ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ: ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

Αγάπη σημαίνει να κρατάς την καρδιά του άλλου ασφαλή. Προστατευμένη από το πόνο, την αδικία, τη ζήλια, την απάτη, τη βία.
Το μυαλό μου είχε κολλήσει σε αυτή τη μικροσκοπική λέξη με τα τρία γράμματα. Τόσο μικρή μα τόσο σκληρή. Τόσο τρομακτική. Η βία. Και όλες της οι πράξεις. Βία με το χέρι, βία με τη γλώσσα, βία με τα μάτια. Δεν έχει σημασία αν είναι σωματική, λεκτική η ψυχολογική. Η βία είναι πάντα βία. Έχει τα ίδια αποτελέσματα στο άτομο που τη δέχεται. Του γραπώνει τη καρδιά, του ξεριζώνει τα σπλάχνα. Κάθε γνώριμη καλοσύνη από το κόσμο. Σαν να μην υπήρξε ποτέ αθωότητα.

 

“Θα σας σκοτώσω και τους δυο”, συνέχισε να ουρλιάζει ο Φέλιξ από το τηλέφωνο.
Ξέσπασα σε λυγμούς και σωριάστηκα στο πάτωμα. Ο Gus γονάτισε δίπλα μου παρατώντας το κινητό πάνω στο μαλακό χαλί.
“Σκάι είσαι καλά;” με ρώτησε γεμάτος αγωνία. Προσπάθησε να με βοηθήσει να σηκωθώ αλλά ήμουν σαν μια άψυχη κούκλα πεταμένη σε κάποια ερημιά.
“Μίλα μου τσούλα θα σε σκοτώσω” ούρλιαξε από το τηλέφωνο ακόμα μια φορά ο δυνάστης μου.
Δεν του έδωσε καμία σημασία και με σήκωσε στα χέρια του για να με μεταφέρει στο κρεβάτι μου.

Η οπτική του Gus
“Πόσο ζυγίζει;;” αναρωτήθηκε ο Gus.
Την ξάπλωσε προσεκτικά στο άνετο κρεβάτι της. Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε στο δωμάτιο της. Ένα διακριτικό άρωμα από τριαντάφυλλο του γαργάλησε τη μύτη. Παντού υπήρχαν βιβλία και νήματα πλεξίματος. Τη θυμόταν από το σχολείο που διάβαζε διαρκώς. Ήταν ξεχωριστό κορίτσι. Ποιος ξέρει με ποιον αλήτη είχε μπλέξει για να τον ανέχεται να της ουρλιάζει στο τηλέφωνο. Τη χάιδεψε στο μάγουλο και εκείνη άνοιξε αργά τα βλέφαρα της. Οι μακριές βλεφαρίδες της ήταν υγρές από το κλάμα και τα ζεστά καστανά ματάκια της τρομοκρατημένα. Τον κοίταξε με απόγνωση και έκλεισε τα βλέφαρα πριν ξεχειλίσουν ξανά τα δάκρυα και τους πνίξουν και τους δυο.

 

“Μη φοβάσαι τίποτα. Εγώ είμαι εδώ” της ψιθύρισε ενώ έσκυβε να τη φιλήσει στο μέτωπο. Οι ματιές τους διασταυρώθηκαν την ώρα που εκείνη άνοιγε τα μάτια της και εκείνος κατευθυνόταν προς το μέτωπο της.
Ο Gus θυμήθηκε το κινητό παρατημένο στο διάδρομο και ζήτησε από την Σκάιλαρ να μη κουνηθεί. Εκείνη του ζήτησε να πει στην κυρία Σνελ να φροντίσει για λίγο τον μικρό Λούις μέχρι να επιστρέψει στο δωμάτιο του.

 

Το κινητό ήταν εκεί όπου το παράτησε ο Gus λίγη ώρα πριν. Το μάζεψε χωρίς να το δει και μπήκε στο δωμάτιο του μικρού. Κοιμόταν στο κρεβάτι του. Τον σκέπασε και κατευθύνθηκε προς τη κουζίνα να βρει τη κυρία Σνελ η οποία μόλις έμαθε για την αδιαθεσία της Σκάιλαρ έτρεξε στο δωμάτιο του Λούις να τον προσέχει.

 

Η ΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΚΑΙΛΑΡ

O Gus επέστρεψε στο δωμάτιο μου κρατώντας ένα δίσκο με μια αχνιστή κούπα με σοκολάτα-κανέλα, ένα ζεστό κρουασάν και μια μπανάνα.
Ανασηκώθηκα και γεμάτη έκπληξη τον παρακολούθησα να αδειάζει τα βιβλία μου από το κομοδίνο και να τοποθετεί επάνω του το δίσκο.

“Τι είναι όλα αυτά;” τον ρώτησα ντροπαλά.
“Ένα μικρό απογευματινό σνακ. Έλα θα σου κάνει καλό να φας κάτι πριν συνεχίσεις τα καθήκοντα σου..”
“Gus.. εγώ..δεν..”
“Σε θυμάμαι στο σχολείο. Ούτε τότε έτρωγες πολύ”
Κοκκίνισα ελαφρά και κοίταξα αλλού για να αποφύγω το βλέμμα του.

Μου ανασήκωσε το πηγούνι αναγκάζοντας με να τον κοιτάξω. Έβαλε τα μαλλιά μου πίσω από το αυτί μου και μου χάιδεψε το μάγουλο.
“Θα κάνουμε μια συμφωνία. Θα τσιμπήσεις λίγο από αυτά που σου έφερα και θα σου δώσω το κινητό σου”
Τινάχτηκα σαν να ξυπνούσα από κώμα. Έψαξα στις τσέπες μου και δεν βρήκα το κινητό μου. Θυμήθηκα ότι τελευταία φορά το κρατούσε ο Gus λίγο πριν λιποθυμήσω.
“Μην ανησυχείς. Εδώ είναι” είπε βγάζοντας το από τη τσέπη του. Μου το έδωσε και σηκώθηκε.
“Gus..τι έγινε…όταν έπεσα κάτω”
“Σε μάζεψα”

“Εννοώ με τον… τι έγινε με αυτόν που φώναζε στο τηλέφωνο”
“Δεν ασχολήθηκα καθόλου με τον ανισόρροπο, είσαι πιο σημαντική από τον οποιοδήποτε. Και νομίζω πρέπει να μου πεις ποιος ήταν και με ποιο δικαίωμα σου φώναζε έτσι”
“Σε παρακαλώ ας μη το συζητήσουμε καλύτερα”
“Δεν πρόκειται να σε αφήσω να κινδυνεύσεις από κάποιον τρελό. Στη τελική αν δεν το πεις σε μένα θα το πεις στους εργοδότες σου”
“Με εκβιάζεις;”

“Εντελώς”
Πλησίασε ξανά το κρεβάτι και κάθισε στην άκρη του.

“Το μόνο που θέλω είναι να είσαι χαρούμενη μικρή”
Πάντα με φώναζε έτσι ακόμα και όταν ήμασταν παιδιά.
“Ήμασταν κολλητοί στο σχολείο. Ήμασταν σαν αδέλφια. Λες να σε αφήσω έτσι χωρίς να σε βοηθήσω; Ήδη βλέπω πόσο βασανίζεις τον εαυτό σου με την ανορεξία. Νόμιζα ότι το είχες ξεπεράσει”

Πήρε τη ζεστή κούπα και μου την πρόσφερε.
“Πιες. Και μετά θα συζητήσουμε”
“Δε γίνεται. Πρέπει να γυρίσω στον Λούις”
“Μην ανησυχείς. Η κυρία Σνελ είναι μαζί του. Ξεκουράσου λίγο”
“Έψαξες το κινητό μου;” τον ρώτησα με το φόβο να χρωματίζει με σκοτεινές αποχρώσεις τη φωνή μου.
“Όχι. Πιες!!!”
“Gus….”
“Πιες!!”
Έφερα τη κούπα στα χείλη μου και αφού φύσηξα το περιεχόμενο της γεύτηκα τη νόστιμη σοκολάτα.

“Μπράβο το κορίτσι μου”
Σηκώθηκε να φύγει.
“Ξεκουράσου λίγο και συνεχίζεις με τα καθήκοντα σου αργότερα”

“ Είμαι καλά” ψέλλισα χωρίς και η ίδια να το πιστεύω. Όσο περνούσε η ώρα το μούδιασμα από το τελευταίο περιστατικό χανόταν και άφηνε τη θέση του στον πανικό.
Ο Φέλιξ άκουσε τον Gus να μιλάει. Και μετά λιποθύμησα άρα δεν ήμουν σε θέση να του μιλήσω. Πόση ώρα είχε περάσει άραγε; Είχε προσπαθήσει να με καλέσει ξανά; Μήπως είχε στείλει μηνύματα; Με έπιασε τρέμουλο. Αγνοώντας τη παρουσία του Gus άνοιξα το κινητό να δω πόσες φορές με είχε καλέσει.
“Εικοσιτέσσερις κλήσεις” ψέλλισα ασυναίσθητα.
“Τι συμβαίνει;” με ρώτησε
“Με έπαιρνε συνέχεια” είπα με τρεμάμενη φωνή. “Και εγώ δεν απαντούσα. Θα είναι έξαλλος. Θα με χωρίσει, θα με κατηγορήσει ότι έχω άλλον, θα..”
“Χριστέ μου ακούς τι λες;” είπε σοκαρισμένος.
“Σε έβρισε και σε απείλησε ότι θα σε σκοτώσει και εσύ ανησυχείς αν θα σε χωρίσει; Θα έπρεπε να παρακαλάς να γλυτώσεις από εκείνον”
Ο πανικός φούσκωσε μαζί με τα δάκρυα μου και με έπνιξε. Τι θα γίνει αν με χωρίσει σκέφτηκα. Θα πεθάνω. Δεν μπορώ χωρίς αυτόν. Δε γίνεται. Δεν θέλω να ζήσω μακρυά του. Έθαψα το πρόσωπο μου στις παλάμες μου και άφησα τα δάκρυα μου να ξεχυθούν.

 

“Τολμάς να μην απαντάς; Ετοιμάσου να πεθάνεις σκύλα”

Πετάχτηκα ξαφνιασμένη και είδα τον Gus να κρατάει το κινητό μου. Είχε ανοίξει τα μηνύματα που είχε στείλει ο Φέλιξ μετά τις αμέτρητες κλήσεις που μου είχε κάνει.
“Ποιος είναι αυτός που μιλούσε; Είναι αυτός που σε πηδάει; Γαμημένη σκύλα θα σε ξεκοιλιάσω” συνέχισε να διαβάζει.

 

Ο Gus με κοίταξε με απορία.
“Αγαπάς αυτό το πράγμα; Δες πως σου φέρεται!!! Δες πως σε αποκαλεί!!!!”
“Σε παρακαλώ δώσε μου το τηλέφωνο”
“Γιατί; Για να του τηλεφωνήσεις; Αποκλείεται”
“Δώσε μου το τηλέφωνο σε παρακαλώ” είπα ικετευτικά. Έπρεπε να του τηλεφωνήσω να τον καθησυχάσω. Να του εξηγήσω. Ότι o Gus ήταν συνάδελφος μου και ότι λιποθύμησα γιαυτό δεν απάντησα στις κλήσεις και στα μηνύματα του..

Προσπάθησα να πιάσω το τηλέφωνο αλλά τραβήχτηκε μακρυά μου.
“Δώσε μου το κινητό μου”
“Δέχεσαι απειλές. Δεν θα σου δώσω τίποτα μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε για αυτό”
Έφερα το χέρι μου στο μέτωπο μου. Ένιωθα να καίγομαι.
“Τι είναι αυτά;;;;;;” είπε απότομα.
Τράβηξε το μανίκι της ζεστής ροζ μπλούζας μου μέχρι τον αγκώνα και του αποκαλύφθηκαν τα σημάδια της θλίψης μου.
“Αυτοτραυματίζεσαι;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;”

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ……

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì       

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s