ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦ 9: ΤΟ ΦΟΡΕΜΑ…

“Τι πάει να πει δεν θα μπορέσεις να έρθεις!” Ο Φέλιξ ρώτησε για εκατοστή φορά την ίδια ερώτηση. Απαιτούσε να πάρω άδεια για μια μέρα. Ούρλιαζε ότι είναι άντρας και ότι έχει ανάγκες και αν τολμούσα να αρνηθώ να πάω απόψε στο σπίτι του, θα έβρισκε άλλη.

“Μωρό μου άκουσε με” προσπαθούσα τον ηρεμήσω. Δεν μπορείς όμως να συνετίσεις έναν διπολικό. Είχα απελπιστεί και είχα λιποψυχήσει εκατομμύρια φορές. Ήθελα να είχα τη δύναμη να τον στείλω στο διάολο. Αλλά δεν μπορούσα. Ήταν τα πάντα για μένα, τη στιγμή που εγώ ήμουν το τίποτα για αυτόν.

Προσπάθησα να κερδίσω χρόνο λέγοντας ότι θα ρωτούσα τον κύριο Μαξιμίλιαν Μπόλτον, το αφεντικό μου, παρόλο που κατά βάθος ήξερα πως δεν υπήρχε περίπτωση να ζητήσω κάτι που δεν είχα δικαίωμα. Μου είχε δώσει παραπάνω ρεπό τις προηγούμενες μέρες και η περίοδος δεν ήταν και η κατάλληλη για να λείψω ακόμα μια φορά. Ο Λούις είχε απαιτητικό πρόγραμμα και εγώ έπρεπε να ακολουθώ. Ήμουν η δασκάλα του, ήθελα να είμαι η μεγαλύτερη αδελφή του. Το αγαπούσα αυτό το παιδάκι γιατί πάντα ήθελα να έχω ένα αδελφάκι.

Ήθελα να είμαι σωστή σε όλα γιατί τα αφεντικά μου ήταν παραπάνω από καλά μαζί μου. Με πρόσεχαν σαν παιδί τους. Μου έδιναν πολλά προνόμια και το κυριότερο με σεβόταν και μου εμπιστευόταν το παιδί τους. Δεν υπήρχε λοιπόν περίπτωση να τους απογοητεύσω με τις απαιτήσεις μου εξαιτίας ενός εγωιστή σεξομανή.

Μουρμούρισε κάτι που έμοιαζε “ζήτα άδεια και πάρε με να μου πεις” και το έκλεισε. Αφού ήξερα ότι ήταν αλήτης γιατί έλιωνα για αυτόν; Γιατί τον αγαπούσα; Γιατί φοβόμουν ότι θα με χώριζε; Γιατί να μη έβρισκα κάποιον καλό ευγενικό άντρα που θα με αγαπούσε και θα με σεβόταν; Τόσο μαζοχισμός από που πήγαζε; Χαμηλή αυτοεκτίμηση περισσότερο. Κοιτάχτηκα στον καθρέπτη. Ήμουν όμορφη; Εγώ δεν ένιωθα έτσι. Ήμουν αδέξια και…

Το χτύπημα στην πόρτα με έβγαλε από τις σκέψεις μου.

“Περάστε” είπα ανόρεχτα.

Η κυρία Μπόλτον φάνηκε στη πόρτα. Πάντα κομψή με το παντελόνι και το ρομαντικό πουκάμισο έμοιαζε με ηρωίδα μυθιστορήματος.

“Γλυκιά μου, ήθελα να σου πω κάτι πριν φύγω, ενοχλώ;”

“Εσείς κυρία Μπόλτον; Ποτέ..”

“Λέγε με Μαίρη”

“Μου είναι δύσκολο. Από σεβασμό καταλαβαίνετε”

“Τουλάχιστον λέγε με κυρία Μαίρη αντί για κυρία Μπόλτον”

“Εντάξει” συμφώνησα. Της πρόσφερα τη καρέκλα του γραφείου μου αλλά εκείνη ήρθε δίπλα μου στο κρεβάτι και κάθισε απέναντι μου.

“Λοιπόν σκεφτόμουν” είπε με το αφοπλιστικό της χαμόγελο. “Την ερχόμενη βδομάδα είμαστε καλεσμένοι στο γάμο της ανιψιάς μου. Ο Λούις μου ζήτησε να έρθεις μαζί μας για να τον προσέχεις και φυσικά σαν καλεσμένη μας”

Αυτό δε το περίμενα να το ακούσω ποτέ.

“Αν δεν έχεις ήδη σχέδια” συνέχισε.

“Όχι, όχι” βιάστηκα να διευκρινίσω. “Ποια μέρα είναι ο γάμος;” ρώτησα.

“Τη Κυριακή”

“Υπέροχα” αναφώνησα. “Ανυπομονώ να τη περάσω με τον Λουίς”

“Τέλεια γλυκιά μου. Ο Λούις θα χαρεί τόσο πολύ” μου χαμογέλασε.

“Σε λίγη ώρα θα έρθει μια κοπέλα να σου πάρει μέτρα για το φόρεμα που θα φορέσεις στο γάμο. Είναι ένα μικρό δωράκι από μένα”

Έμεινα άναυδη.

“Κυρία Μπόλτ… Μαίρη ήθελα να πω. Κυρία Μαίρη”

Γέλασε με τον πανικό μου και με έκανε να γελάσω και εγώ με την αντίδραση μου.

“Λοιπόν κανονίστηκε”, είπε καθώς σηκωνόταν να φύγει. Σηκώθηκα κι εγώ απότομα και χωρίς να το σκεφτώ την αγκάλιασα τελείως παρορμητικά.

Γέλασε απαλά και με αγκάλιασε κι εκείνη τρυφερά.

“Είσαι πολύ γλυκό κορίτσι” μου είπε καθώς χωρίζαμε. “Βλέπω μεγάλη πρόοδο στο παιδί μου από την μέρα που ανέλαβες τη φροντίδα του. Σου χρωστάω πολλά”

“Τον αγαπάω πολύ. Είναι αξιολάτρευτο παιδί”

“Κι εκείνο σε αγαπάει”

Πριν φύγει μου είπε ότι με είδε στο πάρτι που μιλούσα με τον Έντουαρντ και πίστευε πώς ταιριάζαμε πολύ.

“Θα ήταν όνειρο αν τον συνόδευες στο γάμο”

Το σαγόνι μου άνοιξε και έφτασε μέχρι το πάτωμα. Χαμογέλασε και άνοιξε τη πόρτα. “Σκέψου το καλή μου” είπε και έφυγε.

Η Σαμάνθα, η κοπέλα που θα μου έφτιαχνε το φόρεμα, ήρθε δέκα λεπτά αργότερα και αμέσως πέσαμε στη δουλειά. Μου πήρε τα μέτρα, έπρεπε να μείνω με τα εσώρουχα, και μετά έβγαλε το μπλοκ της να σκιτσάρει αυτά που της περιέγραφα. Όταν τελείωσε, μου το έδειξε. Ήταν τέλειο. Σε μακρυά στενή γραμμή με ανοιχτή πλάτη.

“Θα σου πρότεινα να το κάνουμε κόκκινο, θα σου πηγαίνει πολύ το χρώμα”

Συμφώνησα αμέσως ενθουσιασμένη. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ο Φέλιξ περίμενε τηλέφωνο μου τόση ώρα. Τι θα του έλεγα; Όχι μόνο δεν είχα ζητήσει άδεια για απόψε αλλά θα περνούσα και το Σαββατοκύριακο στην Κορνουάλη σε ένα κάστρο. Υποτίθεται πως τα Σαββατοκύριακα τα περνούσαμε μαζί. Προσπάθησα να μην αφήσω τον πανικό μου να με κυριεύσει μπροστά στη Σαμάνθα.

Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και μπροστά μας εμφανίστηκε ο Gus. Ξέχασα ότι ήμουν με τα εσώρουχα.

“Θέλεις κάτι;” είπα αδιάφορα.

Με κοίταζε με γουρλωμένο βλέμμα χωρίς να μιλάει.

“Νομίζω τελειώσαμε” είπε η Σαμάνθα. “Μπορείς να ντυθείς”

Ωχ, άρπαξα τη μπλούζα μου και το τζιν μου και έτρεξα στο μπάνιο.

Για αυτό με κοίταζε έτσι.

Ντύθηκα βιαστικά και βγήκα έξω. Αφού χαιρέτησα τη Σαμάνθα που έφευγε, θα ερχόταν την επομένη με το υφάσματα να διαλέξω, άρπαξα το κινητό μου με αγωνία. Τι θα έλεγα στον Φέλιξ;

“Τι ήταν όλα αυτά;” με ρώτησε ο Gus με περιέργεια.

“Θα ράψω ένα φόρεμα” είπα ενώ κοιτούσα το κινητό μου.

“Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος;”

“Η κυρία Μπόλτον με χρειάζεται σε ένα γάμο, να φροντίζω τον Λούις”

“Τέλεια. Που θα γίνει”

“Στη Κορνουάλη”

“ΤΙ; Έχεις ιδέα πόσο μακρυά είναι;”

“Δεν με απασχολεί. Είμαι δασκάλα του Λουίς και είναι καθήκον μου να του προσφέρω τη βοήθεια μου όποτε τη χρειάζεται”

“Εντάξει δεν είπα τίποτα”

Αναστέναξα νευριασμένη. Προφανώς ο Gus είχε όρεξη για κουβέντα, ενώ εγώ όχι. Ήθελα να τηλεφωνήσω στον Φέλιξ και να υποστώ τις συνέπειες.

“Συνέβη κάτι;” με ρώτησε προβληματισμένος.

“Όχι” είπα απότομα. Δάγκωσα τα χείλη μου και τον κοίταξα απολογητικά.

“Έλα εδώ” είπε τρυφερά.

Υπάκουσα και κάθισα δίπλα του στο κρεβάτι. Με αγκάλιασε από το σβέρκο όπως όταν ήμασταν παιδιά. “Θα μου πεις τι έχεις;”

“Τίποτα”

“Δεν σε πιστεύω. Έγινε κάτι με τον μαλάκα;”

Gus!” φώναξα και τον έσπρωξα δυνατά. Έπεσε από το κρεβάτι και βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα. Σηκώθηκα να πάω στο μπάνιο και με τράβηξε από το χέρι. Έπεσα πάνω του βγάζοντας μια κραυγή από το σοκ.

Άρχισε να γελάει κρατώντας με σφιχτά.

“Άσε με” τον διέταξα χωρίς αποτέλεσμα.

“Πρώτα θα μου πεις τι έχεις και μετά θα σε ελευθερώσω” είπε γρυλίζοντας.

“Θα σε δείρω” είπα αγανακτισμένη. “Άσε με να σηκωθώ, δεν είμαστε δεκατριών”

Ένα χτύπημα στη πόρτα μας έκανε να κοκαλώσουμε και οι δύο.

“Εμπρός” είπε απότομα ο Gus.

“Είσαι τρελός;” ψιθύρισα. “Γιατί δεν περίμενες να σηκωθούμε πρωτ…”

Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο Έντουαρντ.

Απλά δε συμβαίνει αυτό σε μένα σκέφτηκα.

Ο Gus χαλάρωσε το ασφυκτικό κράτημα του και επιτέλους κατάφερα να σηκωθώ.

Με μιμήθηκε και σηκώθηκε και εκείνος.

“Κύριε Έντουαρντ” είπε με σεβασμό στο γιο του εργοδότη μας.

Εγώ κοίταζα το πάτωμα. Μα τι τρέχει σήμερα και όλοι έρχονται στο δωμάτιο μου;

“Παρακαλώ, μην ενοχλήστε” είπε ειρωνικά ο Έντουαρντ.

‘Ήλπιζα να μην έκανε παράπονα στους γονείς του για αυτό που μόλις είχε δει.

Με ένα μειδίαμα που θύμιζε χαμόγελο πλησίασε προς το μέρος μου.

“Σε ήθελα” είπε με νόημα.

Ο Gus με κοίταξε με απορία.

Αγνοώντας τον τρελό φίλο μου είπα στον Έντουαρντ τι με ήθελε.

“Θέλω να με συνοδεύσεις στο γάμο της εξαδέλφης μου. Σου μίλησε η μητέρα μου για αυτό από ότι έμαθα”

“Ναι μου το είπε νωρίτερα” ψέλλισα. Ένιωσα εγκλωβισμένη.

Το κινητό μου χτύπησε και με έκανε να πεταχτώ. Ζήτησα συγνώμη και κλείστηκα στο μπάνιο αφήνοντας την αγέλη με τους λύκους να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον. Εγώ είχα τον διάβολο να ηρεμήσω.

“Μωρό μου” είπα με τρεμάμενη φωνή. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Με τρομοκρατούσε ακόμα και από το τηλέφωνο.

“Με δουλεύεις ελεεινή πόρνη;” ούρλιαξε με μένος στην άκρη της γραμμής.

“Αγάπη μου σε παρακαλώ”

“Περιμένω τόση ώρα και εσύ με γράφεις; Με ποιον πηδιέσαι τσούλα;”

Έκλαιγα σιωπηλά αφήνοντας τον να βγάλει όλη τη χολή του πάνω μου.

“Μίλα γιατί θα έρθω εκεί και θα σε σκοτώσω ακούς; Όλους θα σας σκοτώσω, θα σας γδάρω και θα κρεμάσω τα κουφάρια σας στο παλάτι ακούς;”

Δεν μπορούσα να μιλήσω. Να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Δεν του είχα πει καν ότι θα έφευγα για τον γάμο.

Η πόρτα άνοιξε και είδα δυο ζευγάρια μάτια να με κοιτούν με απορία. Φοβήθηκα να μην μιλήσουν και τους ακούσει ο Φέλιξ για αυτό τερμάτισα τη κλήση χωρίς να πω το παραμικρό. Ήξερα ότι θα το πλήρωνα αργότερα. Θα με χώριζε που του το έκλεισα στα μούτρα. Αλλά

ήταν προτιμότερο να το κλείσω και να του πω ότι έπεσε η γραμμή από το να άκουγε άλλη αντρική φωνή.

Σκούπισα τα δάκρυα μου και πήγα προς το μέρος τους. Δεν μπορούσα να περάσω μιας και είχαν καλύψει τη πόρτα του μπάνιου έτσι που στεκόταν ο ένας δίπλα στον άλλο.

“Συγνώμη;” είπα χωρίς να κοιτάω κανένα τους. Ο Έντουαρντ παραμέρισε και με άφησε να περάσω.

“Θέλω να αλλάξω ρούχα σας παρακαλώ” είπα ευγενικά καθώς άνοιξα τη ντουλάπα μου. Ο Έντουαρντ συμμορφώθηκε αμέσως και κούνησε το κεφάλι του. “Περιμένω μια απάντηση” είπε καθώς πήγαινε προς τη πόρτα.

“Φυσικά” είπα χωρίς να γυρίσω.

Ο Gus δεν κούνησε από τη θέση του. Έκλεισα τη ντουλάπα κρατώντας μια πυτζάμα και τη πέταξα στο κρεβάτι.

“Χρειάζομαι το δωμάτιο μου” είπα μέσα από τα δόντια μου.

“Δεν πάω πουθενά, τον άκουσα να σε βρίζει”

“Δεν είναι η κατάλληλη ώρα” είπα και κοίταξα τον Έντουαρντ που κρατούσε το πόμολο για να ανοίξει τη πόρτα.

“Κύριοι σας παρακαλώ” είπα αγανακτισμένη. “Αυτό είναι το δωμάτιο μου και χρειάζομαι να μείνω μόνη μου”

“Πάμε Gus” είπε ο Έντουαρντ. “Είμαι σίγουρος ότι η Σκάιλαρ θα μας εξηγήσει τα πάντα αργότερα”

Όταν επιτέλους έκλεισαν τη πόρτα ξάπλωσα στο κρεβάτι και άφησα τα δάκρυα να με κατακλύσουν. Ένιωθα εξουθενωμένη, σαν να πέθαινα. Ένα μαύρο σύννεφο με κυρίευσε και ένιωσα να με εγκαταλείπουν οι δυνάμεις μου. Όταν ξύπνησα ήταν περασμένες επτά. Ευτυχώς δεν είχα μάθημα με τον Λούις. Έκανα ένα καυτό ντους για να ηρεμήσω και τυλίχτηκα με το ζεστό ροζ μπουρνούζι μου. Ξάπλωσα και άναψα το απαλό φως του πορτατίφ.

Πήρα το ημερολόγιο μου και αποφάσισα να μην κατέβω για φαγητό, ούτε να δω κανέναν μέχρι αύριο το πρωί. Αναρωτήθηκα αν έπρεπε να τηλεφωνήσω στον Φέλιξ. Θα με έβριζε ξανά και θα έπεφτα στα πατώματα. Αποφάσισα να του στείλω μήνυμα. Δεν μπορούσα άλλες εντάσεις για σήμερα.

“Μωράκι μου” πληκτρολόγησα. “ Έκλεισε το κινητό μου από μπαταρία και το έβαλα να φορτίσει. Συγνώμη που δεν κατάφερα να πάρω άδεια για απόψε, αλλά ο κύριος Μπόλτον ήταν ανένδοτος. Έπρεπε να βοηθήσω τον μικρό Λούις σε κάποιες εργασίες”. Έσβησα και έγραψα προβάροντας δεκάδες δικαιολογίες. Ευχήθηκα να τις πίστευε και να μην είχα άλλες φασαρίες απόψε.

“Το Σαββατοκύριακο με χρειάζονται για να προσέχω τον μικρό εδώ στην έπαυλη όσο θα πάνε εκείνοι σε ένα γάμο. Συγνώμη μωράκι μου που δεν θα ιδωθούμε το σαββατοκύριακο. Θα κοιμηθώ νωρίς απόψε γιατί είμαι πτώμα και θα τα πούμε αύριο. Σε αγαπάω πολύ. Καληνύχτα μωράκι μου όνειρα γλυκά”

Δεν μου απάντησε όλο το βράδυ. Κάτι ετοίμαζε, το ένιωθα. Όταν ο Φέλιξ τηρούσε σιγή ιχθύος ο σατανάς καθόταν στην άκρη φοβισμένος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì🖋

Advertisements

13 σκέψεις σχετικά με το “ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦ 9: ΤΟ ΦΟΡΕΜΑ…”

    1. Αχ κοπέλα μου πάλι καλά που μου το θύμισες. Το είδα χθες μετα που το δημοσιευσα αλλά ειχα τόσα στο μυαλό μου που το ξέχασα …Θα το διορθωσω τώρα… Όχι γιατί να το σβήσω το σχόλιο σου;;;… Καλά έκανες και μου το είπες γιατί θα το ξεχνούσα τελείως… Σε ευχαριστώωωωω πολύ ❤ ❤ φιλάκια πολλά ❤ ❤

      Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s