ΕΛΙΝΟΡ

ΕΛΙΝΟΡ (part 12)..

ΑΦΥΠΝΗΣΗ

Έχουν περάσει πάνω από τρείς μήνες που είμαι βαμπίρ. Η ζωή μου έχει αλλάξει εντελώς. Τρέφομαι με αίμα, δεν κυκλοφορώ έξω στο φώς της ημέρας, ένα τέρας με κεφάλι ταύρου με καταδιώκει και οι γονείς μου είναι εξαφανισμένοι. Η μόνη μου σταθερά είναι ο παιδικός μου φίλος, ο Κρίστιαν.

Αναγκάζεται να τρέχει όλη μέρα για να μου κάνει τα θελήματα και τα βράδυα με νταντεύει. Πραγματικά νιώθω τύψεις για τον ρόλο που έχει αναλάβει στην καινούρια μου ζωή. Πρέπει να τον πείσω με κάποιο τρόπο να επιστρέψει στις παλιές  του συνήθειες. Να ζήσει λίγο. Μακρυά από μένα και τις βαμπιρικές αηδίες μου.

Η σκέψη αυτή με έκανε να μορφάσω. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εκείνον. Είναι το στήριγμα μου.

«‘Ελι»

Το όνομα μου με έκανε να πεταχτώ απότομα και να ριξω στο πάτωμα το τάμπλετ που μου είχε δανείσει ο Κρίστιαν

«Ανάθεμα. Κρίστιαν»

Το γέλιο του με έκανε να ευθυμίσω λίγο. Η μιζέρια είχε γίνει δεύτερη φύση μου. Αφέθηκα να γελάσω και εγώ μαζί του.

Βρεθήκαμε να παλεύουμε πάνω στον παλιό καναπέ πετώντας ο ένας στον άλλο τα μαξιλάρια της μητέρας του Κρίστιαν που τα είχε πάρει κρυφά από το σπίτι του.

«Πας γυρεύοντας» γρύλλισε μόλις έφαγε μια δυνατή σφαλιάρα με το μαξιλάρι στο πρόσωπο του. Με άρπαξε από τους καρπούς και με τράβηξε προς το μέρος του. Προσγειώθηκα άτσαλα πάνω στο σώμα του. Η αλήθεια ήταν ότι τον άφηνα να με τραβολογάει. Αν έβαζα τη μισή από τη δύναμη μου δεν υπήρχε περίπτωση να μπορούσε να με τραβήξει με τόση ευκολία. Απολάμβανα να παίζω μαζί του όπως τότε που ήμασταν παιδιά. Παραμύθιαζα έτσι τον εαυτό μου ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει.

Το γέλιο του είχε κοπεί από ώρα αλλά οι δικές μου σκέψεις δεν μου επέτρεπαν να ασχοληθώ με το τι συνέβενε στον φίλο μου. ‘Ενιωσα ακόμα πιο ελεεινά. Τον κοίταξα και κατάλαβα γιατί δεν έβρισκε πια αστεία τη πάλη μας. Είχε ξεκουμπώθεί κατα λάθος, το πάνω κουμπάκι από το λεπτό φλόραλ πουκάμισο μου.  Το λευκό σουτιέν μου φαινόταν τόσο όσο χρειαζόταν για να κάνει ένα αρσενικό να χάσει τη μιλιά του. Παραδόξως το βλέμμα του πάνω μου δεν με ενοχλούσε καθόλου. Ένιωσα όμορφα για πρώτη φορά μετά από καιρό. Ίσως να είχε έρθει καιρός να προχωρούσαμε παρακάτω. Ίσως να…

Η σκέψη μου έμεινε ανολοκλήρωτη καθώς ένας ισχυρός θόρυβος μας έκανε να πεταχτούμε πάνω.

«Κρίστιαν» φώναξα «φύγε από δω»

«Αποκλείεται» απάντησε και με τράβηξε από το χέρι.

«Έχω φέρει όπλο» μου είπε ψιθυριστά. Θα προτιμούσα να μην το είχε κάνει. Ήξερα ότι πήγαινε με τον πατέρα του για σκοποβολή εδώ και χρόνια, αλλά δεν είχε δικό του όπλο. Προφανώς το είχε κλεψει από το σπίτι του.

Το έβγαλε από το σακίδιο που κουβαλούσε πάντα μαζί του και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Δεν μπορεί να ήταν σοβαρός!! Ήμουν πιο δυνατή από εκείνον και από το αναθεματισμένο όπλο του. Προπορεύτηκε με προσεκτικές κινήσεις, τον είδα να ανεβαίνει τις σκάλες για τον επάνω όροφο. ‘Οτι και να είχε προκαλέσει τον θόρυβο που μόλις είχαμε ακούσει, είχε προέλθει από εκεί που κατευθηνόταν ο Κρίστιαν.

Άφησα το ένστικτο του βρικόλακα να με καθοδηγήσει.

Βάλθηκα να τρέχω με μεγάλη ταχύτητα και τον προσπέρασα χωρίς να πω το παραμικρό. Έφτασα πριν απο εκείνον στον επάνω όροφο και με την δυνατή μου όραση χτένισα προσεκτικά τον χώρο.

Πριν προλάβω να αντιδράσω μια πανήψηλη φιγούρα με έριξε κάτω. Υπέθεσα ότι ήταν ο Αστερίωνας αλλά έπεσα έξω. Ένας βρικόλακας με μακρυά λευκά μαλλιά, κάτασπρο πρόσωπο και κόκκινα μάτια με κρατούσε σφιχτά με τα σκελετωμένα χέρια του.

Προσπάθησα να ελευθερώσω το ένα μου χέρι και τον έγδαρα με τα νύχια μου στο πρόσωπο. Αίμα άρχισε να βγαίνει από τις γρατζουνιές που του είχα προκαλέσει. Όταν άρχισε να βογγάει από τον πόνο βρήκα την ευκαιρία και τον κλώτσησα στα αχαμνά. Ένας πυροβολισμός με έκανε να φωνάξω δυνατά. Ο Κρίστιαν τον είχε πυροβολήσει πισώπλατα. Δεν είχα ιδέα αν οι σφαίρες θα του έκανα τη παραμικρή ζημιά.

Τον έσπρωξα από πάνω μου και κατάφερα να ελευθερωθώ από το βάρος του.

Ο Κρίστιαν με άρπαξε και κατευθηνθήκαμε προς την έξοδο του εγκαταλειμένου σπιτιού.

Πριν προλάβουμε να φτάσουμε στην πόρτα με άρπαξε από τα μαλλιά ο άγνωστος εισβολέας. Μια κραυγή βγήκε από μέσα μου. Ο Κρίστιαν άρχισε να τον πυροβολεί αλλά δεν φάνηκε να ενοχλείται. Με άρπαξε από τη μέση και με έβαλε στον ώμο του σαν σακί πατάτες. ‘Άρχισα να ουρλιάζω και να τον χαράζω παντού με τα νύχια μου. Με τα δόντια μου του έκοψα ένα μεγάλο κομμάτι σάρκα από τον λευκό λαιμό του. Με πέταξε κάτω και στάθηκε μπροστά μου. Αν υπήρχε σατανάς θα είχε τη δική του μορφή. Από το άνοιγμα των ποδιών του είδα τον Κρίστιαν να σέρνεται αθόρυβα από πίσω. Θα προσπαθούσε να τον αιφνιδιάσει. Και θα έτρωγε τα μούτρα του.

Με την άκρη του ματιου μου εντόπισα ένα κομμάτι σπασμένο ξύλο με τη μια του άκρη μυτερή. Έμοιαζε με παλούκι.  Αν άπλωνα το χέρι μου θα το έφτανα. Αρκεί να προλάβαινα πριν αντιδράσει το τέρας που στεκόταν όρθιο και με κοίταζε τόση ώρα με ανεξήγητο βλέμμα.

Σαν να διάβασε τη σκέψη μου ο Κρίστιαν προσπάθησε να δημιουργήσει αντιπερισπασμό,  πετώντας ένα μισοσπασμένο τραπεζάκι προς το μέρος του βρικόλακα. Το κτήνος στράφηκε προς εκείνον και εγώ βρήκα ευκαιρία και άρπαξα τον πάσσαλο. Με ανεξελεγκτη οργή βύθισα το παλούκι στην πλάτη του. Το ουρλιαχτό του ήταν εκκωφαντικό καθώς σωριάστηκε στο πάτωμα.

Ήταν η σειρά μου να σταθώ από πάνω του. Δεν είχα ιδέα αν ήταν νεκρός και σκέφτηκα ότι θα ήταν καλή ιδέα να τον διαμελίσω. Ανατρίχιασα όταν σκέφτηκα αυτό που είχα πάθει εγώ στο ατύχημα. Ποιός να με συναρμολόγησε άραγε; Σε ποιόν χρωστάω την νεκρανάσταση μου;

«Κάντο Έλι» φώναξε ο Κρίστιαν έντρομος. «Το τέρας κουνήθηκε» ..Σκαρφάλωσα στη ράχη του και έστριψα μερικές φορές το παλούκι. Ένιωσα τα χέρια μου να μυρμιγκιάζουν καθώς άκουγα την σπονδυλική του στήλη να σπάει. Η ηδονή της στιγμής ήταν μεγαλύτερη από την ηδονή της αιμοποσίας. ‘Ενιωσα τη φύση μου να ξυπνάει σε όλο της το μεγαλείο. Το βλέμμα μου θόλωσαν στιγμιαία και μετά τα μάτια μου πλημμύρισαν αίμα. Ίσως έπρεπε να να σκοτώσω για να αφυπνήσω τη φύση μου. ‘Ολα ήταν κόκκινα. Όπου και να κοιτούσα. Ακόμα και ο Κρίστιαν.

Αφέθηκα στη στιγμή, συνέχισα να στρίβω τον πάσσαλο μέχρι που η τρύπα που είχε ανοιξει στο σώμα του πλημμύρισε με σκούρο αίμα. Πέταξα το ξύλο μακρυά και άρχισα να τον ξεσκίζω με τα χέρια μου.

Όταν δεν είχα τίποτα άλλο να ξεσκίσω τραβήχτηκα και έπεσα κάτω ασθμαίνοντας.

Ήμουν δυνατή επιτέλους. Αλλά το κόκκινο πέπλο από τα μάτια μου δε έφευγε.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

 

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì      

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s