ΕΛΙΝΟΡ

ΕΛΙΝΟΡ (part 16)..

Η ΝΕΚΡΑΝΑΣΤΗΜΕΝΗ ΚΟΡΗ

«Εγώ σε δημιούργησα» μου είχε πει το κτήνος πριν αρπάξει τη μητέρα μου και εξαφανιστεί μέσα στη νύχτα. Και εγώ στεκόμουν εκεί ακίνητη τη στιγμή που η πόρτα άνοιξε πίσω μου και μπήκε ο πατέρας μου με τη θεία Μαρία και τον Κρίστιαν. Αν είχα καρδιά θα σταματούσε εκείνο το δευτερόλεπτο που άκουσα τον πατέρα μου να μονολογεί «Θεέ μου»

Και μετά την εκκωφαντική σιωπή ήρθαν οι ανθρώπινες αντιδρασεις τους. Η θεία μου όρμισε προς το κρεβάτι και κλαίγοντας υστερικά φώναζε το όνομα της αδελφής της. Ο Κρίστιαν έτρεξε και τη συγκράτησε τη στιγμή που ορμούσε στο ανοιχτό παράθυρο για να πεσει στο κενό. Τη βοήθησε να καθίσει στο κρεβάτι και την κράτησε απαλά από τους ώμους. Με κοίταξε. Και μετά κοίταξε τον πατέρα μου που ακόμα στεκόταν πίσω μου. Αχ Κρίστιαν. Νοιάζεσαι για όλους. Και εσύ τι παίρνεις για αντάλαγμα. Η οικογένεια σου νομίζει ότι είσαι διακοπές, οι φίλοι σου δεν σε βλέπουν πια. Είσαι μόνιμα μαζί μου. Πιστός μου σύντροφος.

«Ποιά είσαι;» άκουσα τη τρεμάμενη φωνή του πατέρα μου πίσω μου. «ΠΟΙΑ ΕΙΣΑΙ;» ούρλιαξε αυτή τη φορά και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Γύρισα αργά και για πρώτη φορά μετά από τη νεκρανάσταση μου κοίταξα τον πατέρα μου στα μάτια. Τα δικά του ήταν καφέ όπως τα δικά μου όταν ήμουν θνητή. Τώρα είχα κόκκινα εχθρικά μάτια.

«Μπαμπά» ψέλλισα. Ήθελα να εξαφανιστώ. Φοβόμουν την αντίδραση του.

«Η κόρη μου είναι νεκρή» είπε χωρίς να το πιστεύει απόλυτα.

Έκανα ένα μικρό βήμα προς το μέρος του. Ένιωσα το σώμα του να κοκαλώνει και τη καρδιά του να καλπάζει. Έκανα ένα βήμα πίσω. Δεν  ήθελα να τον τρομοκρατήσω. Συνεχίσαμε να κοιταζόμαστε για μια αιωνιότητα μέχρι που ο Κρίστιαν σηκώθηκε και ήρθε δίπλα μου. Η θεία μου είχε ξαπλώσει και έμοιαζε να κοιμάται. Ή απλά βρισκόταν κάτω από την επήρρεια του σοκ. Ποιος λογικός άνθρωπος θα πίστευε αυτό που αντίκρυσαν αυτοί οι άνθρωποι απόψε;

Ένα τέρας με κέρατα και μια νεκραναστημένη κόρη.

«Κύριε Πάτρικ» είπε με σεβασμό ο Κρίστιαν. «Είναι η Έλινορ. Θα σας τα εξηγήσουμε όλα. Απλά μη φοβάστε»

«Η Έλινορ μου;» ψέλλισε και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Ο Κρίστιαν προχώρησε αθόρυβα προς το πορτατίφ και το άνοιξε φωτίζοντας περρισότερο το  χώρο δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον πατέρα μου να με δει καλύτερα.

Πλησίασε προσεκτικά και με περιεργάστηκε με προσοχή. Ανοιγόκλεισα αρκετές φορές τα μάτια μου. Ευχήθηκα να φορούσα φακούς επαφής ή κάτι τέτοιο για να μη φοβηθεί το κόκκινο χρώμα τους.

«Έλι» είπε μονολογώντας.

«Μπαμπά» είπα ακόμα μια φορά. Πόσο μου είχε λείψει.

«Όχι δε το πιστεύω. Είσαι ένα τέχνασμα του διαβόλου για να με ξεγελάσει. Η κόρη μου είναι νεκρή. Μας πήραν τηλέφωνο ότι το παιδί μας σκοτώθηκε και πήγαμε στο νεκροτομείο να την αναγνωρήσουμε. Την είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Το κεφάλι της ήταν κομμένο. Ήταν χλώμη μέσα στο σάκο»

Και έγινε αυτό που φοβόμουν. Άρχισε να τα σπάει και να ουρλιάζει ότι δεν είμουν κόρη του.

Μου επιτέθηκε και εγώ απλά τον άφησα να με σπρώχνει και να με χαστουκίζει. Δεν ένιωθα πόνο, δεν μπορούσε καν να μου προκαλέσει τη παραμικρή ενόχληση. Μέσα μου όμως ένιωθα οδύνη. Ήμουν ένα τέρας και δεν υπήρχει περίπτωση να με αποδεχτεί. Η κόρη του είχε πεθάνει σε εκείνο το φρικτό ατύχημα. Εγώ ήμουν ένα τέρας. Εγώ…

Ο Κρίστιαν όρμισε στον πατέρα μου και με μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο τον έριξε στο πάτωμα.

«Τι έκανες;» ούρλιαξα σοκαρισμένη.

«Βοήθησε με Έλι να τον βάλουμε στο κρεβάτι»

Η θεία μου και ο πατέρας μου ήταν αναίσθητοι στο κρεβάτι. Εγώ και ο Κρίστιαν κατεβήκαμε στο χολ προσπαθώντας να βρούμε ένα τρόπο να τους κάνουμε να πιστέψουν ότι ήμουν η κόρη του. Και μετά έπρεπε να βρούμε τη μητέρα μου.

«Ο Αστερίων έχει κάποιου είδους εμμονή με τη μητέρα σου και με εσένα Έλι» είπε ο Κρίστιαν.

«Το κατάλαβα αυτό» πέταξα θιγμένη. «όσο σκέφτομαι τι μπορεί να περνάει η μητέρα μου στα χέρια του αυτή τη στιγμή τρελαίνομαι. Και όλα αυτά εξαιτείας μου»

«Σταμάτα να κατηγορείς τον εαυτό σου» με μάλωσε. «Αν πρέπει να κατηγορήσεις κάποιον τότε εγώ είμαι αυτός» πέταξε θυμωμένα. «Εγώ ήμουν αυτός που επέμενα να έρθεις να  πάμε βόλτα με το αμάξι μου»

«Δεν με ανάγκασες» του φώναξα. «Εγώ γούσταρα να έρθω μαζί σου. Για αυτό είσαι συνέχεια μαζί μου και με βοηθάς; Νίωθεις τύψεις για το ατύχημα; Θέλεις να εξιλεωθείς;»

«Να εξιλεωθώ; Είσαι τρελη!» μου πέταξε με ένα πνιχτό γελάκι. «Το μόνο που θέλω είναι να είμαι μαζί σου. Είμαι άρρωστος χωρίς εσένα. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Δεν…»

Κοιταξε μέσα στο κόκκινο βλέμμα μου. Το δικό του είχε μια φλόγα και μια θλίψη.

«Κρίστιαν» ψιθύρισα

«Απλά δε γίνεται χωρίς εσένα»

«Τι δε γίνεται χωρίς εμένα;» επέμεινα. Η ώρα δεν ήταν για ερωτικές εξομολογήσεις, η μητέρα μου είχε απαχθεί από ένα κτήνος και ο πατέρας μου με τη θεία μου με θεωρούσαν έργο του διαβόλου. Ωστόσο επέμενα γιατί ένιωθα όπως κι εκείνος, απελπισία και έξαψη.

«ΤΙ ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ;» είπα με ένταση.

«ΝΑ ΖΗΣΩ!!» φώναξε και με άρπαξε από το σβέρκο. Πίεσε τα χείλη του στα δικά μου και με φίλησε με πάθος.

«Ε Π Ι Τ Ε Λ Ο Υ Σ»

Ω Κρίστιαν. Το κορμί μου είχε πάρει φωτιά. Πόσα χρόνια καταπίεζαμε αυτό το συναίσθημα. Από φόβο, από συνήθεια. Κι όμως το ξέραμε ότι αυτό ήταν που θέλαμε και οι δύο μας. Και τώρα, την πιο ακατάλληλη στιγμή συνέβει. Κια είναι μαγικό. Τα χείλη του χορεύουν πάνω στα δικά μου και παγώνουν το χρόνο. Πόση γενναιότητα δείχνει με το να περνάει τη γλώσσα του πάνω από τους αιχμηρούς μου κυνόδοντες. φιλιόμαστε για ένα λεπτό ή για εκατό χρόνια. Είναι δικός μου επιτέλους. Δεν νιώθω μπερδεμένη, δεν φοβάμαι μήπως καταστραφεί η φιλιά μας. Γιατί αυτό που νιώθουμε είναι πιο δυνατό από τη φιλία. Αγαπιόμαστε.

Ένας θόρυβος μας επαναφέρει στη πραγματικότητα. Νιώθω πόνο όταν τα χείλη μας χωρίζουν.

Ο πατέρας μου στέκεται πίσω μας. Δεν χρειάζεται καν να κοιτάξω για να βεβαιωθώ. Ακούω τη καρδιά του να χτυπάει ανησυχητικά αδύναμα.

Πρώτος σηκώνεται ο Κρίστιαν και έπειτα εγώ.

«Πείτε μου την αλήθεια» λέει με απίστευτη γενναιότητα.

Μας πλησιάζει και παραμερίζουμε για να καθίσει στον καναπέ. Δίπλα του κάθεται ο Κρίστιαν. Εγώ επιλέγω να καθίσω στη πολυθρόνα απέναντι του. Πριν προλάβουμε να πούμε οτιδήποτε, εμφανίζεται απο τον επάνω όροφο η θεία μου. Ο πατέρας μου της κάνει νόημα να καθίσει δίπλα του. Έξι ζευγάρια μάτια έιναι στραμμένα πάνω μου.

«Είμαι εγώ μπαμπά, θεία» ψελλίζω διστακτικα. «Το ξέρω ότι είναι ακατανόητο για εσάς. Αλλά συνέβει. Και δεν φταίει κανεις» Κοίταξα με νόημα τον Κρίστιαν για τη κουβέντα που είχε προηγηθεί του φιλιού. «Τις συνθήκες του ατυχήματος τις γνωριζετε. Με είδατε νεκρή με το κεφάλι μου να μη βρίσκεται στη θέση του. Το κτήνος που είδατε στο δωμάτιο επάνω ήταν εκείνος που με μεταμορφώσε σε βρικόλακα. Με το θεραπευτικό του σάλιο έβαλε το κεφάλι μου στη θέση του. Και ξύπνησα σαν βαμπίρ. Δεν μπορώ να κυκλοφορήσω στη διάρκεια της ημέρας και κοιμάμαι σε μια κρύπτη. Ο Κρίστιαν με βοηθάει σε ότι χρειαστώ. Δεν ξέρω τι κόλλημα έχει ο βούκρανος με τη μητέρα μου αλλά έχει κόλλημα και μαζί μου. Με είχε απαγάγει και κατάφερα να το σκάσω. Θα πάω στο μέρος που με κρατούσε όμηρο, ίσως έχει εκεί και τη μαμα. Αυτή είναι η αλήθεια. Είμαι εγώ η Έλινορ, μόνο λίγο διαφορετική. Τρέφομαι με αίμα αλλά δεν έχω βλάψει κανέναν. Εκτός από έναν βρικόλακα που μου επιτέθηκε. Θα καταλάβω αν δεν θέλετε να έχετε καμία..»

Πριν προλάβω να ολοκληρώσω, η θεία μου όρμισε στην αγκαλιά κλαίγοντας

«Γλυκό μου κορίτσι» ψέλλισε. «Φαντάζομαι τι μπορεί να πέρασες όλο αυτό το καιρό. Πόσο φοβισμένη πρέπει να ήσουν. Και δεν είχες κανέναν μας να σε βοηθήσει»

«Είχα. Τον Κρίστιαν»

Η θεία μου με άφησε για να πλησιάσει τον Κρίστιαν.

«Σε ευχαριστούμε για όσα κάνεις για την Έλι» του είπε τρυφερά. «Σε θυμάμαι από μικρό πως την πρόσεχες. Πάντα είσασταν μαζί. Θυμάσαι που ο πρώην άντρας μου σε πείραζε πόσο ερωτευμένος ήσουν μαζί της;»

Ο Κρίστιαν γούρλωσε τα μάτια και το πρόσωπο του κοκκίνησε από ντροπή.

Χαμογέλασα και του έκλεισα το μάτι.

Ο πατέρας μου δεν είχε κουνηθεί καθόλου από τη θέση του και αναρωτήθηκα αν θα με δεχόταν όπως η θεία μου.

«Μπαμπά» είπα χαμηλά.

«Ελι» απάντησε ξεψυχισμένα. Δεν μπορούσε να σηκωθεί. Τον πλησίασα και κάθισα δίπλα του.

Κοίταζε τα χέρια του στα γόνατα του σαν χαμένος. Τα έπιασα αποφασιστικά και περίμενα να με κοιτάξει.

«Μπαμπά» επέμενα.

Με κοίταξε και τα δάκρυα του έτρεχαν από τα θλιμμένα μάτια του.

«Έλι κοριτσάκι μου» είπε και με αγκάλιασε σφιχτά.

«Ε Π Ι Τ Ε Λ Ο Υ Σ»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ……………

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì      

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s