ΕΛΙΝΟΡ

ΕΛΙΝΟΡ (part 9)…

Φίλινγκ γκουντ μαι φρεντ!!!!!! Σήμερα έχω απίστευτα καλή διάθεση. Ίσως να φταίει η θάλλασα που πήγα και το παίχνιδι με τον ανηψιό μου (αχ θα τρελαθώ, με αποκαλεί «θεία μου Μαρία μου»)..Ίσως να φταίει που πήρα ένα φιλάκι στο λαιμό από τον μικρό μου πρίγκιπα, ποιός στη χάρη μου). Ίσως να φταίει ότι η Ελινορ δε με ζορίζει πια, ίσως να φταίει το όνειρο μου που με κρατάει ζωντανή (εγώ να γράφω ιστορίες σε ένα σπίτι κοντά στη θάλλασα)….Ίσως να φταίει που είμαι μόνη μου, ήρεμη, με αυτοπεποίθηση, χωρίς κάποιον ανισόρροπο, κοντοστούπη να μου κάνει τη ζωή μου κόλαση (θα στα πω μια μέρα).. Παρόλο που γύρισα από τη θάλασσα ψημένη από την αλμύρα και τον ήλιο και το μόνο που ήθελα ήταν να κοιμηθώ ένα χρόνο αποφάσισα να γράψω το ένατο κεφάλαιο της Έλι… Διότι έχω και εγώ αγωνία. Κάποιες φορές δεν έχω ιδέα τι θά γράψω μέχρι να αρχίσω να γράφω… Enjoy λοιπόν και όπως λέω εγώ εδώ στη Κρήτη: «see you tomorrow α παντήξουμε». Τo see you tomorrow» δε θέλει μετάφραση, ξέρουμε ότι σημαίνει: «Θα σε δω αύριο». Το θέμα είναι στο δεύτερο μέρος της πρότασης που συναντάμε άγνωστη προς εσάς λέξη. «Α παντήξουμε» σημαίνει «θα συναντηθούμε». Χε χε χε… Οπότε τα λέμε αύριο..

 

«ΚΡΥΦΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Κάθε φορά που βυθίζω τα δόντια μου στη σάρκα του νιώθω την ηδονή να με κυριεύει. Είναι σοκαριστικό το πόσο ευχάριστη διαδικασία προέκυψε η αιμοποσία και για τους δυο μας. Η δίψα μου σβήνει και η φλόγα στα σωθικά μου υποχωρεί. Ο Κρίστιαν με κοιτάει με ηδηπάθεια και αν οι βρικόλακες κοκκίνιζαν, το πρόσωπο μου θα είχε το χρώμα της παπαρούνας. Ξέρω τι σκέφτεται, είναι ξεκάθαρο. Και εγώ το ίδιο σκέφτομαι. Είναι επικύνδινο να αφήσουμε τις ορμόνες μας να κάνουν κουμάντο. Πρέπει να εστιάσουμε στο πως θα εξολοθρεύσουμε το κτήνος με τα κέρατα που σύμφωνα με την ιστορία της μητέρας μου είναι ο Αστερίωνας. Και είναι ανίκητος. Η περιγραφή του Κρίστιαν για το πως η μητέρα μου του διηγήθηκε την ιστορια κάνει να θλίβομαι.

Νιώθω ενοχές που κρατάω τους γονείς μου στο σκοτάδι. Δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά όμως. Προέχει ο βούκρανος Αστερίων.

Μετά το δείπνο μου, με τον Κρίστιαν προσπαθούμε να ανακεφαλαιώσουμε.

«Αμέλια και Μέιναρντ διέφυγαν με το σπαθί της Ριάννον και από κυνηγοί έγιναν κυνηγημένοι. Από το ίδιο τους το τάγμα. Ο Αστεριώνας θα το πήρε προσωπικά. Αναρωτιέμαι αν τους βρήκε ποτέ» είπε σκεπτικός ο Κρίστιαν.

«Ισως να μαθαίναμε αν η μητέρα μου ήταν σε θέση να…» αποκαρδιωμένη σωριάστηκα στον καναπέ. «Κρίστιαν η μητέρα μου..»

Με αγκάλιασε και έμεινα εκεί στο αγαπημένο μου μέρος ακούγοντας τη καρδιά του να χτυπάει.

«Πρέπει να πείσεις τον πατέρα μου να τη πάει σε έναν γιατρό» είπα πνίγοντας ένα λυγμό.

Λίγες μέρες αργότερα και ενώ τη μητέρα μου παρακολουθούσε πλέον ψυχολόγος, το μόνο συμπέρασμα στο οποίο είχαμε καταλήξει ήταν η σύμπτωση του σπαθιού που έκλεψαν η Αμέλια και ο Μείναρντ στην ιστορία και το σκαλιστό σπαθί στο μενταγιόν που είχαμε βρεί στο δωμάτιο των γονιών μου. Πως μπορούσαμε να πολεμήσουμε ένα τόσο φρικιαστικό κτήνος με ένα μικρό μενταγιόν;

«Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι άλλο που δεν ανακαλύψαμε στο σπίτι σου» είπε ξαφνικά ο Κριστιαν βγάζοντας με από τις σκόρπιες σκέψεις μου.

Και τότε μου ήρθε! Το μικρό κρυφό δωμάτιο μέσα στο δωμάτιο των γονιών μου.

Περιμέναμε να νυχτώσει και πήγαμε στο σπίτι μου. Οι γονείς μου είχαν επισκεφθεί για λίγες μέρες την θεία Μαρία, μετα από προτροπή του ψυχολόγου. Έπρεπε να αλλάξει περιβάλλον, να φύγει από το μέρος που της θύμιζε τη κόρης της. Εμένα. Με πονούσε η σκέψη ότι η μητέρα μου είχε χάσει το μυαλό της για χάρη μου. Γι’ αυτό έπρεπε να βιαστούμε να βρούμε μια λύση.

Ήταν εύκολο να μπούμε στο σπίτι μου μιας και είχα και πάλι το μπρελόκ με τα κλειδιά μου. Μια ροζ καρδιά με τα αρχικά μου, δώρο του Κρίστιαν στη πρώτη γυμνασίου. Αφού ήταν μαζί μου κατα τη διάρκεια του ατυχήματος, η αστυνομία του τα είχε παραδώσει όταν εγώ μεταφέρθηκα στο νεκροτομείο και εκείνος απλά στο νοσοκομείο.

Στο δωμάτιο των γονιών μου θυμάμαι ότι υπήρχε μια κρυφή πόρτα που οδηγούσε σε ένα μικρότερο δωμάτιο. Όταν ήμουν μικρή είχα δει κρυφά και τους δυο μου γονείς να μπαίνουν σε αυτό το κρυφό δωμάτιο. Πλησίασα τη βιβλιοθήκη με τα ράφια να πιάνουν από πάνω μέχρι κάτω τον τοίχο. Στη πραγματικότητα ήταν μια πόρτα. Προσπάθησα να θυμηθώ με ποιο τρόπο έμπαίναν στο μικρότερο δωμάτιο. Η μητέρα μου σήκωνε το αριστερό της χέρι και κάτι έπιανε. Μιμήθηκα τη κίνηση της και βρέθηκα να ψηλαφίζω  κατα μήκος το ξύλο της βιβλιοθήκης. Ο Κρίστιαν στάθηκε πίσω μου και άπλωσε το χέρι του ψηλότερα από το δικό μου. Άγγιξε ένα μικρό μοχλό που ήταν κρυμμένος ανάμεσα σε διπλό ράφι.

Η βιβλιοθήκη άνοιξε κάνοντας έναν βαρύ ήχο. Είχε καιρό να μπει κάποιος εκεί μέσα. Προχωρήσαμε κρατώντας κεριά και βρεθήκαμε στο μικρό δωμάτιο. Υπήρχαν παντού βιβλία. Προσπαθήσαμε να στερεώσουμε κάπου τα κεριά και ριχτήκαμε στη μελέτη. Τα βιβλία ήταν αμέτρητα και δεν είχαμε ιδέα που να κοιτάξουμε.

Ο απότομος ήχος της πόρτας μας έκανε να κοιταχτούμε με τρόμο. Με άρπαξε από το χέρι και φύσηξε δυνατά τα κεριά. Βγήκαμε από το κρυφό δωμάτιο και κλείσαμε τη βαρυά βιβλιοθήκη-πόρτα τραβώντας τον μοχλό. Ο Κρίστιαν κρυφοκοίταξε στο διάδρομο πρι μου κάνει νόημα να βγούμε από το δωμάτιο των γονιών μου. Κάτω στο καθιστικό ακουγόταν η φωνή του πατέρα μου. Συζητούσε με κάποιον. Η μητέρα μου δεν ακουγόταν καθόλου. Ο Κρίστιαν με τράβηξε να μπούμε στο δικό μου δωμάτιο και από εκεί να δραπετεύσουμε από το  παράθυρο μου.

«Που είναι η μητέρα μου Κρίστιαν;» είπα στον φίλο μου όταν βρεθήκαμε στην ασφάλεια του εγκαταλειμένου σπιτιού που έμενα τον τελευταίο καιρό. Η φλόγα στο λαιμό μου με αποπροσανατόλιζε. Η’ η κάψα χαμηλά στη κοιλιά μου. Ζαλισμένη τίναξα τα μαλλιά μου και κάθισα στον καναπέ παίζοντας το μενταγιόν παίζοντας το στα δάχτυλα μου.

«Ο τύπος που μιλούσε ο πατέρας σου είναι ο ψυχολόγος της μητέρας σου. Άκουσα το όνομα της κλινικής που εργάζεται. ίσως η μητέρα σου έπρεπε να νοσηλευτεί για λίγο»Τα λόγια του με χτύπησαν σαν γροθιά στο στομάχι. Σήκώθηκα αποφασισμένη. «Όχι! Αυτό θα σταματήσει τώρα. Θα πάω να μιλήσω στους γονείς μου. Δεν αντέχω να είναι σε αυτή τη κατάσταση η μητέρα μου»

Ο Κρίστιαν με κράτησε από το χέρι και με τράβηξε πάνω του. «Μη Έλι. Πρώτα πρέπει να βγάλουμε τον Αστερίωνα από τη μέση»

Πάλεψα να ελευθερωθώ από την αγκαλιά του χωρίς αποτέλεσμα. Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήθελα να βγω από εκεί μέσα. Έτριψα το πρόσωπο μου στο στέρνο του. Τα μάτια μου έκαιγαν. Τα δάκρυα μου κυλούσαν προς τα μέσα. Μέσα από τα μάτια μου, μέσα στο σώμα μου, στη ψυχή μου αφήνωντας το πρόσωπο μου στεγνό. Μου χαίδεψε τα μαλλιά και με κούνησε απαλά σαν μωρό.

Ένιωσα τα χείλη του να αφήνουν ένα απαλό αποτύπωμα τους στη κορυφή των μαλλιών μου.

«Ω Κρίστιαν» ψέλλισα

«Σσσ…Ξέρω»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…..

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì      

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s