ΕΛΙΝΟΡ

ΕΛΙΝΟΡ (part 10)…

«ΚΡΥΠΤΗ

Το να είσαι βαμπίρ δεν είναι καθόλου εύκολο. Το μόνο που σε νοιάζει είναι η αιμοποσία και το να μη σε κάνει κάρβουνο ο ήλιος. Δεν σε απασχολούν πράγματα όπως οι καιρικές συνθήκες, η θέρμανση, τα ρούχα.

Στο υπόγειο που μένω, με τον Κρίστιαν δημιουργήσαμε μια κρύπτη στον παλιό, κάπως πλαγιαστό τοίχο. Εκεί κοιμάμαι την ημέρα. Πέφτω σε κάποιου είδος κώμα. Πρροφανώς αυτό με βοηθάει στο να ανακτήσω τις δυνάμεις μου. Μόλις πέσει το σκοτάδι τα μάτια μου ανοίγουν αυτόματα και μένω σε αυτό το άγρυπνο κώμα για καμιά ώρα μέχρι να ξυπνήσω τελείως.

Και κάθε ξημέρωμα η ίδια σκηνή: ο Κρίστιαν το σκάει από το σπίτι του, τις φορές που δεν ξενυχτάει μαζί μου, για να είναι παρών τη στιγμή που θα κλείσω τα μάτια μου για να ξεκουραστώ.

«Κρίστιαν καταντάει αστείο» του είπα όταν είχε έρθει ένα άγριο πρωινό στις πέντε για να με βάλει για ύπνο, ενώ έβρεχε και είχε γίνει μούσκεμα.

«Απλά θέλω να σιγουρευτώ ότι η κρύπτη θα κλείσει καλά»

Χαμογέλασα χωρίς να πω κουβέντα και την ώρα που έπεφτα σε κώμα, ένιιωσα τα απαλά του χείλη το μέτωπο μου.

Όταν ξυπνούσα, ήταν και πάλι εκεί. Περίμενε πάντα λίγα βήματα πέρα από τη κρύπτη και όσο συνερχόμουν σιγά σιγά τον ένιωθα να με περιμένει. Μύριζα το καυτό του αίμα, τον αλμυρό ιδρώτα του και άκουγα τους χτύπους της καρδιάς του.

Το σοκ του Κρίστιαν όταν ένα σούρουπο ήρθε να με δει να ξυπνάω και ανακάλυψε ότι η κρύπτη ήταν ηδη ανοιχτή και εγώ άφαντη, ήταν μεγάλο.

Η αλήθεια ήταν ότι είχε αρχίζει να ξυπνάει το ένστικτο του βρικόλακα και ένιωθα την ανάγκη για αίμα και όλεθρο. Δεν είχα ιδέα αν είχα περισσότερη ανάγκη να πιω αίμα και από άλλους ανθρώπους ή να βλάψω κάποιον. Όχι άνθρωπο. Κάποιο κτήνος ίσως. Τον Αστερίωνα. Απλά ήθελα να κυνηγήσω κάτι.

Ήμουν απέναντι από το σπίτι μου κρυμμένη στις σκιές. Στο εσωτερικό δεν φαινόταν να υπάρχει κίνηση. Κάποια φώτα ήταν αναμμένα, αλλά ήξερα ότι οι γονείς μου το συνήθιζαν αυτό όταν έλειπαν. Πίστευαν ότι έτσι ξεγελούσαν κάθε επίδοξο κλέφτη. Έλπιζα να δω τη μητέρα μου, αλλά ίσως βρισκόταν ακόμα στη κλινική. Τόσο σοβαρή λοιπόν ήταν η κατάσταση της; Μια σουβλιά στο κεφάλι με έκανε να γονατίσω. Οι τύψεις με σκότωναν.

Και τότε το είδα. Λίγα μέτρα πίσω από το σπίτι μου, στην αντίθετη κατεύθηνση από εμένα βρισκόταν κάτι. Τα μάτια του γυάλιζαν στο σκοτάδι και η ακοή μου μπορούσε να ακούσεια από τόσο μακρύα την βαριά του ανάσα. Σύρθηκα πιο μέσα στο σκοτάδι για να μη με δει. Η σιλουέτα του ήταν ακαθόριστη. Φαινόταν ογκώδης. Ένα πρόσωπο μου ήρθε στο μυαλό: Αστερίωνας!!

Με έψαχνε στο σπίτι των γονιών μου. Αναρωτήθηκα πόσα ήξερε για μένα. Τι μπορεί να ήθελε από εμένα;

Οι σκέψεις μου έμειναν μετέωρες το δευτερόλεπτο που αντίκρισα τον Κρίστιαν απέναντι μου, να ανεβαίνει τα σκαλιά που οδηγούσαν στην πόρτα του σπιτιού μου. Άν τον έπαιρνε είδηση ο Αστερίων θα είχαμε δράματα. Αποφάσισα να δράσω ακαριαία. Πόνταρα στο στοιχείο του αιφνιδιασμού. Εξάλλου αυτό δεν αναζητούσα εκείνο το βράδυ; Ένα κυνηγητό. Μόνο που αντί για κυνηγός κατα πάσα πιθανότητα θα ήμουν το θήραμα. Γιατί μόλις το αντιλαμβανόταν το κτήνος με τα κέρατα, θα μας καταδίωκε. Όπως και να είχε, προτιμούσαν να πεθάνω, στα αλήθεια αυτή τη φορά, παρά να πάθει το παραμικρό ο Κρίστιαν.

Γονάτησα στο έδαφος σαν τους δρομείς και έδωσα ώθηση στον εαυτό μου. Την ώρα που ο Κρίστιαν ετοιμαζόταν να χτυπήσει το κουδούνι τον άρπαξα και συνέχισα να τρέχω με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο φόβος μου ήταν κάτι πρωτόγνωρος αλλά ένιωθα και μια έξαψη που μου έδινε φτερά.

Αποφάσισα να μην επιστρέψουμε στο υπόγειο γιατι αν μας είχε ακολουθήσει ο Αστερίων δεν ήταν και η καλύτερη ιδέα να μάθει το καταφύγιο μου. Κατευθήνθηκα έξω από τη πόλη σε ένα δύσβατο μονοπάτι που κατέληγε σε μια βρααχώδη σπηλιά.

Όταν σταματήσαμε, ο Κρίστιαν γονάτισε και έκανε εμετό. Αν ήμουν άνθρωπος πιθανόν να έκανα και εγώ.

«Έλι, ανάθεμα!! Έφυγες!!» είπε με αλλοιωμένη φωνή

«Συγνώμη Κρίστιαν. Ήθελα να κάνω βόλτα». Ντράπηκα να του πω ότι ήθελα να το παίξω αιμοβόρο βαμπίρ.

«Εχεις ιδέα πόσο ανήσυχησα;» επέμενε

«Δε το σκέφτηκα. Συγνώμη έκανα βλακεία»

Σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μου. Μου έδωσε ένα ηχηρό χαστούκι και μέσα μου ένιωσα απέραντη ντροπή.

«Από τη πρώτη στιγμή που επέστρεψες ως βρικόλακας είμαι μαζί σου. Σε στηρίζω με οποιοδήποτε κόστος. Η ζωή μου έχει δυαλυθεί και δεν με νοιάζει. Το μόνο που μου έχει μείνει είναι να σε φροντίζω. Αν ξανακάνεις όμως κάτι τέτοιο, θα σε εγκαταλείψω»

Αυτά τα λόγια μου έκαναν μεγαλύτερη ζημιά από το χαστούκι του.

«Μη!!»

«Τότε κόφτο!!»

«Θα κάνω ότι θέλεις Κρίστιαν. Απλά μείνε»

Με αγκάλιασε και με φίλησε στο μέτωπο.

Εκείνο το βράδυ μείναμε και οι δυο στη σπηλειά. Λίγο πριν ξημερώσει επιστρέψαμε στο υπόγειο και μόλις μπήκα στη κρύπτη να κοιμηθώ, ο Κρίστιαν επέστρεψε στο σπίτι του πριν ξημερώσει και οι γονείς του ανακαλύψουν ότι έλειπε.

Τις επόμενες μέρες παρακολουθούσα το σπίτι μου μανιωδώς μήπως ο Αστερίωνας επέστρεφε αλλά μάταια. Είχε εξαφανιστεί. Το ίδιο και οι γονείς μου.

Ο Κρίστιαν μου μετέφερε τα κουτσομπολιά στη γειτονιά για τη μητέρα μου και τη κλινική. Ένα ξημέρωμαα λίγο πριν κοιμηθώ, του ζήτησα να μπει μόνος του στο σπίτι μου να ψάξει καλύτερα στο μυστικό δωμάτιο που είχαμε ανακαλύψει.

«Κοιμήσου, όμορφη. Μην ανήσυχεις. Θα βρούμε κάτι για να πολεμήσουμε τον Αστερίωνα»

Όταν ξύπνησα, το σούρουπο και η κρύπτη άνοιξε, ο Κρίστιαν στεκόταν λίγα βήματα απο εμένα. Φαινόταν να κρατάει κάτι στα χέρια του που η θολή όραση μου δεν μου επέτρεπε να δω. Έπρεπε να τραφώ για να δυναμώσω πριν αντιμετωπίσω αυτό που είχε ανακαλύψει ο πιο πιστός μου φίλος»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì      

Advertisements

4 σκέψεις σχετικά με το “ΕΛΙΝΟΡ (part 10)…”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s