ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Κακός Φέλιξ εναντίον Καλού Φέλιξ

Το Σαββατοκύριακο έφτασε επιτέλους. Οι μέρες κύλησαν αργά σαν κάποιος να είχε πατήσει το slow motion. Καρδιοχτυπούσα κάθε λεπτό μήπως συνέβαινε κάτι και ο Φέλιξ με χώριζε. Δεν χρειαζόταν να κάνω κάτι για να θέλει να με αφήσει. Μόνος του κατασκεύαζε ψεύτικες δικαιολογίες στήνοντας καυγάδες για να με χωρίζει. Οι κατηγορίες ότι είχα σχέσεις με τους πάντες, μόνο για την κυρία Σνελ δεν είχε πει ακόμα ότι κοιμάμαι μαζί της, ήταν καθημερινή ρουτίνα. Κάθε βράδυ προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι με παιδεύει για το καλό μου και κάθε πρωί ότι όλα ήταν ένα κακό όνειρο. Ευτυχώς δεν είχε μάθει για τον Gus. Είχε ακούσει τη φωνή του εκείνη τη μέρα αλλά είχα δικαιολογηθεί ότι ήταν ο σύζυγος της κυρίας Σνελ, ο οποίος όντως δούλευε στην έπαυλη σαν κηπουρός. Ένιωθα ενοχές επειδή του είχα πει ψέμματα την ίδια στιγμή που ο ίδιος ήταν ο master της εξαπάτησης. Τον αποκαλούσα Ramsey από το Game of thrones. Και εγώ ήμουν ο Theon Greyjoy που έγινε Rick.

Ήμουν πάντα ειλικρινής μέχρι βλακείας κι όμως ένιωθα άσχημα που είπα κάτι τόσο αθώο για να αποφύγω μια ακόμα παρεξήγηση, έναν ακόμα επεισόδιο του σήριαλ “Felix ο master του Ψεύδους εναντίον skylar της χαζής αθεράπευτης ηλίθιας ερωτευμένης”.

Χριστέ μου τι δε θα έδινα να ήμουν αναίσθητη, να μην τον αγαπούσα. Αλλά τον αγαπούσα πάνω από τις δυνάμεις μου. Και τώρα ετοίμαζα τα πράγματα μου για να φύγω από το πλουσιόσπιτο και να πάω στο σπίτι του Φέλιξ. Του είχα πει ότι το ρεπό μου είχε μεγαλώσει κατά μια μέρα έτσι θα περνάγαμε όλο το Σαββατοκύριακο μέχρι τη Δευτέρα το μεσημέρι στις δώδεκα. Είχε προσφερθεί παραδόξως να έρθει να με πάρει. Σκέφτηκα ότι είχε ορέξεις. Μόνο όταν είχε καύλες με πρόσεχε αυτή ήταν η οδυνηρή αλήθεια.
Κόντευε έντεκα πρωί Σαββάτου και περίμενα να έρθει να με πάρει.

Το απαλό χτύπημα στη πόρτα με ξάφνιασε.

“Περάστε” είπα αφηρημένη καθώς έκλεινα τη μοβ βαλίτσα μου.
“Έτοιμη;”
Ο Gus με κοίταζε με εκείνο το ανεξήγητο βλέμμα που τον έπιανα ώρες ώρες να με καρφώνει. Με γέμιζε γαλήνη όταν ήταν γύρω μου. Γιατί να μην το είχα αυτό με τον Φέλιξ.
Κοιταχτήκαμε για λίγα αιώνια δευτερόλεπτα, από εκείνα τα βλέμματα που δεν καταλαβαίνεις την αξία τους παρά μόνο όταν περάσουν αρκετά χρόνια. Μόνο τότε και όταν θα έχουν πάρει το δρόμο τους τα συναισθήματα αντιλαμβάνεσαι ότι “τότε εκείνη τη μέρα κατάλαβα πόσο την/τον αγαπούσα…” Κατά ένα μαγικό τρόπο χάνομαι από το κόσμο όταν σκέφτομαι σε σημείο να μην ακούω. Κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια να συγκεντρωθώ για να ακούσω τι μου έλεγε ο Gus. Τόση ώρα απλά έβλεπα τα χείλη του να κουνιούνται αλλά δεν τον άκουγα.
Θα πας στους γονείς σου; τον έπιασα να λέει.
“Ε ναι ναι εννοείται” είπα τραυλίζοντας.
“Δεν με ψήνεις”

“Δε σε καταλαβαίνω”
“Θα πας σε αυτόν;”
Αυτό μου έλειπε τώρα. Τσακωμός για τον Φέλιξ. Τη στιγμή μάλιστα που τον περίμενα να έρθει από λεπτό σε λεπτό.
Πήρα βαθιά ανάσα, πάντα βοηθούσε όταν με έπνιγαν οι καταστάσεις, τα συναισθήματα, οι άνθρωποι.
“Θα πάω στους γονείς μου. Μου έχουν λείψει”
Κοίταξα νευρικά το ρολόι μου, έπρεπε να ήταν εδώ. Αποφάσισα να κατέβω στην είσοδο του σπιτιού να τον περιμένω για να μην υπάρξουν δυσάρεστες εκπλήξεις.
Ένιωθα έρμαιο, ένα ρημαγμένο σπίτι. Με εισβολείς που διεκδικούσαν, γκρέμιζαν το είναι μου. Ότι έπρεπε να προσέχω μη συναντηθούν αυτοί οι δυο ούτε στα όνειρα μου.
Φύσηξα αγανακτισμένη και πήρα τη τσάντα μου και τη βαλίτσα μου.
“Θα σε βοηθήσω” είπε απλώνοντας το χέρι να πιάσει τη βαλίτσα.
Με μια επιδέξια κίνηση τον απέφυγα και βγήκα έξω από το δωμάτιο. Επιτάχυνα το βήμα μου πριν με προλάβει φωνάζοντας ότι θα έχανα το λεωφορείο.
Ένιωσα απαίσια που ήμουν απότομη μαζί του, αλλά έτρεμα στην ιδέα να μην έπεφτε πάνω στον Φέλιξ.

Διέσχισα το μεγάλο κήπο κοιτάζοντας κάθε λίγο πάνω από τον ώμο μου για να δω αν με ακολουθούσε ο Gus και τη στιγμή που έφτανα στη βαριά σιδερένια πόρτα του κήπου η οποία άνοιγε αργά ο φύλακας μέσα από το φυλάκιο άκουσα το κινητό μου να χτυπάει.
“Δε μου λες;” είπε ο Φέλιξ και με έκανε να χάσω το χρώμα μου. Τι είναι πάλι τώρα; σκέφτηκα. Τι έπαθε
“Που ακριβώς είναι το σπίτι γιατί νομίζω έστριψα λάθος”
Η καρδιά μου πήγε στη θέση της και ανακουφισμένη του έδωσα οδηγίες. Σε λιγότερο από πέντε λεπτά είδα το ασημί Volvo να σταματάει έξω από το σπίτι. Ενστικτωδώς λίγο πριν μπω στο αμάξι κοίταξα πίσω μου και είδα τον Gus να με κοιτάει από το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου όπου βρισκόταν τα δωμάτια μας. Το βλέμμα του έβγαζε φωτιές. Ένιωσα ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα που δεν μπορούσα να εξηγήσω. Μου άρεσε που θύμωσε μαζί μου επειδή είδε τον Φέλιξ και κατάλαβε ότι του είχα πει ψέμματα ότι θα πήγαινα στους γονείς μου .

Όταν φτάσαμε σπίτι του το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να με ρίξει στο κρεβάτι. Φυσικά! Ήταν ο μόνος λόγος για τον οποίο οδήγησε τόσα χιλιόμετρα να έρθει να με πάρει. Πάντα μπέρδευα τις εκδηλώσεις του σαν ρομαντικές ενώ οι προθέσεις του ήταν καθαρά ερωτικές. Μου το είχε δηλώσει άλλωστε κάποτε, του έβγαινε να κάνει τρυφερές κινήσεις καθαρά από σεξουαλική έλξη. Αυτό έπρεπε να του το αναγνωρίσω, ήταν ειλικρινής, εγώ ήμουν αυτή που μου έλεγα ψέμματα. Γιατί δεν άντεχα να κοιτάξω την άσχημη αλήθεια κατάματα. Με χάιδευε στο λαιμό και το θεωρούσα ρομαντικό. Δεν ήταν, απλά ήθελε να με μυρίσει για να ερεθιστεί. Με φιλούσε στο μέτωπο και πετούσα στον ουρανό ενώ εκείνος το έκανε μηχανικά. Με έπαιρνε αγκαλιά με τάιζε σοκολάτα. Όλα τα έκανε για να μου φουντώνει τον έρωτα μου για εκείνον. Όπως ο αφέντης ρίχνει ψίχουλα στο σκυλί του κάτω από το τραπέζι έτσι και εκείνος μου έριχνε ψίχουλα τρυφερότητας και ρομαντισμού για να μην του φύγω. Ήμουν η κατάκτηση του, η θαυμάστρια του που του κολάκευε τον εγωισμό του.
Μου έκανε έρωτα σαν να με αγαπούσε, μου το ψιθύρισε κιόλας εκείνο το σ αγαπώ την ώρα που έφτανα σε οργασμό κι έχασα τον κόσμο. Ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Έλεγε ότι με αγαπάει τη στιγμή που ήταν μέσα μου και μου έκανε έρωτα γιατί ήμουν ευάλωτη. Και σαν βαθιά συναισθηματικό πλάσμα που ήμουν ήξερε ότι το σεξ για μένα δεν ήταν απλά σεξ. Ήταν έρωτας και ένας τρόπος, ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσω τι ένιωθα βαθιά μέσα μου με τον άνθρωπο που αγαπώ.
Κάναμε έρωτα, φάγαμε παγωτό και τον πήρε ο ύπνος. Τον κοίταζα ώρες μέχρι που βράδιασε. Σηκώθηκα αθόρυβα να ετοιμάσω κάτι να φάει μόλις ξυπνήσει. Πήγα να βάλω στο αθόρυβο το κινητό μου μήπως με καλούσαν οι γονείς μου και ξυπνούσε.
Είδα ένα μήνυμα από τον Gus.
“Δεν μου αρέσει να μου λες ψέμματα. Αν θέλεις να είσαι με εκείνον που σε κακοποιεί δικαίωμα σου. Εγώ είμαι φίλος σου όχι εχθρός σου”

Αυτό μου έλειπε. Να απολογηθώ στον Gus.
Του έστειλα μήνυμα για να ηρεμήσω λίγο τα πνεύματα.
“Το ξέρω ότι είσαι φίλος μου. Εκτιμώ το ενδιαφέρον σου. Είμαι καλά θα μιλήσουμε όταν επιστρέψω. Φιλιά στον Λούις”
Πήγα να σβήσω τη συνομιλία μας και ήρθε άλλο ένα μήνυμα
“Μόνο στον Λουίς φιλιά;”
Ορίστε; Πλάκα μου κάνει;
“Φιλιά σε όλους στο σπίτι” απάντησα και έσβησα όλα τα μηνύματα. Βγήκα έξω και ξεκίνησα το μαγείρεμα.
Όταν ξύπνησε ήταν περασμένες δέκα το βράδυ. Φάνηκε να του αρέσει η έκπληξη και φάγαμε μαζί ήρεμα.
Η Κυριακή πέρασε τόσο γρήγορα. Πήγαμε βόλτα για λίγη ώρα και μετά ξανά στο σπίτι του. Καθόταν με τις ώρες στον υπολογιστή αφήνοντας με να κάνω δουλειές. Ήταν συνηθισμένο σκηνικό, όχι ότι δεν με ενοχλούσε αλλά το ανεχόμουν

Τη Δευτέρα έπρεπε να επιστρέψω πριν τις δώδεκα το μεσημέρι και ο Φέλιξ δεν ξυπνούσε να με γυρίσει. Προσπάθησα να τον ξυπνήσω τρυφερά να τον ρωτήσω αν μπορούσα να φύγω μόνη μου με το λεωφορείο για να μην τον αναγκάζω να με πηγαίνει στην έπαυλη. Για εκείνον όταν δεν δούλευε, το να ξυπνούσε πριν τις 3 το μεσημέρι ήταν έγκλημα. Αν έφευγα χωρίς να τον ρωτήσω θα τον έκανα έξαλλο. Αν τον ξυπνούσα να με πάει εκείνος θα με κατηγορούσε ότι τον κάνω ότι θέλω. Αν τον ξυπνούσα να τον ρωτήσω αν μπορώ να φύγω μόνη μου θα με έβριζε που τον ξύπνησα για κάτι ασήμαντο. Κρατιόμουν με το ζόρι να μη βάλω τα κλάματα. Ήθελα να επιστρέψω στο σπίτι των εργοδοτών μου πριν τελείωνε το ρεπό μου. Μου φερόταν πολύ καλά και δεν ήθελα να εκμεταλλευτώ τη καλοσύνη τους. Ήθελα να ήμουν συνεπής απέναντι τους όπως ήταν και εκείνοι μαζί μου. Αλλά έπρεπε να ασχολούμαι με τον Φέλιξ. Έναν αργόσχολο πλαδαρό σεκιούριτι όπου είχε βρει δουλειά επειδή είχε μέσο τον αδελφό του κολλητού του.
Αν ήταν ο Gus θα με είχε ήδη πάει εκεί που ήθελα σκέφτηκα. Πάνω που ετοιμαζόμουν να τον ξυπνήσω ο απαλός ήχος του μηνύματος τρύπωσε στα αυτιά μου. Απομακρύνθηκα να το διαβάσω παρόλο που δεν ήταν από κάποιον κρυφό εραστή. Με είχε κάνει να φοβάμαι τα πάντα. Φερόμουν σαν ένοχη χωρίς να ήμουν. Γιατί παρεξηγούσε τα πάντα γιατί όλα ήταν οι τέλειες αφορμές του για καυγάδες χωρισμούς και δράματα.
“Είσαι καλά;”
Το μήνυμα ήταν από τον Gus.
Σκέφτηκα να του ζητήσω να έρθει να με πάρει για να επιστρέψω εγκαίρως στο σπίτι αλλά δείλιασα. Ο Φέλιξ θα με σκότωνε. Τον κοίταξα που κοιμόταν. Τόσο ήρεμος. Κρίμα που μέσα του έκρυβε τον διάβολο.
Με ένα λυγμό να με πνίγει πληκτρολόγησα ένα “είμαι καλά επιστρέφω” και πήγα να ξυπνήσω τον Φέλιξ.
“Δε το πιστεύω ότι γιαυτό το πράγμα με ξυπνάς. Τρελή”
Μαχαιριά. Ήξερα ότι αυτά τα λόγια θα τα χαράξω αργότερα στα μπράτσα μου. Θα αυτοτραυματιζόμουν για να τρέξουν μαζί με το αίμα τα ελεεινά λόγια από τη ψυχή μου.
Σε μισώ, ούρλιαξα μέσα στο μυαλό μου την ώρα που πεταγόταν πάνω και ερχόταν προς το μέρος μου.
“Με ξυπνάς για να σε πάω στου διαόλου τη μάνα; Είσαι τρελή; Νομίζεις ότι είμαι κάποιος υπηρέτης σου; Τους θέλεις όλους να σου κάνουν τα χατίρια; Είσαι ένα τσουλάκι. Αυτό είσαι”
Τον κοίταζα κατάματα και τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμια. Σε μισώ σε μισώ σε μισώ.
Με έπιασε από τον αγκώνα και με τράβηξε προς το μέρος του. Ύστερα με έσπρωξε και η πλάτη μου έσκασε πάνω στο κρύο τοίχο. Πόνεσα αλλά δεν είπα τίποτα. Δεν θα έβγαινε τίποτα αν διαμαρτυρόμουν. Όπως ένα μωρό που κλαίει μέσα στη κούνια του και κανένας δεν έρχεται να το σηκώσει έτσι και εγώ ακόμα κι αν έκλαιγα δεν θα μου έλεγε το παραμικρό για να με παρηγορήσει.
Με έβριζε με μανία και τα σάλια του πεταγόταν πάνω μου. Μη με πληγώνεις άλλο σ αγαπώ, σκεφτόμουν τη στιγμή που με κοίταξε με απέχθεια και πήγε στο μπάνιο. Σώθηκα από ένα χέσιμο διαπίστωσα με πίκρα. Αν δεν τον έπιανε η ανάγκη να πάει τουαλέτα ποιος ξέρει τι θα μου έκανε.
Άκουσα το κινητό μου να χτυπάει. Ευτυχώς είχα χαμηλώσει την ένταση και δεν το άκουσε ο Φέλιξ.
Ήταν ο Gus.
“Που είσαι μικρή;” είπε με έκδηλη την ανησυχία του. Δεν είχα ιδέα τι να του πω.
Στο δρόμο.
“Είσαι σίγουρη; Μήπως θέλεις να έρθω να σε πάρω;”
“Όχι όχι. Σε λίγο θα είμαι εκεί”
“Κάτι κρύβεις Σκάι. Το ακούω στη φωνή σου”
“Δεν κρύβω τίποτα. Σου είπα θα είμαι εκεί σε λιγάκι”
“Δεν ακούω τίποτα. Πήρα δίωρη άδεια και έρχομαι να σε πάρω. Που είναι το σπίτι του μαλάκα;”
“Τι;;; Μείνε εκεί που είσαι!!! Θα έρθω σου είπα”
“Ωραία μη μου πεις. Θα μάθω από τους γονείς σου που μένει”
Μου έκλεισε το τηλέφωνο. Θεέ μου τι θα κάνω τώρα; Αυτοί οι δύο δεν πρέπει να συναντηθούν ποτέ.
Όταν επιτέλους βγήκε από το μπάνιο με κοίταξε με ύφος λέγοντας μου να ετοιμαστώ να φύγουμε.

Ένιωσα ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου.
Σε όλη τη διαδρομή ήταν ανεξήγητα κεφάτος. Καμία σχέση με το κτήνος που ούρλιαζε το πρωί. Οι απότομες αλλαγές στη διάθεση του με σακάτευαν.
Κακός Φέλιξ εναντίον Καλού Φέλιξ.
Δεν ήξερα ποτέ τι να περιμένω από εκείνον.
Λίγα χιλιόμετρα πριν την έπαυλη συναντήσαμε τον Gus με το αμάξι του να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση. Προσπάθησα να κρύψω το πρόσωπο μου για να μη με γνωρίσει και κάνει κάποια χειρονομία. Μας προσπέρασε πηγαίνοντας προς το Λονδίνο. Πήγαινε να με βρει. Ένιωθα απαίσια. Αν κατάφερνα με κάποιο τρόπο να τον ενημερώσω πριν φτάσει στο Λονδίνο. Έβγαλα προσεκτικά το κινητό μου από τη τσάντα μου που συνήθιζα να την έχω πάντα στο πλάι ακουμπισμένη στο μηρό μου και με το ένα χέρι και κοιτώντας αδιάφορα μπροστά μου προσπάθησα να του γράψω ένα μήνυμα.
“Φτάνω στην έπαυλη σε είδα στο δρόμο για Λονδίνο γύρνα πίσω”
Κατάφερα να γράψω ένα γεμάτο ορθογραφικά λάθη μήνυμα και του το έστειλα.
“Μα δε μου λες που κοιτάς;” είπε ξαφνικά. Τινάχτηκα και τον κοίταξα ξαφνιασμένη. Δεν είχα ιδέα που κοιτούσα. Προσπαθούσα να βάλω το κινητό στη
τσάντα μου.
“Μωρό μου σκέφτομαι τα μαθήματα με τον μικρό”
“Το μικρό σκέφτεσαι ή κανέναν γκόμενο;”
Από που που είχε έρθει πάλι αυτό;
Άρχισε να με βρίζει ασύστολα. Ότι είμαι μια ελεεινή τσούλα και ότι με βαρέθηκε. Άρχισε να στρίβει δεξιά και αριστερά το τιμόνι κάνοντας ζιγκ ζαγκ πηγαίνοντας από τη μια άκρη του δρόμου στην άλλη. Γραπώθηκα από το κάθισμα και έκλεισα τα μάτια προσπαθώντας να ελέγξω την ανάγκη μου για εμετό. Η δίνη που με ρουφούσε μέσα της χειροτέρεψε και άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου. Έκλαιγα και τον παρακαλούσα να σταματήσει να κατέβω. Μια εκκωφαντική κόρνα ακούστηκε από πίσω μας. Προσευχήθηκα να μην πάθουμε ατύχημα. Ο Φέλιξ αναγκάστηκε να επανέλθει στη θέση του και να οδηγήσει κανονικά αυτή τη φορά. Η κόρνα συνέχισε να ηχεί πίσω μας. Ο Φέλιξ έβρισε
μέσα από τα δόντια του αλλά συνέχισε να οδηγεί. Φτάσαμε στην έπαυλη και έμεινα στα αμάξι να τον ηρεμήσω λίγο. Τον χάιδεψα στο σβέρκο, ήξερα πόσο του άρεσε.
“Σ αγαπάω σε παρακαλώ μη σκέφτεσαι τέτοια πράγματα”
“Μ αγαπάς;”
“Ναι μωρό μου. Είσαι η ζωή μου”
“Καλά” είπε ξερά αλλά είχε και μια δόση “σε συγχωρώ” για σήμερα.
“Δώσε μου ένα φιλί και πήγαινε μέσα” με διέταξε.
Υπάκουσα πειθήνια.
Πήρα τη βαλίτσα μου και τον χαιρέτησα καθώς έβαζε όπισθεν και χανόταν στο δρόμο. Προσπάθησα να αγνοήσω το αμάξι που όλη αυτή την ώρα ήταν παρκαρισμένο λίγα μέτρα πίσω μας σε ένα παράδρομο.
Ειδοποίησα τη πύλη να μου ανοίξουν και βιαστικά μπήκα μέσα στο κήπο της έπαυλης.
Πίσω μου φυσικά ακολουθούσε ο Gus.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì

 

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Κακός Φέλιξ εναντίον Καλού Φέλιξ”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s