ΔΝΟΦΕΡΟΣ

MY MINI FICTIONAL STORY:»ΔΝΟΦΕΡΟΣ ΔΙΗΖΗΤΩΡ» PART 3.

O Δνοφερός διηζήτωρ κινήθηκε αστραπιαια..Κόλλησε το σώμα του στη παγωμένη πέτρα. Έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να κυριαρχήσει στον εαυτό του. Η ανάσα του ακουγόταν βαριά σαν να έβγαινε από τα ρουθούνια κάποιου κτήνους που είχε καταπιεί φωτιά. Η εικόνα που μόλις είχε αντικρύσει είχε χαρακώσει τη λογική του.

Σήμερα είχε αποφασίσει να κινηθεί μέρα. Είχε αφήσει την ασφάλεια του σκότους για να κάνει μια μια αναγνωριστική βόλτα γύρω από το άντρο της ακολασίας που ζούσαν τα τέσσερα τέρατα που τον είχαν καταστρέψει. Ήθελε να δει αν ήταν ακόμα μαζί η παρέα των μιασμάτων.

Είχε ελέγξει αρκετά το χώρο γύρω από τη τρώγλη τους και αφού είχε βεβαιωθεί ότι δεν ήταν κανείς μέσα ετοιμαζόταν να εισβάλλει στο χώρο τους για να εξερευνήσει με την ησυχία του. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν με μια σαραβαλιασμένη Μπιούικ δυο από τα τέσσερα κτήνη. Με την επιδεξιότητα ενός αίλουρου κρύφτηκε χωρίς να τον πάρουν είδηση. Έμεινε εκεί και πέριμενε. Το μυαλό του ούρλιαζε να φύγει το κορμί του όμως είχε αδρανοποιηθεί. Κινδύνευε να τα τινάξει όλα στον αέρα κι όμως δεν πήγαινε πουθενά.

Οι εχθροί του λίγα βήματα πιο πέρα μιλούσαν και γελούσαν σαν φυσιολογικοί άνθρωποι. Αυτό τον εξόργισε. Ήθελε να βγεί από την κρυψώνα του και να τους μακελέψει. Ένιωσε αποστάτης. Ήταν παράδεκτο κτήνη σαν αυτούς να κυκλοφορούν ανάμεσα σε έντιμους φυσιολογικούς ανθρώπους χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανένα. ‘Ενιωσε τα χέρια του να σχημαατίζουν γροθιές. Ήταν άοπλος, δεν κρατούσε τον εξοπλισμό του γιατί ειχε επιλέξει να κυκλοφορήσει ανάμεσα σε κόσμο. Δεν θα έβαζε ποτέ σε κίνδυνο τις ζωές αθώων ανθρώπων.

Οι γροθιές του ήθελαν να ματώσουν κάποια μούτρα. Κοίταξε κλεφτά και είδε τη βρώμα που είχε σαν συνεργό στα εγκλήματα του ο μισητός εχθρός του, να φιλιούνται χυδαία. Είχε βάψει τα κατάμαυρα σαν κοράκι μαλλιά της σε ένα ξεπλυμμένο, πρόστυχο ξανθό. Είχε προσπαθήσει να αλλάξει ταυτότητα για να μην την αναγνωρίζουν, η μυρωδιά της όμως τη πρόδιδε. Αναδυόταν η σαπίλα της βρωμερής ψυχής της. Ήταν το πιο χυδαίο σιχαμερό πλάσμα που είχε γνωρίσει ποτέ. και ήταν η ερωμένη του πιο μισητού εχθρού του.

Αυτός ήταν πιο απλοικός. Ήταν ένας κοινός εγκληματίας με χαμηλή νοημοσύνη. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν τα λεφτά το σέξ και τα αμάξια. Για να κάνει μια πλούσια ζωή είχε γίνει κλεφτης και κομπιναδόρος. Αυτή ήταν το μυαλό της υπόθεσης. Τον καθοδηγούσε και τον είχε του χεριού της με θέλγητρο τα κάλλη της και το κρεβάτι της.

Αυτή τον είχε βάλει να πολιορκίσει την αδελφή του να το παίξει ερωτευμένος και να την βάζει να κλέβει χρήματα από τους γονεις τους για να του τα δίνει. Όταν δεν είχε άλλα να του δώσει τη σκότωσαν. Στην εικόνα της αδελφής του μόρφασε από τον πόνο.

Το καταραμένο ζευγάρι συνέχιζε το σόου με τα γλωσσόφιλα σε κοινή θέα. Αναρωτήθηκε αν αγαπιόντουσαν αληθινά. Αν θυσίαζε ο ένας τη ζωή του για να σωθεί ο άλλος ή αν πρόδιδαν ο ένας τον άλλον στη πρώτη δυσκολία. Του έριξε μια κλεφτή ματιά. Και τότε έγινε το απροσδόκητο:ο μισητός εχθρός του σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε πρς το μέρος του σαν κάποιος να τον είχε φωνάξει.

Ο Δνοφερός λούφαξε κρατώντας την αναπνοή του. Κρατήθηκε να μη βρίσει. Το σχέδιο πήγαινε κατα διαβόλου. Οι συνεργάτες του δεν θα ήταν καθόλου ευχαριστημένοι με αυτή την εξέλιξη. Άρχισε να υποχωρεί με αργές κινήσεις προσπαθώντας να μη γίνει αντιληπτός.’Οταν βρέθηκε σε απόσταση ασφαλείας άναψε τσιγάρο, ρούφηξε μια γερή τζούρα και ύστερα έβγαλε το κινητό του από την τσέπη του. Τηλεφώνησε στους συνεργάτες του. Αυτό έπρεπε να τελειώσει απόψε.

Μάγιερς, Χιούι, Βουρχές,Τράβις ,Ντέξτερ και Δνοφερός. Έξι τιμωροί, έξι όπλα, ένας σκοπός:να θερίσουν.

Η πανσέληνος του έκανε να μοιάζουν με απόκοσμα πλάσματα. Έτοιμα για δράση. Περίμεναν τη κατάλληλη στιγμή.

Μέσα στη τρώγλη του μισητού εχθρού του ήταν όλα τα μέλη της σπείρας τους. Και τα τέσσερα.

Έπρεπε να βρούν τρόπο να τους βγάλουν έξω χωρίς να διαταράξουν την ησυχία της πόλης που κοιμόταν.

Περίμεναν ώσπου η βρώμα ξεμύτησε από τη τρώγλη. Προφανώς πήγαινε στο μινί μάρκετ για τσιγάρα και ποτά.

Με αστραπιαίες κινήσεις έπεσε στα χέρια τους όπου την ανάγκασαν να τηλεφωνήσει στον εραστή της να βγεί έξω δήθεν ότι κάτι ήθελε να του πει.

Δε βγήκε μόνος του, μαζί του ήταν και τα δυο τσιράκια του. Τους αιφνηδίασαν και τους αιχμαλώτησαν.

Βασανίστηκαν αργά, ποιητικά και ξεψύχησαν ουρλιάζοντας κατάρες για τους θεριστές.

ΤΕΛΟΣ.

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì    

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s