ΕΛΙΝΟΡ

ΕΛΙΝΟΡ (part 14)…

ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΦΙΛΟΣ

Μου πήρε μέρες να καταλάβω ότι είχα χάσει το μενταγιόν, που ο Κρίστιαν και εγώ είχαμε ανακαλύψει στο κρυφό δωμάτιο που διατηρούσαν οι γονείς μου στην κρεβατοκάμαρα τους. Οι εφιάλτες από το όραμα που είχα αντικρίζοντας τη φλόγα του κεριού, με βασάνιζαν για βδομάδες. Ο Κρίστιαν σαστισμένος από τη κατάσταση μου, αρνιόταν να φύγει από το πλευρό μου. Ενημέρωσε τους γονείς του ότι θα πήγαινε ένα ταξίδι με κάποιους φίλους του και έμενε μερόνυχτα κοντά μου.

Όταν εγώ κοιμόμουν εκείνος έψαχνε μανιωδώς να βρει ένα στοιχείο γι αυτο το αναθεματισμένο κερί. Η θεία μου είχε πει ότι το χειρόγραφο που το συνόδευε, χρονολογούνταν απο το 1816 και ήταν στα αρχαία Ελληνικά. Ωστόσο επέμενε να μιλήσει στους ανώτερους της για το κείμενο, μήπως και εκείνοι κατάφερναν να δώσουν μια λογική εξήγηση για το πως και γιατί βρέθηκε αυτό το κουτί κοντά σε κατοικημένη περιοχή. Ο Κρίστιαν είχε καταφέρει να τη πείσει να περιμένει λίγο ακόμα πριν μιλήσει σε κάποιον, μήπως και κατάφερνε να βρεί και άλλα παρόμοια πράγματα στο σημείο που το είχε βρεί. Η θεία μου φάνηκε να τον πιστεύει.

Επέστρεφε συχνά στο σπίτι μου όπου έμπαινε ανενόχλητος, αφού οι γονείς μου ήταν αγνοούμενοι, και έψαχνε να βρεί οτιδήποτε θα μας έβγαζε από το σκοτάδι.

Η κατάσταση μου ήταν άθλια. Ήμουν αδύναμη, όσο αίμα και να έπινα από τον Κρίστιαν, είχα εφιάλτες και ένιωθα αδύναμη. Αναπτερώθηκαν οι ελπίδες μου όταν ένα σούρουπο που μόλις είχε επιστρέψει από το σπίτι μου και εγώ μόλις είχα ξυπνήσει, βρήκε το μενταγιόν μου.

«Κρίστιαν, το βρήκες» είπα με ανακούφιση και ρίχτηκα στην αγκαλιά του.

«Είχε μπερδευτεί στα ξερόκλαδα που πλαισιώνουν τη σιδερένια πόρτα. Προφανώς το έχασες όταν σκαρφάλωσες για πρώτη φορά εδώ μέσα»

Μου το φόρεσε στο λαιμό και μου χάιδεψε απαλά τα μαλλιά μου. Καθίσαμε στον καναπέ και συζητούσαμε για αρκετή ώρα τα καθιερωμένα θέματα που μας απασχολούσαν: οι γονείς μου, το κερί, ο Αστερίωνας και ο άγνωστος βρικόλακας που μας είχε επιτεθεί και που είχα σκοτώσει.

«Ισως να τον έστειλε ο Αστερίωνας» είπε κάνοντας με να ριγήσω.

«Λες να γνωριζει που μένω;» είπα ανήσυχη.

«Μου φαίνεται δύσκολο, αλλά δεν μπορώ να βρω άλλη εξήγηση. Τυχαία μπήκε εδώ μέσα ο άγνωστος βρικόλακας;»

Ισως να ήταν κάπου εδώ κοντά και να αισθάνθηκε την οσμή μου» είπα προσπαθώντας να διώξω από το μυαλό μου το πρώτο σενάριο.

«Είναι πολύ πιθανόν» συμφώνησε μαζί μου.

Με κοίταζε με αινιγματικό ύφος.

«Κόφτο» του είπα, δίνοντας του μια ψεύτικη κλωτσιά στα πλευρά.

Παραξενεύτηκα από την απουσία του πόνου και της εξάντλησης που ένιωθα τόσες μέρες.

«Έλι!! Τα μαγουλα σου είναι ροδαλά και τα χείλη σου κατακόκκινα, τι έκανες όσο έλειπα; Ξύπνησες και σκότωσες κανέναν;»

«Το ξέρεις ότι δεν μπορώ να ξυπνήσω» του πέταξα και σηκώθηκα να κοιτάξω το είδωλο μου σε έναν παλιό καθρέπτη που κρεμόταν στον βρώμικο τοίχο. Είχε δίκιο. Το πρόσωπο μου έμοιαζε φρέσκο και ολοζώντανο. Όπως τότε που ήμουν θνητή. Ψηλάφισα τα ζυγωματικά μου και έγλυψα με τη γλώσσα μου τα χείλη μου. Ύστερα τη πέρασα από τον ένα μου κυνόδοντα και λαχτάρησα αίμα. Μόνο τα μάτια μου ήταν όπως πριν, κατακόκκινα και απειλητικά. Γύρισα στον καναπέ και κοίταξα τον Κρίστιαν. Με πλησίασε και χάιδεψε το μενταγιόν στο στήθος μου.

«Μόλις το φόρεσες πήρες τα πάνω σου»

«Λες;»

«Λέω. Βγάλτο για λίγο να δούμε αν αρρωστήσεις ξανά»

Υπάκουσα και το έβγαλα. Το ακούμπησα πάνω στο τραπεζάκι και περιμέναμε. Μετά από μισή ώρα είχα επανέλθει στην κατάσταση που ήμουν. Ένιωθα πραγματικά άρρωστη.

«Τέρμα τα πειράματα» είπε ο Κρίστιαν και μου φόρεσε ξανά το μενταγιόν.

Μέσα σε λίγη ώρα ήμουν καλά και τρεφόμουν από τον φίλο μου. Το μενταγιόν λοιπόν ήταν το «αντίδοτο» στην επιρροή που είχε πάνω μου η φλόγα του κεριού. Ένιωσα ότι είχαμε καταφέρει κάτι. Βέβαια τα μεγάλα μας προβλήματα υπηρχαν ακόμα και δεν ειχαμε ιδέα πως να τα λύσσουμε, αλλά τουλάχιστον ήμουν δυνατή.

Όταν δυνάμωσα περισσότερο σκέφτηκα ένα σχέδιο να μάθουμε νέα για τους γονείς μου.

Έβαλα τον Κρίστιαν να τηλεφωνήσει στη θεία μου και παραστήσει έναν αστυνομικό. Δήθεν για να ενημερώσει ότι υπήρχαν εξελίξεις στο θέμα της ανεύρεσης της σωρού μου. Και απουσίας των γονιών μου, η θεία μου ήταν η κοντινότερη συγγενής.

Ήμουν δίπλα του όση ώρα μιλούσε με τη θεία, ακούγοντας την φωνή της που τόσο μου είχε λείψει.

Ο αστυνομικός- Κρίστιαν της έκανε ερωτήσεις πότε είδε τελευταία φορά τους γονείς μου και η απάντηση ήταν η ίδια που ήξεραν όλοι στη γειτονιά μου. Βρισκόταν σε ψυχιατρική κλινική. Μόνο που εμείς ξέραμε ότι δεν ήταν έτσι.  Ήμουν σίγουρη ότι γνώριζε που ήταν και τους κάλυπτε. Έκανα νόημα στον Κρίστιαν να την απειλήσει. Η απάντηση της θείας μου μας έκανε να μείνουμε αγάλματα.

«Θα πω στον κύριο Πάτρικ Ντέξτερ να επικοινωνήσει με το αστυνομικό τμήμα»

Πριν προλάβει να της απαντήσει, η γραμμή είχε νεκρωθεί.

«Γνωρίζει που είναι» ψιθύρισα και σωριάστηκα στον καναπέ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì      

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s