HALLOWEEN

«HALLOWEEN NIGHT: Trick or treat»..A SHORT STORY BY MARIA FANOURAKI

 

Η ώρα που ο Γουάιτ θα έβγαινε επιτέλους έξω και θα χανόταν ανάμεσα στο πλήθος, είχε φτάσει. Ήταν το βράδυ της 31ης Οκτωβρίου, η αγαπημένη γιορτή όλων, η τέλεια ευκαιρία για λίγη δράση. Είχε έναν ολόκληρο χρόνο να κυνηγήσει και ένιωθε τις κλειδώσεις του σκουριασμένες. Όχι ότι θυμόταν πόσο χρονών ήταν, είχε μια αφύσικη μακροζωία και δεν ένιωθε πλέον άνθρωπος. Συνέχιζε να κοιτάζει έξω από το λερωμένο τζάμι με την αηδιαστικά λιγδιασμένη κουρτίνα, τους ανυποψίαστους θνητούς, που μεταμφιεσμένοι με τα κουστούμια τους, πήγαιναν από πόρτα σε πόρτα και φώναζαν: «Φάρσα ή κέρασμα».

Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την εποχή που ήταν και ο ίδιος παιδί, αν και δεν έζησε ποτέ παιδική ηλικία όπως οφείλουν να ζήσουν όλα τα παιδιά στη γη. Είχε την ατυχία να γεννηθεί με νανισμό, το ανάστημα του δεν ξεπερνούσε το 1,28. Τα χέρια και τα πόδια του ήταν αφύσικα μικρά όπως και τα δάχτυλα του. Το κεφάλι του αντίθετα ήταν μεγάλο και το μέτωπο του προεξήχε κάνοντας τον να μοιάζει με ένα παραμορφωμένο τέρας. Ή τουλάχιστον έτσι τον αποκαλούσαν οι γονείς του.

Ήταν το μοναχοπαίδι τους, η κυρία Κάρι η μητέρα του ήταν τόσο ευτυχισμένη όταν τον συνέλαβε και πέρασε τους μήνες της εγκυμοσύνης της ετοιμάζοντας μέσα στο διώροφο σπίτι ένα μικρό παράδεισο για τον άγγελο της.

Όταν γεννήθηκε ο Γουάιτ, οι γονείς του ένιωσαν να απωθούνται απο το παραμορφωμένο μωρό με τα μικροσκοπικά χεράκια και το κλείδωσαν στη σοφίτα να μεγαλώνει ουσιαστικά μόνο του. Εκείνο ένιωθε την εγκατάληψη σαν έναν βουβό πόνο στη ψυχή του και στα κόκκαλα του.

Το μίσησαν τόσο πολύ ώστε είπαν σε όλους ότι είχε πεθάνει.

Αλλά ο Γουάιτ δεν είχε πεθάνει. Μεγάλωνε μόνος, έτρωγε αυτό που του ανέβαζαν μια φορά την ημέρα στη σοφίτα. Του άφηναν ρούχα και παιχνίδια αλλά δεν του μίλησαν ποτέ ούτε τον αγκάλιασαν.

Και μεγάλωνε. Μέσα στον απύθμενο πόνο. Μέσα στους ιστούς από τις αράχνες και τα ποντίκια.
Tα ποντικάκια δεν τα πείραζε. Οι αρουραίοι ήταν αυτά που έτρωγε. Κοίταζε από το μοναδικό παράθυρο της σοφίτας έξω στο δρόμο, τους γονείς που έπαιζαν με τα μικρά τους μπάλα ή τα μάθαιναν να κάνουν ποδήλατο και ένιωθε μηδαμινός. Ανύπαρκτος. Μια μέρα βρήκε έναν βρώμικο κλόουν καταχωνιασμένο σε μια χαρτόκουτα. Το κεφάλι του ήταν ραγισμένο και έλειπε ολόκληρο κομμάτι. Κάθισε οκλαδόν στο πάτωμα και με τον κλόουν αγκαλιά άρχισε να κουνιέται μπρος πίσω νανουρίζοντας την άψυχη κούκλα. Κάτι κουνήθηκε μέσα στον κλόουν και ο Γουάιτ τον πέταξε στην άλλη άκρη του δωματίου. Πλησίασε επιφυλακτικά και αντίκρισε έναν αρουραίο να βγαίνει από το κεφάλι του κλόουν. Τον κυνήγησε εκείνη τη μέρα και τον έπνιξε με τα μικρά του χεράκια. Ύστερα τον έφαγε ωμό. Βύθισε τα δοντάκια του στην ισχνή σάρκα του τρωκτικού και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Όσο μασούσε το αηδιαστικό τρωκτικό τα δάκρυα έγιναν αίμα. Και έτρεχαν αυλάκι στα παραμορφωμένα μάγουλα του. Και από τότε κάτι σατανικό και ζωώδες ξύπνησε μέσα του. Τα σπλάχνα του διψούσαν για αίμα και σάρκα. Μια επίμονη μοχθηρή φωνή σαν υαίνα του ζητούσε να σκοτώσει.

Τόσα χρόνια εγκλωβισμένος στην άθλια σοφίτα λιμοκτονούσε για αγάπη, καθαρό αέρα και φαγητό. Άκουγε τους σκληρόπετσους γονείς του να γελάνε, να παίζουν επιτραπέζια, να κάνουν έρωτα σαν ζώα πάνω στα έπιπλα, πάντα με προφύλαξη, γιατί η ανησυχία τους ήταν να μην μείνει έγκυος ξανά η βρώμα και γεννούσε άλλο ένα τέρας. Τους άκουγε να τον ειρωνεύονται να κοροιδεύουν τα φυσικά του κουσούρια και να γελάνε υστερικά χωρίς ποτέ να σκεφτούν ότι θα μπορούσαν απλώς να τον πάνε σε κάποιο γιατρό να διόρθωναν τις ατέλειες του και ας παρέμενε νάνος δεν ήταν προβλημα. Υπήρχαν τόσοι θαυμάσιοι άνθρωποι με νανισμό. Μια μέρα τους άκουσε να κανονίζουν τις λεπτομέρειες στο τηλέφωνο με κάποιο άτομο για τη μεταφορά του σε ίδρυμα. Χαζογελούσαν και έγλυφαν με θράσσος τον γιατρό για τη χάρη που τους έκανε να αναλάβει τον Γουάιτ στη παράνομη κλινική του ή «ίδρυμα» όπως τους είχε επίπληξει να την αποκαλούν. Θα τον μελετούσαν λες και ήταν κάποιο εξωγήινο φρικιό που έπεσε στη γη. Μετά συνέχισαν να τρώνε το πλούσιο γευμα τους ενώ περίμεναν την «κοινωνική λειτουργό» να τον μεταφέρει στο ίδρυμα. Άκουγε τα μαχαιροπίρουνα να χτυπούν στα πορσελάνινα πιάτα και τα σάλια του έτρεχαν. Είχε να φάει μέρες. Οι αρουραίοι που είχε φάει τη προηγούμενη βδομάδα είχαν στοιχοιώσει το στομάχι του. Ένιωθε ότι του έτρωγαν τα σωθικά. Και τότε άρχισε να τρέμει.

Η οργή του περικύκλωσε το σπίτι σαν ομίχλη που σείστηκε συθέμελα. Οι γονείς του φοβισμένοι νόμιζαν ότι γινόταν σεισμός. Ένας εκκωφαντικός θόρυβος ακούστηκε απο τη σοφίτα τους έκανε να αναπηδήσουν τρομαγμένοι. Η βρώμα έριξε το κρασί στο ακριβό φόρεμα της. Με επιφύλαξη ανέβηκαν τις σκάλες και έντρομοι είδαν τον γιό τους να στέκεται ατάραχος πάνω από τα συντρίμμια που είχαν δημιουργηθεί από το γκρέμισμα του τοίχου και της πόρτας. Η μητέρα του έτρεξε στο τηλέφωνο να ειδοποιήσει την αστυνομία. Η βρώμα. Δεν της πέρασε από το μυαλό ότι το μόνο που χρειαζόταν ο γιός της ήταν αγάπη.

Το τηλέφωνο λειτουργούσε και μόλις ο αστυνομικός απάντησε η γραμμή κόπηκε αιφνίδια.

Ο πατέρας του, Στίβεν ανέβηκε μερικά σκαλιά πλησιάζοντας αρκετά τον Γουάιτ.

«Μικρέ» είπε αδέξια. Η προσπάθεια του να κρύψει το γεγονός ότι δεν θυμόταν καν το όνομα που του είχε δώσει μια νοσοκόμα όταν είχε γεννηθεί, τον έκανε να γελάσει. Δυο σειρές από μυτερά ματωμένα δόντια έκαναν την εμφάνιση τους. Τα είχε λιμάρει ένα προς ένα με ένα παλιό μαχαίρι-αντίκα που είχε βρεί πριν χρόνια σε μια σφραγισμένη κούτα μέσα στη βρωμερή σοφίτα.

«Σε ακούω..μπαμπά» είπε με στόμφο φτύνοντας σάλια. 

Ακούστηκε ο ήχος της μηχανής ενός αυτοκινήτου που πάρκαρε  μπροστά από το σπίτι.

«Όλα θα πάνε καλά» είπε πανικόβλητος ο Στίβεν. «Μια καλή κυρία από ένα νοσοκομείο ήρθε να σε πάρει. Θα σε βοηθήσει να γίνεις καλά. Δεν θα πονάς πια. Και θα ψηλώσεις κι άλλο»

Το κουδούνι ακούστηκε κάνοντας τις τρίχες του Στίβεν να σηκωθούν όρθιες.

Η Κάρι πήγε βιαστικά να ανοίξει ελπίζοντας να ξεφορτωθούν μια ώρα νωρίτερα το τέρας.

Εκείνη τη μέρα ο Γουάιτ έκανε τον πρώτο του φόνο. Και τον δεύτερο του. Και τον τρίτο του. Όρμησε πρώτα στον πατέρα του όταν εκείνος του γύρισε τη πλάτη για να κατέβει στο σαλόνι. Κατέβηκε δυο δυο τα σκαλιά και πήδηξε πάνω στο σβέρκο του. Τον κατασπάραξε με τα γυμνά του δόντια. Οι δυο γυναίκες ούρλιαζαν και προσπάθησαν να διαφύγουν. Ως δια μαγείας, η πόρτα είχε φρακάρει και δεν άνοιγε. Όπως και με τη γραμμή του τηλεφώνου που κόπηξε ξαφνικά όταν η μητέρα του είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει με την αστυνομία. Τις ξέσκισε και έφαγε τη σάρκα τους. Όπως σκόπευε να κάνει και απόψε. Ήταν και τότε όπως και απόψε η νύχτα των Αγίων Πάντων.

«Κάθε χρόνο, τέτοια νύχτα» μουρμούρισε με την ψηλή φωνή του «οι γονείς συνοδεύουν τα παιδάκια τους στα σπίτια που πηγαίνουν για να αναφωνήσουν «φάρσα ή κέρασμα» με τα ηλίθια κουστούμια τους». Έτριξε τα δόντια του και κόλλησε περισσότερο το δυσειδέστατο μέτωπο του στο παράθυρο. «Πόσοι πολλοί γονείς» μουρμούρησε. «Έτοιμοι να φαγωθούν. Απλά δεν το έχουν πάρει χαμπάρι ακόμα». Θυμήθηκε τους γονείς του όταν τους έτρωγε ζωντανούς και έγλυψε αχόρταγα τα χείλη του. Τους είχε αφαιρέσει τμήματα από τη σάρκα τους και τα είχε βάλει στη κατάψηξη. Όταν του τελείωσαν οι προμήθειες αποφάσισε να βγεί να κυνηγήσει. Υποσιτισμένος τόσα χρόνια με τα αποφάγια που τον τάιζαν οι γονείς του, επαθε ψύχωση με τη γεύση που άφηνε το τρυφερό κρέας στο στόμα του. Στην αρχή αρκέστηκε στο κυνήγι μικρόσωμων ζώων και τρωκτικών όπως γάτες, αρουραίους, πουλιά. Για κάποιο λόγο του ήταν αδύνατον να βλάψει σκυλιά. Τα έβλεπε πάντα από το παράθυρο της σοφίτας να παίζουν με τα άλλα παιδιά, τα ελεύθερα, αυτά που οι γονείς τους τα αγαπούσαν, και ζήλευε που δεν είχε κι εκείνος ένα χνουδωτό φιλαράκο. Τον έκαναν να χαμογελάει ασυναίσθητα. Πάντα ήθελε να είχε ένα σκυλί για συντροφιά. Αλλά αυτό δε συνέβει ποτέ.

Ξεκίνησε λοιπόν, με μικρά ζωάκια αλλά τίποτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με το ανθρώπινο κρέας. Έτσι βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία τη βραδιά του Halloween, που συμπληρωνόταν ένας χρόνος από τους φόνους των γονιών του και της κυρίας Άνι Μπέιτς της κοινωνικής λειτουργού, και σκότωσε ξανά. Κρατούσε το σώμα έναν ολόκληρο χρόνο στη κατάψυξη, μέχρι το επόμενο Halloween για να βγεί να σκοτώσει ξανά. Είχαν περάσει τόσα πολλά χρόνια που είχε χάσει τον λογαριασμό πόσα θύματα είχε χωρέσει στη κατάψηξη του. Το σπίτι ήταν μεγάλο όπως και η πίσω αυλή του στην οποία είχε θάψει τους σκελετούς των άμοιρων αυτών ανθρώπων. Κανείς ποτέ δεν είχε επισκεφθεί το σπίτι, μετά το θάνατο των γονιών του, αφού κανένας δεν γνώριζε την ύπαρξή του. Οι ίδιοι είχαν ανακοινώσει τον αιφνίδιο θάνατο του βρέφους λίγες μέρες μετά την επιστροφή τους από το μαιευτήριο. Οί λιγοστοί συγγενείς που ήθελαν να παρευρεθούν στη κηδεία ενημερώθηκαν ότι το μωρό αποτεφρώθηκε. Έβαλαν μάλιστα σε περίοπτη θέση στο σαλόνι, μια τεφροδόχο με στάχτη από το τζάκι και δίπλα της μια επιχρυσωμένη κορνίζα με τη φωτογραφία από ένα μωρό που η μητέρα είχε βρεί σε ένα περιοδικό πλεξίματος και όλοι το έχαψαν.

Ήταν τραγικό, αν το καλοσκεφτόσουν, το μέγεθος της απόρριψης που βίωσε ο Γουάιτ από τη πρώτη στιγμή που ήρθε σε αυτόν τον γαμημένο κόσμο.

«Καριόλα» είπε καθώς ετοιμαζόταν για το ετήσιο κυνήγι της 31ης Οκτωβρίου. Δεν χρειαζόταν κάποιο κακόγουστο κουστούμι. Ήταν ο ίδιος μια τραγική μεταμφίεση. Κάθε χρόνο έβγαινε έξω χωρίς μάσκα, απλά πρόσθετε κάποια αξεσουάρ, όπως ένα καπέλο ή ένα πολύχρωμο φουλάρι. Πράγματα που άνηκαν στα θύματα των προηγούμενων εξορμήσεων του. Το σπίτι ήταν γεμάτο με τα αιματοβαμμένα κουστούμια και τα αξεσουάρ τους. 

Φόρεσε ένα κόκκινο καπέλο που έκρυψε την αποκρουστική φαλάκρα του, αν και δεν του καθόταν κανονικά εξαιτείας του μετώπου του, έτσι το άφησε να στέκεται λοξά στη κορυφή του κεφαλιού του κάνοντας το να μοιάζει με μισοβαλμένο προφυλακτικό στη κορυφή ενός χοντρού φαλλού.

Η αδρεναλίνη είχε κυριεύσει τον οργανισμό του και τον έκανε να γρυλλίζει σαν πεινασμένο ζώο τη στιγμή που κατέβαινε τα σκαλιά του αλλόκοτου σπιτιού του. Eίχε σκαλίσει χαμογελαστά πρόσωπα σε μερικές κολοκύθες και τις είχε τοποθετήσει διάσπαρτες σε όλα τα σκαλοπάτια και στο μονοπάτι που διέσχιζε τον κήπο μέχρι την μεγάλη εξώπόρτα που παρέμενε χρόνια κλειστή σαν πόδια παρθένας. Τις καλιεργούσε χρόνια στη πίσω αυλή για να μπορεί να τις στολίζει στην αγαπημένη του γιορτή. Η ατμόσφαιρα μύριζε αίμα και ζαχαρωτά. Τα λάτρευε τα ζαχαρωτά για αυτό το λόγο πρώτα πήγαινε από πόρτα σε πόρτα για να μαζέψει αρκετά από αυτά και μετά θα εντόπιζε τα υποψήφια θύματα του που θα σκότωνε.

Απέφυγε να ανοίξει τη μεγάλη σιδερένια πόρτα της ιδιοκτησίας του, δεν έφτανε το μεγάλο λουκέτο και τις αλυσίδες που την κρατούσαν ερμητικά σφραγισμένη. Μετά από το θάνατο των γονιών του και της Άνι Μπέιτς  είχε βάλει φωτιά στο σαλόνι για να κάψει ότι είχε απομείνε από τα σώματα τους, ώστε όταν θα ερχόταν η αστυνομία να έβρισκε τα υπολοίματα τους και να έκλεινε η υπόθεση ως τραγικό ατύχημα. Ο ίδιος παρακολουθούσε κρυμμένος από τη σοφίτα τους αστυνομικούς και τους δυο τρεις συγγενείς που κατέφτασαν. Και μετά ήταν μόνος του. Να κρύβεται και να κυνηγάει. Να σκοτώνει και να κρύβεται.

Βγήκε στο δρόμο από ένα άνοιγμα του φράχτη που δεν ήταν ορατό από κανέναν και βρέθηκε σε ένα έρημο στενό. Μετά περπάτησε λίγο μέσα στο σκοτάδι ακούγοντας τις μακρινές φωνές των γονιών και των παιδιών που είχαν κατακλύσει τη μικρή πόλη. Έστριψε σε έναν μεγαλύτερο δρόμο και οι μακρυνές φωνές έγιναν κοντινές. 

Περπατούσε χωρίς να φοβάται μήπως αντιλαμβανόταν κάποιος ότι αυτό ήταν το πρόσωπο του και όχι κάποια αποκρουστική μάσκα. 

«Γαμάτη μάσκα, φίλε» φώναξε ένας έφηβος μεθυσμενος καθώς τον προσπερνούσε με τη παρέα του.

«Ευχαριστώ…φίλε» απάντησε με τη ψιλή, σχεδόν παιδική φωνούλα του. Ένα χαιρέκακο χαμόγελο σχηματίστηκε στα διψασμένα χείλη του και συνέχισε τη πορεία του.

Έφτασε σε ένα φωταγωγημένο σπίτι με ηλίθια διακόσμηση απ΄έξω, κάτι μάγισσες με σκουπόξυλα και δήθεν τρομακτικές κολοκύθες. Ανέβηκε τα σκαλιά και χτύπησε τη πόρτα. Μια μεσήλικη, ντυμένη γκοθού μάγισσα άνοιξε τη πόρτα. «Trick or treat give me something sweet to eat» είπε προσποιητά ο Γουάιτ. Με το ανάστημα που διέθετε και τη ψηλή φωνούλα περνούσε για δεκάχρονο.

Επανέλαβε το ίδιο σε αρκετά σπίτια μέχρι που μάζεψε τόσα γλυκά όσο άντεχε να σηκώσει μέχρι το σπίτι και μετά αποφάσισε να βάλει σε εφαρμογή το παλιό δοκιμασμένο σχέδιο του.

Είδε μια γυναίκα μόνη της να μεταφέρει τσάντες με γλυκά, προφανώς είχαν ξεμείνει απο δ΄αυτα στο σπίτι της και είχε αναγκαστεί να πεταχτεί σε κάποιο μαγαζί να προμυθευτεί. Φορούσε ένα κουστούμι αγριόγατας. Το απωθυμένο της αγάμητης νοικοκυρούλας, υπέθεσε. Όταν είχε πλησιάσε αρκετά, ο Γουάιτ κάθισε στο πεζοδρόμιο και προσποιήθηκε ότι έκλαιγε. Η αγριόγατα τον πλησίασε και κοντοστάθηκε.

«Είσαι καλά γλυκό μου;» είπε τρυφερά. Μπίνγκο! Ήταν φανερό ότι ήταν μητέρα. Ξεχώριζε τους γονείς από μίλια μακρυά. Σαν να είχαν διαφορετική μυρωδιά από τους άλλους ανθρώπους.

Η γυναίκα τον πλησίασε και τον ξαναρώτησε. «Έχασα τη μαμά μου» ψέλλισε ο Γουάιτ και συνέχισε να κλαίει.

«Ησύχασε αγόρι μου. Πες μου που μένεις και θα σε πάω εγώ στη μαμά σου» είπε η ανυποψίαστη γυναίκα.

Τον πήρε από το χέρι και μαζί περπάτησαν ως το σπίτι του. Όταν έφτασαν στην εξωτερική πόρτα με το λουκέτο, ο Γουάιτ την αιφνιδίασε πηδώντας στο σβέρκο της και ξέσκισε τον λαιμό της. Το αίμα της τους έλουσε και τους δυο. Τα μυτερά δόντια του έκαναν έναν ανατριχιαστικό ήχο καθώς τη καταβρόχθιζε. Ακουγόταν σαν χιλιάδες τρωκτικά που μασούσαν ξύλο.

Τα υπόλοιπα ήταν παιχνιδάκι. Έσυρε το άψυχο σώμα της μέσα στο εσωτερικό του κήπου από το άνοιγμα του φράχτη. Η μυική του δύναμη του ήταν απίστευτα μεγάλη και του επέτρεπε να κάνει καλά ανθρώπους με το διπλάσιο ύψος από τον ίδιο. Τη μετέφερε μέσα στο σπίτι και επέστρεψε για να πάρει όλες τις σακούλες με τα γλυκά που είχε η άτυχη μητέρα καθώς και τα δικά του «κεράσματα» που ήταν σκορπισμένα σαν κηλίδες αίμα ολούθε στο σημείο που είχε επιτεθεί στο θύμα του.

Έβαλε το σώμα της στο τραπέζι της κουζίνας και πήγε να φυλάξει τα γλυκά στο ψυγείο. Είχε βρει ένα κόλπο να κλέβει ρεύμα από έναν γείτονα που έμενε στην αρχή του ανηφορικής οδού με το ανατριχιαστικό όνομα Psyco path. 

Πήρε το μαχαίρι και έκανε αρκετές τομές σε διάφορα σημεία του σώματος της. Το ζωηρό κόκκινο αίμα της είχε βάψει το παλιό τραπέζι. Έβαλε μια μεγάλη λεκάνη κάτω από το τραπέζι ώστε να στάζει το αίμα μέσα. Θα έφτιαχνε κρασί με αυτό για να συνοδεύει τα γεύματα του.  Έκοψε μια μεγάλη φέτα από τον μηρό της και την έφαγε ωμή. Τα δόντια του μπορούσαν να μασήσουν ακόμα και πετσί. Μετά αποφάσισε να ξαναβγεί για κυνήγι. Ήταν μόλις μεσάνυχτα και είχε πολλές ώρες να «σκοτώσει» μέχρι το ξημέρωμα. Αφού θα έμενε εσώκλειστος για έναν ολόκληρο χρόνο αποφάσισε να το ρίξει λίγο έξω. 

«The more the merrier» ψιθύριζε καθώς ετοιμαζόταν να βγεί. Το κέφι του ήταν αμείωτο όλοκληρη την ημέρα. Είχε ακόμα τη γεύση του αίματος και του ωμού κρέατος στα χείλη του.

Με μεγάλες δρασκελιές κατέβηκε τα σκαλοπάτια της τυρρανισμένης του κατοικίας και πετάχτηκε στο δρόμο από το άνοιγμα του φράχτη. Σχεδόν τρέχοντας έφτασε στον κεντρικό δρόμο και αποφάσισε να ακολουθήσει την αντίθετη κατεύθηνση από αυτή που είχε πάρει προηγουμένως.

Ο κόσμος κυκλοφορούσε ακόμα στους δρόμους και το κέφι τους ήταν στα ύψη. Η νύχτα ήταν υπερβολικά ζεστή όπως το εσωτερικό ενός αιδίου, και όλοι είχαν αφηνιάσει από το αλκοόλ και την έξτρα ζάχαρη.

Βρήκε ένα σπίτι και χτύπησε τη πόρτα για να πάρει μερικά ζαχαρωτά και μετά κατευθήνθηκε σε ένα κάπως έρημο δρομάκι και περίμενε το θύμα του. Έμοιαζε στο σκοτάδι σαν τέρας που είχε ξεράσει η ίδια η κόλαση. Τα μάτια του όμοια με κουμπότρυπες γυάλιζαν από την ηδονή της αναμονής.

Πρίμενε λίγο ακόμα ώσπου φάνηκε ένας άντρας. Προτιμούσε πάντα τη τρυφερή σάρκα των μαμάδων αλλά καμιά φορά πρέπει να δοκιμάζεις και κάτι διαφορετικό σκέφτηκε. Προσποιήθηκε ότι έκλαιγε καταπίνοντας με βιασύνη ένα ζαχαρωτό, ώστε να μη μυρίζει το στόμα του αίμα.

Ο άνδρας με το μούσι κοντοστάθηκε και με τη περιέργεια ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του πλησίασε τον Γουάιτ.

«Είσαι καλά φίλε;» του είπε ευγενικά.

«Ίσως δεν θα ήταν καλή ιδέα να φάω έναν μπαμπάκα αυτή τη φορά», σκέφτηκε ο Γουάιτ. «Οι μανούλες είναι πιο ευκόλα θύματα».

Δυνάμωσε το κλάμα του επίτηδες και ο άγνωστος άντρας τον ρώτησε ξανά.

«Έχασα τον μπαμπά μου» ψέλλισε ο Γουάιτ χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του.

«Ω, φίλε» είπε τρομαγμένος ο άντρας. «Τι κάνουμε τώρα, μικρέ; Θέλεις μήπως να τον καλέσουμε από το κινητό μου;»

Ο άντρας έβγαλε το κινητό του από τη τσέπη του τζάκετ του και το πρόσφερε στον Γουάιτ.

Έπρεπε να σκεφτεί κάτι γρήγορα.

«Δε…το..θυμάμαι» είπε κλαίγοντας για να τον λυπηθεί ο άγνωστος.

«Εντάξει» είπε απογοητευμένος ο άντρας. «Τότε δε μένει παρά να σε συνοδεύσω στο σπίτι σου. Που μένεις μικρέ;»

Ο Γουάιτ σηκώθηκε βιαστηκά και τον τράβηξε από το χέρι, δείχνωντας του τη κατεύθηνση με το άλλο. Περπάτησαν μέχρι το σπίτι του και τη στιγμή που ο άντρας στάθηκε μπροστά στη σιδερόπορτα, ο Γουάιτ όρμησε και τον δάγκωσε στον ώμο. Χρειάστηκε περισσότερη δύναμη για να τον ρίξει στο έδαφος καθώς ο μεσήλικας άνδρας ήταν πιο δυνατός από ότι υπολόγισε ο Γουάιτ.

«Υποτίμησα τον εχθρό. Γαμημένη αλαζονεία» σκέφτηκε καθώς τύλιγε τα μικροσκοπικά χεράκια του γύρω από τον λαιμό του άντρα. Του κατάφερε αρκετές δαγκωνιές, έφτασε μάλιστα στο σημείο να του κόψει κομμμάτι σάρκας από τον λαιμό του για να τον ρίξει στο έδαφος.

Τον μετέφερε στο εσωτερικό του σπιτιού και τον έδεσε σε μια καρέκλα. Αν και είχε χάσει τις αισθήσεις του, ήταν ακόμα ζωντανός.

Ο Γουάιτ αποφάσισε να παίξει μαζί του πριν τον σκοτώσει. Εξάλλου πάντα ήταν ανυπάκουο παιδί. Και δεν είχε γονείς να τον μαλώσουν που έπαιζε με το φαγητό του.

Βρήκε σε ένα συρτάρι ένα ipod, λάφυρο από ένα θύμα του, τη προηγούμενη χρονιά, και το έβαλε να παίξει τη λίστα με τα τραγούδια που είχε μέσα.  

«Ξύπνα μπαμπάκα» είπε τσιριχτά. «Ωρα να παίξουμε»

Πήρε ένα λεπίδι και άρχισε να χαράζει το σώμα του άντρα. Η μουσική αγωνιώδης και νευρική του έδινε τον ρυθμό. Ο άντρας συνήλθε και μόλις αντιλήφθηκε που βρισκόταν προσπάθησε να ουρλιάξει.

«Ω συγνώμη» είπε περιπαιχτηκά ο Γουάιτ και έβγαλε το βρώμικο μαντίλι που του είχε χώσει στο στόμα. Μόλις ο άντρας ένιωσε τον αέρα στα πνευμόνια του άρχισε να ουρλιάζει.

Ο Γουάιτ ούρλιαξε κι εκείνος μαζί του με τη τσιριχτή φωνή του και μετά ξέσπασε σε γέλια. Ο άντρας σταμάτησε να φωνάζει και άρχισε να κλαίει.

«Γιατί το κάνεις αυτό; Εγώ προσπάθησα να σε βοηθήσω» ψέλλισε.

«Μη το πάρεις προσωπικά. Απλά έτυχε να περάσεις από το δρόμο μου»

«Μη με πλησιάζεις φρικιό» φώναξε με όση δύναμη είχε. Προσπάθησε να ελευθερωθεί, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. 

«Μη κάνεις σαν παιδί» γρύλισε ο Γουάιτ και κάρφωσε το λεπίδι στον μηρό του θύματος του. Ένα ουρλιαχτό διαπέρασε τους τοίχους της αιματοβαμένης κατοικίας και μετά ησυχία.

Ο άτυχος άντρας είχε λυπόθυμήσει από τον πόνο.

«Μη κοιμάσαι μπαμπάκα, έχει και συνέχεια» φώναξε ο Γουάιτ δίνοντας του μερικά χαστούκια. Ο άντρας τινάχτηκε νευρικά στην καρέκλα και λιποθύμισε ξανά.

Ο Γουάιτ κατευθήνθηκε στη κουζίνα και άρχισε να τεμαχίζει και να τακτοποιεί στη κατάψηξη τη σάρκα της γυναίκας που είχε σκοτώσει νωρίτερα. Ύστερα κοίταξε τον άντρα στη καρέκλα και του ήρθε μια ιδέα

«Ω αυτό θα έχει πλάκα» μουρμούρισε και συνέχισε να τακτοποιεί το κρέας στη κατάψυξη εκτός από ένα χοντρό κομμάτι που είχε αφήσει πάνω στο νεροχύτη. Όταν τελείωσε, τράβηξε το κατακρεουργημένο σώμα της γυναίκας και το άφησε δίπλα στην πόρτα. Θα το έθαβε στην αυλή όταν τελειώνε και με δ΄αυτον. Επέστρεψε στη κουζίνα και έκοψε σε φιλέτα το κρέας που είχε αφήσει πάνω στον νεροχύτη. Το αλάτισε, του έριξε μπαχαρικά και ύστερα το πέταξε στο τηγάνι. Έριξε μια κλεφτή ματιά και είδε ότι ο άγνωστος άντρας είχε συνέλθει και τον κοιτούσε.

«Κοίτα ποιός ξύπνησε» είπε κεφάτα ο Γουάιτ. «Υποθέτω θα μου κάνεις παρέα στο γεύμα μου»

«Βοήθεια»

«Τι είπες φίλε;»

Ο άντρας βόγγηξε.

«Νομίζω ότι ξεκινήσαμε στραβά. Καταρχήν δε συστηθήκαμε. Είμαι ο Γουάιτ. Εσένα πως σε λένε;»

Ο άντρας άρχισε να βήχει αίμα.

«Θα σε πούμε  Έντουιν» είπε ο Γούαιτ βγάζοντας τις μπριζόλες από το τηγάνι.

Έστρωσε το τραπέζι και πήγε προς το μέρος του μελλοθάνατου.

«Ωρα για φαγητό» του είπε καθώς έσπρωχνε τη καρέκλα με τον δεμένο άντρα. Τον τοποθέτησε στη μια πλευρά του τραπεζιού και πριν καθίσει απέναντι του, έβγαλε το λεπίδι από το μηρό του θύματος του και του έκοψε το σχοινί στο ένα χέρι ώστε να μπορεί να φάει. Ύστερα πήγε και κάθισε απέναντι του.

«Λοιπόν Έντουιν όρμα. Σίγουρα θα πεινάς. Εγώ πάντως πεινάω σαν κροκόδειλος»

‘Επιασε με τα χέρια μια μπριζόλα και την έχωσε λαίμαργα στο στόμα του.

«Ελπίζω να σου αρέσει το φαγητό. Είναι η σπεσιαλιτέ μου. «Μανούλα στο τηγάνι» λέγεται. Ωχ ξέχασα το κρασί».

Άρπαξε τη λεκάνη με το αίμα της άτυχης γυναίκας που είχε ξεχάσει κάτω από το τραπέζι και πήγε να βρει μια κανάτα να τη γεμίσει.

Ο Έντουιν σήκωσε δειλά το κεφάλι του και με το ελεύθερο χέρι του έπιασε το λεπίδι που το είχε αφήσει στην άκρη του τραπεζιού και το έκρυψε ανάμεσα στα πόδια του.

«Λοιπόν Έντουιν» φώναξε κεφάτα καθώς γύριζε στο τραπέζι κρατώντας δυο βρώμικα κρυστάλλινα ποτήρια γεμάτα με αίμα. Τα ακούμπησε στο τραπέζι και κάθισε.

«Δε μου είπες Έντ» μουρμούρισε καθώς έτρωγε με όρεξη το ανθρώπινο κρέας. «Πως σου φαίνεται το φαγητό;»

«Βοήθεια»

«Χρειάζεσαι βοήθεια με τη μπριζόλα σου;»

Σηκώθηκε και πήγε δίπλα του κρατώντας το μαχαίρι του. Άρχισε να κόβει το κρέας σε μικρά κομματάκια σφυρίζοντας με κέφι.

Ο Εντουιν άρπαξε το λεπίδι που είχε στα πόδια του και με όση δύναμη του είχεαπομείνει το σήκωσε και το κάρφωσε στο κέντρο της σπονδυλικής του στήλης.

Ο Γουάιτ έβγαλε ένα ουρλιαχτό σαν πληγωμένο ζώο και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Ο Έντουιν άρχισε να χτυπιέται σαν χταπόδι πάνω στη καρέκλα προσπαθώντας να λυθεί, Το μόνο που κατάφερε ήταν να πέσει στο πάτωμα με τη καρέκλα. Δίπλα ακριβώς από τον πληγωμένο Γουάιτ. Έμεινε για λίγο ασάλευτος προσπαθώντας να συγκεντρώσει δυνάμεις για να προσπαθήσει να λυθεί. Και τότε άκουσε κάτι φρικιαστικό. Τη ψιλή φωνούλα του Γουάιτ:

«Μανούλα που είσαι; Μαμά; Φοβάται ο μικρούλης σου, έλα να τον πάρεις αγκαλίτσα, μαμά μη με αφήνεις μόνο μου. Μαμά που είσαι; Σε χρειάζομαι μανούλα, βοήθησε με, σε παρακαλώ, μανούλα μανούλα μανούλα μανούλα σκρόφα θα πεθάνεις, μαμά μαμά μαμά μα μα μα μα μα μ αμ αμ αμ αμα μα αμα μα αμ αμα μα»

Ένιωσε το αίμα του να παγώνει. Έπρεπε να φύγει από εκεί μέσα πριν σηκωνόταν το τέρας. Έψαξε το λεπίδι που του είχε πέσει από τα χέρια πριν και το εντόπισε δίπλα στο ανέκφραστο πρόσωπο του Γουάιτ. Έμοιαζε να έχει χάσει τις αισθήσεις του. Τεντώσε το ελεύθερο χέρι του προς το λεπίδι κρατώντας την ανάσα του. Την ώρα που το άγγιξε, τα μάτια του Γουάιτ άνοιξαν διάπλατα. Ο Έντουιν κοκάλωσε. Ήξερε ότι ήταν χαμένος και έκλεισε τα μάτια περιμένοντας το τέρας να του ορμήσει.

Όταν αντιλήφθηκε ότι τίποτα δεν είχε συμβεί, αντίθετα καθόταν σαν ηλίθιος με κλειστά μάτια και απλωμένο χέρι στο βρώμικο πάτωμα ενός φρικαλέου σπιτιού με έναν νάνο σε αφασία, άνοιξε τα μάτια και άρπαξε το λεπίδι.

Τίναξε το χέρι να καρφώσει το κεφάλι του νάνου αλλά συνάντησε μόνο αέρα. Ο Γουάιτ είχε μετακινηθεί.

Κοίταξε τριγύρω με τη καρδιά του να χτυπάει με τρόμο θέλωντας να εκτιναχτεί έξω από το στήθος του. Νεκρική ησυχία. Ο νάνος είχε εξαφανιστεί. Μήπως τα είχε φανταστεί όλα αυτά; Μήπως είχε δει κάποιο εφιάλτη; Είχαν συμβεί όλα αυτά στη πραγματικ…

Ένοιωσε μια βρώμικη ανάσα στο σβέρκο του και μετά ένας οξύς πόνος τον στον ώμο του τον έκανε να ουρλιάξει.

«Σου έλειψα;» είπε με οργή ο Γουάιτ. Συνέχιζε να στριφογυρνάει το μαχαίρι μέσα στη πληγή.

Το ελεύθερο χέρι του Έντουιν με το λεπίδι αντανακλαστικά σηκώθηκε με ορμή και κάρφωσε στα τυφλά πίσω από τον ώμο του, βασιζόμενος στην απεχθή μυρωδιά που έβγαιναν από τα χνώτα του Γουάιτ.

Ακούστηκε ένα μουγκρητό και ύστερα ουρλιαχτά ικανά να τρομάξουν ακόμα και τον πιο ειδεχθή δολοφόνο.

Μετά από λίγα λεπτά οι φωνές σταμάτησαν. Ο Έντουιν προσπάθησε να γυρίσει το κεφάλι του και να δει τι είχε γίνει. Με την άκρη του ματιού του είδε το λεπίδι καρφωμένο στο μάτι του Γουάιτ. 

Ο Έντουιν προπάθησε να τραβήξει το λεπίδι για να κόψει τα σχοινιά του αλλά δεν τα κατάφερε. Αρκέστηκε στο να τραβήξει το μαχαίρι που είχε καρφωμένο στον ώμο του.

Το να κόψει τα σχοινιά που τον κρατούσαν δέσμιο στη τρέλα ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που είχε κάνει ποτέ. Μετά σύρθηκε ως την έξοδο του τρελόσπιτου, κουτρουβάλησε τις σκάλες, και σύρθηκε στην αυλή στα χόρτα μέχρι το άνοιγμα του φράχτη.

Τότε μόνο θυμήθηκε ότι το κινητό του λογικά βρισκόταν στο σακάκι του και θα ήταν προτιμότερο να τηλεφωνούσε από εκεί, αντί να σπαταλούσε τόση ώρα να σέρνεται σαν φίδι στο βρωμερό σπίτι. Κοίταξε πάνω από τον ώμο του το μαύρο χάος που άφηνε πίσω του και προτίμησε να συνεχίσει να σέρνεται από το να επέστρεφε στο σαλόνι της κόλασης. Προσπάθησε να σηκωθεί και να τρέξει αλλά έπεσε στα γόνατα έτσι αρκέστηκε στο να μπουσουλήσει τη κατηφόρα του psycho path..

Οι αστυνομικοί που ειδοποιήθηκαν από έναν περαστικό που συνάντησε τον Ντάνι Νίκολσον, το πραγματικό όνομα του «Έντουιν», να σέρνεται στο δρόμο, μπήκαν στο εγκαταλειμένο σπίτι και αντίκρυσαν το πετσοκομένο σώμα μιας γυναίκας δίπλα στην πόρτα και τον Γουάιτ νεκρό στο σαλόνι. Η έρευνα τους, έφερε στο φως τη φρίκη που διαδραματιζόταν στη μικρή πόλη για δεκαετίες.  Διακόσια κιλά κατεψυγμένο ανθρώπινο κρέας, δεκάδες σκελετοί θαμμένοι στην πίσω αυλή, ένα γεύμα με ανθρώπινο κρέας, μισοφαγωμένο, ποτήρια με αίμα. Ρούχα και προσωπικά αντικείμενα των θυμάτων, σκορπισμένα παντού σαν κατάρα. Και στο πάτωμα ένα απεχθές πλάσμα νεκρό, να κείτεται στο ίδιο του το αίμα.

                                               TΕΛΟΣ
ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì      

 

 

 

 

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “«HALLOWEEN NIGHT: Trick or treat»..A SHORT STORY BY MARIA FANOURAKI”

  1. Ομολογώ Μαρία μου, πως δυσκολεύτηκα να τελειώσω την ανάγνωση της φρικιαστικής αυτής ιστορίας, γιατί όπως σου έχω ξαναγράψει δεν μου αρέσουν καθόλου τα θρίλερ! 😱 🎃
    Δεν θα κρίνω όμως τόσο το περιεχόμενο όσο τη φαντασία και την εξαιρετική κατά τ’ άλλα συγγραφή σου, γι αυτό και συνέχισε να γράφεις γιατί μόνο έτσι θα κάνεις τ’ όνειρο σου πραγματικότητα! 😛
    Για δες και σε τι διαφορετικό κλίμα βρίσκομαι: 😘
    «Η Ομορφιά δεν είναι στόμα διψασμένο ούτε άδειο χέρι που απλώνεται.
    Αλλά είναι πιο πολύ μια καρδιά φλογισμένη και μια ψυχή μαγεμένη»… Γκιμπράν 😊

    Πολλά τρυφερά ΑΦιλάκια σου στέλνω! 😚 😋

    Αρέσει σε 2 άτομα

  2. Υπεροχο το αποσπασμα που μου εγραψες….Το εκτιμω που διαβασες την ιστορια μου ενω δεν σου αρεσουν τα θριλερ…Σε ευχαριστωωωωω για τα καλα σου λόγια ειναι σημαντικα για μενα…Εννοειται θα συνεχισω να γραφω…Φιλακιααα πολλα και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ…

    Αρέσει σε 2 άτομα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s