ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦ 10: ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΑΔΙΑΘΕΣΙΑ…

Οι μέρες πέρασαν υπερβολικά γρήγορα αφήνοντας με ζαλισμένη να παραπαίω ανάμεσα σε απειλητικά τηλεφωνήματα από τον Φέλιξ, σκηνές ζηλοτυπίας από τον Gus, μια ελαφριά πολιορκία από τον Έντουαρντ, πρόβες για το φόρεμα που έραβα, δώρο της εργοδότριας μου και τις υποχρεώσεις μου με τον Λουίς.
Ήμουν τόσο εξαντλημένη που το θεώρησα απολύτως φυσιολογικό να πάθω γρίπη εν μέσω Άνοιξης. Γαμώτο. Ήθελα πολύ να πάω στη Κορνουάλη. Πότε άλλοτε θα μου δινόταν η ευκαιρία να επισκεφτώ ένα τέτοιο μέρος.
Προσπάθησα επιμελώς να κρύψω τη κατάσταση μου αλλά η κυρία Μπόλτον το αντιλήφθηκε.
“Μην νιώθεις άσχημα γλυκιά μου” είπε τρυφερά, τη Πέμπτη το απόγευμα ενώ με επισκέφθηκε στο δωμάτιο μου φέρνοντας μου ένα δίσκο με αχνιστή λεμονάτη κοτόσουπα.
“Κυρία Μαίρη, νιώθω απαίσια που αναγκάζεστε να με φροντίσετε ενώ εγώ παραμελώ τα καθήκοντα μου”
Με διέταξε να ξαπλώσω και έβαλε το δίσκο στα πόδια μου.
“Η κυρία Σνελ έφτιαξε τη σούπα. Σου εύχεται περαστικά” βάλθηκε να τακτοποιεί το κομοδίνο μου.

“Πρώτον μη νιώθεις τύψεις. Όλοι μας έχουμε το δικαίωμα να αρρωστήσουμε. Και δεύτερον δεν παραμελείς τίποτα. Σου δίνω κάποιες ώρες άδεια. Αυτό είναι όλο”
Με παρακολουθούσε να γεύομαι τη σούπα με το τρυφερό βλέμμα της μάνας.
“Ξέχασα να σου πω” είπε ξαφνικά. “Ειδοποίησα τη μητέρα σου και θα σε επισκεφθεί το απόγευμα”
Μετά τη ξεκούραση μου ετοιμάστηκα να κατέβω στο πρώτο καθιστικό στον κάτω όροφο, εκεί όπου υποδεχόταν τους καλεσμένους τους για να περιμένω τη μητέρα μου. Ένιωθα συγκινημένη που είχε αναλάβει μια τέτοια πρωτοβουλία η κυρία Μπόλτον. Μου έλειπαν πολύ οι γονείς μου. Είχα να τους δω αρκετό καιρό. Ευτυχώς απόψε θα έβλεπα τη μητέρα μου. Δυστυχώς ο πατέρας μου δούλευε και δεν θα ερχόταν.
Μείναμε περίπου δυο ώρες με τη μητέρα μου είχα τόσα πολλά να τις πω. Κάποια στιγμή της ζήτησα να πάμε στο δωμάτιο μου αφού περίμενα και τη Σαμάνθα για τη πρόβα του φορέματος.
“Πάλι δεν τρως;” μου είπε θλιμμένα μόλις βρεθήκαμε μόνες μας»

Μαμά!” είπα δήθεν θυμωμένα.

“Κοριτσάκι μου ξέρω ότι κάτι έχεις” με αγκάλιασε.

“Από παιδάκι πάντα όταν κάτι είχες στερούσες από τον οργανισμό σου τη τροφή. Φαίνεσαι ταλαιπωρημένη”
“Μην ανησυχείς” είπα χωρίς να το πιστεύω ούτε εγώ. Με ήξερε πολύ καλά. “Απλά έχω πολλές ευθύνες και…”
“Δεν είναι αυτό! Τους ξέρω τους Μπόλτον. Μωρό μου ο λόγος που σε φροντίζει τόσο πολύ η Μαίρη είναι επειδή γνωριζόμαστε από παλιά”
“Τι;;;;” πετάχτηκα πάνω.
“Τι λες ρε μαμά;”
Γέλασε με το τραύλισμα μου. Δεν έχανα ποτέ την άρτια άρθρωση μου.

Ήξερε ότι λάτρευα τις λέξεις γι αυτό πάντα φρόντιζα να τις προφέρω με αγάπη.
“Γλυκό μου ψιψινακι”

Μόρφασα. Μου την έσπαγε όταν με έλεγε ψιψινακι. Απεχθανόμουν τις γάτες.
Γέλασε αλλά συνέχισε όπως και να είχε:
“Στο κολέγιο ήμασταν σε κάποια μαθήματα μαζί. Εκείνη σπούδασε αρχιτέκτονας. Εγώ σπούδαζα ότι και εσύ αλλά τα παράτησα για να παντρευτώ τον μπαμπά σου. Και δεν το μετάνιωσα λεπτό”
Γιατί δεν μου το είπες όταν ήρθα εδώ να δουλέψω;”
“Δεν ήθελα να νομίζεις ότι εξαιτίας μου σε προσέλαβε. Ήσουν η καλύτερη από όσες πέρασαν από συνέντευξη για τη δουλειά εκείνο το διάστημα”
“Γι αυτό είναι τόσο τρυφερή μαζί μου; Μου έφερε σούπα το μεσημέρι”
Η Μαίρη είναι πολύ δοτική. Σε συμπαθεί Της φροντίζεις το γιο είναι λογικό να σε αγαπάει.
Τώρα θέλει να της φροντίσω και τον άλλο γιο” κάγχασα.

Γιατί αντιδρούσα σαν κωλόπαιδο; Η γυναίκα μου φερόταν άψογα. Τι άλλο ήθελα; Με ενόχλησε η σκέψη ότι μου φερόταν έτσι εξαιτίας της μητέρας μου και όχι επειδή στα αλήθεια με αγαπούσε.

“Μη το κάνεις αυτό στον εαυτό σου αγάπη μου. Γι αυτό δεν στο είπα. Ήξερα πως θα αντιδρούσες. Είσαι υπερευαίσθητη. Αλήθεια είναι παρανοϊκό που δεν το βλέπεις αυτό που βλέπουν οι άλλοι σε σένα. Είσαι αξιαγάπητο πλάσμα απορώ που νιώθεις ανασφάλεια. Ποιος δεν θα σε αγαπούσε μωρό μου;”
Το μυαλό μου πήγε στον Φέλιξ. Εκείνος δεν με αγαπάει. Την αγκάλιασα για να μη δει τα δάκρυα μου.
“Ξέχασα να σου πω τα νέα. Με κοίταξε και πολύ προσεκτικά μου ξεστόμισε:
“Είδα τον Φέλιξ προχθές στο πάρκινγκ του σούπερ μάρκετ που πήγα για ψώνια. Ήταν εν ώρα εργασίας αλλά μιλούσε με μια κοπέλα. Και σκέφτηκα μήπως χωρίσατε”
Ένιωσα να κλυδωνίζομαι και έκλεισα τα μάτια για να σταματήσει η δίνη που με ρουφούσε μέσα της. Αυτό Ήταν το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι.

Ξύπνησα το βράδυ κατά τις δέκα. Βρισκόμουν στο δωμάτιο μου ξαπλωμένη. Δεν ήμουν μόνη μου. Ήταν άπαντες παρόντες. Η μαμά μου, δεν είχε φύγει όλο το απόγευμα. Ο κύριος και η κυρία Μπόλτον. Ο Gus. Το βλέμμα του, σαν τρομαγμένο λαγουδάκι με έκανε να θέλω να βάλω τα γέλια. Και ο Έντουαρντ σκυμμένος πάνω μου.
“Είσαι καλά μικρή;” μου ψιθύρισε καθώς πετάρισα τα βλέφαρα μου.
“Μαμά;” ψιθύρισα.
“Εδώ είμαι μωρό μου”. Με πλησίασε και με φίλησε στο μέτωπο. Τα δάκρυα της μου δρόσισαν το φλεγόμενο μέτωπο μου. Το μυαλό μου είχε κολλήσει στα νέα του Φέλιξ και όχι στη γρίπη που με βασάνιζε.
“Όλα θα πάνε καλά. Είσαι κουρασμένη. Πρέπει να φας καλά και να πιεις πολλά υγρά” μου είπε ο Έντουαρντ. Ναι ξέχασα. Ήταν γιατρός. Γυναικολόγος αλλά και πάλι, γιατρός. Γι αυτό οι συμβουλές.

“Σας ευχαριστώ όλους που είστε εδώ. Συγνώμη που σας απασχολώ. Δεν έχω τίποτα αλήθεια”
“Μην απολογείσαι” μου είπε ο κύριος Μπόλτον. “Ξεκουράσου και μην ανησυχείς για τίποτα. Ο Gus θα αναλάβει τον Λουίς για μερικές μέρες μέχρι να αναρρώσεις. Μη ξεχνάς. Σε θέλουμε υγιή για το γάμο”
Ο γάμος. Η Κορνουάλη. Γαμώτο. Ζήτησα νερό. Η μαμά μου μου πρόσφερε και το ήπια αχόρταγα. “Κι άλλο”

Μπράβο! Πολλά υγρά” με επιδοκίμασε ο Δρ Έντουαρντ.
Θα δώσω οδηγίες στην κυρία Σνελ να σου ετοιμάσει ένα θρεπτικό βραδινό και ένα ποτήρι χυμό.
Ζήτησε συγνώμη και αποχώρησε. Η μαμά μου την ακολούθησε για να ζητήσει από τη μαγείρισσα να με ταΐζει καλά τώρα που είχα αρρωστήσει. Ο κύριος Μπόλτον μου ευχήθηκε περαστικά και αποχώρησε. Έμεινα μόνη με τον γυναικολόγο και τον φυσικοθεραπευτή. “Τέλεια” βόγκηξα. Οι γιατροί μου έλειπαν τώρα.
Ο Gus ήρθε και κάθισε στη καρέκλα, δίπλα από το κρεβάτι που φιλοξενούσε ένα από τα αρκουδάκια μου.
“Μη” του είπα ξεψυχισμένα.
Τράβηξε το αρκουδάκι και σηκώθηκε να μου το βάλει στο κρεβάτι μου. Ο Δρ Έντουαρντ ξερόβηξε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού μου. Ο Gus επέστρεψε στη καρέκλα. Με κοίταζαν και οι δυο. Μα τι είναι αυτοί;

Σκέφτηκαν το Φέλιξ. Πίεσα τον εαυτό μου να μην κλάψω. Το ήξερα ότι φλέρταρε με άλλες. Έβρισκα κατά καιρούς τα ίχνη τους στο σπίτι του. Λαστιχάκια για τα μαλλιά κάτω από το κρεβάτι. Μπλούζες unisex που ισχυριζόταν ότι τις είχε αγοράσει η ηλικιωμένη μαμά του. Αφρόλουτρα παρατημένα στο μπάνιο. Τριαντάφυλλα σε βάζο. Και σκισμένα τα γράμματα μου στο συρτάρι του. Τα γράμματα που κατέθεσα τη ψυχή μου, που του ορκιζόμουν αιώνια πίστη, βεβηλωμένα από τα χέρια μιας ελεεινής πόρνης. Δεν του το είχα αναφέρει ποτέ ότι είχα ανακαλύψει τα σκισμένα γράμματα γιατί θα με κατηγορούσε ότι ψαχούλευα κρυφά τα συρτάρια του. Με είχε πληγώσει αφάνταστα το γεγονός. Αλλά δε μίλησα. Ποτέ δε μιλούσα.
Ήθελα να ρωτήσω τη μητέρα μου να μου πει πως έμοιαζε εκείνη που του μιλούσε στο πάρκινγκ.
Η μητέρα μου προσκλήθηκε από τους εργοδότες μου να περάσει το βράδυ στην έπαυλη για να μείνει δίπλα μου.

Ένιωθα υποχρεωμένη απέναντι τους. Αποφάσισα να βάλω τα δυνατά μου αντί να κλαψουρίζω και να αναρρώσω σύντομα για να τους συνοδεύσω στο ρημοδογάμο.

“ Ήταν μεγάλη γυναίκα” είπε επικριτικά η μητέρα μου όταν της ζήτησα να μου πει τι ακριβώς είχε δει στο πάρκινγκ.
“Τουλάχιστον πενήντα” συνέχισε τη διήγηση του τρόμου.
Ξανθιά αλλά με πολύ ταλαιπωρημένο μαλλί σαν μαδημένη καρακάξα ήταν”
Με κοίταξε και ξεσπάσαμε σε γέλια. Η γλαφυρότητα στο τρόπο που περιέγραφε ήταν μοναδική.

“Αγύμναστη κάπως με κιλά στη κοιλιά στους γοφούς ξέρεις πόσο άσχημο σώμα κάνει το καθισιό”
Η μαμά μου ήταν υπέρ της υγιεινής διατροφής και γυμναστικής. Το σώμα της ήταν σε άριστη κατάσταση.
“Και από πρόσωπο δεν έλεγε πολλά. Μαύροι κύκλοι ακμή ρυτίδες. Χάλια, χάλια…”
Γελάσαμε με τη ψυχή μας κι ας ζήλευα φρικτά αυτή τη γρια γερασμένη πλαδαρή που φλέρταρε μαζί της. Ώστε πραγματοποίησε τις απειλές του ότι αν δεν πήγαινα εκείνο το βράδυ θα έβρισκε άλλη. Μια σουβλιά βαθιά στα σωθικά μου έφερε δάκρυα στα μάτια. Με αγκάλιασε χωρίς να πει τίποτα.
Όταν με καληνύχτισε μου είπε:
“σου αξίζει κάποιος καλύτερος. Όπως ο Δρ Έντουαρντ”
“Μαμά!” είπα εξαντλημένη.
“Δέξου να τον συνοδεύσεις στο γάμο. Ή ο Gus. Σε βλέπει και λιώνει. Μη θυσιάζεις τον εαυτό σου σε έναν άξεστο”
“Μαμά!”
Ήξερα ότι είχε δίκιο.
Την επομένη η μαμά μου αφού βεβαιώθηκε ότι ήμουν περδίκι αποφάσισε να επιστρέψει στο Λονδίνο. Η Σαμάνθα η μοδίστρα που την ειδοποίησαν χθες να αναβάλλει την επίσκεψη της, ήρθε σήμερα.
Το φόρεμα ήταν σχεδόν έτοιμο, χρειαζόταν μόνο μερικές επιδιορθώσεις. Ένιωθα λίγο αδύναμη αλλά σαφώς καλύτερα από ότι χθες. Έπρεπε να αποφασίσω αν θα συνόδευα τον Δρ Έντουαρντ. Το μόνο για το οποίο ήμουν βέβαιη ήταν ότι δεν θα έκανα καμία προσπάθεια να επικοινωνήσω με τον Φέλιξ. Το είχε ξανακάνει και στο παρελθόν να χάνεται με άλλες και όταν επιθυμούσε το δικό μου το κορμί επέστρεφε σε μένα. Ήταν ταπεινωτικό να δέχομαι τις απιστίες του αλλά η ανοχή μου ήταν ο μόνος τρόπος για να τον έχω. Αν αντιδρούσα θα εξαφανιζόταν. Ήθελα να τον έχω στη ζωή μου με οποιοδήποτε τρόπο. Ακόμα κι όταν με έβριζε, με απατούσε, με ταπείνωνε.

“Αουτςςςς”

Η ίδια μου η τσιρίδα με έβγαλε από τις χαοτικές σκέψεις μου.
Η Σαμάνθα απολογήθηκε που με τρύπησε με τη καρφίτσα που προσπαθούσε να στερεώσει στο μέση μου.
Πρέπει να το στενέψουμε λίγο Σκάιλαρ” είπε διακριτικά. Έχεις αδυνατίσει κι άλλο”
“Το ξέρω” αποκρίθηκα αφηρημένα καθώς κοίταζα το είδωλο μου στον ολόσωμο καθρέφτη.
“Πανέμορφη” είπε η Σαμάνθα καθώς έκανε ένα βήμα πίσω για να καμαρώσει το δημιούργημα της πάνω μου.
“Θα είναι έτοιμο στα πράγματα σου το Σάββατο το πρωί όταν θα αναχωρήσετε για Κορνουάλη”

Γαμώτο. Ο Έντουαρντ περίμενε μια απάντηση.

Τη Παρασκευή το βράδυ ζήτησα να ενημερώσουν τον Έντουαρντ ότι ήθελα να τον δω. Ήρθε στο δωμάτιο μου όταν ετοίμαζα τα πράγματα μου. Αύριο έπρεπε να αναχωρήσουμε πριν τις δέκα το πρωί.
Το μυαλό μου ήταν ένα χάος.
Θα έλεγα ναι στον Έντουαρντ; θα έλεγα όχι για πάντα στον Φέλιξ;
Πήρα βαθιά ανάσα και του είπα όσα είχα προβάρει δεκάδες φορές στο μυαλό μου.
“Με τιμάει το γεγονός ότι μου ζήτησες να σε συνοδεύσω στο γάμο της εξαδέλφης σου. Σίγουρα δεν είναι ένας τυχαίος γάμος αφού από ότι έμαθα παντρεύεται τον Δούκα του…”

“Ναι ή όχι” είπε κοφτά κάνοντας ένα αποφασιστικό βήμα μπροστά. Ήμασταν πρόσωπο με πρόσωπο. Με κοίταξε με το αδηφάγο βλέμμα του. Γιατί οι άντρες τα κάνουν αυτά; Να αντιμετωπίζουν ως θήραμα μια γυναίκα.
Ξερόβηξα και κοίταξα κάτω. Η μύτη μου σκόνταψε στο πηγούνι του. Τέλεια, σκέφτηκα. Πάλι ρεζίλι. Τον άκουσα να γελάει και αναψοκοκκινισμένη του γύρισα τη πλάτη κάνοντας πως τακτοποιώ τα ήδη τακτοποιημένα πράγματα μου στη βαλίτσα. Και πάλι τον ένιωθα ακλόνητο πίσω μου. Σοβαρά γιατί όλο αυτό; Θέλει να με ψαρώσει;

“Αυτό που ήθελα να πω” συνέχισα ενώ δίπλωνα και ανακάτευα “ότι νιώθω κολακευμένη και δεν έχω άλλη επιλογή από το να δεχτώ τη πρόταση σας”
Τι; Πες μου ότι δεν είπα αυτό που νομίζω μόλις τώρα. Ήμουν βέβαιη ότι θα απέρριπτα ευγενικά τη πρόταση του και απλά θα συνόδευα τον Λουίς στο ταξίδι.
“Τέλεια” είπε ενθουσιασμένος .
Μου έπιασε το χέρι και το φίλησε απαλά. Πρώτη φορά μου το έκανε κάποιος αυτό. Ήταν τόσο ευγενικός που τα έχασα.

Τα χείλη του ακούμπησαν το χέρι μου και μου έστειλαν ρίγη σε όλο μου το κορμί.
Από που είχε προκύψει όλο αυτό; Με σόκαρε η αντίδραση μου στο άγγιγμα του. Ένιωθα ολοκληρωτικά δοσμένη στον Φέλιξ και δεν υπήρχε άλλος άνδρας στονν οποίο να ανταποκρίνεται το κορμί μου. Ήμουν πεπεισμένη γι αυτό. Δεν είχα κοιτάξει κανέναν άλλον τόσο το καιρό. Και τώρα ανατρίχιαζα με ένα χειροφίλημα; Ένιωθα φρικτά.
Λίγο πριν αποκοιμηθώ κάλεσα τον Φέλιξ. Δεν απάντησε όπως ήταν αναμενόμενο. Του έστειλα μήνυμα:

“Μωρό μου ήμουν άρρωστη για μέρες. Αύριο φεύγουν για το γάμο και θα μείνω μόνη μου στην έπαυλη με τον μικρό”.

Ένιωθα απαίσια που το έλεγα ψέμματα, αλλά ήξερα ότι δεν θα γινόταν χαμός αν μάθαινε την αλήθεια.

Την επομένη η Σαμάνθα ήρθε νωρίς και μου παρέδωσε το φόρεμα. Ήταν ονειρικό. Στενό και μακρύ με ανοιχτή πλάτη που την αγκάλιαζαν λεπτά λουράκια. Ήταν το πιο όμορφο ρούχο που είχα ποτέ μου. Είχα ειδοποιηθεί από τον οδηγό ότι έπρεπε να είμαι μέχρι τις εννέα έτοιμη να παραδώσω τις βαλίτσες μου για να τις φορτώσουν στα δυο ολόμαυρα πολυτελή Vip Mercedes V-class. Από τα λίγα που γνώριζα για το συγκεκριμένο μοντέλο ήξερα ότι ήταν εξαθέσιο. Προβληματίστηκα πόσα θα ήταν τα άτομα που θα πηγαίναμε στη Κορνουάλη.
Παρέδωσα τις βαλίτσες μου και κατευθύνθηκα στη μικρή τραπεζαρία δίπλα στη κουζίνα. Όλη η οικογένεια ήταν εκεί. Με κάλεσαν να καθίσω μαζί τους και η Μαίρη με έβαλε να καθίσω δίπλα στον Έντουαρντ. Προσπάθησα να μη νιώθω άβολα. Εξάλλου θα τον συνόδευα στον γάμο εντελώς φιλικά. Σωστά;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…..

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì

———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–

ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s