ΕΛΙΝΟΡ

ΕΛΙΝΟΡ (ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ part 22)..

«ΩΣ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

«Β Ο Η Θ Ε Ι Α»

Μια φωνή τον διαπέρασε και τον έκανε να σκίσει τον αέρα με το σπαθί. Προσπάθησε να καταλάβει από που είχε ακουστεί η φωνή. Προχώρησε μερικά βήματα στη σκοτεινή αίθουσα και διέκρινε ένα φωτεινό σημείο στο βάθος της. ‘Ηταν ένας πυρσός στερεωμένος στον τοίχο που έριχνε το λιγοστό φως του σε κάτι ακαθόριστο. Προχώρησε κι άλλο με τη καρδιά του να τρέμει και άρχισε να διακρίνει τον μεγαλόπρεπο θρόνο. Ο θρόνος της Ριάννον. Υπήρχε κάτι επάνω του.

Ένας δυνατός θόρυβος τον έκανε να ακινητοποιηθεί στη μέση της αίθουσας. Περίμενε μερικές στιγμές και έπειτα συνέχισε τη πορεία του προς τον θρόνο.

«Ήρθες» ακούστηκε μια βροντερή φωνή λες και αντηχούσε σε όλο το κάστρο. «Το ήξερα ότι θα ερχόσουν. Τώρα είμαστε και πάλι οι τρείς μας»

Ο Γενναίος έσφιξε περισσότερο το σπαθί και το σήκωσε ψηλότερα παρόλο το βάρος του. Απέναντι του στεκόταν ο φοβερός Αστερίωνας που το αποκρουστικό του κεφάλι ήταν αρκετό για να λιποψυχήσει μέχρι και ο πιο γενναίος πολεμιστής. Όλοι εκτός τον αληθινά Γενναίο που ήξερε ακριβώς τι ήταν ικανός να κάνει το κτήνος με το κεφάλι ταύρου. Έτριξε τα δόντια και πριν κάνει ένα βήμα προς το μέρος του βούκρανου, το βλέμμα του ξεστράτισε στο θρόνο. Διέκρινε το σχήμα του κορμιού της και τα καστανά μαλλιά της. Η ανάμνηση της μυρωδιάς του μπρουνέτ χείμμαρου τον κατέκλυσε. Πήρε μια κοφτή ανάσα και πρόχώρησε με το βλέμμα στο τέρας με τα κέρατα.

«ΔΕ ΣΕ ΦΟΒΑΜΑΙ ΑΣΤΕΡΙΩΝΑ» πέταξε με μίσος. » Με καταδιώκεις για πάρα πολύ καιρό, προσπαθώντας να πάρεις εκδίκηση για κάτι που υπήρχε μόνο στο μυαλό σου. Έκανες αγώνα για να με πλησιάσεις. Και τα κατάφερες. Ύστερα από τόσο καιρό. Πρόσεξε όμως γιατί έχω κάτι που δεν το έχεις εσύ, είμαι θνητός. Και αυτό είναι ασυναγώνιστο!!»

Ο Αστερίωνας έβγαλε έναν ήχο που θύμιζε βήχα αλλά αυτό ήταν το γέλιο του.

«ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΣ» γρύλλισε το τέρας κάνοντας τον Γενναίο να ανατριχιάσει.

Κάπου μακρυά ο Κρίστιαν παρακολουθούσε την Έλινορ να συγκεντρώνεται στη φλόγα του κεριού. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στη μαγική φλόγα που έστελνε ανταύγιες στο πρόσωπο της και στα καστανά μαλλιά της μέσα σε μια απόκοσμη λάμψη. Το πάτωμα είχε ήδη πλυμμηρίσει με ένα παχύρρευσο υγρό σαν αίμα που έσταζε καθώς έλιωνε το κερί. Προφανώς έβλεπε κάποιο όραμα γιατί ήταν κολλήμενη σε αυτή τη στάση για αρκετή ώρα.

Μετά τινάχτηκε απότομα και με τα πόδια της έριξε το τραπεζάκι μπροστά από τον καναπέ και όλα όσα είχε επάνω του, συμπεριλαμβανομένου και του κεριού.

«Γαμώτο» φώναξε τρομοκρατημένη.

Ο Κρίστιαν βάλθηκε να μαζέψει το κερί και τη ρώτησε αν είναι καλά.

«Κρίστιαν» ψιθύρισε ξεψυχισμένη.

Την αγκάλιασε και την κούνησε απαλά στην αγκαλιά του σαν μωρό

«Ησυχάσε μωρό μου, εγώ είμαι εδώ»

Και είχε δίκιο. Ήταν πάντα εκεί στο πλευρό της. Από τα πέντε της. Φίλος της, αδελφός της, σύντροφος της, προστάτης της, εραστή της, τροφός της. Ήταν το φεγγάρι της.

«Είδα τα πάντα» ψιθύρισε. «ΟΛΑ. Από τη  αρχή των πάντων»

Της χαίδεψε τα μαλλιά της και της ζήτησε να του πει όσα είχε δει.

Το κάστρο αντηχούσε από τους ήχους του σπαθιού. Ο Αστερίωνας πάλευε με ένα μικρότερο και κατώτερο σπαθί από το μαγικό σπαθί της Ριάννον που κατείχε ο Γενναίος. Η σωματική του όμως δύναμη ήταν μεγαλύτερη από αυτή του Γενναίου. Θα μπορούσε να τον σκοτώσει με ένα απλό χάδι. Αλλά δεν το έκανε. Ήθελε να τον βλέπει να αγωνίζεται με δυνάμεις που ο ίδιος δεν γνώριζε καν ότι διέθετε. Διψούσε για εκδίκηση και ήθελε να τον βασανίσει αργά πριν τον σκοτώσει. Και μετά θα την είχε δικιά του για πάντα. «Αμέλια!!! Δικιά μου. Μετά από τόσο καιρό». Υπήρχε ακόμα μια εκρεμμότητα: η Ελινορ. Την ήθελε κι εκείνη δικιά του.

Η Έλινορ πήρε μια βαθειά ανάσα και άρχισε να ψάλλει ένα ισχυρό ξόρκι που είχε δει στο όραμα της.

«ΙΕΡΕΙΑ ΤΟΥ ΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΚΥΝΗΓΩΝ ΔΕΞΟΥ ΤΗ ΘΥΣΙΑ ΠΟΥ ΣΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΩ ΚΑΙ ΕΜΦΑΝΙΣΟΥ»

Με τα νύχια της έγδαρε τον καρπό της και αίμα έσταξε πάνω στη φλόγα του μαγικου κεριού. Ηταν επικύνδινο αυτό που πήγαινε να κάνει, αφού η Ριάννον ηγούταν της καταδίωξης των απανταχού βρικολάκων. Θα μπορούσε να τη σκοτώσει με το που εμφανιζόταν χωρίς να της έδινε καν την ευκαιρία να της εξηγήσει το λόγο της επίκλησης της. Απλά και μόνο επειδή ήταν  βρικόλακας.

Συνέχισε να ψάλλει μέχρί που έπεσε ξέπνοη στο πάτωμα. Ο Κρίστιαν τη σήκωσε στα χέρια του και την ανέβασε στο υπνοδωμάτιο να ξεκουραστεί. Ύστερα της πρόσφερε τον λαιμό του να τραφεί.

Ο Γενναίος κούτσαινε τώρα από το τραύμα που του είχε καταφέρει ο Αστερίωνας. Δεν εγκατέλειπε όμως. Η μάχη συνεχιζόταν ώρες δίνοντας απίστευτη ικανοποίηση στον βούκρανο και αφόρητο πόνο στον Γενναίο.

«Θα σε κάνω να μετανιώσεις που τη πήρες μακρυά μου»

«Δεν τη πήρα» ούρλιαξε ο Γενναίος. » Έφυγε με τη θέληση της»

Ο Αστερίωνας τυφλωμένος από οργή κατάφερε ένα σοβαρό χτύπημα στο χέρι του Γενναίου κάνοντας τον να πέσει στο κρύο πάτωμα σφαδάζοντας από τους πόνους. Στάθηκε πάνω του και τον κοίταξε με οίκτο. Με τη μύτη του σπαθιού του έσπρωξε στο πόδια του Γενναίου το μαγικό σπαθί που είχε πέσει από τα χέρια του πρίν λίγες στιγμές.

«Θα μπορούσα να σε σκοτώσω αυτή τη στιγμή» μούγκρισε με απέχθεια. «Μπροστά της και μετά  να τη κάνω δικιά μου. Αλλά τότε η εκδίκηση μου θα ήταν μισή. Αν σε κρατήσω όμως σε αυτή τη κατάσταση για πολύ καιρό και σε βλέπει να υποφέρεις, και αν σταματάω κάθε λίγο και σε αναγκάζω να βλέπεις να τη κάνω δικιά μου ξανά και ξανά, τότε αυτή θα είναι η πιο γλυκιά, η πιο ηδονική εκδίκηση που θα μπορούσα να έχω»

Έφτυσε πάνω του και πέταξε το σπαθί του στο πάτωμα. Ύστερα γύρισε και κατευθήνθηκε προς τον θρόνο της μητέρας του. Εκεί που ήταν καθισμένη και αλυσοδεμένη η Αμέλια.

Τη πλησίασε και αδέξια έπιασε μια τούφα από τα μαλλιά της και τα έφερε στα ανοιχτά ρουθούνια του. Έκλεισε τα μάτια και πήρε μια γερή ρουφηξιά από το άρωμα τους.

Η Αμέλια έκλαιγε σιωπηλά. Δεν φώναξε όπως επιθυμούσε για να μην ερεθίσει το κτήνος.

«Αμέλια θα σε κάνω δικιά μου» της είπε με τη βαριά φωνή του.

Το σπαθί της μητέρας του καρφώθηκε με δύναμη στο σβέρκο του και μια κραυγή έσκισε την ησυχία του ερειπωμένου κάστρου. Σωριάστηκε στο πάτωμα μουγκρίζοντας από τον πόνο.

«Δεν έπρεπε να μου γυρίσεις τη πλάτη βούκρανε» φώναξε ο Γενναίος καθώς τράβηξε το σπαθί από το σβέρκο του. Το κάρφωσε ξανά με περισσότερη ορμή στη ραχοκοκκαλια του.

Η Αμέλια άρχισε να ουρλιάζει. Ήταν ένα βήμα πριν τη παρανοια. Είχε περάσει τις τελυταίες μέρες σαν όμηρος ενός κτήνους δεμένη σαν ζώο και για ώρες έβλεπε τον άντρα της τον ΓΕΝΝΑΙΟ ΜΕΙΝΑΡΝΤ να μονομαχεί με τον διώκτη τους. Και τώρα υπήρχε ελπίδα να σωθούν και η δυο. Ευχόταν μόνο να ζούσε και η κόρη τους. Η λατρεμένη της Έλινορ με τα μακρυά καστανά μαλλιά όμοια με τα δικά της.

Μετά την είδε. Στην αρχή νόμιζε ότι είχει παραισθήσεις. Στην είσοδο της αίθουσαν στέκοταν η κόρη της. Πως ήταν δυνατόν. Σίγουρα είχε κουραστεί τόσο πολύ και έβλεπε οράματα. Η κοπέλα έκανε μερικά αθόρυβα βήματα και πίσω της εμφανίστηκαν ακόμα δυο άτομα. Ο Κρίστιαν και η….. Αν είναι δυνατόν!!!!! Η Ριάννον!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Ο άντρας της ήταν πάνω από το ακίνητο σώμα του Αστερίωνα και δεν αντιλήφθηκε τι συνεβαίνε. Μέχρι που ακούστηκε μια φωνή:

«Μπαμπά»

Ο Γενναίος Μέιναρντ, που τόσα χρόνια ζούσε με το ψεύτικο όνομα Πάτρικ, έμεινε ακίνητος στη θέση του. Αργά γύρισε και κοίταξε την Έλινορ. Χαμογέλασε με ανακούφιση που την είδε. Δίπλα της ήταν ο Κρίστιαν, αιώνιος συνοδοιπόρος. Και μετά πάγωσε. Η ιέρεια αυτοπροσώπος στεκόταν μπροστά του. Και εκείνος σκότωνε τον γιό της. Ανυσηχία τον κυρίευσε. Αραγε είχε όμηρους τη κόρη του και τον φίλο της;

Γονάτισε μπροστά της για να ικετέψει γαι το έλεος της.

«Ιέρεια μην πειράξεις τη γυναίκα μου, τη κόρη μου και τον φιλο της. Σκότωσε εμένα»

Τα απαλό γελάκι της Ριάννον ακούστηκε στην τεράστια αίθουσα. Ύστερα τον προσπέρασε και κατευθήνθηκε προς τον αναίσθητο Αστερίωνα. Τον άγγιξε απαλά στο μέτωπο.

«Γιε μου» ψυθηρισε.

Ύστερα σηκώθηκε και πήγε στον θρόνο της. Με τα γυμνά της χέρια έσπασε τις αλυσίδες της Αμέλιας.

«Η πιστή μου Αμέλια» είπε και της χαίδεψε το μάγουλο. Η Αμέλια που για χρόνια ζούσε με το ψεύτικο όνομα Ελισάβετ, έπεσε στα πόδια της από ευγνωμοσύνη.

«Συγχώρεσε μας» ικέτεψε η Αμέλια.

«Δεν έχω να συγχωρήσω τίποτα. Το μόνο σας παράπτωμα ήταν ότι μου κλέψατε το σπαθί. Αλλά σας καταλαβαίνω. Ο γιός μου σας καταδίωκε και έπρεπε να τον πολεμήσετε με ένα δυνατό όπλο»

Σήκωσε την Αμέλια από το πάτωμα και είπε: «Είσαστε ελεύθεροι να φύγετε. Εγώ θα φροντίσω τον γιό μου»

Ο Μέιναρντ βοήθησε την Αμέλια να περπατήσει ως το κέντρο της αίθουσας. Έπεσε στην αγκαλιά της κόρης κλαίγοντας υστερικά.»

Έλι μου» έλεγε ξανα και ξανά. Το κοριτσάκι της ήταν ζωντανό. Την αγκάλιαζε τη φιλούσε της χαίδευε τα μαλλιά. Ήταν εκεί μπροστά της.

«Μαμά» κλαψούρισε η Έλινορ.

Και ύστερα θύμωσε βλέποντας σε τι κατάσταση ήταν η μητέρα της. Προχώρησε μερικά βήματα και φώναξε στην Ριάννον

«Θα έπρεπε να τιμωρηθεί ο γιος σου. Δεν μου άφησε καν το δικαίωμα να πεθάνω στο ατύχημα. Με έκανε βρικόλακα καταδικάζοντας με να ζω για πάντα χωρίς τους ανθρώπους που αγαπώ. Και ύστερα έκλεψε τη μητέρα μου και προσπάθησε να σκοτώσει τον πατέρα μου»

«Γλυκειά μου Έλινορ» είπε η Ριάννον. Τα μάτια της ήταν μελένια και τα μαλλιά της ένα εβένινο σύννεφο τυλιγμένο σε έναν μεγαλόπρεπο κότσο στη κεφάλι της. Τα λευκά της ρούχα της έδιναν μια αγγελική υπόσταση.

«Πίστεψε με όλοι θα πάρουν αυτό που τους αναλογεί. Σε συμπαθώ παρόλο που ανήκεις στο είδος των εχθρών μας. Και οι γονείς σου ήταν οι πιο πολύτιμοι Κυνηγοι μου. Είχαν σφαγιάσει χιλιάδες βαμπίρ. Και τώρα η κόρη του είναι μια απο αυτούς. Ήρθε λοιπόν η ώρα να κάνουν ανακωχή με το είδος σου. Και να αναθεωρήσουν πολλά πράγματα. Όσο για τον γιο μου…..»

Προχώρησε προς το μέρος του γιου της και γονάτησε δίπλα του. Το πρόσωπο της χαράκτηκε από τον πόνο. «Είναι παιδί μου» ψέλλισε. Τον αγκάλιασε και έκλεισε τα μάτια. «Δεν φταίει εκείνος για τη φύση του. Εγώ τον έκανα έτσι. Ήθελα να τον κρύψω από τους Κυνηγούς μου. Δεν γινόταν να έχω διατάξει τη σφαγή χιλιάδων βρικολάκων και να απαιτήσω μετά να μην τον πειράξουν. Σαν ιέρεια έπρεπε να είμαι δίκαιη. Τον έκανα βούκρανο γιατί ήταν ο μόνος τρόπος να ζει μαζί μου χωρίς να τον πειράξουν στο τάγμα. Δεν τον χόρτασα ποτέ μου.  Μου τον άρπαξαν από τη κούνια και τον έκαναν βρικόλακα. Ήταν άδικο και για εκείνον και για εμένα. Δεν συμφωνώ με όσα έκανε όταν αποφάσησε ο πατέρας σου να φύγει με τη μητέρα σου μακρυά πό το τάγμα αλλά πονάω που δεν τον έζησα ποτέ σαν παιδί. Ούτε κι εκείνος χόρτασε τη μητρική αγκαλιά ποτέ»

Τα δάκρυα της έτρεχαν ποτάμι στα μάγουλα της και έσταζαν στο πρόσωπο του Αστερίωνα καθώς τον είχε στη ποδιά της.

Ο Μέιναρντ τους έκανε νόημα να απομακρυνθούν.

Τα δάκρυα της Ριάννον έκαιγαν το δέρμα του γιού της όπου τον ακουμπούσαν. Εκείνη ψιθύριζε ακατάληπτα λόγια που δεν έβγαζαν νόημα.

Καθώς πλησίαζαν στην έξοδο ο Μέιναρντ κοίταξε πάνω από τον ώμο του. Στη θέση του μεγαλόσωμου κτήνους στην αγκαλιά της μάνας του κοίτονταν μέσα στα τεράστια ρουχα, ένα βρέφος με αγγελικό πρόσωπο. Η μαγεία της Ριάννον που δεν ήταν άλλη απο την αγάπη της μάνας είχε λύσει τη κακή μαγεία και με κάποιο παρανοικό τρόπο ο Αστεριωνας είχε γυρίσει στην ανθρώπινη φύση του. Τότε που ήταν μωρό. Δίνοντας του την ευκαιρία να ζήσει από την αρχή. Αμόλυντος, άσπιλος.

Πριν κλείσουν τη πόρτα πίσω τους η Ριάννον φώναξε τον Μέιναρντ. Εκείνος γύρισε και πήγε κοντά της.

Του πέταξε ένα μικρό μπουκαλάκι από γυαλί που μέσα περιείχε κάποιο άγνωστο διάφανο υγρό.

Το έπιασε στον αέρα και το περιεργάστηκε με απορία.

«Παγώνει τον χρόνο και χαρίζει αθανασία» του είπε. «Η Έλινορ σίγουρα θα χρειάστεί κάποιον να την συντροφεύσει ως την αιωνιότητα.

«Έχουν περάσει πενήντα χρόνια περίπου. Ζω με τον συζηγο μου, Κρίστιαν κάπου στη Σκοτία. Είμαι βαμπίρ και ο σύζηγος μου άνθρωπος. Αλλά είναι αθάνατος. Το ελιξίριο της Ριάννον μου έδωσε την απόλυτη ευτυχία. Εγώ και εκείνος μαζί ως την αιώνιότητα. ΜΑΖΙ. Ερωτευμένοι. Δεμένοι. Ταξιδευουμε συνεχώς αλλάζοντα μέρη και φίλους για να μην μας υποψιαστεί κανείς. Οι γονείς μου Μείναρντ και Αμέλια υπήρξαν από τους καλύτερους Κυνηγούς του τάγματος που  ήταν υπεύθηνο για την εξολόθρευση του είδους μας. Πλέον δεν υπάρχουν Κυνηγοί. Είμαστε πλάσματα όπως όλα τα υπόλοιπα. Οι γονείς μου και η θεία Μαρία προτίμησαν να μην δοκιμάσουν το ελιξίριο της αθανασίας. Ήθελαν να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή και να πεθάνουν όπως όλοι οι θνητοί. Πάλεψα πολύ για να τους μεταπείσω αλλά δεν άλλαξαν γνώμη. Και έπρεπε να το σεβαστώ. Ο θάνατος είναι μέρος της ζωής. Τουλάχιστον έχω τον Κρίστιαν. Είναι ο θεός μου. Ο ένας και μοναδικός. Πόσο ευγνώμων νιώθω για όσα έχει κάνει για μένα. Απαρνήθηκε την ίδια τη ζωή για να είναι δίπλα μου για πάντα. Μου προσφέρει ακόμα μετά από μισό αιώνα το αίμα του, μιας και είναι άνθρωπος. Είναι τα πάντα….»

Ένιωσα την ανάσα του στο σβέρκο μου και σταμάτησα να γράφω. Ήταν μια συνήθεια που είχα αποκτήσει πριν πολλά χρόνια, να γράφω ημερολόγιο. Όταν ζεις για πάντα, κάπου ξεχνάς κάποιες λεπτομέρειες οπότε ήθελα να καταγράφω τα πάντα.

Με φίλησε στο λαιμό και γέλασε διάβάζοντας όσα είχα γράψει για εκείνον στο ηλεκτρονικό μου ημερολόγιο. Με τράβηξε και πέσαμε μαζί στο κρεβάτι.

«Ώστε είμαι τα πάντα ε;» είπε κοιτάζοντας με πονηρά.

«Το ξέρεις ήδη αυτό» του πέταξα δήθεν θυμωμένη.

Με φίλησε με πάθος και ένιωσα να χάνω τα λογικά μου. «Γαμώτο μετά από τόσα χρόνια, τον θέλω ακόμα σαν τρελή» σκέφτηκα πριν αφεθώ στο πάθος που μας έκαιγε μισό αιώνα τώρα.

ΤΕΛΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ:

Η ΕΛΙΝΟΡ  ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΟΣΟΥΣ ΤΗΝ ΔΙΑΒΑΣΑΝ ΚΑΙ ΤΗ ΨΗΦΗΣΑΝ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΣΑΣ. ΗΤΑΝ Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ WATTPAD ΚΑΙ ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΜΟΥ ΣΥΓΧΩΡΗΣΑΤΕ ΤΑ ΛΑΘΗ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑ. ΕΛΠΙΖΩ ΣΥΝΤΟΜΑ ΝΑ ΕΠΑΝΕΛΘΩ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ….ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ…ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ 15/9/17″

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì      

Advertisements

4 σκέψεις σχετικά με το “ΕΛΙΝΟΡ (ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ part 22)..”

  1. Μόλις σήμερα κατόρθωσα να βρω το χρόνο που απαιτούσε η ανάγνωση της Έλινορ από εκεί που την είχα αφήσει! Όπως σου έχω ξαναγράψει, δεν θα ήθελα να «ξεπετάξω» την ιστορία σου.

    Η διαπίστωση, διαβάζοντας πολλά κεφάλαια μαζεμένα, ήταν αυτή που σου είχα γράψει και σε αρχικό στάδιο της ιστορίας: όσο προχωρούσε η Έλινορ, απελευθερωνόταν η γραφή σου, κι εσύ μαζί! Πλησιάζοντας στο τέλος, ανυπομονούσα να το διαβάσω και, φτάνοντας στο τελευταίο κεφάλαιο, παρακαλούσα να μην τελειώσει!
    Μαρία, συνέχισε να γράφεις!

    Μπράβο σου!❤

    ΥΓ. Διάβασα ως «υστερόγραφο» δικό σου, σε κάποιο από τα κεφάλαια της Έλινορ, να χαρακτηρίζεις «άθλια» την ιστορία σου, βασιζόμενη στα… στατιστικά του μπλογκ σου.
    Μαρία μου, το διαδίκτυο είναι απέραντο, αν δεν βγεις παραέξω, είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατον να σε εντοπίσουν!
    Οι μπλόγκερς «ανταλλάσσουν επισκέψεις», αφήνουν ένα σχόλιο, ένα like… όχι, βέβαια, ως «ανταποδοτικό τέλος», αλλά με την ελπίδα να γνωρίσουν και να τους γνωρίσουν.
    Κάτι που έμαθα στα χρόνια που έχω ασχοληθεί με το μπλόγκινγκ (επεισοδιακή η ιστορία μου με αυτό, αλλά δεν μας αφορά αυτή τη στιγμή), είναι ότι πρέπει να δίνουμε περιθώριο στους αναγνώστες μας, να μας διαβάζουν. Υπήρξαν φορές που δημοσίευα, ένα κείμενο ανά διήμερο και βέβαια, μου το επεσήμαναν (πολύ ευγενικά) και το κατάλαβα. (Και πάλι, μερικές φορές, αφήνομαι!)
    Μπορείς να γράφεις όσο θέλεις και να «προγραμματίζεις» τα κείμενά σου για κάποιες μέρες μετά. (Το λέω επειδή ξέρω πως ο οίστρος είναι αδύνατον να προγραμματιστεί, άρα όποτε έχεις την επιθυμία, γράφε!)

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Σε ευχαριστώ που αφιερωσες χρόνο να διαβασεις την ιστορια μου. Σε ευχαριστω για αυτα τα εμψυχωτικα και συγκινητικα λόγια, πραγματικα δεν εχω λογια να σου εκφρασω την ευγνωμοσυνη που νιωθω αυτη τη στιγμη….Αυτο που καταλαβα οσο εγραφα την Ελινορ ηταν οτι αποφασισα να γραφω για μενα για να βελτιωθω…Το ξερω οτι κατα καιρους περναω διαφορες φασεις και αμφιβαλλω για τα παντα αλλα αυτο που σκεφτομαι καθε φορα που επανερχομαι ειναι οτι δεν πρεπει να σταματησω να γραφω γιατι αν σταματησω δε θα βελτιωθω ποτε…Οι συμβουλες σου ειναι πολυ σημαντικες..καταλαβαινω αυτο που γραφεις οτι πρεπει να δινουμε περιθωριο να μας διαβαζουν…Α ν και εχω μεινει μονο με το wordpress μιας και στο wattpad δεν μπορω να μπω εδω και δυο μερες χαχα κατι γινεται..μπορει να ειναι ο ερμης αναδρομος χαχαχα…Σε ευχαριστω πολυυυ για ολα….
      ΥΓ οχι δε κλαιω απο συγκινησηηη…
      ΦΙλακια πολλα ❤

      Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Συναρπαστικό τέλος έδωσες στην ιστορία σου αν και σου έχω ξαναγράψει πως δεν είμαι του θρίλερ! 😉
    Συμφωνώ απόλυτα με το σχόλιο της Αναστασίας!
    Όταν κανείς «ανοίγει» blog το κάνει πρώτα για τον εαυτό του και όντος αυτό δουλεύει και ψυχοθεραπευτικά αλλά στη δική σου περίπτωση νομίζω πως είναι κρίμα να μη σε γνωρίσουν και άλλοι bloggers και θα δεις πως τελικά το blogging έχει πολύ ενδιαφέρον φτάνει να είσαι ο εαυτός και να συμμετέχεις ενεργά! 😛

    ΑΦιλάκια πολύ τρυφερά! 🙂

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Χαίρομαι που βρήκες συναρπαστικό το τελος της Ελινορ μου…..Και συμφωνω απόλυτα οτι το γραψιμο λειτουργει σαν ψυχοθεραπεία γι αυτο και δεν μπορω να φανταστω τη ζωη μου χωρις να γραφω….Ολα σιγα σιγα ομως …τωρα ειμαι καινούργια στο κοσμο των μπλογκς και πελαγωνω καμια φορα…καποτε θα γινω παλια, οποτε ειμαι σιγουρη οτι θα γελαω με τις τωρινες μου ανησυχιες…σε ευχαριστω πολύ για τα καλα σου λογια…σε φιλω…

      Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s