταλαβαίνει πόσο τον αγαπάω, πόσο κακό μου κάνει. Αλλά όλα σβήνουν στο χάδι του στο σώμα του όταν μου κάνει έρωτα.
Είμαι η Σκάιλαρ, μια αλυσοδεμένη ψυχή.

«Σε ξαναρωτάω! Είσαι μάγισσα;» είπε με θυμό καθώς βημάτιζε πάνω κάτω σαν αγρίμι.
Τό βλέμμα μου έπεσε πάνω στο τατουάζ στο αριστερό του μπράτσο. Ο αριθμός 107 με καλλιγραφικό τρόπο γραμμένος. Ήξερα τι σήμαινε αυτός ο αριθμός. Ήταν οι γυναίκες του. Εγώ ήμουν ο αριθμός 108. Υποθέτω πως μόλις τελειώσει μαζί μου θα μετατρέψει το τατουάζ, το επτά θα γινει οκτώ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

 

ΥΓ: Μπορείτε να βρείτε τις ιστορίες μου στο MariaFanouraki στο wattpad.

ΥΓ2: Η kαινούργια μου εμμονή Louis Graziatto (το μανάρι με το σαξόφωνο)

 
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗΣ…

Βρισκόμαστε στο 2012. Από τη μία η ανορεξία και το πρόβλημα υγείας που μου παρουσιάστηκε, με αποτέλεσμα να παθαίνω κρίσεις πανικού και από την άλλη η απώλεια του Ντίνου και η καθυστερημένη εφηβεία που περνούσα, καθιστούν το 2012 τη πιο παραδόξως κουλή χρονιά μου μέχρι τώρα.
Δεν ήμουν μικρό κορίτσι, δεν ήμουν καν κοπέλα. Ήμουν μια κανονικότατη (αλλά όχι φυσιολογικότατη) γυναίκα. Ήμουν πάνω από 25 ετών. Απλά το αναφέρω για τα πρακτικά.
Η ανορεξία είχε ξεκινήσει ήδη από το 2007.
Το 2012 λοιπόν ο οργανισμός μου ταλαιπωρημένος και στερημένος από τα αυτονόητα (hello τροφή) ξέσπασε με έναν ωραιότατο «παροξυσμό θυρεοειδούς». Είχα χάσει προσφάτως το μοναδικό μου παρεάκι, το ντινιό μου, το τρεχαντήρι μου, με αποτέλεσμα να σταματήσω να τρέφομαι εντελώς. Όχι ότι σαν ανορεξική που ήμουν, έτρωγα αλλά με αυτή την απώλεια απλά στάματησα να σιτίζομαι εντελώς. Επίσης σταμάτησα να μιλάω!!! Έναν ολόκληρο μήνα αφωνίας από το σοκ ίσως. Ίσως απλά ήταν η θλίψη που με κλείδωσε μαζί της.

Μια μεγάλη περιπέτεια ξεκίνησε με επισκέψεις σε νοσοκομεία, γιατρούς, οι οποίοι προσπαθούσαν να με πείσουν, χωρίς να με εξετάσουν ποτέ, οτι είχα γαστρεντερίτιδα, σκλήρυνση κατά πλάκας, επιλόχειο κατάθλιψη (ΔΕΝ ΕΧΩ ΜΕΙΝΕΙ ΕΓΚΥΟΣ ΠΟΤΕ, ΔΕΝ ΕΧΩ ΓΕΝΝΗΣΕΙ ΠΟΤΕ)… Με ρωτούσαν αν βαφόμουν όταν έβγαινα έξω, αν εχουμε μπαλκόνι στο σπίτι!!!!!

Γενικά αν δεν υπέφερα τόσο πολύ εκείνη τη περίοδο θα γελούσα αφάνταστα με όσα μου έλεγαν!!!!!! Αλλά εγώ ήμουν πιο φοβισμένη από ποτέ. Δεν ήξερα τι μου συνέβαινε (λιποθυμούσα όλο το καλοκαίρι και όλο το φθινόπωρο του 2012) και γιαυτό ανέπτυξα μια παράλογη φοβία ότι πεθαίνω, κάτι έχω και δεν μου το λένε. Δεν μπορούσα καν να κοιμηθώ!!!! Άπειρες ατελείωτες άγρυπνες νύχτες. Μέσα στο φόβο. Η αδελφή μου κοιμόταν μαζί μου κάποια βράδiα (ευχαριστώ αμπλά). Επίσης κοιμόμουν σε μια θεία μου (ευχαριστώ Στέλλα) όταν χρειάστηκε να μπει νοσοκομείο για λίγες μέρες η μητέρα μου. Και κάπου εκεί πάθαινα κρίσεις πανικού. Όταν επιτέλους έκανα κάποιες εξετάσεις και είδα ότι το πρόβλημα μου (θυροειδής) είναι απολύτως συνηθισμένο, το έχει η μισή Κρήτη εξαιτίας του ιωδίου της θάλασσας, ηρέμησα λίγο. Και φύγανε οι κρίσεις πανικού. Και βγήκαν στην επιφάνεια άλλα πράγματα. Καθυστερημένη εφηβεία ένα πράγμα.

Πήρα λίγο βάρος και έφτασα στα 43 και πως μου την έδωσε και άρχισα να ασχολούμαι μόνο με την εμφάνιση μου! Βρήκα το πρότυπο μου για να μιμηθώ: την kristen Stewart. Είχα κόλλημα με το twilight, τα βιβλία και τις ταινίες και φυσικά όπως κάθε «έφηβη» ήμουν ερωτευμένη με τον Robert Pattinson!! Μέχρι την Αγγλία έφτασε η χάρη μου όπου έστειλα γράμμα στον ατζέντη του για αυτόγραφο. Δεν χρειάζεται να περιγράψω την αντίδραση μου όταν έλαβα απάντηση!!

20180319_232045
Αχ Ρόμπερτ!!

Και τότε είχαν διαδώσει επίτηδες ένα «ειδύλλιο» ανάμεσα στον Robert και τη Kristen και άρχισα να έχω εμμονή μαζί της. Ήθελα να αλλάξω την εμφάνιση μου και να γίνω όπως εκείνη. Ίσως πίστευα πως αν της μοιάσω εξωτερικά θα βρώ κάποιον σαν τον Robert. Πόσο ανώριμη αλήθεια υπήρξα! Και βαθειά ανασφαλής!!!! Και δεν ήμουν κανένα κοριτσάκι. Είπαμε ήμουν μεγάλη γυναίκα.

Αλλά αν έχεις άλυτα θέματα να συσσωρεύονται μέσα σου κάποια στιγμή βγαίνουν στην επιφάνεια. Ευτυχώς που συνέβη το 2012 και δεν ήμουν παντρεμένη με παιδιά να φέρομαι σαν δεκαπεντάχρονο. Έπρεπε να το περάσω όλο αυτό για να ωριμάσω να ξεκαθαρίσω τα μπερδεμένα κουβάρια μέσα μου. Γιατί σήμερα δεν μου περνάει καν από το μυαλό να αμφισβητήσω τον εαυτό μου. Νιώθω βρε παιδί μου κομπλέ πως το λένε. Οχυρωμένη. Στέρεη. Δεν μου βγαίνει να συγκρίνω με κάποια άλλη τον εαυτό μου όχι γιατί είμαι ψωνισμένη αλλά γιατί αναγνωρίζω πλέον ποια είμαι. Έχω δει τα μέσα μου και τα έξω μου και είναι θαυμαστά.

Όλες οι γυναίκες πρέπει να νιωθουν έτσι. Έχω υποβάλλει τον εαυτό μου σε τέτοια βασανιστήρια (ανορεξία, μίσος, λάθος άντρες) που το λιγότερο που μπορώ να κάνω είναι να μην τον αμφισβητώ. Σε όλη μου αυτή τη δοκιμασία που κράτησε κάποια χρονάκια με βοήθησε η Αργυρώ. Την ευχαριστώ βαθύτατα. Χωρίς εκείνην δεν μπορώ να φανταστώ που μπορεί να ήμουν σήμερα. Η Κristen εξακολουθεί να μου αρέσει, γιατί ότι και να φορέσει αυτή η γυναίκα της πάει. Αλλά έχω σταματήσει να την αντιγράφω. Δεν αγοράζω αξεσουάρ, μανό, τζιν σαν τα δικά της.

Το σακάκι που αγόρασα παρόμοιο με αυτό που φορούσε στο Twilight είναι στη ντουλάπα μου. Δεν το φοράω πια. Μεγάλη γυναίκα. Το δερμάτινο με τα φερμουάρ κι αυτό μια ανάμνηση. Άλλα γούστα άλλα μυαλά τώρα.

 

1521499381128
Σακάκι παρόμοιο με της Μπέλλα
1521499321329
Το δερμάτινο με καπιτονέ υφή στους ώμους.

Σήμερα πλέον έχοντας ξεπεράσει ΟΟΟΟΛΑ αυτά τα προβλήματα μεγάλα και μικρά, γνωστά και άγνωστα νιώθω καλά για όσα είμαι και για όσα δεν είμαι. Καλό είναι να θαυμάζουμε, να εμπνεόμαστε αλλά μέχρι ενός σημείου. Γιατί όταν προσπαθείς να ακυρώσεις, να εξαφανίσεις τον εαυτό σου γιατί πιστεύεις ότι δεν αξίζεις και προσπαθείς να μοιάσεις σε κάποια άλλη που δεν είναι καν φυσιολογικό άτομο καθώς η εικόνα της είναι κατασκευασμένη όντας «διάσημη» τότε έχεις θέμα.

Ευτυχώς η ωριμότητα και η νοημοσύνη κέρδισαν αλλιώς θα με βγάζανε στα «παρατράγουδα». Όχι, φαντάζεσαι μια άνω των 30 (γκουχου) να φοράει το σακάκι της Μπέλλας;

Πάντως τώρα ασχολούμαι μαζί της σπάνια. Χαζεύω καμιά φορά τις εμφανίσεις της σε διάφορες πρεμιερες κτλ.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Μου αρέσει γενικά που ότι και να φορέσει, από τη πιο ακριβή τουαλέτα μέχρι το σκισμένο τζίν έχει ένα αλήτικο στυλάκι. Σε κάθε επίσημη εμφάνιση της τη βλέπεις να ισορροπεί σε ψηλοτάκουνα και μετά από λίγο τα πετάει πέρα και φοράει αθλητικά.

 Κλείνω με μια φωτογραφία από το αγαπημένο μου φόρεμα όλων των εποχών Zuhair Murad.

 

Καλά είναι όλα αυτά, να χαζεύουμε και κανένα φόρεμα αλλά πιστεύω ότι το στιλ της κάθε γυναίκας είναι ένα σύνολο πραγμάτων και δεν καθορίζεται μόνο από το ντύσιμο. Πάνω από όλα εχει να κάνει με τη προσωπικότητα, το χαρακτήρα και την αυτοπεποίθηση.

Σας φιλώ ❤