ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23: ΑΥΠΝΙΕΣ

Η μελωδική φωνή της Birdy να ερμηνεύει το Let her go, έφτασε στα αυτιά μου. Το έπαιζε στην ιδανική ένταση, ίσα ίσα για να ντύνει μουσικά μια στιγμή που ήταν καταδικασμένη να θεωρηθεί συνηθισμένη ή ακόμα χειρότερα, ρουτίνα. Χαμογέλασα ασυναίσθητα και αναδεύτηκα αδέξια. Το σεντόνι χάιδεψε αισθησιακά το πρώην ανορεκτικό σώμα μου. Για μια στιγμή, μια απειροελάχιστη στιγμή μέσα στο αχανές σύμπαν των λιλιπούτειων στιγμών, ένιωσα να γαληνεύουν τα μέσα μου, ένιωσα σχεδόν αυτό που λέμε εσωτερική γαλήνη. Διάολε ένιωσα ευτυχισμένη. Για μια στιγμή γιατί ένιωσα με τρόμο πίσω από τα κλειστά βλέφαρα μου να με παρακολουθεί ένα ζευγάρι μάτια.

“Φέλιξ” ψέλλισα και άνοιξα τα μάτια μου. Και τον αντίκρισα απέναντι μου ακουμπισμένο στη κουνιστή γαλάζια πολυθρόνα να με κοιτάζει με το πιο ανεξήγητο ύφος σαν να χαμογελούσε με εκείνα τα απύθμενης έντασης και καθαρότητας γαλάζια μάτια.

Μα ο Φέλιξ δεν έχει γαλάζια μάτια, σκέφτηκα. “Ο Φέλιξ πάει πια δεν υπάρχει” αντήχησε το σπαθί μέσα στο μυαλό μου. Προσπάθησα να εστιάσω το βλέμμα μου στο γαλήνιο πρόσωπο που εξακολουθούσε να με κοιτάει σαν να εξαρτιόταν η ζωή του από αυτό. Ανοιγόκλεισα τα μάτια να τα καθαρίσω από τις τσίμπλες και εστίασα στο πρόσωπο του. Το σιγανό γέλιο του με ξάφνιασε και με έβγαλε απότομα από τη αγκάλη του Μορφέα. Τα μάτια του με αιχμαλώτισαν ακόμα μια φορά ζαλίζοντας με.

“Rage;”

“Είσαι τόσο αξιολάτρευτη όταν κοιμάσαι. Σαν γατάκι” είπε με κέφι. “Σχεδόν ξεχνάω πως τα βράδια ντύνεσαι με τη σέξι στολή σου” τη σήκωσε με το χέρι του στον αέρα κι ύστερα τη πέταξε προς το μέρος μου “και κυνηγάς του κακούς”
Την έπιασα στον αέρα. Ένιωθα ατρόμητη όταν τη φορούσα. Σαν να είχε το ύφασμα μαγικές δυνάμεις που πότιζαν κάθε πόρο του κορμιού μου μετατρέποντας με σε τιμωρό. Μου έριξε μια τελευταία ματιά γεμάτη ένταση πριν με καληνυχτίσει.

Ξύπνησα ξανά στις τρεις και τριάντα τρία το ξημέρωμα. Το δωμάτιο ήταν σε απόλυτο σκοτάδι καθώς δεν είχε φεγγάρι. Δεν φοβόμουν πλέον το σκοτάδι σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια που δεν κοιμόμουν ποτέ με σβηστό φως. Είχα πάντα ένα μικρό πορτατίφ αναμμένο έτσι ώστε αν ξυπνούσα στη μέση της νύχτας να μην φοβηθώ το σκοτάδι. Τώρα πλέον το αποζητούσα, διάολε είχε γίνει δεύτερη φύση μου. Σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου σαν μπαλαρίνα και κατευθύνθηκα προς τη κουζίνα. Φορούσα ένα απλό φανελάκι και το εσώρουχο μου. Ακόμα ένα πράγμα στο οποίο είχα αλλάξει συνήθειες τον τελευταίο καιρό. Πάντα ήμουν ευαίσθητη στο κρύο, κρύωνα εύκολα, σε αυτό έφταιγε το ότι ήμουν ελλιποβαρής, και όταν κοιμόμουν φορούσα αρκετά ρούχα για να ζεσταίνομαι. Ακόμα και όταν ο καιρός ήταν ζεστός. Όχι πια όμως. Κοιμόμουν πλέον γυμνή τις περισσότερες φορές. Όλα άλλαξαν από τότε που καθάρισα το σκουπίδι τον Φέλιξ σκέφτηκα με ικανοποίηση.

Έβαλα λίγο παγωμένο γάλα και μερικά μπισκότα με γέμιση μαρμελάδα βερίκοκο και επικάλυψη σοκολάτα, δικιά μου συνταγή, τίποτα πιο παρήγορο από τη παιδική αθωότητα της μαρμελάδας και την θεραπευτική επίδραση της σοκολάτας. Τα τακτοποίησα μέσα σε ένα πιατάκι πάνω σε ένα δίσκο από κασσίτερο διακοσμημένο με άνθη με μεγάλα πέταλα και επέστρεψα στο δωμάτιο μου. Περνώντας από το δωμάτιο του Rage είδα μισάνοιχτη τη πόρτα του και μπήκα σε πειρασμό να κρυφοκοιτάξω. Έβαλα το κεφάλι της από το άνοιγμα της πόρτας και κοίταξα προς το μέρος που βρισκόταν το κρεβάτι του. Η τηλεόραση έπαιζε με σίγαση και το φως της έλουζε τον νεαρό άντρα που κοιμόταν βαθιά με τα σκεπάσματα ένα κουβάρι κάτω στα πόδια του. Φορούσε μονάχα ένα εσώρουχο τύπου μποξεράκι που δεν ήμουν σίγουρη τι χρώμα ήταν.

Τον άκουσα να μουρμουρίζει το όνομα μου και τινάχτηκα σαν να με είχε τσουρουφλίσει φωτιά. Κόντεψα να ρίξω τον δίσκο από τα χέρια μου αλλά κατάφερα να βρω την ισορροπία μου.

Η σκιά μου αταλάντευτη στο τοίχο έμοιαζε να με κοιτάει κατάματα. Πήγα με γρήγορο βήμα στο δωμάτιο μου και έκλεισα τη πόρτα. Είχε ψιθυρίσει το όνομα μου, τι σήμαινε αυτό; Οι υποθέσεις και τα σενάρια δραπέτευαν από το μυαλό μου και τσαλαβουτούσαν στο γάλα όπως τα μπισκότα μου. Το γάλα είχε αλλάξει από λευκό σε μπεζ ροζ από τα μπισκότα που έλιωναν. Κοιμήθηκα εύκολα χωρίς να έχω πλήρη επίγνωση πως εκείνη τη στιγμή η σκιά μου που ξέφευγε από το περίγραμμα του σώματος μου γιγαντώθηκε στον απέναντι τοίχο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

68681474_1163387263852281_8137919752593997824_n

Advertisements
ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦ 22 ΑΠΡΟΣΚΛΗΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Καθόμουν σε ένα πολυτελές κάθισμα με περίτεχνη διακόσμηση, που έμοιαζε με θρόνο, γυμνή κρατώντας ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Απέναντι μου ένας άντρας με τη σάρκα του σε ορισμένα σημεία να αποσυντίθεται πάνω στα ολόλευκα κόκαλα του,  σήκωσε ψηλά το ποτήρι του για να κάνει πρόποση.

“Στον έρωτα”

Στον πόλεμο” ευχήθηκα εγώ και τσούγκρισα το ποτήρι του.

Μια σταγόνα κρασί χύθηκε στα δάχτυλα μου. Βρέθηκε άγνωστο πως γονατιστός μπροστά μου και έγλειψε το υγρό νέκταρ από τα δάχτυλα μου. Η πανσέληνος μας έσπρωχνε να κυλιστούμε στο μαλακό χώμα. Βρεθήκαμε στο έδαφος προχωρώντας σε άσεμνες πράξεις. Καθώς το φεγγάρι στροβίλιζε τις ασημένιες αχτίνες πάνω του μου φάνηκε πως είδα το πρόσωπο του Φέλιξ. Ούρλιαξα προσπαθώντας να ελευθερωθώ, όμως με κράτησε με τα σκελετωμένα χέρια του από τους καρπούς σταθερά στο χώμα. Κάλεσα το σπαθί μου αλλά μάταια. Η γλώσσα του χάρασσε υγρά αηδιαστικά μονοπάτια σε όλο μου το σώμα. Με βιάζει, το τέρας με βιάζει!!!

“Σε σιχαίνομαι” ούρλιαξα με όλη τη δύναμη του αλυσοδεμένου μου κορμιού.

“Σιχαίνεσαι.. εμένα;” ψέλλισε σοκαρισμένος. Κοίταξα το πρόσωπο του μόνο που αυτή τη φορά αντίκρισα τον Gus. Πως ήταν δυνατόν να τον μπερδέψω με το κτήνος τον Φέλιξ;

Συ.. συγνώμη” είπα με ντροπή. “Συγνώμη” έκλαιγα από ανακούφιση. Του ζήτησα να με φιλήσει και υπάκουσε. Το δροσερό αεράκι με έκανε να ριγήσω και να τεντώσω το κορμί μου από ηδονή.

“Gus” μουρμούρισα με λαγνεία.

“Gus;;;;” μια φωνή θυμωμένη, διαφορετική με έβγαλε από το στρόβιλο της καύλας όπου χόρευα μεθυσμένη. Ο Δρ Έντουαρντ με λυμένη τη σοβαρή γραβάτα του και αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο με κοίταζε.

“Τι; Δεν συμβαίνει αυτό…” λύθηκα σε ασυναρτησίες.

“Μωρό μου το κρασί σε χτύπησε στο κεφάλι, γιαυτό δεν θα στραβώσω που με είπες με διαφορετικό όνομα”

Ένα υστερικό γελάκι σκάλωσε στον λαιμό μου. “Είμαι μεθυσμένη δεν εξηγείται αλλιώς” είπα χωρίς να ξέρω αν έκλαιγα ή αν γελούσα.

“Ηρέμησε μωρό μου, αφέσου και θα σε κάνω να τα ξεχάσεις όλα”

Υπάκουσα και έκλεισα τα μάτια. Χαλάρωσε είπα στον εαυτό μου. Σκάσε και άστον παίδαρο να σου ταρακουνήσει λίγο το κόσμο σου.

“Ναι” φώναξα από ηδονή, “ναι σε παρακαλώ ναι”

“Με παρακαλάς μωρό μου; Δεν χρειάζεται! Θα σου δώσω ότι χρειάζεσαι. Αρκεί να με εμπιστευτείς Αληκτώ”

Άνοιξα σοκαρισμένη τα μάτια, που γνώριζε αυτό το όνομα ο Δρ. Εντ…. Rage?????? Μπροστά μου βρισκόταν ο Rage και όχι ο Δρ Έντουαρντ.

“Πως γίνεται αυτό;” είπα μπερδεμένη. Το μυαλό μου είχε βυθιστεί στο χάος σε αντίθεση με το κορμί μου που είχε ξυπνήσει για τα καλά από τον λήθαργο και ζητούσε να αγαπηθεί σαν να μην υπάρχει αύριο.

“Άσε με να σου σπάσω τις αλυσίδες, Αληκτώ”

Πετάχτηκα πάνω ουρλιάζοντας παρασύροντας το νερό που βρισκόταν πάνω στο κομοδίνο μου. Ο Rage όρμησε στο δωμάτιο μου με τα μαλλιά του ανακατεμένα και τα μάτια πρησμένα από τον ύπνο. Φορούσε ένα καρό μπλε μποξεράκι και ήταν ξυπόλυτος. Με πλησίασε.

“Μη” του είπα “θα σου καρφώσουν τα σπασμένα γυαλιά”.

 Στάθηκε και έκανε το κύκλο του κρεβατιού για να έρθει κοντά μου από την άλλη πλευρά. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και με κοίταξε. Κοίταξα το σεντόνι που το είχα κάνει κουβάρι ανάμεσα στα πόδια μου για να μη προδώσει το βλέμμα μου τα όσα είχα δει στον ύπνο μου.

“Είσαι καλά;” είπε με βραχνή φωνή. Πόσο σέξι χριστέ μου σκέφτηκα. Ό άνθρωπος βρωμάει σεξουαλικότητα από δω έως την Τριστάν Ντα Κούνια της Αφρικής. Πήραν φωτιά τα μάγουλα μου και φοβήθηκα μη προδοθώ.

“Θέλεις λίγο νερό;”

“Ναι” είπα υπερβολικά γρήγορα “σε παρακαλώ”

“Με παρακαλάς;” είπε καθώς σηκωνόταν. “Δε χρειάζεται”

Τι; Το ίδιο πράγμα είπε και στο όνειρο μου. Είναι δυνατόν να ξέρει;
Επέστρεψε με έναν δίσκο φαγητά. Όπως έκανε ο Gus. Έχεις μπλέξει τα μπούτια σου κοπελιά, σκέφτηκα. Τους σκέφτεσαι όλους τους θέλεις όλους την ίδια στιγμή που έχεις κάνει φόνο. Ένιωθα πως δεν με γνώριζα πια. Ακούμπησε το δίσκο στο κρεβάτι και έσκυψε να μαζέψει τα γυαλιά. Πήγε να τα πετάξει και επέστρεψε. Κάθισε δίπλα μου και μου χαμογέλασε.

“Είναι σχεδόν οκτώ. Ώρα για πρωινό” είπε και μου σέρβιρε το γάλα μου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ……………

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

68474193_1154458874745120_1719673599301779456_n

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21: BROKEN GIRLS BLOSSOM INTO WARRIORΣ…

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

“Τρία χρόνια ζεις στις σκιές” μουρμούρισε βαριεστημένα. Το ίδιο λογύδριο είχε ειπωθεί ατελείωτες φορές χωρίς ωστόσο κανένα αποτέλεσμα. Παρόλα αυτά συνέχισε σαν να ήλπιζε πως κάτι θα άλλαζε αυτή τη φορά. Η Σκάιλαρ τον κοίταξε με αυτό το πονηρό γελάκι που της πρόσδιδε μια μοναδική γοητεία. “Πότε θα σταματήσεις να το παίζεις τιμωρός εκδικητής;”

“ Όταν θα αποφασίσεις να μου φανερώσεις πως στο διάολο με ζωγράφισες στο κόμικ σου χωρίς να με γνωρίζεις και πως το κόμικ αυτό βρέθηκε στο δωμάτιο μου”

Σήκωσε μάτια και χέρια προς τον ουρανό σε στάση ικεσίας.

Για όνομα του Θεού, Σκαι…”
“Και ποιος είναι ο Θεός ακριβώς;”
“Με φτάνεις στα όρια μου, μια από αυτές τις μέρες θα σε πιάσω στα χέρια μου και…”
“Απειλές” φύσηξε «κούφια λόγια». Του έκλεισε το μάτι και ύστερα του έβγαλε τη γλώσσα.

Ζούσαν μαζί εδώ και τρία χρόνια, είχαν αφήσει το λόφτ του Ρειτζ και είχαν βρει ένα μικρό γραφικό εξοχικό κότατζ στο Apple tree wick στη κομητεία του Νορθ Γιόρκσαιρ. Είχε δυο δωμάτια όλα κι όλα, με πέτρινη καμινάδα και κήπο κουκλίστικο. Οι ταπετσαρίες στους τοίχους με διαφορετικό θέμα σε κάθε δωμάτιο, με ντόνατς κατσαρόλες και ποδιές για τη κουζίνα, ορτανσίες και πεταλούδες για το δωμάτιο της Σκάιλαρ, αμάξια και μπάλες κρίκετ δημιουργούσαν ανάμεικτα συναισθήματα στους προσωρινούς ιδιοκτήτες, κοριτσίστικο ενθουσιασμό για την Σκάιλαρ, απέχθεια για τον Ρειτζ.

Καβγάδιζαν διαρκώς χωρίς λόγο αλλά ήταν τσακωμοί ανεδαφικοί χωρίς μίσος, δεν υπήρχε καν θυμός. Ήταν σαν ψωμοτύρι, τους έτρεφε, τους έκανε να δένονται περισσότερο. Οι καβγάδες τους σίγουρα ήταν ο τρόπος τους για να επικοινωνήσουν και να δείξουν πόσο νοιάζονται ο ένας για τον άλλον.

Πριν τρία χρόνια η Σκάιλαρ είχε μια σχεδόν φυσιολογική ζωή, είχε μόλις διακόψει προσωρινά τις σπουδές της για να εργαστεί στην έπαυλη των Μπόλτον ως δασκάλα για τον τραυματισμένο γιο τους, Λουίς, είχε μια σχέση με τον Φέλιξ που της φερόταν βάναυσα και υπέφερε από ανορεξία. Συνηθισμένα πράγματα δηλαδή για μια ρομαντικά ευαίσθητη κοπέλα σε μια βαθιά αδιάφορη κοινωνία.

Όταν όμως κινδύνευσε να πεθάνει από τα χέρια του άνδρα που αγαπούσε περισσότερο από κάθε τι, η Σκάιλαρ έπαθε αυτό που στη γλώσσα του Ρειτζ ονομάζεται “διαχωριστική μετατόπιση” και σκότωσε ή έτσι πίστευε, τον Φέλιξ με το μυστήριο σπαθί που το άκουγε να της μιλάει μέσα στο κεφάλι της.
Μετά το φονικό το έσκασε και κάπως έτσι γνώρισε τον Ρειτζ. Μόνο που εκείνος την ήξερε ήδη καθώς την είχε συναντήσει αμέτρητες φορές στα όνειρα του όπου το μαγικό του χάρισμα του είχε υποδείξει να δημιουργήσει το κόμικ με εκείνη πρωταγωνίστρια.

Την ένιωθε πάντα, όταν εκείνη υπέφερε το καταλάβαινε κι ας ήταν μίλια μακρυά, όταν ένιωθε χαρά, τις λιγοστές εκείνες φορές, το διαισθανόταν. Την ημέρα που τη γνώρισε από κοντά στη βιβλιοθήκη, ήξερε που ακριβώς θα την έβρισκε.

Όλα αυτά ήταν φυσιολογικά για τον ίδιο έστω κι αν δεν είχε τη παραμικρή γιατί είχε όλα αυτά τα χαρίσματα, τα είχε αποδεχτεί από μικρή ηλικία.


Η Σκάιλαρ μάδησε σε δεκάδες μικροσκοπικά κομματάκια ένα
αφράτο scone με μύρτιλλα. Από το ταξίδι της στη Κορνουάλη της είχε μείνει η συνήθεια του να απολαμβάνει λιχουδιές με τσάι. Το scone ήταν ένα είδος τσουρεκιού ή αφράτου ατομικού ψωμιού που γινόταν με απλά υλικά όπως αυγά, γάλα και βούτυρο.

Τις ατελείωτες ώρες που κρυβόταν μέχρι να τη καλέσει το καθήκον να τιμωρήσει κάποιον αλήτη που έκανε μαύρη τη ζωή μια γυναίκας είχε τελειοποιηθεί στη μαγειρική. Η μεταμόρφωση της σε Αληκτώ αν μη τι άλλο την είχε βοηθήσει να νικήσει την ανορεξία. Έτρωγε κανονικά ίσως και λίγο περισσότερο χωρίς να ενδιαφέρεται για το αν θα παχύνει γιατί το να είσαι σούπερ ηρωίδα απαιτούσε τη καύση πολλών θερμίδων.

Ήταν δέκα το πρωί και μόλις είχε ξυπνήσει. Ο Ρέιτζ την είχε κατσαδιάσει ακόμα μια φορά γιατί το προηγούμενο βράδυ είχε κάνει τουλούμι στο ξύλο τον επίδοξο βιαστή ενός εικοσάχρονου κοριτσιού. Τον είχε παρατήσει δεμένο στο αστυνομικό τμήμα.

“Δεν είναι η δουλειά σου να αποδίδεις δικαιοσύνη. Θα σκοτώσεις κανέναν κατά λάθος. Ή μπορεί να τραυματιστείς και η ίδια”
“Εσύ με ζωγράφισες με το αναθεματισμένο σπαθί στο χέρι”

Έριξε μια ματιά στο βαρύ σπαθί που ήταν ακουμπισμένο στον τοίχο μισοκρυμμενο πίσω από το καρό κουρτινάκι. Ενώ στην αρχή το σπαθί εμφανιζόταν όποτε εκείνο το επέλεγε, στο χέρι της, όταν εκείνη πήρε τον έλεγχο το σπαθί έμεινε ακίνητο όπου το τοποθετούσε.

Φορούσε μόνο μια φαρδιά μπλούζα του Ρέιτζ από εκείνες που φόραγαν στο ράγκμπι ή κάτι τέτοιο. Της έριξε μια θυμωμένη ματιά. Ύστερα σηκώθηκε και πήγε πάνω από τον ώμο της. Της σέρβιρε καυτό τσάι μασάλα με τη λευκή κανάτα από πορσελάνη και τα αρώματα της κανέλας, του γαρύφαλλου και της πιπερόριζας πλημμύρισαν το χώρο.

Δεν το διάλεξα εγώ να σε βλέπω στα όνειρα μου, ούτε το να σε ζωγραφίσω ως ηρωίδα κόμικ” είπε θυμωμένα. “Όσο μπερδεμένη είσαι εσύ άλλο τόσο είμαι και εγώ. Το χάρισμα αυτό το έχω από μικρός. Το μόνο που ξέρω είναι πως το πεπρωμένο μας θέλει μαζί. Προφανώς μαζί θα ανακαλύψουμε την αλήθεια”

Δεν της έλεγε τη πλήρη αλήθεια. Σκόπιμα είχε αποκρύψει το κομμάτι με την μετατόπιση που είχε υποστεί. Ήξερε πως δεν ήταν έτοιμη ακόμα για να μάθει την αλήθεια. Θα τη βοηθούσε να επιστρέψει στη πραγματικότητα ομαλά.

 

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

 

67759162_1137618923095782_5354190116199858176_n

Σημείωση: Για το δεύτερο μέρος της Αλυσοδεμένης επέλεξα στο πρώτο κεφάλαιο να κάνω ένα διάλειμμα από την αφήγηση της Σκαιλαρ, και να δώσω σε έναν ουδέτερο αφηγητή Θεό (έτσι λέγεται;) την ευκαιρία να διηγηθεί προσωρινά την ιστορία. Στο επόμενο κεφάλαιο η Σκαιλαρ θα συνεχίσει να είναι ο αφηγητής…

 

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ

#team_merenda

Λοιπόν παίζει να έχω φάει δυο φορές στη ζωή μου νουτέλα μόνο. Γιατί πάντα ήμουν, είμαι και θα είμαι παιδί της μερέντας!!! Θυμάμαι εκείνα τα καλοκαίρια τα πασπαλισμένα με τα πορτοκαλίζοντα βιντατζ φίλτρα που είχαν οι φωτογραφίες της εποχής, τα ζεστά φασαριόζικα από τα τζιτζίκια απογεύματα που πηγαίναμε να παίξουμε με τα ξαδέλφια μας και η θεία μας έφτιαχνε ΠΆΝΤΑ μια μεγάλη φέτα μαλακό ψωμί (είναι η ιδέα μου ή η φρατζόλα τότε ήταν σαν απαλό σύννεφο χωρίς σκληρά κομμάτια και οτιδήποτε άλλο άνοστο που βρίσκεις σήμερα;) με πολύ Βιτάμ, χρυσό μαλακό κρεμώδη Βιτάμ που σου γέμιζε το παιδικό σου στοματάκι με παραδεισένια γεύση αγγέλων και από πάνω μια γενναιόδωρη δόση μερέντας. Ω θεοί πόσο νόστιμο ήταν (είναι, γιατί εγώ ακόμα έτσι το τρώω χε).

Στο σπίτι δεν είχαμε τόσο συχνά μερέντα, περισσότερο είχαμε μαρμελάδες, και κάναμε το εξής ανθυγιεινό: ψωμί εφτάζυμο χωριάτικο ζυμωμένο από τη γιαγιά το οποίο πασπαλίζαμε με ΚΑΝΟΝΙΚΉ ζάχαρη!!!! Λευκή!!!!! Την οποία ζάχαρη από πάνω ραντίζαμε με νεράκι για να κολλήσει στο ψωμί. Άγνοια περί υγείας πραγματικά αφού δεν υπήρχαν κάθε λίγο διατροφικά σκάνδαλα να φοβόμαστε οπότε ΑΥΤΌ ήταν το σνακ μας. Αυτό και το μελάτο αυγό με μπουκίτσες ψωμί στο ποτήρι αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Αργότερα, μεγαλώνοντας που πήγαινα γυμνάσιο στο δίπλα χωριό και μπορούσα να κάνω κοπάνα για να πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ άρχισα να παίρνω και μερέντα με το χαρτζιλίκι μου (τι; Νομίζατε ότι έκανα κοπάνα να πηγαίνω για καφέ ή ραντεβουδάκια; Όχιιιιιι… ήμουν καλό κορίτσι μέχρι βλακείας κανονική ματίνα μανταρινάκη).. Φοιτήτρια πια, στο Ηράκλειο, η μερέντα πιστή σύντροφος στο ράφι μέσα στο σαραβαλάκι ψυγείο-αντίκα να μου γλυκαίνει τη ζωή (ήμουν πιο ψηλή από το ψυγείο που δε με λες και πρώτο μπόι, φαντάσου για τι καρούλι μιλάμε)…

Παιδί της μερέντας λοιπόν και δεν μπορώ να καταλάβω πως υπάρχουν άνθρωποι που τους αρέσει περισσότερο η νουτέλα. Για να μη παρεξηγηθώ έχω δοκιμάσει νουτέλα καλή είναι αλλά η φουντουκένια γεύση που δένει αρμονικά με τη σοκολάτα της μερέντας δεν είναι το ίδιο με το ….συμπαγές της νουτέλα. Θυμάμαι μια φορά είχα δοκιμάσει πάστα κυδώνι, ένα τετράγωνο σαν ζελέ τρεμουλιαστό πράγμα. Έ αυτό μου θυμίζει η νουτέλα. Αλλά γούστα είναι αυτά. Κάπου διάβασα ότι η νουτέλα είναι για μεγάλους αφού η γεύση της είναι πιο ενήλικη και η μερέντα για παιδιά. Συμφωνώ. Τα παιδιά τι θέλουν; Τη μαμά και τον μπαμπά να τα αγαπάνε, παιχνίδια, παραμύθια, παρέες, καθαρά ρουχαλάκια ύπνο και φαγάκι. Μερέντα. Του παραδείσου. Κρεμώδη, τρυφερή, γλυκιά, ονειρική, παρήγορη, μερέντα.

Και φυσικά υπάρχουν δεκάδες τρόποι να την απολαύσεις. Συνοδεύει το αφράτο φραντζολάκι σου, το κρουασάν σου (όταν αγοράζω κρουασάν το πασαλείβω με μερέντα από πάνω κι ας έχει σοκολάτα μέσα), με άρτο (τον άρτο που θα παραγγείλουμε από το φούρνο (αρτοκλασία) για να τον πάμε στην εκκλησία όταν το έχουμε τάμα ή τον μοιράζει η εκκλησία σε συγκεκριμένες γιορτές κτλ. Με φράουλες που θα κόψεις από τον κήπο, και γενικά με διάφορα φρούτα, μπανάνες, αχλάδι, ροδάκινο. Με τσουρέκι πασχαλινό. Με ντόνατς, με τα κουλουράκια της μαμάς, με λουκουμάδες. Με κρέπες σπιτικές, με κέικ, με ψωμί του τοστ, με φτωχική φρυγανιά όταν δεν υπάρχει τί πο τα άλλο στο ντουλάπι. Με τα γαλατερά (τσουρέκια ψημένα στον ξυλοφουρνο που φτιάχνει η μαμά κάθε Πάσχα). Με το κουταλάκι ή με το μαχαίρι (έχω κόψει τη γλώσσα μου έτσι). Το πιο θεϊκό από όλα είναι με παγωτό. Το παγωτό κρύο η μερέντα ζεστή, τέλειος συνδυασμός.

Ακόμα και τα σκοτεινά και άραχνα χρόνια της ανορεξίας μου η μερέντα όσο περίεργο κι αν ακούγεται δεν έλειπε από το σπίτι. Θυμάμαι τότε που με έτρεχαν για εξετάσεις (είχα και το θυρεοειδή και μηδέν σίδηρο μπλα μπλα μπλα) και ένας γιατρός μου είχε πει το εξής: » Να παρακαλάς που δεν έπαθες τίποτα μπλα μπλα…(ανέλυσε με τρομακτικό τρόπο τι θα μπορούσα να έχω πάθει από την ανορεξία)…. αν δεν έτρωγες και μερέντα μπλα μπλα μπλα…»
Ουσιαστικά η μερέντα μου έσωσε τη ζωή χε χε.
Εννοείται ότι αυτή τη στιγμή που γράφω το κείμενο τρώω μερέντα. Με το μαχαίρι.

67234316_1137600439764297_3333690118358695936_n

 

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ, Τα PENNY DREADFULS της ΜαΦίας

Περί ιστοριών τρόμου…

Αγαπώ τις ιστορίες τρόμου όπου καθετί άρρωστο που κρύβει η ανθρώπινη φύση ξεσηκώνεται και αναδύεται από τα απύθμενα κολασμένα σκοτάδια του πυρήνα της. Οι κακοί χαρακτήρες στη λογοτεχνία πάντα τραβούσαν τη προσοχή μου αν και ήμουν πάντα με το μέρος του Καλού, του ήρωα που θα κόψει κώλους και θα καθαρίσει το κόσμο από τα σκατά.

  Να αναφέρω πως είμαι και περίεργο άτομο καθώς πάντα οπτικοποιώ τα συναισθήματά μου, είναι δηλαδή σαν να έχω ταινιούλες μικρού μήκους με αυτά που νιώθω να γίνονται εικόνες. Δεν θέλω να σας τρομάξω και δεν ξέρω αν σας συμβαίνει και εσάς αλλά για μένα είναι κάτι φυσικό. Ας πούμε τις λέξεις πάντα τις «έβλεπα» στο μυαλό μου την ώρα που τις έλεγα, τις διάβαζα, τις έγραφα ή τις άκουγα. Για παράδειγμα η λέξη «τριαντάφυλλο» εμφανίζεται στο μυαλό μου σαν ένα ανοιχτό ρόδο που ανθίζει βλέπω δηλαδή με τα μάτια της φαντασίας μου ένα τριαντάφυλλο σε κίνηση να ανοίγει τα πέταλα του. Το ξέρω είμαι και γαμώ τα παιδιά πρέπει να με κάνεις παρέα. Ας πούμε η λέξη «σεξ» προβάλλεται στον προτζεκτορα του μυαλού μου σαν νέον πινακίδα με έντονο φωτισμό τριγύρω από τη λέξη σαν σε διάδρομο αεροδρομίου και σαν να είναι ξαπλωμένη-η λέξη- σε πτυχώσεις από σεντόνια ξέρω ‘γω. Είπαμε έχω ανεξάντλητη μη φυσιολογική φαντασία και μου  αρέσει.

Επιστρέφοντας στο θέμα μου που είναι οι ιστορίες τρόμου και η αέναη μάχη ανάμεσα στο ΚΑΛΟ και το κακό, και στη χαρά του να δημιουργείς σκοτεινούς αρρώστους διεστραμμένους χαρακτήρες που όμως τρώνε βρώμοξυλο στο τέλος από τον Ήρωα για αποκατάσταση της δικαιοσύνης, γιατί μόνο έτσι ικανοποιούμαι εγώ, με το να νικάει το Καλό γιατί έτσι νιώθω πως υπάρχει ελπίδα ακόμα όταν οι κακοί τιμωρούνται, σκέφτομαι να προσπαθήσω να αρχίσω να γράφω σε στυλ penny dreadfuls. Τι είναι αυτά; Μην μπερδευτείτε με την σειρά που υπάρχει που είναι μάλιστα από τις αγαπημένες μου.

Penny dreadful λοιπόν ήταν αυτοτελή ολιγοσέλιδa διηγήματα του 19ου αιώνα στην Γηραιά Αλβιώνα (καλέ πες Αγγλετέρα που λέει και η κατακουζίνα, που μου έμαθες και τη Γηραιά Αλβιώνα) που απευθυνόταν στην εργατική τάξη και κόστιζε μια πένα (penny). Ήταν μυθοπλασία, μυστηρίου, φαντασίας, τρόμου, και αστυνομικά με τέρατα και νοσηρούς χαρακτήρες, ήταν δηλαδή αυτά που αγαπώ να γράφω και να διαβάζω. Ο όρος penny dreadful σήμαινε σε ελεύθερη μετάφραση φτηνό σε τιμή και ποιότητα κακόγουστο ανάγνωσμα. Κόστιζε είπαμε μια πένα. Το περιβάλλον του Λονδίνου η σκοτεινή καταχνιά, τα λασπωμένα μαγαρισμένα σοκάκια από το αίμα που έχυνε (τι σικ) ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης φάνταζε το ιδανικό σκηνικό για να δημιουργήσει κανείς εξαθλιωμένους χαρακτήρες αδίστακτους που έκαναν φρικιαστικά πράγματα.

Η ανατριχίλα που νιώθω διαβάζοντας γράφοντας τέτοιες ιστορίες με κάνει να νιώθω σχεδόν ενοχές. Από πέρυσι σκέφτομαι πολύ έντονα τα penny dreadfuls, έχω ξεκινήσει μια ιστορία που διαδραματίζεται σε περασμένο αιώνα, χρονολογίες και τοποθεσίες τα έχω αφήσει λίγο θολά το μόνο που ξέρω είναι η ηρωίδα μου που είναι αστυνομικός ντυμένη με βικτωριανά ρούχα, ξέρετε δαντελένιοι γιακάδες, μακριές φούστες που  θροΐζουν γλύφονταν αισθησιακά το πάτωμα καθώς κινείται, μαλλιά δεμένα σε αυστηρό κότσο μυστηριώδη βλέμμα και φωτιά στη ψυχή. Η βικτωριανή ηρωίδα μου λοιπόν πάει σε μια έπαυλη για να ερευνήσει το φόνο του αλλοδαπού μπάτλερ και συναντάει κάποιον… που την κάνει να νιώθει κάπως…. δεν μου έχει αποκαλυφθεί πλήρως και έχει και αυτό τη γοητεία του γιατί ενώ το γράφω, παράλληλα νιώθω πως είμαι αναγνώστρια και διαβάζω μια ιστορία με αγωνία χωρίς να μπορώ να μαντέψω τη συνέχεια. Θέλω λοιπόν να εντάξω την ιστορία αυτή στη κατηγορία ΤΑ PENNY DREADFUL TΗΣ ΜΑΦΙΑΣ που έχω δημιουργήσει εδώ στο blogg-ακι μου

67357652_1126823117508696_323761163122769920_n
Το στυλ της Έυα Γκριν στη τηλεοπτική σειρά penny dreadful είναι αυτό που φαντάζομαι για την ηρωίδα μου

Επίσης σκέφτομαι και μια άλλη ιστορία που γράφω καιρό αλλά έχει παγώσει τη ΡΟΟΥΖ που έχει σχέση με φόνους, με Πόρτλαντ και Μέριλιν Μονρόε να την εντάξω στα penny dreadful. Ήδη έχω βάλει τη ΜΟΡΙΓΚΑΝ, ΤΟΝ ΔΝΟΦΕΡΟ, ΚΑΙ ΤΟ TRICK OR TREAT στη κατηγορία ΤΑ PENNY DREADFUL ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ. Ειναι ιστορίες που τις είχα δημοσιεύσει παλιά εδώ αλλά πιστεύω υπάγονται στη κατηγορία των penny dreadfuls. Οπότε απλά τους πρόσθεσα στη κατηγορία ΤΑ PENNY DREADFULS ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ.

Δεν θα μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να γράφει κάτι διαφορετικό… Νιώθω αυτή την ηδονή, την έξαψη όταν γράφω και διαβάζω τέτοιες ιστοριες δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε… Και δεν ήμουν πάντα έτσι. Εννοώ κάποτε τρελαινόμουν για ιστορίες αγάπης. Μεγάλες προσδοκίες, Ρωμαίος και Ιουλιέτα τέτοια.

Αλλά υπάρχει ένα αχανές σύμπαν τρόμου με κλειδοκράτορα βεβαίως βεβαίως τον Δάσκαλο, τον Master of Commander Stephen King που σε καλωσορίζει γενναιόδωρα σου δίνει καραμελίτσες και γλυκίσματα σε βάζει να καθίσεις σε αναπαυτική πολυθρόνα και ΜΠΟΥΜ μπροστά σου εμφανίζονται τέρατα, με ανθρώπινη και μη μορφή, πλάσματα του σκότους που σε κάνουν να δεις κατάματα τους μεγαλύτερους εφιάλτες σου, τη πηγή της κάθε σου φοβίας να παίζει γιουκαλιλι μπροστά σου.

Δεν μπορώ να το περιγράψω αλλά η βουτιά σε τέτοιες ιστορίες σου δυναμώνουν το ανοσοποιητικό, διάολε σε κάνουν ακόμα και γενναίο. Σε κάθε μου ιστορία κουβαλάω την ίδια μου την ύπαρξη, τις πληγές μου, την άσβεστη ελπίδα μου και το αίσθημα, την ανάγκη για ΔΙΚΑΙΟΣΎΝΗ που με καίει. Γιατί μόνο έτσι μπορώ να αντιμετωπίσω τη ζωή: με το να ξέρω ότι ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΝΙΚΑΕΙ. Γιατί στο μυαλό μου όσοι μου έκαναν κακό και υπήρξαν πολλοί, παίρνουν αυτό που πρέπει να πάρουν.

Κουβαλάω τον Stephen King, τον Edgar Alan Poe, την Agatha Christie, και τον Arthur conan doyle. Πρωτίστως και πάνω από όλα όμως κουβαλάω και θα κουβαλάω για πάντα μαζί μου τον ΜΙΚΡΌ ΠΡΙΓΚΙΠΑ του Antoine De Saint Exupery. Γιατί όπως το απόλυτο κακό κρύβεται στους φόβους μας έτσι και το Καλό διαχέεται σε κάθε κύτταρο μας…..

66726304_1126321677558840_5479051940845322240_o(1)

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ

Στις καμπύλες των γραμμάτων…

Πάντα συγκρίνω τη διαδικασία της συγγραφής ενός μυθιστορήματος με το πλέξιμο, το ράψιμο, το γάζωμα και το κέντημα. Όπως η δημιουργία ενός πλεκτού, ενός κεντήματος, ενός ρούχου, ενός υφαντού απαιτεί πατρόν, προσχέδιο, ή οδηγίες, έτσι και η συγγραφή, στο ξεκίνημα της, πάνω από όλα, χρειάζεται το σκελετό του, τη βασική του ιδέα, το πατρόν δηλαδή, το σχέδιο του. Ο πρόλογος της ιστορίας είναι οι πόντοι που θα ρίξεις στο πλέξιμο και η αλυσίδα, η στάμπα και το μολύβωμα στο κέντημα, το τρώπωμα το πρόχειρο πιάσιμο δηλαδή μέχρι να γαζωθεί το ρούχο. Στο κυρίως θέμα η ανάπτυξη των χαρακτήρων, οι άπειρες λεπτομέρειες, οι παράγραφοι, οι χιλιάδες λέξεις, η μια πίσω από την άλλη, οι παρομοιώσεις, τα επίθετα, οι περιγραφές είναι όπως στο πλέξιμο που καθώς προχωρεί το πλεκτό και βλέπεις να σχηματίζονται τα σχέδια, το μοτίβο του που αποτελείται από άριχτα, από γαϊτανάκια, από βουβά γαϊτανάκια, από διπλά ποδαράκια, από τις αλυσίδες και άλλες πολλές τεχνικές, στο κέντημα το γέμισμα με τη κλωστή, τη σταυροβελονιά, τη ριζοβελονιά, στο ράψιμο και στο γάζωμα οι λεπτομέρειες του ρούχου, η ζώνη, τα κουμπιά, η φόδρα. Κάθε κεφάλαιο πρέπει να ενώνεται με το άλλο ομαλά με φυσική χάρη και απόλυτη συνάφεια όπως ενώνεις τις σειρές στο πλέξιμο, στο κέντημα τα φυλλαράκια, στα ρούχα τις ραφές. Και ο επίλογος, το φινάλε ανατρεπτικός απόλυτα άξιος στην όλη ιστορία έρχεται να αποκαταστήσει την ισορροπία και τη τάξη και να ικανοποιήσει αυτόν που το έγραψε και αυτόν που το διαβάζει, όπως στο πλεκτό που θα κλείσει με βουβό ή αλυσίδα και θα κόψεις και τραβήξεις το νήμα σφίγγοντας το. Το πλεκτό που θα αιχμαλωτίσει το βλέμμα, θα μαζέψει κοπλιμέντα και επαίνους και θα κάνει το δημιουργό του περήφανο. Όπως στο κέντημα που θα στερεωθεί καλά η κλωστή θα πλυθεί θα κολλαριστεί και θα κρεμαστεί στον τοίχο, στο ράψιμο γάζωμα που θα φρεσκοσιδερωθεί και θα φορεθεί με χάρη και θα αναπνεύσει στο καθαρό αέρα θα ονειρευτεί ανάμεσα στις πτυχώσεις του υφάσματος και θα κοκκινίσει ντροπαλά στη σκέψη ότι είναι μοναδικό. Είμαι περήφανη και ικανοποιημένη γεμάτη χαρά που μπορώ να κάνω πράγματα να δημιουργώ μοναδικά κομμάτια. Η ενασχόληση μου με το πλέξιμο το ράψιμο το κέντημα το γάζωμα με γεμίζει περηφάνια και χαρά. Και συγκρίνω αυτά τα συναισθήματα με τη συγγραφή γιατί νιώθω το ίδιο. Και όντως πρέπει να δουλέψω στο γράψιμο όπως δουλεύω και στο πλέξιμο στο κέντημα στο ράψιμο και στο γάζωμα. Πρώτα θα συλλάβω την ιδέα, μετά θα βρω σκελετό/προσχέδιο/πατρόν μετά θα το μολυβώσω, αναπτύξω, τροπώσω και μετά θα αφεθώ στη μαγική διαδικασία της συγγραφής των κεφαλαίων και τέλος θα βάλω τα δυνατά μου να κεντήσω το φινάλε με δεκάδες πλουμιστά στολίδια εντυπωσιακά.
Εσείς όταν βλέπετε ένα πλεκτό, ένα κέντημα, ένα εργόχειρο βλέπετε αυτά ακριβώς και τίποτα παραπάνω. Όσο θαυμάσια, πιτίδια και να είναι δεν παύουν να είναι εργόχειρα. Εγώ δεν τα αντιλαμβάνομαι έτσι. Για μένα είναι γραπτά κείμενα που αφηγούνται ιστορίες. Κάθε πόντος, κάθε βελονιά, κάθε κλωστή κάθε αλυσίδα κάθε είναι ιστορίες γραμμένες με πόνο με δάκρυα με γέλιο και αναστεναγμό. Και δεν έχει διαφορά το τσικ τσικ που κάνουν τα δάχτυλα μου πάνω στα πλήκτρα του υπολογιστή με το θρόισμα του υφάσματος όταν το τρυπά η βελόνα, ούτε με το φρουτ του χεριού καθώς χαϊδεύει πλέκει το νήμα και το μουρμουρητό από το μέτρημα των πόντων ούτε με τον επαναλαμβανόμενο μηχανικό ήχο της ραπτομηχανής καθώς γαζώνει ούτε με το τακα τουκ του αργαλειού. Για μένα είναι ένα μαγικός παιχνιδότοπος χτισμένος με εκατομμύρια μιλιούνα λέξεις, χιλιόμετρα λαχταριστών νημάτων, κουβάδες με βελόνια, ψαλίδια δαχτυλήθρες, τελάρα, βελόνες, μεζούρες, υφάσματα και άλλα ραφτικά. Και σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων μικραίνω και μεγαλώνω αναλόγως για να χωρέσω στις καμπύλες των γραμμάτων.

Συγγραφή

Πλέξιμο

Κέντημα

Ράψιμο

20190713_134426

Γάζωμα

20190713_134245

Αργαλειός

FB_IMG_1558037182706

 

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20: Η ΣΤΟΛΗ..

Το να αγοράσω τη φτηνή ραπτομηχανή μαζί με τα είδη ραπτικής από το σούπερ μάρκετ ήταν παρορμητική. Μπορεί να ένιωθα πως έχανα σημαντικά κομμάτια της υπόστασης μου με την επιλεκτική αμνησία που με είχε αιχμαλωτίσει αλλά ήξερα πως να φτιάξω αυτό που ήδη υπήρχε στο μυαλό μου. Δεν ήξερα γιατί συνέβαινε αυτό αλλά πολλές φορές ερχόταν στον ύπνο μου οι απαντήσεις σε σοβαρά προβλήματα που με απασχολούσαν. Υπήρχε λόγος λοιπόν που έβλεπα ξανά και ξανά εικόνες να φοράω τη στολή.

Στρώθηκα σε ένα τραπεζάκι μπροστά στο παράθυρο πήρε στα χέρια μου το μπλοκ με το σκίτσο που είχα σχεδιάσει μόλις ξύπνησα το πρωί. Ξεδίπλωσα τα υφάσματα που είχα αγοράσει στη βόλτα μου και άρχισα να μετράω, να ράβω και να γαζώνω σαν τρελή. Κάθε νήμα κάθε βελονιά κάθε κλωστή έραβα τη στολή της ατρόμητης πολεμίστριας που είχα δει στα όνειρα μου.

Ώρες αργότερα είχα  έτοιμη μια ολόσωμη στενή φόρμα σε κόκκινο και μπροστά στο ύψος του στήθους, το αραχνοΰφαντο προστήθιο σε μινωικό μπλε αγκάλιαζε τον κορμό  σαν κορσές. Ένιωσα να με καλεί να υπηρετήσω τον ιερό σκοπό μου, όπως ακριβώς το σπαθί μου.

Αναρωτήθηκα που βρισκόταν o Rage  και κατευθύνθηκα προς το δωμάτιο του. Τον βρήκα να κοιμάται. Ακούμπησα στην πόρτα και επέτρεψα στον εαυτό μου να τον εξερευνήσει με τα άπληστα μάτια μου. Ένιωσα πως αντίκριζα το πεπρωμένο νου, όπως πριν με τη στολή και το σπαθί. «Ποιος είσαι και γιατί με κάνεις να νιώθω έτσι;» ψιθύρισα πριν τον αφήσω να ταξιδέψει στο βασίλειο του Μορφέα περιπλανώμενος στα πολύχρωμα όνειρα του.

                                                                ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…..

66735777_1125107957680212_4018967925850374144_n
ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ