ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΟΜΠΡΑΣ..

Ανυπομονούσα να πάρω το ρεπό μου από την οικογένεια όπου εργαζόμουν. Είχαμε κανονίσει να μείνω αυτές τις δύο μέρες της ξεκούρασης μου, όχι στους γονείς μου αλλά στο σπίτι του Φέλιξ.
Πάντα ένιωθα ότι τον πίεζα για τις επικείμενες συναντήσεις μας. Από τη μια έκανε σαν τρελός γιατί άργησα ένα δευτερόλεπτο να απαντήσω στο τηλέφωνο, λησμονούσε πως εργαζόμουν, και γενικά έκανε σκηνές αρρωστημένης ζήλιας κολακεύοντας την πληγωμένη μου γυναικεία υπόσταση και από την άλλη αδιαφορούσε σε τέτοιο βαθμό για την ίδια μου την ύπαρξη που νόμιζα πως θα μου στρίψει.
Πήρα λοιπόν το ρεπό μου, και μετακινήθηκα από το τεράστιο σπίτι των εργοδοτών μου στο ανατολικό Λονδίνο με λεωφορείο.
Είχε και εκείνος ρεπό και ενδόμυχα περίμενα να έρθει να με πάρει. Αλλά δεν ήρθε. Δεν ήθελα να το κάνω θέμα. Σκέφτηκα πόσο κακιά είμαι, ο άνθρωπος εργάζεται σε σούπερ μάρκετ, σουλατσάρει δηλαδή στο πάρκινγκ και φλερτάρει πελάτισσες και συναδέλφους. Το ήξερα γιατί τον είχα δει κάποτε.

Μπήκα στο λεωφορείο και βολεύτηκα στις πίσω θέσεις. Είχε λίγο κόσμο και αισθάνθηκα να χαλαρώνω αμέσως. Δεν μπορώ τη πολυκοσμία. Θύμωσα με τον εαυτό μου που για άλλη μια φορά δικαιολόγησα τη σκατένια συμπεριφορά του, ενώ έριξα στον εαυτό μου το ρόλο της κακιάς, του φταίχτη. Δουλεύει και κουράζεται. Και εγώ δουλεύω. Σκληρότερα.

 

Εκείνος φλερτάρει εν ώρα εργασίας, εγώ είμαι υπεύθυνη για ένα μικρό παιδί. Οι σπουδές μου στην Αγγλική λογοτεχνία μου επέτρεπαν να γίνω η προσωρινή δασκάλα του μικρού Λουίς για έξι μήνες ώσπου να επιστρέψει στο σχολείο του. Είμαι υπεύθυνη για την εκπαίδευση του που σημαίνει πως για ένα πλήρες οκτάωρο τον διδάσκω αυτά που πρέπει, είμαι υπεύθυνη για τη διατροφή του, έπρεπε να συνεννοηθώ με τον γιατρό του για το διαιτολόγιο του, είμαι υπεύθυνη για τις εξωσχολικές δραστηριότητες όπως η χειροτεχνία ή να παίζουμε δημιουργικά παιχνίδια και να διαβάζουμε παραμύθια. Επίσης είμαι υπεύθυνη για την καθαριότητα του και την προσωπική του υγιεινή. Τον βοηθάω να κάνει μπάνιο. Τον βοηθάω να μαζέψει το δωμάτιο του, τον συνοδεύω στους γιατρούς του. Κάποιες φορές κάνω και δουλειές στο σπίτι. Είναι ένα ασφυκτικό πρόγραμμα. Κι όμως δεν νιώθω κουρασμένη όταν πρόκειται να συναντήσω τον Φέλιξ. Εκείνος πάντα καμώνεται τον κουρασμένο, όταν συναντιόμαστε.

Προσπάθησα να διώξω τα δάκρυα μου και τις κουραστικές μου σκέψεις και έβαλα τα ακουστικά στα αυτιά μου. Ψήλωσα την ένταση στο κινητό και άφησα τη βραχνή φωνή της Lana del Rey: «you could be a bad mother fucker but that don’t make you a man»

Φτάνοντας στη περιοχή του Ρον, όπου έμενε ο Φέλιξ ετοιμάστηκα να κατέβω. Οι πρώτες ψιχάλες της βροχής έκαναν δειλά δειλά την εμφάνιση τους. Τύλιξα το πλεκτό κασκόλ μου, ήταν το χόμπι μου να πλέκω, γύρω από το κεφάλι μου και το λαιμό μου και έτρεξα προς το υπόστεγο μια επιχείρησης.

Κόντευε δυο το μεσημέρι, πόσες πιθανότητες υπήρχαν να κοιμόταν ακόμα; “Πολλές” ψιθύρισα, καθώς έτρεχα στο βρεγμένο πεζοδρόμιο. Ήθελα τόσο πολύ να τον συναντήσω, και από την άλλη φοβόμουν πως θα δημιουργούσε πάλι ψεύτικους καβγάδες κατηγορώντας με για πράγματα που δεν είχα κάνει ποτέ μου με μόνο σκοπό να με χειραγωγήσει, να με βάλει στη διαδικασία να προσπαθήσω να τον πείσω για την αγάπη μου. Όλα αυτά για τη διασκέδαση του. Σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ σκέφτηκα πάνω από το επίμονο κλαψούρισμα της Λάνα.
Έφτασα στη πολυκατοικία όπου έμενε. Το μικρό διαμέρισμα που νοίκιαζε (το πλήρωνε η μάνα του) ήταν ένας βρώμικος ελεεινός παράδεισος για μένα. Εκεί μέσα με φυλάκιζε και μου έκανε έρωτα. Εκεί μέσα έλιωνα στα χέρια του, ξεψυχούσα. Τον ικέτευα να με σκοτώσει, να με λυτρώσει από το μαρτύριο της ηδονής. Ήταν ο καλύτερος εραστής που είχα ποτέ. Ο καλύτερος!!!! Τον λάτρευα. Περνούσα τόσο τέλεια μαζί του όταν ήταν ρομαντικός και γλυκός. Με κοίταζε και βούρκωνε. Τα σκούρα μάτια του με πλημμύριζαν μια γλυκιά ζεστασιά και θαλπωρή. Ήταν σαν μελάσα ροδιού σκούρα με μια υποψία αίματος!!!!!! Ανατρίχιασα με τη σκέψη.

Στάθηκα μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας και πήρα βαθιά ανάσα φοβούμενη την επερχόμενη καταστροφή. Ήξερε ότι θα ερχόμουν και δεν είχε μπει καν στον κόπο να σηκωθεί λίγο νωρίτερα για να με υποδεχτεί. Ήταν σαν να ήμουν με δύο άντρες ταυτόχρονα. Ο ρομαντικός Φέλιξ, ο διαβολικός Φέλιξ. Δεν ήξερα ποτέ ποιον από τους δυο θα αντίκριζα.
Δάγκωσα τα χείλη μου και ετοιμάστηκα να Χτυπήσω το θυροτηλέφωνο. Είδα μέσα από το τζάμι της πόρτας να κατεβαίνει από τις σκάλες μια κυρία και περίμενα να ανοίξει εκείνη την πόρτα.

Άνοιξε, βγήκε χωρίς να μου ρίξει ματιά, όλοι ευγενικοί σε αυτή τη πολυκατοικία σκέφτηκα ειρωνικά. Πρόλαβα και μπήκα στο εσωτερικό πριν προλάβει και κλείσει η πόρτα. Μια μπόχα κλεισούρας με καλωσόρισε καθώς κινήθηκα προς τα δεξιά του διαδρόμου όπου βρισκόταν το διαμέρισμα του Φέλιξ. Στάθηκα μπροστά από τη παλιά κίτρινη πόρτα του. Μα ποιος βάφει τη πόρτα του κίτρινη; Και όχι κάποιο ζεστό, ζωντανό κίτρινο αλλά ένα ξεβαμμένο βρώμικο κίτρινο. Αφουγκράστηκα μήπως και ακούσω κάποιο θόρυβο που θα δήλωνε πως είχε ξυπνήσει. Απόλυτη ησυχία. Μετάνιωσα που ήρθα μέχρι εδώ. Έπρεπε να πάω στους γονείς μου και να του έστελνα μήνυμα από εκεί. Πήρα θάρρος και χτύπησα απαλά τη πόρτα. Απέφυγα να χτυπήσω το κουδούνι για να μην τον ξυπνήσω και τον εξαγριώσω. Καμία αντίδραση. Χτύπησα και δεύτερη φορά. Καμιά αντίδραση. Προσπάθησα να ελέγξω τα δάκρυα μου.

Ίσως αν πήγαινα μια βόλτα και επέστρεφα σε λίγο να είχε ξυπνήσει. Κοίταξα το ρολόι. Κόντευε τρεις. Μα τι στο διάολο κάνει αναρωτήθηκα. Κοιμάται γιατί ξενύχτησε χθες. Ήξερα ότι έμπαινε σε chat rooms και έκανε γνωριμίες με άσχημες γυναίκες, και όταν χωρίζαμε έτρεχε να τις βρει. Ήθελα να αρχίσω να ουρλιάζω. Τον πανικό μου διέκοψε ο ήχος του κινητού μου. Τινάχτηκα και οπισθοχώρησα για να μην ακουστεί από μέσα ο ήχος και τον ξυπνήσει. Έβγαλα το κινητό από τη τσάντα και το κοίταξα. Ο Φέλιξ!!!! Τη στιγμή που πήγα να απαντήσω η πόρτα άνοιξε. Μπροστά μου ήταν ο αγουροξυπνημένος Φέλιξ φορόντας μόνο το εσώρουχο και με το κινητό στο αυτί του.

Με είδε και τερμάτισε τη κλήση. Πέταξε το κινητό στο κρεβάτι του που ήταν δίπλα στη πόρτα.
“Μα καλά που είσαι;” είπε με τη βραχνή φωνή του. Ξερόβηξε και έτριψε το μάτι του. Ύστερα έκανε μεταβολή προχωρώντας στο εσωτερικό του διαμερίσματος αφήνοντας με σύξυλη στο διάδρομο. Έριξα βιαστικά το κινητό στη τσάντα μου και τρύπωσα στο διαμέρισμα. Έκλεισα τη πόρτα και βόλεψα τα πράγματα μου στη καρέκλα που βρισκόταν απέναντι από το κρεβάτι. Ήταν ένα μικρό εργένικο ενιαίο διαμέρισμα με ένα διπλό κρεβάτι και ένα μικρό κομοδίνο, ένα μικρό τετράγωνο τραπέζι με δυο σκαμπό και έναν μικρό νεροχύτη με μερικά ντουλάπια ακριβώς απέναντι από τη πόρτα της τουαλέτας. Ανακουφισμένη ξετύλιξα το κασκόλ από πάνω μου και το κρέμασα στη κρεμάστρα που υπήρχε πάνω στη πόρτα. Τον παρακολούθησα να φτιάχνει καφέ. Μου είχε λείψει αφάνταστα.
“Καφέ θες;” είπε κοφτά.

Ήξερε πως δεν πίνω καφέ. Μόνο γάλα με κακάο ή τσάι. Αλλά λίγο τον ένοιαζε.
“Θα φτιάξω μόνη μου το γάλα μου μωρό μου” του είπα απαλά για να μην τον νευριάσω. Έφτιαξε τον καφέ του και πήγε στο γραφείο του στα δεξιά , απέναντι από το τραπέζι με τα σκαμπό και άνοιξε τον υπολογιστή. Μετά άναψε τσιγάρο και τράβηξε τη πρώτη τζούρα με τρεμάμενα χέρια. Ύστερα πέταξε με δύναμη τον αναπτήρα πάνω στο γραφείο, πήρε το τσιγάρο μαζί του και κλείστηκε στη τουαλέτα. Το πρώτο χέσιμο της ημέρας. Στις τρεις το μεσημέρι. “Έλα μωρέ πως κάνεις έτσι”, σκέφτηκα. «Το παιδί σκοτώνεται στη δουλειά. Στα chat rooms θες να πεις” μου ανταπάντησα. Καμία ζεστή υποδοχή κι ας είχαμε να ιδωθούμε ένα μήνα. Έτσι το έκανε πάντα. Το έπαιζε αδιάφορος για να με βασανίζει. Ήταν δικό μου το σφάλμα που τον άφηνα να τα κάνει όλα αυτά. Ευχήθηκα να είχα τη δύναμη να τον στείλω στο διάολο και να φύγω επιτόπου.
Αντ αυτού προχώρησα ως τη κουζίνα και βάλθηκα να φτιάξω το γάλα μου. Προσπάθησα να ξεγελάσω τον εαυτό μου σκεπτόμενη πως θα μπορούσε να με έχει βρίσει ή να τον είχα πιάσει με άλλη στο κρεβάτι. Τελείωσα το ρόφημα και πήγα στο κρεβάτι του. Τα σκεπάσματα ήταν ένα κουβάρι. Μύριζαν ιδρώτα, τσιγάρο και απλυσιά. Άκουσα το καζανάκι και τον είδα να βγαίνει από το μπάνιο. Πήγε στο γραφείο του και κάθισε μπροστά στον υπολογιστή. Άρχισε να σερφάρει αδιάφορα αφήνοντας με στο κρεβάτι να κάθομαι μόνη μου. Ήθελα να φύγω. Να τον βρίσω και να εξαφανιστώ. Δεν μπορούσα.

 

Σηκώθηκα και τον πλησίασα από πίσω. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του και τον φίλησα στο σβέρκο. Μετά από λίγο βρεθήκαμε στο κρεβάτι του να κάνουμε έρωτα.
Οι δυο μέρες πέρασαν υπερβολικά γρήγορα. Την επομένη το πρωί έπρεπε να επιστρέψω στην εργασία μου. Λίγο πριν κοιμηθούμε και ενώ βλέπαμε ένα θρίλερ σηκώθηκε να πιει νερό. Μετά μπήκε στη τουαλέτα και όταν βγήκε βημάτιζε νευρικά πάνω κάτω. Όταν τον ρώτησα τι είχε άρχισε να μουρμουρίζει “δε ξέρω, δεν μπορώ άλλο, δεν θέλω” Ακαταλαβίστικες κουβέντες που σήμαιναν ένα πράγμα. Η κόμπρα μαζευόταν πίσω ανασήκωνε το κεφάλι και ετοίμαζε επίθεση. Αυτό που περίμενα και φοβόμουν το έβλεπα να διαδραματίζεται μπροστά μου. Για ακόμα μια φορά εφηύρε κάποια άνευ ουσίας και αλήθειας δικαιολογία για να μαλώσουμε και να με πετάξει έξω. Γιατί θεέ μου; Είναι τόσο σαδιστής που αρέσκεται στο να με βασανίζει διαρκώς; Πριν μια ώρα με ταξίδευε στον ουρανό κάνοντας μου έρωτα λέγοντας μου ότι θα με αγαπάει για πάντα και τώρα είχε φορέσει το ψεύτικο προσωπείο της κόμπρας και ετοιμάζοντας για επίθεση.
“Δεν μου λες;” πέταξε σαν ηθοποιός που έκανε πρόβα τα λόγια του πριν τη παράσταση.
“Όλη μέρα χθες τι έκανες;”

Μπερδεμένη προσπάθησα να προ φυλαχτώ από το δηλητήριο που είχε εξαπολύσει η κόμπρα. Τα μάτια του δεν ήταν πια ζεστή μελάσα. Ήταν μαύρα του σκότους.
“Μωράκι μου” απάντησα με γλύκα για να μην τον νευριάσω περισσότερο. “Χθες το μεσημέρι ήρθα εδώ στο σπίτι σου, δε θυμάσαι;”
“Ήρθες τρεις η ώρα, από το πρωί τι έκανες;”
Δεν μπορεί να είναι τόσο κακός άνθρωπος σκέφτηκα. “Μωρό μου χθες στις μια άρχισε το ρεπό μου. Το πρωί έπρεπε να ετοιμάσω τον μικρό για να πάει στο γιατρό για τις εξετάσεις του. Έφυγα και περίμενα το λεωφορείο αρκετή ώρα. Είναι αρκετά μεγάλη η διαδρομή και έφτασα στις τρεις εδώ”
Βλέποντας το επιχείρημα του να καταρρίπτεται από τη λογική και την αλήθεια προσπάθησε να αλλάξει κατεύθυνση.

 

“Και δε μου λες;” είπε κοιτάζοντας τη κάφτρα του τσιγάρου του. “Προχθές που σε έπαιρνα τηλέφωνο γιατί δεν απάντησες αμέσως;”
“Για ποια μέρα μιλάς μωρό μου; Ξέρεις πως κάποιες φορές δεν μπορώ να έχω το κινητό μαζί μου καθώς μπαίνω στη πισίνα με τον μικρό και κάνουμε γυμναστική μέσα στο νερό που μου έχει υποδείξει ο γιατρός του. Ξέρεις πόσο σημαντικό είναι να κινείται μετά την εγχείριση που έκανε”
Δεν μπορούσε να πει τίποτα. Γιατί έλεγα την αλήθεια. Ήθελε να καβγαδίσουμε για να με χωρίσει και να διασκεδάζει με τον πόνο μου αλλά είχα καταρρίψει όλες τους τις ηλίθιες κατηγορίες του. Εκείνη τη στιγμή τον είδα στις πραγματικές του διαστάσεις. Ήταν ένας κοντός πλαδαρός σαραντάρης με εμμονές με σαδιστικές τάσεις, μίζερος και ανασφαλής στο βάθος αλλά νάρκισσος και ψώνιο στην επιφάνεια. Το στιλάκι του δυνατού εξουσιαστή που είχε ήταν η πανοπλία του για να μην νιώθει ανασφάλεια για τη μετριότητα του. Ένιωσα την ανάγκη να φύγω. Τώρα είναι η ευκαιρία σκέφτηκα. Φύγε μακρυά του. Σου αξίζει κάποιος καλύτερος.
“Δε μου λες; Έχεις κανέναν μέσα στο σπίτι που μένεις;”
Η επόμενη επίθεση της κόμπρας με βρήκε απροετοίμαστη.
“Τι;;;;” ψέλλισα μπερδεμένη

“Έλα τώρα, ξέρεις εσύ. Τόσα άτομα μένουν εκεί. Πήγες στο πλουσιόσπιτο και ψωνίστηκες. Με ποιον πηδιέσαι για τα λεφτά; Αυτός ο γιατρός του μικρού ποιος είναι; Έχει λεφτά; Εσύ τα λεφτά κοιτάς. Η μήπως ο πατέρας του παιδιού σε έχει ρίξει ήδη στο κρεβάτι; Μήπως παίρνει μάτι και ο μικρός ενώ ο πατέρας του κανονίζει τη δασκάλα του;”
“Σταμάτα!!!!!” ούρλιαξα αηδιασμένη με τις ανήθικες κατηγορίες που μου είχε μόλις εξαπολύσει. Πόσο άρρωστος θεέ μου! Έθαψα το πρόσωπο μου στα χέρια μου και ξέσπασα σε ένα γοερό κλάμα. Δεν άντεχα άλλο τα καψώνια του.
“Ε ναι άρχισες πάλι να μου κάνεις σκηνικά” με κατηγόρησε. Και δε στάθηκε μόνο εκεί. Άρχισε το γνωστό λογύδριο του που μου έλεγε κάθε φορά για να με κάνει να αμφιβάλλω για όσα είχαν προηγηθεί μαλακώνοντας με λίγο.

“Εγώ για το καλό σου τα λέω. Να μην κάνεις αυτά που κάνεις. Δεν γίνεται να πηγαίνεις με άντρες για τα λεφτά. Είσαι χαμηλής νοημοσύνης και δεν καταλαβαίνεις, δεν έχεις συναίσθηση ότι δεν είναι σωστά όσα κάνεις. Μόνο τα λεφτά σε νοιάζουν. Θέλεις να αρπάξεις το σπίτι του αφεντικού σου. Είσαι τσούλα παραδέξου το. Εγώ σου έχω δώσει αξία αλλά μέχρι πότε. Όλοι μου λένε να σε παρατήσω, ότι δεν μου αξίζεις, είσαι κατώτερη μου. Απορώ πως πήγες στην εξοχή. Εδώ στη πόλη θα μπορούσες να πηγαίνεις και κάθε μέρα με άλλον χωρίς να ξέρει κανείς το παραμικρό, χαμένη μέσα στην ανωνυμία του πλήθους. Αλλά ξέρω γιατί πήγες στο Πλουσιόσπιτο. Για να τυλίξεις το αφεντικό σου.”
Δεν έβγαλα τον παραμικρό ήχο. Τι να έλεγα σε έναν σαδιστή; Ο άνθρωπος ήταν άρρωστος. Ηδονιζόταν να με βασανίζει. Λεκτική, ψυχολογική κακοποίηση με διαλείμματα τρυφερότητας και ψεύτικης αγάπης. Ευχήθηκα να βυθιζόμουν μέσα στον ωκεανό να μην ακούω πια τη σκατένια φωνή του.
Σηκώθηκα μηχανικά και πήγα στον νεροχύτη. Πήρα ένα ποτήρι και το τίναξα στην άκρη του τραπεζιού. Τα γυαλιά πετάχτηκαν παντού.
“Τρελάθηκες;” τον άκουσα να ουρλιάζει. Τον πλησίασα κρατώντας το σπασμένο κομμάτι στο χέρι μου.
“Πάρτο” του είπα ήρεμα.
“Σκότωσε με”
Το άρπαξε και το πέταξε στα σκουπίδια. Μετά ήρθε και με άρπαξε από τους καρπούς
“Δε γουστάρω τα σκηνικά σου” είπε μέσα από τα δόντια του. Με ταρακούνησε αρκετές φορές και με έσπρωχνε προς την πόρτα. “Φύγε από το σπίτι μου τσούλα, δε σε θέλω, φύγε”
Ήμουν με τα εσώρουχα και με έσπρωχνε να φύγω. Άρχισα να κλαίω ανήμπορη.
“Σταμάτα να κάνεις κόλπα μάγισσα!!!!! Είσαι μάγισσα; Λέγε! Με έχεις τρελάνει με τα κόλπα σου τσουλάκι. Ποια νομίζεις ότι είσαι; Είσαι μάγισσα;”
Οι καρποί μου με έκαιγαν από τη δυνατή λαβή του. Με πονούσε. Και στη ψυχή και στο σώμα. “Σε παρακαλώ άσε με” ψέλλισα και την ώρα που σήκωσε το χέρι του να με χαστουκίσει λιποθύμησα.

Συνήλθα λίγο αργότερα. Με είχε βάλει στο κρεβάτι και εκείνος καθόταν στην καρέκλα του γραφείου καπνίζοντας. Με κοίταζε με ανεξήγητο βλέμμα. Ανάμεικτος πόθος και απύθμενο μίσος.
Τράβηξε μια τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο του κι το πέταξε με δύναμη στο πάτωμα. Το έσβησε με το γυμνό του πέλμα.
“Μάγισσα” ψιθύρισε πάλι. Φοβήθηκα ότι θα με χτυπούσα και έκλεισα τα μάτια τρέμοντας. Ένιωσα ένα απαλό φιλί στην άκρη της μύτης μου!!!!
Αυτό έκανε!!!! Αυτή ήταν η τακτική του κάθε φορά!!!!!! Και πετύχαινε. Μετά από κάθε καβγά μου φερόταν τρυφερά και με έκανε να τα ξεχνάω όλα. Τον συγχωρούσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Με φίλησε στο στόμα, στο λαιμό. Μπήκε μέσα μου και τα ξέχασα όλα. Του δόθηκα ακόμα μια φορά χωρίς δισταγμό. Το μόνο που ήθελα ήταν να τον κλειδώσω για πάντα μέσα μου. “Υποφέρω όταν δεν βρίσκομαι μέσα σου” ψιθύρισε λίγο πριν με γεμίσει με το σπέρμα του.

Δεν χρησιμοποιούσε προφυλακτικό. Έλεγε ότι θέλει να με νιώθει χωρίς λατέξ και άλλες παρεμβολές. Πάντα ήξερε τι να πει για να με πείσει να κάνω ότι ήθελε. Συνέχισε να μου κάνει έρωτα δίνοντας μου εντολή να τελειώσω για εκείνον. Πως αν δεν ολοκληρώσω σημαίνει ότι δεν τον αγαπάω. Η φωνή του μου μυρμιγκιαζε το είναι μου. Έφτασα σε οργασμό φωνάζοντας το όνομα του. Βγήκε από μέσα μου και τελειώσε για δεύτερη φορά πάνω στο στομάχι μου. Έτρεξε και έφερε χαρτί κουζίνας και μου σκούπισε απαλά τα υγρά του από το σώμα μου. Μετά με γέμισε φιλιά στο πονεμένο μου αιδοίο και ξάπλωσε πάνω στη κοιλίτσα μου ανασένοντας βαριά. Ήταν ο καλύτερος εραστής και ο χειρότερος δυνάστης που είχα ποτέ!!!!! Δεν υπήρχε αμφιβολία για αυτό!
“Σ αγαπώ” ψέλλισε λίγο πριν κοιμηθει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ..

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì      

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΟΜΠΡΑΣ..”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s