ΕΛΙΝΟΡ

ΕΛΙΝΟΡ (part 20)

Ο ΓΕΝΑΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΑΘΙ

Το σπαθί ήταν πολύ βαρύ για να το κουβαλήσει ένας θνητός. Άνηκε στην Ριάννον την ιέρεια του τάγματος των Κυνηγών της νύχτας που καταδίωκαν και εξολόθρευαν τους απέθαντους, που έπιναν το αίμα αθώων ανθρώπων. Το σπαθί χάθηκε όταν δυο από τους κορυφαίους Κυνηγούς του τάγματος, ο Μέιναρντ και η Αμέλια το έκλεψαν και έφυγαν κυνηγημένοι από τον γιο της Ριάννον, τον βούκρανο Αστερίωνα.

Η απογοήτευση της Ριάννον που η αγαπημένη της Κυνηγός Αμέλια, έκανε κάτι τέτοιο αλλά και η στάση του γιου της, Αστεριωνα, που διψούσε για εκδίκηση, ήταν μεγάλη. Αποφάσισε να αποσυρθεί και να μείνει κρυμμένη για πάρα πολύ μεγάλο διάστημα απέχοντας από τη βεντέτα που είχε δημιουργηθεί. Ο γιός της ήταν ερωτευμένος με τη Αμέλια και δεν θα ησύχαζε ααν δεν την έκανε δικιά του.

Ο Γενναίος που αποφάσισε να αρπάξει το σπαθί από τη κρυψώνα που το είχαν φυλαγμένο τόσα χρόνια, ο Μέιναρντ και η Αμέλια, ταξίδεψε μέχρι το κάστρο που κάποτε διοικούταν από την ατρόμητη Ριάννον. Τα πάντα μέσα και έξω από το θεόρατο κάστρο δήλωναν σημάδια λησμονιάς. Ακόμα κι έτσι όμως ήταν αρκετά επιβλητικό. Δέσποζε πάνω σε ένα ένα ύψωμα και πίσω του ήταν γκρεμός, ενώ η θάλασσα έχασκε από κάτω τρομακτική. Η τέλεια τοποθεσία για να μη μπορεί ο εχθρός να το κατακτήσει. Και ο εχθρός ήταν τα βαμπίρ. Οι πύργοι του έφταναν τα τριάντα μέτρα, είχε πολλές σειρές τείχη και πολεμίστρες, ενώ η είσοδος του έκλεινε με σιδερένιες πόρτες. Υπήρχε τάφρος τριγύρω και η γέφυρα για να καταφέρει κάποιος να πλησιάσει την είσοδο ήταν ανασυρόμενη.

Ο Γενναίος με τη Βοηθό του σάστισαν όταν αντίκρυσαν αυτό το κάστρο, τόσο τρομακτικό και επιβλητικό ήταν στην όψη. Συνέχισαν όμως τον δρόμο τους και όταν έφτασαν στον εξωτερικό χώρο του κάστου προσπάθησαν να βρουν ένα τρόπο να κατεβάσουν την γέφυρα για να περάσουν απέναντι στην είσοδο του.

Η Βοηθός έριξε απότομα το σακίδιο της στο έδαφος, το άνοιξε και βάλθηκε να μελετάει αυτά που είχε φέρει μαζί της.

«Πρέπει να βρω έναν τρόπο» ψέλλισε και συνέχισε να μελετάει. Ο Γενναίος έλυσε το αυτοσχέδιο σάκο από τη πλάτη του που μέσα περιείχε το σπαθί και το ακούμπησε προσεκτικά στο έδαφος. Ήταν εξουθενωτικό να κουβαλάς ένα τέτοιο αντικείμενο. Ήπιε μια γουλιά νερό και ρώτησε τη βοηθό αν είχε βρει τη λύση.

«Μπορούμε να σκαρφαλώσουμε… τριάντα μέτρα» ψέλλισε και το μετάνιωσε.

«Δε γίνεται. Δεν μπορώ να σκαρφαλώσω με αυτό το διάολο στη πλάτη μου» απάντησε κοιτάζοντας το σπαθί. Αναρωτήθηκε γιατί η Ριάννον δεν το είχε αναζητήσει… Ίσως να ήταν νεκρή. Ήξερε ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια. Η Ιερεια ήταν αθάνατη.

«Υπάρχει ένα ρήγμα στο πλαι του κάστρου, δες» είπε ξαφνικά η Βοηθός.

Του έδωσε τους πάπυρους και του υπέδειξε που να κοιτάξει.

«Λαμπρά» είπε με ενθουσιασμό ο Γενναίος.

«Το ρήγμα αυτό προφανώς είναι κάποια τρύπα που καλύφθηκε πρόχειρα με λάσπη και άλλα υλικά και ύστερα ξεχάστηκε»

«Τέλεια»

Μάζεψαν τα πράγματα τους και κατευθήνθηκαν στο σημείο που υπήρχε το ρήγμα.

Ήταν εύκολο να  το εντοπίσουν και προσπάθησαν να του ανοίξουν τρύπα με την μύτη του σπαθιού.

Σύντομα ένας σωρός από ξεραμένη λάσπη μικρές πέτρες και άλλα υλικά ήταν μπροστά στα πόδια τους. Πέρασαν στο εσωτερικό του κάστρου και βρέθηκαν στους στάβλους.

Εκεί έπρεπε να χωρίσουν. Ο Γενναίος έπρεπε να δράσει αμέσως για να διατηρήσει το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Η Βοηθός θα κρυβόταν έξω από το κάστρο μέχρι να τελείωνε όλο αυτό.

«Κοίτα» είπε ψιθυριστά ο Γενναίος. «Σύντομα θα έχουν τελειώσει όλα. Εσύ απλά μείνε κρυμμένη. Θα τη βρώ και θα τη φέρω πίσω»

Αγκαλιάστηκαν και ο καθένας πήρε το δρόμο του.

Ο Γενναίος κρατούσε το σπαθί στο χέρια του ετοιμοπόλεμος και ανέβηκε προσεκτικά τα σκαλιά μέχρι να βρει μπροστά του την είσοδο που οδηγούσε στη κεντρική σάλα του κάστρου. Εκεί που βρισκόταν ο θρόνος της Ριάννον.

Ένιωθε τη καρδιά του να ηχεί δυνατά στα αυτιά του. Προσευχόταν να τη βρεί ζωντανή.

Έσπρωξε τη βαριά πόρτα και βρέθηκε μέσα στην αίθουσα του θρόνου. Η υπερβολική ηρεμία τον έκανε να τσιτωθεί. Κι αν είχε κάνει λάθος; Αν δεν ήταν εδώ; Αν είχε χάσει πολύτιμο χρόνο να έρθει ως εδώ και δεν την έβρισκε;

«Β Ο Η Θ Ε Ι Α»

Μια φωνή τον διπέρασε και τον έκανε να σκίσει τον αέρα με το σπαθί. Προσπάθησε να καταλάβει από που είχε ακουστεί η φωνή. Προχώρησε μερικά βήματα στη σκοτεινή αίθουσα και διέκρινε ένα φωτεινό σημείο στο βάθος της. ‘Ηταν ένας πυρσός στερεωμένος στον τοίχο που έριχνε το λιγοστό φως του σε κάτι ακαθόριστο. Προχώρησε κι άλλο με τη καρδιά του να τρέμει και άρχισε να διακρίνει τον μεγαλόπρεπο θρόνο. Ο θρόνος της Ριάννον. Υπήρχε κάτι επάνω του.

Ένας δυνατός θόρυβος τον έκανε να ακινητοποιηθεί στη μέση της αίθουσας. Περίμενε μερικές στιγμές και έπειτα συνέχισε τη πορεία του προς τον θρόνο.

«Ήρθες» ακούστηκε μια βροντερή φωνή λες και αντηχούσε σε όλο το κάστρο. «Το ήξερα ότι θα ερχόσουν. Τώρα είμαστε και πάλι οι τρείς μας»

SYNEXIZETAI….

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì      

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s