ΕΛΙΝΟΡ

ΕΛΙΝΟΡ (part 15)..

Η ΑΡΠΑΓΗ

ΑΣΤΕΡΙΩΝΑΣ

Το είδωλο μου δεν φαίνεται στον καθρέπτη γιατί είμαι άψυχος. Ήμουν θνητός και με δάγκωσε βρικόλακας, μεταδίδοντας μου τον ιο της αθανασίας. Και ύστερα η μητέρα μου η Ριάννον με έδεσε με ισχυρή μαγεία για να κρύψει τη φύση του βρικόλακα. Τό μόνο που ήθελε ήταν να με προστατεύσει απο τους κυνηγούς του τάγματος  στο οποίο ήταν ιέρεια. Και το αποτέλεσμα ήταν να με μετατρέψει σε ζώο. Με κεφάλι ταύρου. Ένα κτήνος τόσο αποκρουστικό που προκαλούσε δέος. Με έκανε αήττητο. Η μητέρα μου. Την αγαπούσα τόσο πολύ. Τώρα δεν έχω ιδέα που μπορεί να βρίσκεται.

Ο στόχος μου είναι να βρω τους αποστάτες Κυνηγούς, τον Μέιναρντ και την… Αμέλια.

«Αμέλια» ψιθύρισα ξανά και ξανά προσπαθώντας να ζωντανέψω και πάλι την ξεθωριασμένη ανάμνηση της. Την αγαπούσα και εκείνη διάλεξε έναν θνητό. Και το έσκασαν. Παίρνοντας μαζί τους και το θρυλικό σπαθί της μητέρας μου. Πρέπει να τους βρώ για να πάρω εκδίκηση και το σπαθί πίσω. Μόνο έτσι θα μπορέσω να μάθω που βρίσκεται η μητέρα μου, μιας και είναι δεμένο μαζί της με μαγεία και υποτίθεται ότι τα σύμβολα που είναι χαραγμένα επάνω του δείχνουν αν είναι ζωντανή ή όχι.

Και αυτή η νεογέννητη βρικόλακας, η Έλινορ με μπερδεύει τόσο πολύ. Μου θυμίζει τη μητέρα μου. Εκείνο το βράδυ είχα βρεθεί τυχαία στο θλιβερό νεκροτομείο, ψάχνωντας φρέσκα πτώματα που το αίμα τους δεν είχε προλάβει ακόμα να παγώσει και την αντίκρυσα πάνω στο κρύο μεταλικό τραπέζι μέσα στον μισάνοιχτο πλαστικό σάκο. Το κεφάλι της είχε σχεδόν αποκοπεί από τον όμορφο λαιμό της. Για πρώτη φορά ένιωσα τρυφερότητα. Στην αρχή ήμουν σοκαρισμένος απο τη ζεστασιά που απλώθηκε στο στήθος μου αντικρύζοντας την. Τι κρίμα, τόση νιότη και ομορφιά να πάνε χαμένα. Να τα χαίρεται ο Θάνατος. Το αίμα της άχνιζε ακόμα μέσα της και πάνω της. Δεν ήθελα να τη καταβροχθήσω όμως, δεν ήμουν ένας φυσιολογικός βρικόλακας, μαζί με το αίμα γευόμουν και τη σάρκα. Ήμουν πτωματοφάγος. Κανίβαλλος. Το πρόσωπο της ήταν ήρεμο χωρίς ένταση, έμοιαζε λες και κοιμόταν. Ένιωσα την ανάγκη να δώ τα μάτια της. Αλλά ήταν ερμητικά κλειστά. Χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά κόλλησα τα χείλη μου στη βάση του λαιμού της. Έδωσα σε αυτόν τον άγγελο το μακάβριο φιλί του βρικόλακα. Γεύτηκα το αίμα της και χρειάστηκε να βάλω τεράστια αποθέματα αυτοσυγκράτησης για να μην κατακρεουργήσω τη σάρκα της. Ήθελα να της ξαναδώσω τη ζωή, δεν ήταν πολλές ώρες νεκρή άρα υπήρχαν ελπίδες να περάσει στο αίμα της ο ίος της αθανασίας μέσα από τα δόντια μου, το σάλιο μου και να νεκραναστηθεί.

«Έλα κούκλα μου άνοιξε τα μάτια σου» εκλιπαρούσα από μέσα μου. Είχα τοποθετήσει το κεφάλι της στον πάλλευκο λαιμό της και με τη γλώσσα μου άφησα ίχνη από το σάλιο μου που καθώς στέγνωνε το κεφάλι της ρίζωνε πάνω στον λαιμό της. Ήμουν βουτηγμένος στη μαγεία. Θα μπορούσα να γκρεμίσω ολόκληρο πύργο με ένα μόνο νεύμα. Το σάλιο μου ήταν σαν θεραπευτικό ελιξίριο.

Όταν τελείωσα, το κεφάλι της ήταν στη θέση του και τα ίχνη στο σημείο που είχε αποκοπεί, είχαν εξαφανιστεί. Συνέχισα την αιμοποσία, περνώντας με αυτό τον τρόπο το σάλιο μου μέσα στον οργανισμό της. Μετά δάγκωσα τον καρπό μου να τρέξει το αίμα μου και τον ακούμπησα απαλά πάνω στα χείλη της.

«Πιες σε παρακαλώ» ψέλλισα με αγωνία. Πίεσα κι άλλο τον καρπό στο στόμα της να σιγουρευτώ ότι το αίμα μου έρρεε μέσα της. Και τότε άκουσα θόρυβο. Σαν να χτυπούσε δυνατά μια πόρτα. ‘Ετρεξα και πήδηξα έξω από το σπασμένο παράθυρο από όπου είχα σκαρφαλώσει.

Έπρεπε να περιμένω μέχρι το επόμενο βράδυ για να επισκεφθώ και πάλι το νεκροτομείο, αλλά η Έλινορ δεν ήταν εκεί. ίσως την είχαν πάει για ταφή. ‘Ισως το κεφάλι της που βρέθηκε στη θέση του να τους προβλημάτισε και να μετέφεραν τη σωρό της αλλού για ασφάλεια. Κρυμμένος άκουσα κάποιους εργαζόμενους να μιλάνε για την εξαφάνιστη της σωρού της Έλινορ Ντέξτερ. Έφυγε μόνη της λοιπόν. Ώστε την είχα επαναφέρει στη ζωή. ‘Επρεπε να τη βρω πάση θυσία. Ήθελα να δω τα μάτια της. Μοιάζει στη μητέρα μου τόσο πολύ.

Ακολούθησα μια ελαφριά οσμή από το αίμα της και περιπλανήθηκα αρκετά ώσπου έφτασα σε ένα παλιό σπίτι. Γκρέμισα τον τοίχο και όρμησα στα συντρίμμια. Τη βρήκα να είναι με έναν θνητό. Η οργή με πλημμύρισε και την άρπαξα σαν να ήταν άψυχο αντικείμενο. «Σε έφερα στη ζωή και εσύ είσαι με έναν αδύναμο άνθρωπο;»

Την πήγα σε ένα ασφαλές μέρος και όταν συνήλθε αντί να ακούσει τι έχω να της πω εκείνη δραπέτευσε. Αν ήθελα θα την σκότωνα. Αλλά δεν ήθελα. Τα μάτια της ήταν καστανα ζεστά σαν ανθρώπινα. Ίδια με της μητέρας μου. Την άφησα μέχρι και να με γδάρει όσο επώδυνο και να ήταν. Και έφυγε.

Μου πήρε μέρες να εντοπίσω και πάλι ένα ελαφρύ ίχνος της μυρωδιάς της. Ήταν σε ένα μεγάλο σπίτι σε μια καλή βαρετή περιοχή με οικογένειες. Κρυμμένος παρακολουθούσα το εσωτερικό του σπιτιού που φαινόταν άδειο. Και τότε είδα εκείνον τον θνητό που ήταν μαζί της όταν την άρπαξα πριν μέρες. Πάνω που ετοιμαζόμουν να του ορμήσω για να μάθω που βρίσκεται η Έλινορ, μια λεπτή φιγούρα σαν αστραπή όρμησε πάνω του και μαζί εξαφανίστηκαν μέσα στη νύχτα. Δεν πρόλαβα να δω ποιος ήταν αλλά η μυρωδιά της μου έκοψε την ανάσα. Χαμογέλασα αχνά για πρώτη φορά στη ζωή μου.

«Ωστε έγινε μια δυνατή βρικόλακας» σκέφτηκα.

Αποφάσισα να την αφήσω για εκείνο το βράδυ. Θα επέστρεφα να βρω την μυρωδιά της.

Kαι την εντόπισα. Είχαν βρεί άλλο κρησφύγετο, σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι. Ήμουν έτοιμος να μπω και να την αρπάξω όταν ένας βρικόλακας τους επιτέθηκε. Ήμουν τόσο απορροφημένος απο τη δικιά της μυρωδιά, που δεν πρόσεξα τη παρουσία του άλλου βρικόλακα. Πρέπει να περιφερόταν στη περιοχή ώσπου την εντόπισε. Ίσως έπρεπε να ήταν πιο φιλικός με μία του είδους του, αλλά η επίθεση του δηλώνε καθαρά την ανάγκη του να είναι ο μοναδικός βρικόλακας που τρέφεται σε αυτή τη περιοχή. Εκείνη όμως ήταν νεογέννητη με περισσότερες αντοχές. Σχεδόν εκστατικός την παρακολουθούσα να τον σκοτώνει με τα ίδια της χέρια.

«Μπράβο το κορίτσι μου» είπα από μέσα μου περήφανος. Ήταν το δημιούργημα μου. Όπως εγώ ήμουν δημιούργημα της μητέρας μου. Άραγε εγώ μπορούσα να θεωρηθώ πατέρας της αφου την είχα επαναφέρει στη ζωή;

Ίσως. Αλλά προτιμούσα να βυθίσω το σκληρό μου όργανο μέσα της.

Κρύφτηκα και την άφησα να φύγει για ακόμα μια φορά παρέα με τον φίλο της.

ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΚΑΙ ΕΛΙΝΟΡ

Ο Κρίστιαν και εγώ αποφασίσαμε να επισκεφθούμε τη θεία μου. Εγώ βέβαια θα κρυβόμουν και όλη τη βρωμοδουλειά θα τη έκανει ο φίλος μου. Θα προφασιζόταν κάποια ηλίθια δικαιολογία σχετική με το χειρόγραφο που της είχε εμπιστευτεί για να το μεταφράσει, ώστε να είχα χρόνο για να τρυπώσω στο σπίτι και να ψάξω για τους γονείς μου. Ειχα την αίσθηση ότι μας παρακολουθούσαν αλλά αποφάσισα να μη πω τίποτα στον Κρίστιαν για να μην τον αποπροσανατολίσω.

Το σχέδιο πήγαινε όπως το είχαμε οργανώσει. Ο Κρίστιαν χτύπησε τη πόρτα και η θεία μου άνοιξε τη πόρτα. Τον καλωσόρισε και τον κάλεσε να περάσει μέσα. Πήγα από τη πίσω αυλή και βρήκα ένα παράθυρο. Με ένα απαλό χτύπημα μου το τζαμι θρυμματίστηκε. Μπήκα στο εσωτερικό πολύ προσεκτικά και προσάρμοσα την όραση μου στο σκοτάδι. Από το μακρινό χολ ακουγόταν η συζήτηση του Κρίστιαν με τη θεία μου. Έψαξα στα δωμάτια για κάποιο ίχνως των γονιών μου. Έφτασα στο τέλος του διαδρόμου και μπροστά μου είδα μια σκάλα. Τη θυμόμουν από όταν ήμουν μικρή. Οδηγούσε σε ένα και μοναδικό δωμάτιο στον επάνω όροφο. ήταν ξενώνας από ότι θυμάμαι. Με ρομαντικά σκεπάσματα στο κρεβάτι και τη μυρωδιά των τριαντάφυλλων παντού.

«Αχ θεία μου» αναστέναξα. «Πάντα ρομαντική».  Υποθέτω πως από εκείνη είχα πάρει τον αχαλίνωτο ρομαντισμό που είχα στη θνητή ζωή μου. Μαζί με το άρωμα του τριαντάφυλλου μια γνώριμη οσμή μου ανακάτεψε το στομάχι.

«Οχι Θεέ μου, ας μην είναι αυτός» σκέφτηκα και όρμισα ανεβαίνοντας δυο δυο τα σκαλιά.

Έφτασα στον επάνω όροφο μπροστά στη μοναδική πόρτα και πήρα μια βαθεια ανάσα. Μια καρδιά που χτυπούσε ρυθμικά με μπέρδεψε στιγμιαία. Άνοιξα τη πόρτα και όρμησα μέσα.

ΤΑ ΓΟΝΑΤΑ ΜΟΥ ΚΟΠΗΚΑΝ. Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΜΟΥ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΕ ΝΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΤΕΙ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΠΟΥ ΕΒΛΕΠΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ. ΕΝΙΩΘΑ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΠΑΡΑΛΥΣΕΙ ΤΑ ΑΚΡΑ ΜΟΥ. ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΞΥΠΝΗΣΕΙ ΩΣ ΒΡΙΚΟΛΑΚΑΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΑΝΑΠΝΕΥΣΩ. ΠΝΙΓΟΜΟΥΝ. ΠΑΛΕΥΑ ΝΑ ΠΑΡΩ ΑΝΑΣΑ.

ΕΚΕΙΝΟΣ ΗΤΑΝ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ. ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ. ΕΚΕΙΝΟΣ. ΚΑΙ ΜΕ ΚΟΙΤΑΖΕ. ΒΟΗΘΕΙΑ. Η ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΔΕΝ ΕΒΓΑΙΝΕ. Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΟΡΑΣΗ ΜΟΥ ΘΟΛΩΣΕ ΑΠΟ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΠΟΥ ΕΣΤΑΖΑΝ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥ ΣΤΕΓΝΟ. ΗΤΑΝ ΛΙΓΑ ΜΕΤΡΑ ΜΑΚΡΥΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕ ΚΟΙΤΑΖΕ. ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΜΕ ΚΑΤΑΔΙΩΚΕ. ΠΟΥ ΜΕ ΕΙΧΕ ΑΙΧΜΑΛΩΤΗΣΕΙ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΞΕΡΙΖΩΣΕΙ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ. ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΜΕ ΕΙΧΕ ΦΩΝΑΞΕΙ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ. ΗΤΑΝ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΠΕΣΜΕΝΟ ΒΑΡΥ ΠΑΝΩ ΣΕ ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΣΩΜΑ…..

ΤΙ;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;

ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑ ΝΑ ΔΙΑΚΡΙΝΩ ΣΤΟ ΗΜΙΦΩΣ. ΑΛΛΑ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΗΔΗ ΗΞΕΡΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ. Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΧΤΥΠΟΥΣΕ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΗΡΕΜΑ. ΗΞΕΡΑ ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΒΟΥΚΡΑΝΟΥ.

Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

ΤΙ ΤΗΣ ΕΚΑΝΕ;;;;;;

Ξαφνικά πήρα απότομα ανάσα που κατέληξε σε βήχα και ζαλισμένη έπεσα στο πάτωμα. Πήρα πολλές ανάσες κοιτάζοντας τον και προσπαθούσα να σκεφτώ τι θα έκανα. Η μητέρα μου κοιμόταν ή ήταν ναρκωμένη. Και εκείνος ήταν επάνω της. Τη βίαζε;;;;;;; Δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα στο σκοτάδι. Ο Κρίστιαν και η θεία μου ήταν κάτω και δεν επρέπε να μας ακούσουν γιατί κινδύνευαν από το κτήνος. Έπρέπε να του αποσπάσω τη προσοχή και να τον απομακρύνω από το σπίτι. Για να μπορέσω να τον σκοτώσω με την ησυχία μου.

«Αστερίων¨είπα ψιθυριστά και εκείνος φάνηκε να ξαφνιάζεται. Σηκώθηκα αργά και έκανα ένα βήμα προς το μέρος του. Αστραπιαία σηκώθηκε από το κρεβάτι και κόλλησε το σώμα του στον τοίχο.

Συνέχισα να τον πλησιάζω, ρίχνοντας μια λοξή ματιά στη μητέρα μου που εξακολουθούσε να κοιμάται. Ευτυχώς ήταν ντυμένη, άρα δεν της είχε κάνει τίποτα το κτήνος. Άραγε που να ήταν ο πατέρας μου;

«Γιατί με καταδιώκεις;» του είπα χωρίς να πάρω το βλέμμα μου από πάνω του.

«Έλινορ» απάντησε ξεψυχισμένα. «Τα μάτια σου είναι κόκκινα»

Τα έχασα με τη τρυφερότητα του

‘Ορμισα πάνω του και του έγδαρα το μάγουλο

«Πες μου επιτέλους τι θέλεις από μένα» πέταξα οργισμένη μέσα από τα δόντια μου καθώς τον έβλεπα να μορφάζει από τον πόνο που του άφηναν οι γρατσουνιές μου στο πρόσωπο του.

«Μίλα» επέμενα.

«Εγώ σε δημιούργησα γιατί ήθελα να δω τα μάτια σου»

Σοκαρισμένη από την αποκάλυψη έκανα ένα βήμα πίσω.

Και τότε η πόρτα άνοιξε. Πίσω μας στεκόταν η θεία μου, ο Κρίστιαν και ο πατέρας μου

Και πριν προλάβω να αντιδράσω, το κτήνος με έσπρωξε ρίχνοντας με κάτω, άρπαξε τη μητέρα μου από το κρεβάτι και σαν αστραπή πήδηξε από το παράθυρο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ……..

Υ.Γ: Αυτό το κεφάλαιο είναι το αγαπημένο μου. Γιατί για πρώτη φορά βλέπουμε το πως έγινε βαμπιρ η Έλινορ μέσα από τα μάτια του Αστερίωνα. Και επιτέλους σιγά σιγά όλα παίρνουν το δρόμο τους. Είχα περάσει μια κρίση και ήθελα να τα παρατήσω αλλά κάτι με έκανε να παθιαστώ περισσότερο με αυτή την ιστορία και θα τη συνεχίσω μέχρι το τέλος.

1746 λέξεις. Enjoy…

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì      

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s