ΣΥΝΤΑΓΕΣ

ΓΛΥΚΟ ΚΥΔΩΝΙ

Σήμερα έφτιαξα για πρώτη φορά γλυκό κυδώνι. Πάντα το έφτιαχνε η μαμά και εγώ το απέφευγα η αλήθεια είναι, εξαιτίας της δυσκολίας να καθαριστεί. Αλλά σήμερα δεν είχα πολλά να κάνω, τελείωσα και τη κουβερτούλα των ξεχασμένων νημάτων (θα σας τα πω σε άλλο ποστ) και είπα να το φτιάξω.

Καθάρισα τα κυδώνια, τα έκοψα χοντρά κομμάτια και τα έβαλα σε μια λεκάνη με νερό και πολλές λεμονόκουπες (είχα ρίξει και το χυμό λεμονιού).

Μετά τα ξέπλυνα, ευτυχώς δεν είχαν προλάβει να μαυρίσουν, και τα έκοψα λεπτά μπαστουνάκια. Τα ζύγισα, βγήκαν περίπου 800 γρ. και τα έβαλα στο μάτι της κουζίνας σε ένα τσουκάλι. Σε μέτρια φωτιά.

Έριξα 800 γρ ζάχαρη και άφησα να πάρουν μια βράση. Τα ξέχασα περίπου μία ώρα γιατί έψαχνα σχέδιο από κάτι περιοδικά ραπτικής για να φτιάξω ένα ροζουλί κασκόλ που θα είναι ασορτί με την ροζ τσάντα μου.

Η μαμά έτρεξε να φέρει φρέσκια αρμπαρόριζα, εγώ έριξα ένα ποτήρι νερό αν και έπρεπε να το προσθέσω από την αρχή υποτίθεται, και λίγο χυμό λεμονιού. Συνέχισα το ψήσιμο κανένα δεκάλεπτο και το έκλεισα. Παρόλο που το αντιμετώπισα επιπόλαια βγήκε υπέροχο. Η τύχη του πρωτάρη.

Το χρώμα ήταν ήδη τέλειο, και η γεύση σούπερ.

20181020_15444620181020_15442820181020_15440620181020_160346

Advertisements
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

ΔΙΑΓΩΓΗ ΚΟΣΜΙΟΤΑΤΗ

Στα ενδεικτικά μου του δημοτικού τα οποίο είχα καταχωνιάσει σε έναν τόμο με τη βιογραφία του ζωγράφου Μπλέικ γράφει «διαγωγή κοσμιοτάτη». Με παραξένεψε λίγο το γεγονός. Και μετά κάθισα και σκέφτηκα «χρυσό μου έχουν περάσει αιώνες από τότε που πήγαινες δημοτικό, και λογικό είναι να ήσουν κάτι άλλο τότε που συμπεριελάμβανε αυτό το «κοσμιοτάτη»

Πάντως σήμερα δε λες τη συμπεριφορά μου κόσμια. Είμαι λίγο αλλοπρόσαλλη. Τη μια φοράω πυτζάμες και πλέκω βλέποντας Ξανθόπουλο και την άλλη ανεβαίνω σε μηχανή μεσάνυχτα και ταξιδεύω  35 χιλιόμετρα. Επίσης έχω βρεθεί σε νεκροταφείο μεσάνυχτα με ένα κύπελο ζεστή σοκολάτα. Του γιατρού.

IMG_20181014_134814_239
Midnight at the graveyard with hot chocolate

Έχω αποτινάξει οτιδήποτε ξένο που προσπάθησαν να μου φορέσουν στα πλαίσια αυτής της ρημάδας της κοσμιότητας και έχω προσδιορίσει μόνη μου τη δική μου ταυτότητα.

Γεια σας λοιπόν είμαι η Μαρία, συγγραφέας ιστοριών τρόμου που τα βράδια για να εξιλεωθεί διαβάζει παραμύθια. Δεν θέλει να κάνει οικογένεια ποτέ και το μόνο που τη νοιάζει είναι να μη τελειώσει η μερέντα χάχα αστειάκι. Που γράφει, πλέκει, διαβάζει μανιωδώς. Που προτιμά τη Κνωσό από την Ακρόπολη  που θέλει να ταξιδέψει όλο το κόσμο αλλά να επιστρέψει στη Κρήτη. Που έχει παραισθήσεις ότι μοιάζει με αρχαία Μινωίτισα που σταμάτησε να κλαίει, που βρίζει, που έμαθε επιτέλους να κάνει κέικ. Που χαζεύει μανάρια στο ίσταγκραμ που ξέρει απέξω την μυθολογία, που που λατρεύει Στίβεν Κινγκ, που θεωρεί τις ιστορίες της καλύτερες από κάτι σκουπίδια που κυκλοφορούν εκεί έξω τυπωμένα. Που λατρεύει το φθινόπωρο και τα πεσμένα φύλλα. Που προτιμά να δει Ξανθοπουλο αντί να βγει ακόμα ένα ανούσιο ραντεβού που δεν θέλει να ερωτευτεί ποτέ στη ζωή της, που το μόνο που θέλει είναι να είναι καλά, να κάνει τρέλες και να παχύνει λιγάκι γιατί πολύ δούλεμα πέφτει για τα «λεπτά χεράκια, για τον αέρα που θα τη πάρει» κτλ

Χαίρομαι που δεν με διαβάζει κανείς γιατί έτσι μπορώ να γράφω ότι βλακείες θέλω!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Ότι και να μου συμβαίνει, λέω δεν υπάρχει πρόβλημα, όσο πιο δύσκολα περνάς τόσο πιο ενδιαφέρουσα βιογραφία θα σου γράψουν. Κι άλλο αστειάκι.

Γράφω λοιπόν μια αυτοτελή μίνι ιστορία τρόμου που θα τη δημοσιεύσω στο μπλογκ μου 31 Οκτωβρίου την ημέρα του Χαλογουιν.

Συνεχίζω τη κουβερτούλα των ξεχασμένων νημάτων με χίλιες δυσκολίες, πλέκε ξήλωνε εκατομμύρια φορές αλλά δεν το βάζω κάτω θα τη τελειώσω που θα πάει. Επιτέλους έμαθα να ενώνω νήματα διαφορετικού χρώματος χωρίς να κάνω κόμπους. Επίσης περιμένω να με ειδοποιήσουν για κάτι μαθήματα πλεξίματος που έχω δηλώσει συμμετοχή.

Βρήκα μετά από επιμονή και πολύ ψάξιμο τα αγαπημένα μου παιχνίδια που έπαιζα φοιτήτρια και λίγο πιο μετά σε δανεικούς υπολογιστές εννοείται γιατί τον δικό μου τον απέκτησα το 2015. Έτσι τώρα έχω τη χαρά να παίζω

liquid Kids

Rocks and diamonds

Boberman

Bounce

44083883_905834912940852_914853301340602368_n
liquid Kids
44213888_905834986274178_1083443678380294144_n
Rocks and diamonds
44155150_905834886274188_4135546257525440512_n
Bounce
44346306_905839452940398_9213169311978356736_n
Boberman

Χάνω κιλά. Πεινάω ετοιμάζω φαγητό που το βλέπω και μου φαίνεται καλή ιδέα και μόλις φάω τη πρώτη μπουκιά θέλω να το φτύσω, μη σοκάρεστε. Η ανορεξία είναι έτσι καθημερινά και είναι πολύ άσχημη.

ΑΛΛΆ

ΑΛΛΆ

ΑΛΛΆ

Επειδή είμαι η δική μου ηρωίδα (με κολάν σέξι και βαμμένο πρόσωπο στα χρώματα του πολέμου) ΔΕΝ μου κάνω κανένα χατήρι. Με αναγκάζω να τρώω και η ζωή συνεχίζεται.

Και συνεχίζω να γράφω τις ιστορίες μου:

Αλυσοδεμένη ψυχή

Ρόουζ Μ.

Ερευνήτρια Α.

και την Μόριγκαν που θα τη δημοσιεύσω είπαμε το Χαλογουιν…

Ο Χαράλαμπος μπήκε στα πέντε. Προχθές με μάλωσε γιατί είχα βγάλει όλα τα φύλλα από το ημερολόγιο τοίχου γιατί θέλει να τα βγάζει εκείνος όταν έρχεται. Τον λατρεύω. Ο μικρός Γιαννάκος σε λίγες μέρες θα γίνει ενός έτους. Κι αυτό το ζουζούνι το λατρεύω.

Διαβάζω τον Μικρό Πρίγκηπα. Ανυπομονώ να τον χαρίσω στον Χαράλαμπο πρώτα και όταν μεγαλώσει και ο Γιαννάκος να το πάρω και σε εκείνον.

Αυτά είναι τα νέα μου…

Απολαμβάνω το φθινόπωρο….

 

 

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Τα αγαπημένα μου ποιήματα…

Once upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore—
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
«‘Tis some visiter,» I muttered, «tapping at my chamber door—
Only this and nothing more.»

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December;
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow;—vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow—sorrow for the lost Lenore—
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore—
Nameless here for evermore.

And the silken, sad, uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me—filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
«‘Tis some visiter entreating entrance at my chamber door—
Some late visiter entreating entrance at my chamber door;—
This it is and nothing more.»

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
«Sir,» said I, «or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you»—here I opened wide the door;—

Darkness there and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the stillness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, «Lenore?»
This I whispered, and an echo murmured back the word, «Lenore!»—
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
«Surely,» said I, «surely that is something at my window lattice;
Let me see, then, what thereat is, and this mystery explore—
Let my heart be still a moment and this mystery explore;—
‘Tis the wind and nothing more!»

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately Raven of the saintly days of yore;
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door—
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door—
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
«Though thy crest be shorn and shaven, thou,» I said, «art sure no craven,
Ghastly grim and ancient Raven wandering from the Nightly shore—
Tell me what thy lordly name is on the Night’s Plutonian shore!»
Quoth the Raven «Nevermore.»

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning—little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door—
Bird or beast upon the sculptured bust above his chamber door

With such name as «Nevermore.»

But the Raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing farther then he uttered—not a feather then he fluttered—
Till I scarcely more than muttered «Other friends have flown before—
On the morrow he will leave me, as my Hopes have flown before.»
Then the bird said «Nevermore.»

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
«Doubtless,» said I, «what it utters is its only stock and store
Caught from some unhappy master whom unmerciful Disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore—
Till the dirges of his Hope that melancholy burden bore
Of ‘Never—nevermore’.»

But the Raven still beguiling my sad fancy into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird, and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore—
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking «Nevermore.»

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom’s core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion’s velvet lining that the lamp-light gloated o’er,
But whose velvet-violet lining with the lamp-light gloating o’er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
«Wretch,» I cried, «thy God hath lent thee—by these angels he hath sent thee
Respite—respite and nepenthe, from thy memories of Lenore;
Quaff, oh quaff this kind nepenthe and forget this lost Lenore!»
Quoth the Raven «Nevermore.»

«Prophet!» said I, «thing of evil!—prophet still, if bird or devil!—
Whether Tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,

Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted—
On this home by Horror haunted—tell me truly, I implore—
Is there—is there balm in Gilead?—tell me—tell me, I implore!»
Quoth the Raven «Nevermore.»

«Prophet!» said I, «thing of evil!—prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us—by that God we both adore—
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels name Lenore—
Clasp a rare and radiant maiden whom the angels name Lenore.»
Quoth the Raven «Nevermore.»

«Be that word our sign of parting, bird or fiend!» I shrieked, upstarting—
«Get thee back into the tempest and the Night’s Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken!—quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!»
Quoth the Raven «Nevermore.»

And the Raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;

And his eyes have all the seeming of a demon’s that is dreaming,
And the lamp-light o’er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted—nevermore!»

—Edgar Allan Poe

 

«Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση•
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
α’ στάξη γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται…

A’ δε μπορής παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.»
Λορέντζος Μαβιλης

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Άνευ τίτλου..

Ο σωστός συγγραφέας ακούει τις φωνές στο κεφάλι του να του ψιθυρίζουν την εξέλιξη στις ιστορίες που γράφει. Σαν θεατρική σκηνή που παίζει μονόπρακτα ο εγκέφαλος του προβάρει ξανά και ξανά τις σκηνές πριν τις καταγράψει. Ύστερα βιαστικά για να μη ξεχάσει τίποτα τις καταγράφει σε ένα σημειωματάριο ή στο κινητό και μετά νιώθει εξάντληση. Κάνει διάλειμμα να πάει στη φύση να πάρει μια ανάσα να πλημμυρίσει τα πνευμόνια του με καθαρό αέρα και ηδονή. Μετά θα επιστρέψει σπίτι θα φάει κάτι ίσως κεράσει μια μικρή λιχουδιά τον εαυτό του για επιβράβευση. Μετά θα κοιτάξει τις σημειώσεις του προσθέσει ή αφαιρέσει κάτι. Θα κάνει ένα μακρύ διάλειμμα ικανοποιημένος θα ασχοληθεί με άλλες δραστηριότητες. Θα πλέξει θα διαβάσει θα επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο. Και σαν πέσει το γλυκό σούρουπο θα κάνει ένα ζεστό ντους να χαλαρώσουν οι μυς του θα βάλει πυτζαμούλες με καρτούν διάθεση και θα κάτσει μπροστά στον υπολογιστή. Θα τεντώσει τα δάχτυλα του θα βάλει τα ακουστικά και θα αφήσει αγαπημένους στοίχους να τον συντροφεύσουν στο μοναχικό αυτό αλλά μεγαλειώδες ταξίδι του και θα μεταφέρει τις σημειώσεις του στον υπολογιστή. Θα συνεχίσει να γράφει να διορθώνει να προσθέτει να αφαιρεί μέχρι να νιώσει τα πρώτα σημάδια κούρασης. Θα κάνει ένα διάλειμμα ίσως πιει ένα ζεστό γάλα και θα διαβάσει το «never more» του poe ή τη «Λήθη» του Μαβίλη. Θα νιώσει τη γλυκιά θλίψη θα γράψει λίγο ακόμα και μετά θα κοιμηθεί ευτυχισμένος και ήρεμος. Όσα έκρυβε μέσα του τα έπλασε και τα τακτοποίησε στο κείμενο εμπρός του. Και ξαλαφρωμένος θα παραδοθεί στην αγκαλιά του Μορφέα.

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Η κουβερτούλα των ξεχασμένων νημάτων..

Πριν ένα χρόνο περίπου είχα δει στο sealedbyelsa μια υπέροχη κουβέρτα που η Έλσα είχε πλέξει με τα υπολείμματα νημάτων που είχε στο σπίτι της. Ξέρετε όλα αυτά τα μικρά κατσιασμένα κουβαράκια που έχουν απομείνει μοναχά τους όταν το έργο στο οποίο συμμετείχαν είχε ολοκληρωθεί. Σκουφιά, κασκόλ, κουβερτούλες όλα αυτά τα υπέροχα μοναδικά δημιουργήματα που όλες οι πλέχτρουσες έχουν φτιάξει με τα χεράκια τους και τα λίγα απομεινάρια νημάτων είναι καταχωνιασμένα σε τσάντες συρτάρια κούτες.

43000389_899039543620389_8029231683863576576_n
Η Κουβέρτα της Έλσας

Ήθελα πολύ να φτιάξω και εγώ μια τέτοια κουβέρτα/ριχτάρι καθώς είχα αρκετά νήματα και δεν ήξερα τι να τα κάνω, ήταν πολύ λίγα για να φτιάξω το οτιδήποτε. Είχα όμως άλλα πρότζεκτ να ολοκληρώσω (μια δικιά μου κουβέρτα με μοτίφ και μια κουβερτούλα με κοχύλια για τον Γιαννάκο μου). Φέτος λοιπόν αποφάσισα να το βάλω μπροστά επιτέλους. Μάζεψα όλα τα παράταιρα κακορίζικα νηματάκια μου και επικοινώνησα με την Έλσα στο fb. Με καθοδήγησε και ξεκίνησα. Δεν μπορούσα και δεν ήθελα να κάνω τη κυματιστή πλέξη που είχε χρησιμοποιήσει και εκείνη. Δεν ήθελα να κάνω ένα πανομοιότυπο ριχτάρι. Ήθελα να είναι καθαρά δικό μου. Βρήκα μια απλή πλέξη σε ευθεία και ξεκίνησα.

43050759_899039496953727_26057394786140160_n
Η Χατσοκουβερτούλα

 

Χαίρομαι που βλέπω επιτέλους όλα αυτά τα νήματα να αξιοποιούνται. Και ας με παιδεύει. Αποφασισμένη να χρησιμοποιήσω όλα μα όλα τα νήματα έβαλα μέχρι και τα πολύ λεπτά (ανκορά βαλμένο τριπλά) ..

Και κάπου αλλού διάβασα για μια άλλη κουβέρτα που λέγεται  «η κουβέρτα των αναμνήσεων».. Είναι με νήματα που έχουν περισσέψει από κάλτσες. Θα μπορούσε και η δικιά μου κουβερτούλα να λέγεται των αναμνήσεων γιατί θυμάμαι το κάθε νήμα που το έχω χρησιμοποιήσει. Προτιμώ όμως να της δώσω ένα δικό μου όνομα. Η χατσοκουβερούλα (Χάτσον το παρατσούκλι μου)….

 

43047903_899157116941965_8919890760115945472_n
Η Κουβέρτα των αναμνήσεων

Μείνετε συντονισμένοι, θα σας τη παρουσιάσω όταν ολοκληρωθεί

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις…

Πριν ούτε και εγώ θυμάμαι πόσους αιώνες είχα διαβάσει για δυο φωτογράφους τον Gabrielle Galiberti και τον Εdoardo Dilelle και για το project που είχαν δημιουργήσει μαζί. Μια σειρά φωτογραφιών με τίτλο Mirrors and windows. Οι φωτογραφίες αυτές απεικόνιζαν νεαρές γυναίκες από όλο το κόσμο στα δωμάτια τους. Κάθε δωμάτιο ήταν διαφορετικό, αντικατόπτριζε όχι μόνο τη προσωπικότητα της κάθε γυναίκας αλλά και το βιοτικό και πολιτισμικό υπόβαθρο της. Απορροφημένη έριχνα κλεφτές ματιές στη ζωή αυτών των γυναικών που δεν τις γνώριζα αλλά ήταν όπως και εγώ: γεμάτες ζωή και όνειρα…

42784011_897463497111327_1180227394846326784_n
Ευγενία, Αθήνα Ελλάδα
42731804_897463590444651_3110875366890143744_n
Asli, Κωνσταντινούπολη Τουρκία
42743612_897463707111306_313156815854501888_n
Enas, Καιρο Αίγυπτος
42749213_897463467111330_611185799114784768_n
Mickayla, Λονδίνο Μεγάλη Βρετανία
42808533_897463527111324_7091141733278285824_n(1)
Δανάη Σούνιο Ελλάδα
42861018_897463633777980_2061143810234122240_n
Gessianne και Jessica, Ρίο Ντε Τζανέιρο Βραζιλία

Η σειρά εννοείται έχει πολλές περισσότερες φωτογραφίες, εγώ έβαλα μόνο λίγες.

Πολύ θα μου άρεσε να μου έχει ζητήσει κάποιος φωτογράφος να με φωτογραφίσει στο δωμάτιο μου. Ξέρετε μπορείς να καταλάβεις πολλά για έναν άνθρωπο από το δωμάτιο του.

Οπότε θα κλείσω με μια δικιά μου φωτογραφία μέσα στο δωμάτιο μου. Έτσι για να μη ζηλεύω πια.. Η φώτο είναι από το 2015 και έχουν αλλάξει πολλά πράγματα στο δωμάτιο μου, ο ένας τοίχος είναι μοβ λιλά, έχω ξεφορτωθεί τα παλιά σαβουροεπιπλα, έχω μια τέλεια αντίκα τουαλέτα με ολοστρόγγυλο καθρέπτη, και το κρεβάτι είναι πλέον ημίδιπλο με κάγγελα.Ένα πράγμα δεν έχει αλλάξει: η βαριά βιβλιοθήκη που μου πήρε ο παππούς Γρηγόρης όταν πήγα στο γυμνάσιο (στα δεξιά). Επέλεξα να σας δείξω αυτή τη φωτογραφία γιατί ήταν από μια άκρως δημιουργική περίοδο τότε που έγραφα από την αρχή τη Βεατρίκη (χαμός στον τοίχο από τις σημειώσεις)

DSC05166
Μαρία, Κρήτη Ελλάδα ❤

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

36335670_823155761208768_1258706484682817536_n

Αποφάσισα να σταματήσω να δημοσιεύω σε συνέχειες  την ιστορία μου «ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ» μέχρι να αποφασίσω τελικά ποια ιστορία θα στείλω προς αξιολόγηση σε εκδοτικούς οίκους.

Είμαι ανάμεσα σε τέσσερις ιστορίες:

α) στη “Βεατρίκη”

β) στη “Ρόουζ”

γ) στην Ερευνήτρια Α.

δ) Αλυσοδεμένη Ψυχή

 

Ότι αποφασίσω με τη τύχη της ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗΣ ΨΥΧΗΣ θα σας ενημερώσω μέσα από το blog μου….

Wish me luck...

Σας φιλώ ❤