ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

36335670_823155761208768_1258706484682817536_n

Αποφάσισα να σταματήσω να δημοσιεύω σε συνέχειες  την ιστορία μου «ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ» μέχρι να αποφασίσω τελικά ποια ιστορία θα στείλω προς αξιολόγηση σε εκδοτικούς οίκους.

Είμαι ανάμεσα σε τέσσερις ιστορίες:

α) στη “Βεατρίκη”

β) στη “Ρόουζ”

γ) στην Ερευνήτρια Α.

δ) Αλυσοδεμένη Ψυχή

 

Ότι αποφασίσω με τη τύχη της ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗΣ ΨΥΧΗΣ θα σας ενημερώσω μέσα από το blog μου….

Wish me luck...

Σας φιλώ ❤

Advertisements
ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦ 16 Η ΟΡΓΗ

Μουδιασμένη, ανίκανη να αντιδράσω άφηνα τα λεπτά να κυλούν σαν ορμητικό ποτάμι στο αίμα μου, στους ιστούς και στα κύτταρα μου. Η θλίψη, ο θυμός, οι τύψεις, η κατάθλιψη άρχισαν να ουρλιάζουν κάτω από το διάφανο δέρμα μου. Στεκόμουν για αρκετά λεπτά κεραυνοβολημένη μη πιστεύοντας αυτό που έβλεπα μπροστά μου. Ο Φέλιξ με κοίταζε με τα διαπεραστικά μάτια του κάνοντας μου νόημα να του ανοίξω. Οι σκέψεις μου ξεστράτισαν από το στόμα του που μου είχε λείψει και μια σπίθα λογικής ούρλιαξε να τρέξω και να ξυπνήσω τους γονείς μου. Μα καλά πως είχε σκαρφαλώσει χωρίς να τον πάρουν είδηση οι φρουροί του Μπόλτον; Με το δάχτυλο του χτύπησε απαλά το τζάμι. Η ανάμνηση της επίθεσης του με συνέθλιψε και παραπάτησα ζαλισμένη. Έκανα ένα βήμα πίσω και συνέχισα να στέκομαι σαν απολίθωμα.

Ένιωθα μίσος και λατρεία την ίδια στιγμή. Ήθελα να του ανοίξω και να παραδοθώ στην αγκαλιά του, το μόνο μέρος που ένιωθα ο εαυτός μου. Αλλά κάτι με σταματούσε. Οι αναμνήσεις σκόρπιες είχαν αγκιστρωθεί στο μυαλό μου και με άφηναν μουδιασμένη από τον πόνο. Γιατί ήταν τόσο δύσκολο; Γαμώτο! Τον αγαπούσα και με είχε πείσει ότι με αγαπούσε και εκείνος.

 

‘Άνοιξα τη πόρτα και τον άφησα να περάσει μέσα. Όρμησε μέσα και με δύναμη έκλεισε τη πόρτα πίσω του. Πάγωσα και ένα κύμα πανικού σκάλωσε στο λαιμό μου και με έπνιξε. Κι αν είχε έρθει για να με σκοτώσει; Ήταν ολοζώντανος μπροστά μου τα μάτια του με σκότωναν σαν άγρια θηρία. Η μυρωδιά του με κρατούσε αιχμάλωτη δια βίου. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου. Αυτόματα έκανα ένα βήμα πίσω. Επανέλαβε τη κίνηση και αντέδρασα το ίδιο. Η βουή του τίποτα με ρουφούσε στη δίνη της.
Άπλωσε το χέρι του και έπιασε μια μπούκλα από τα μαλλιά μου. Την έφερε προσεκτικά στη μύτη του και ρούφηξε το άρωμα της σαν ναρκωτικό. Ένιωσα να λυγίζουν τα γόνατα μου και έκλεισα τα μάτια για να ελέγξω το άγχος που μου προκαλούσε η παρουσία του. Όταν τα άνοιξα βρισκόμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου. Εκείνος καθόταν ήρεμος δίπλα μου. Κρατούσε το ημερολόγιο μου που είχε πέσει από το κρεβάτι μου. Τρόμος με πλημμύρισε καθώς η σκέψη μου έτρεξε στις σελίδες του με τα μυστικά μου. Τα περισσότερα αφορούσαν τον Φέλιξ. Όλες μου οι σκέψεις, οι φόβοι μου η εμμονή μου μαζί του.

Κρατούσα την αναπνοή μου ήμουν σίγουρη ότι θα αντιδρούσε βίαια. Και σταδιακά έχασα την ακοή μου. Όπως όταν είσαι κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και όλα είναι ήσυχα και όμορφα. Μου φάνηκε ότι άρχισε να μου μιλάει γιατί το μόνο που μπορούσα να αντιληφθώ ήταν ότι τα χείλη του κινούνταν. Το χέρι μου βάρυνε για κάποιο άγνωστο λόγο και κοίταξα στο πλάι αλαφιασμένη. Ήμουν όρθια χωρίς να θυμάμαι αν σηκώθηκα. Ένα μακρύ, γυαλιστερό, βαρύ σπαθί σφύριζε σαν φίδι πριν επιτεθεί. Με το στόμα μου να χάσκει κοίταξα τον Φέλιξ. Ήταν δυνατόν να μην είχε αντιληφθεί το σπαθί; Στεκόταν μπροστά μου και έδειχνε ενοχλημένος. Φώναζε για κάποιο λόγο και τα σάλια του πεταγόταν στο πρόσωπο μου.

 

“Γιατί δε με σηκώνεις ψηλά;” μια φωνή άγνωστη προς εμένα βγήκε από το σπαθί που έμοιαζε να συσπειρώνεται και να τεντώνεται μέσα στο σφιχτή λαβή μου. “Διψάω” μούγκρισε το σπαθί. Είχε βαρύνει περισσότερο και αναγκάστηκα να μετακινηθώ νευρικά. Το πρώτο χαστούκι από τον Φέλιξ έσκασε στο πρόσωπο μου. Ένιωσα μια φλόγα στο πονεμένο μου μάγουλο. “Γαμημένε τρελέ” ούρλιαξε το σπαθί. “Σήκωσε με ψηλά να τον ξεκάνω” με διέταξε. Κοίταξα το είδωλο μου στο καθρέπτη απέναντι. Το πρόσωπο μου ήταν κάτωχρο χωρίς ίχνος ζωής. Με έσπρωξε και παραπάτησα. Συνέχισε να ανοιγοκλείνει το στόμα χωρίς να μπορώ να ακούσω τίποτα.
Με έπιασε από τους ώμους και με ταρακούνησε. Με χαστούκισε ακόμα πιο δυνατά. Το σπαθί ήταν κολλημένο στο αδρανές χέρι μου. “Το ξέρω ότι θέλεις να τον σκοτώσεις” είπε το σπαθί. “Άσε με να το κάνω εγώ για σένα. Πλησιάζει το τέλος του χρόνου”

Ένιωσα να ζαλίζομαι και σωριάστηκα στο πάτωμα.

Όταν συνήλθα ήμουν και πάλι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Εκείνος καθόταν στο σκαμπό απέναντι μου. Κάπνιζε και έκανε δαχτυλίδια με τον καπνό. “Σοβαρότητα μηδέν” κάγχασα. Τελικά δεν έπρεπε να του ανοίξω σκέφτηκα. Αν και δεν ήμουν σίγουρη για το αν είχαν συμβεί όλα όσα θυμόμουν. Για το μόνο που ήμουν σίγουρη ήταν ότι δεν άντεχα άλλο αυτή την κατάσταση. Ήταν τόσο σουρεαλιστικό που δεν ήμουν σίγουρη αν θα επιζήσω. Ένα χτύπημα στη πόρτα έκοψε σαν μαχαίρι τη σιωπή ανάμεσα μας. Έσβησε ξαφνικά το τσιγάρο του πάνω στη καρδιά από πορσελάνη που μου είχε κάνει δώρο ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρή και πετάχτηκε πάνω. Ψιθυριστά αλλά με έντονο ύφος μου ζήτησε κάτι και βγήκε από τη μπαλκονόπορτα. Παράξενο. Το χτύπημα το είχα ακούσει. Τη φωνή του γιατί δεν μπορούσα να την ακούσω; Ίσως είχα χορτάσει πλέον τα ψέμματα του και σκόπιμα κάποιος μηχανισμός αυτοπροστασίας είχε μπει μπροστά σαν τοίχος.

 

“Περάστε” είπα φωναχτά. Ο Δρ Έντουαρντ και ο Gus μπήκαν μέσα. Τους είχα ξεχάσει εντελώς. Με τρόμο κοίταξα προς τη μπαλκονόπορτα. Ήξερα ότι ήταν κρυμμένος. Δεν υπήρχε περίπτωση να έφευγε χωρίς να έχει πάρει αυτό για το οποίο είχε έρθει. Είχε έρθει για να με σκοτώσει. Ή για να κάνουμε σεξ. Η και τα δυο.
Πρώτα με φίλησε ο Έντουαρντ και μετά ο Gus. Κάθισαν ο ένας αριστερά και ο άλλος δεξιά στο κρεβάτι.
“Πως είσαι σήμερα;” μου είπε τρυφερά ο Δρ Έντουαρντ.
Δεν ήμουν σίγουρη τι έπρεπε να του απαντήσω. Έτσι είπα ψέμματα.
“Υπέροχα” ψέλλισα. Και το συνέχισα. “Απολαμβάνω τις διακοπές μου”
“Έτσι μπράβο” είπε ο Gus.
“Μου λείπετε” είπα αυθόρμητα.
“Και σε μας” είπε απάντησε ο Δρ Έντουαρντ. Συγχρόνως μου έπιασαν ο καθένας κι από ένα χέρι. Ξαφνιασμένη αναρωτήθηκα που ήταν το σπαθί.
“Τι συμβαίνει γλυκιά μου;” με ρώτησε ο Δρ Έντουαρντ. Συνέχισα να το αναζητώ με το βλέμμα. “Σκαί” είπε ο Gus ανήσυχος.

Σαν κάτι να με κάλεσε από τη μεριά της μπαλκονόπορτας και κόλλησα το βλέμμα μου στη κουρτίνα. Αν το είχε βρει ο Φέλιξ και περίμενε την κατάλληλη στιγμή να επιτεθεί; Πετάχτηκα πάνω ουρλιάζοντας να φύγουν από το δωμάτιο γρήγορα. Παραπάτησα και σωριάστηκα στο πάτωμα. Με σήκωσε ο Δρ Έντουαρντ και με έβαλε να ξαπλώσω ξανά. “Θα φωνάξω τους γονείς της” είπε ο Gus.

Πριν προλάβει να κάνει βήμα, η μπαλκονόπορτα έσπασε και ο Φέλιξ όρμησε μαινόμενος κατά πάνω μας. Ο Gus μπήκε μπροστά να τον αντιμετωπίσει και ο Δρ Έντουαρντ με σήκωσε στα χέρια του. Κατευθύνθηκε προς το διάδρομο έξω από το δωμάτιο μου. Ούρλιαξα να με αφήσει κάτω. Ήθελα να μπω ανάμεσα τους να τους σταματήσω. Με άφησε έξω από το δωμάτιο μου.

 

“Πήγαινε να βρεις τους γονείς σου” είπε σιγά. “ Πες τους να ειδοποιήσουν την αστυνομία”
Μπήκε μέσα και έκλεισε τη πόρτα αφήνοντας με σύξυλη στο διάδρομο να στέκω ένα αδρανές σώμα. Η λάμψη του με τύφλωσε και με επανέφερε στη πραγματικότητα.

Το σπαθί ακουμπισμένο στον τοίχο έμοιαζε να δονείται. “Τώρα είναι η ώρα Σκάιλαρ” μούγκρισε. Η οργή του απλώθηκε στα σπλάχνα μου και με πότισε θάρρος. “Σε χρειάζονται” συνέχισε. “Πάρε την εκδίκηση σου”. Άπλωσα το χέρι προς το σπαθί και εκείνο βρέθηκε στο χέρι μου. “Άσε με να σε καθοδηγήσω”.

 

Η δύναμη του με παρέσυρε και το σήκωσα ψηλά. Με ένα δυνατό χτύπημα η πόρτα έσπασε σε χίλια κομμάτια. Μπήκα στο δωμάτιο μου και αντίκρισα το χάος. Ο Gus γρονθοκοπούσε τον Φέλιξ ενώ ο Δρ Έντουαρντ τον κρατούσε ακίνητο. Ήταν και οι τρεις καλυμμένοι με αίματα. Αντιλήφθηκαν τη παρουσία μου και ο Φέλιξ βρήκε ευκαιρία να τους ξεφύγει. Άρχισε να τους πετάει ότι έβρισκε για να κερδίσει χρόνο. Κατευθύνθηκε προς τη μπαλκονόπορτα για να το σκάσει. Το σπαθί μούγκρισε και με ενεργοποίησε. Ένιωθα λες και μου μετέφερε ένα συμπαγές μίσος που απλωνόταν σταδιακά από το χέρι μου προς το υπόλοιπο σώμα.

“Φέλιξ” ούρλιαξα με όλες μου τις δυνάμεις. Οι τρεις άντρες σταμάτησαν να παλεύουν και με κοίταξαν κεραυνοβολημένοι.
“Γιατί ουρλιάζεις συνεχώς γιατί τα βάζεις μαζί μου;” είπα με μένος. Προχώρησα προς το μέρος του.

“Σκάιλαρ” είπε ο Δρ Έντουαρντ.

Το βλέμμα μου ήταν εστιασμένο επάνω του. Ένα μίζερο μικρό ανθρωπάκι.

“Ήξερες να με φιλάς, να με κρατάς κοντά στη καρδιά σου. Άνοιγες τα χέρια σου και με κλείδωνες καλά στη ζεστή σου αγκαλιά και ένιωθα ότι είμασταν εγώ και εσύ. Με φιλούσες στο μέτωπο στοργικά, με φρόντιζες, μου έκανες έρωτα. Με πήγαινες στον παράδεισο”

Συνέχισα να τον πλησιάζω με αργά βήματα. “Κάποιες φορές με έκανε ευτυχισμένη” γρύλισα..

 

“Και μετά φέρεσαι σαν κτήνος και με κάνεις και κλαίω. Χωρίς να φταίω ξεσπάς πάνω μου. Δεν φταίω εγώ για τη δουλειά σου, δε φταίω εγώ για τη πρώην, σου δε τη γκάστρωσα εγώ!!”

Το σπαθί έσκισε με δύναμη τον αέρα. Τον βρήκε στον ώμο και τον έριξε κάτω. Το τράυμα φρόντισα να είναι επιφανειακό. Δεν ήθελα να πεθάνει αμέσως.

“ Δε φταίω κι όμως μου φέρεσαι σαν να φταίω. Σου αρέσει να με βασανίζεις”

 

Σφάδαζε από τους πόνους. “Θα με χωρίσεις ξανά πάνω στα νεύρα σου και μετά θα σφίγγεις το μαξιλάρι και θα παρακαλάς να πεθάνεις από τη καύλα να γλυτώσεις αφού δεν με έχεις δικιά σου. Αυτά δε κάνεις κάθε φορά; Τέτοιος είσαι!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!”

Τον χτύπησα με το πόδι μου στα αχαμνά και τον περιτριγύριζα. Κοίταξα τους άναυδους φίλους μου και συνέχισα απτόητη.

“Αυτό θέλεις, αυτό επιδιώκεις συνέχεια. Να με χωρίζεις να τα ξαναβρίσκουμε να μου φέρεσαι μες στα μέλια και μετά από λίγο φωνές βρισιές νεύρα και ποιος φταίει;; Η Σκάιλαρ”

Άρχισα να τον καρφώνω με το σπαθί αλύπητα. Η οργή μου είχε ξεχειλίσει. Δεν άντεχα άλλο. Έπρεπε να πεθάνει να λυτρωθώ. Ούρλιαξα σαν μανιακή μέχρι που δεν είχα άλλη φωνή μέχρι που δεν υπήρχε πλέον Φέλιξ να σκοτώσω. Το σώμα του ήταν μια άμορφη μάζα σάρκας και οστών. Ένιωσα την αλυσοδεμένη μου ψυχή να σπάει τα δεσμά της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ….

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì

———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–

ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

35392372_810327929158218_3758208053149696_n

 

 

 

 

 

 

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦ 15: ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΜΕ ΑΓΚΑΘΙΑ..

Είχαν περάσει αρκετές μέρες από την επίθεση του Φέλιξ. Δεν είχα νέα του καθώς διέφευγε της σύλληψης. Ο αστυνόμος που είχε αναλάβει την υπόθεση φρόντισε να με ενημερώσει για το παρελθόν του.

Βιαιοπραγίες, κλοπές, ναρκωτικά, επίθεση με όπλο, απαγωγή της κόρης του από την πρώην του ήταν μερικά από τα αδικήματα του. Όλα αυτά βέβαια μου φαινόταν παραπτώματα μπροστά στο μεγαλύτερο, το να υποκρίνεται συναισθήματα. Δεν ήμουν η μοναδική που είχε κοροϊδέψει. Τα θύματα του ήταν εκεί γραμμένα στην κόκκινη δερμάτινη ατζέντα που είχα ανακαλύψει κάποτε στο συρτάρι του. Έγραφε τα ονόματα των γυναικών που είχε γνωρίσει στη ζωή του και που όλες πλην μιας ήταν θύματα της push and pull τεχνικής του. Εκείνη η πρώτη κοπέλα που αγάπησε στην εφηβεία του και που τον πλήγωσε ανεπανόρθωτα μετατρέποντας τον στον μάστερ της εξαπάτησης.

Οι Μπόλτον μου είχαν δώσει δυο βδομάδες άδεια για να ηρεμήσω και αποφάσισα να επιστρέψω στο πατρικό μου στο Λονδίνο για να με φροντίζει η μητέρα μου. Οι επισκέψεις όμως τόσο από τον Δρ Έντουαρντ όσο και από τον Gus ήταν σχεδόν καθημερινές.


Ήμουν μόνιμα λυπημένη και παρόλο τις φιλότιμες προσπάθειες της μητέρας μου να μου φτιάξει τη διάθεση ένιωθα να βουλιάζω όλο και πιο πολύ στη κατάθλιψη. Οι συναντήσεις μου με τη ψυχολόγο μου Μαργαρίτα Σίλβερ γινόταν στο σπίτι μου, η αστυνομία με είχε συμβουλεύσει να μη
κυκλοφορώ γιατί ήταν πολύ πιθανόν ο Φέλιξ να με παρακολουθούσε για να τελειώσει ότι είχε ξεκινήσει. Να με σκοτώσει.

Ο Μαξιμίλιαν Μπόλτον είχε διαθέσει δυο άντρες της προσωπικής του φρουράς να φυλάνε το σπίτι μας. Ένιωθα και ήμουν ασφαλώς αιχμάλωτη. Και το σώμα μου και το πνεύμα μου ήταν υπό το καθεστώς ομηρίας. Το σώμα μου από τους φρουρούς και το πνεύμα μου το μυαλό μου η αλυσοδεμένη μου ψυχή από τον Φέλιξ.


Δεν τολμούσα να παραδεχτώ σε κανέναν ούτε στον ίδιο μου τον εαυτό, ότι παρόλο που μου είχε κάνει τόσο κακό εγώ τον αγαπούσα ακόμα. Ήθελα να τον ξαναδώ. Είχα πληκτρολογήσει δεκάδες φορές ένα μήνυμα για να του στείλω και κάθε φορά το έσβηνα ηττημένη. Φοβόμουν ότι αν επικοινωνούσε μαζί μου θα τον ανακάλυπταν και τότε θα τον έβαζαν φυλακή.
Σκεφτόμουν τη βιαιότητα με την οποία μου είχε φερθεί και ευχόμουν να τον είχα μισήσει.

 

Μη γελοιοποιείς τον εαυτό σου με το να είσαι πιστή σε έναν άνανδρο που παίζει μαζί σου” είπε η Μαργαρίτα και εγώ έστρεψα το βλέμμα μου αλλού για να μη δει τα δάκρυα που χόρευαν στο πρόσωπο μου. Έβγαλε ένα χαρτομάντιλο και μου το πρόσφερε.
“Είναι δύσκολο το ξέρω” αναστέναξε. “Αλλά πρέπει να δεις την αλήθεια γλυκιά μου. Υπάρχουν πολλές γυναίκες σαν εσένα που ερωτεύονται άντρες σαν τον Φέλιξ. Μόνο εσύ έχεις τη δύναμη να βοηθήσεις τον εαυτό σου. Κοίτα τα σημάδια στα χέρια σου από το ξύλο που σου έδωσε”

Μου χάιδεψε απαλά το μπράτσο. Και ύστερα γύρισε το χέρι και είδε τις ουλές από τους παλιούς αυτοτραυματισμούς μου . Κοίτα είπε περνώντας τα δάχτυλα της πάνω τους οι μώλωπες σκεπάζουν τις ουλές σου” Χαμογέλασε. “ Έπρεπε να το έχω αντιληφθεί εδώ και καιρό”

Τις κάλυπτα πάντα με ρούχα” μονολόγησα θλιμμένα.

Δεν έχει σημασία. Είσαι ασθενής μου όφειλα να το καταλάβω και να σε βοηθήσω”

Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Είχε σουρουπώσει για τα καλά. Η ψυχανάλυση κατ οίκον σε λίγο θα τελείωνε. Μου φάνηκε ότι είδα μια αδιόρατη φιγούρα να στέκεται στο απέναντι πεζοδρόμιο. Μάλιστα ένιωσα σαν να με κοίταζε παρόλο που δεν μπορούσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του. Με έπιασε μια ανεξήγητη ταραχή σαν να μου άρεσε η αίσθηση του διεισδυτικού βλέμματος επάνω μου. Με έκανε να νιώσω όπως όταν με κοίταζε ο Φέλιξ με το ψαρωτικό βλέμμα του.

Αναστατώθηκα και ζήτησα να πάω στο μπάνιο. Η Μαργαρίτα με χαιρέτησε και πριν φύγει μου ανέθεσε μια εργασία. Να γράψω ένα γράμμα για το πως νιώθω ώστε να το διάβαζε στην επόμενη συνάντηση μας. Μου ανέθετε από την αρχή μικρές αποστολές που πίστευε ότι με βοηθούσαν ώστε να ξεπεράσω την ανορεξία και την έλλειψη αυτοεκτίμησης.


Πήγα
στο μπάνιο και όταν βγήκα κατευθύνθηκα αμέσως στο παράθυρο. Η φιγούρα είχε εξαφανιστεί. Ένιωσα μια ανεξήγητη θλίψη. Αποφάσισα να κάνω ένα μπάνιο και ζήτησα από τη μητέρα μου να με βοηθήσει. Ένιωθα συνεχώς ζαλάδες και πονούσα σε κάθε μου κίνηση καθώς τα ραγισμένα πλευρά που μου έκανε δώρο ο Φέλιξ θα έκαναν έως και δυο μήνες να επουλωθούν. Ήταν επώδυνο ακόμα και όταν ανέπνεα. Μετά έφαγα κάτι ελαφρύ γιαούρτι με μέλι. Το γιαούρτι πάντα βοηθούσε σε οποιαδήποτε περίπτωση. Και αποφάσισα να ξαπλώσω και να γράψω το γράμμα που μου είχε ζητήσει η ψυχολόγος μου:

Νιώθω άσχημα. Τον αγαπάω ακόμα αλλά το ξέρω ότι πρέπει να τον ξεχάσω”
Τσαλάκωσα το χαρτί και το πέταξα στο πάτωμα. Ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου με το παιδικό μου αρκουδάκι ανάμεσα στα πόδια μου. Πάντα είχα τη συνήθεια να το σφίγγω ανάμεσα στα γόνατα μου γιαυτό ήταν ταλαιπωρημένο με τις ραφές του ξηλωμένες.

Προσπάθησα να χαλαρώσω και να γράψω όσα ένιωθα:
“Φοβάμαι. Το ξέρω πως δεν πρέπει να ξαναδώ τον Φέλιξ γιατί κινδυνεύω αλλά το μόνο που σκέφτομαι είναι ότι ούτως ή άλλως θα πεθάνω αν δεν τον ξαναδώ. Αφήστε με λοιπόν να πεθάνω το προτιμώ από το να ζήσω χωρίς αυτόν. Νιώθω μισή χωρίς εκείνον. Νιώθω ότι δεν έχω θέση στο
κόσμο χωρίς εκείνον. Η αγάπη του για μένα είναι ένα τριαντάφυλλο με αγκάθια. Πανέμορφο αλλά με πληγώνει κάθε φορά που προσπαθώ να το αγγίξω. Το αίσθημα ότι ανήκω σε εκείνον με κάνει να νιώθω καλά με τον εαυτό μου. Ναι τον αγαπώ ακόμα και μετά από όσα μου έκανε. Τον φοβάμαι, πιστεύω πως όταν με ξαναδεί θα με σκοτώσει. Τον μισώ που με έχει κακοποιήσει. Αλλά τον λατρεύω γιατί είναι ο μοναδικός άντρας που με έκανε να φτάσω σε οργασμό. Είναι ο μοναδικός που ξέρει να με φροντίσει που είναι ρομαντικός που γεμίζει τη μοναξιά μου όταν είναι στις καλές του. Όταν είναι ο καλός Φέλιξ. Τον αγαπώ και…”


Ένα απαλό χτύπημα στο παράθυρο με έκανε να τιναχτώ απότομα. Το τετράδιο γλίστρησε και έπεσε στο πάτωμα. Σηκώθηκα με δυσκολία και πήγα στο παράθυρο. Ο Φέλιξ στεκόταν στο μπαλκόνι.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ….

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì

———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–

ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

34826862_805297706327907_4563977066436886528_n

 

 

 

 

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦ 14: ΕΦΙΑΛΤΕΣ

Οι αναμνήσεις είναι κίνητρα για εκδίκηση” μου είπε η ψυχολόγος μου Μαργαρίτα Σίλβερ που ήρθε στο νοσοκομείο να με δει.


“Ήταν πνευματικά ασταθής από την αρχή γλυκιά μου αλλά ήσουν πολύ αδύναμη για να το δεις. Και εξαρτημένη από εκείνον. Οι ψυχικές του μεταπτώσεις πρέπει να ήταν εξουθενωτικές. Σε αγαπώ, σε μισώ, θα σε σκοτώσω, θέλω να σου κάνω έρωτα. Φαντάζομαι την αναστάτωση που σου προκαλούσαν”

Μετά την επίθεση που είχα δεχτεί από τον Φέλιξ αναγκάστηκα να τα ομολογήσω όλα στη ψυχολόγο μου που την παρακολουθούσα εξαιτίας του προβλήματος που είχα με την ανορεξία.

“Είναι τόσο εγωιστής που σε ήθελε όλη δικιά του. Ζήλευε όταν περνούσες χρόνο με άλλους. Σε ήθελε αλυσοδεμένη να θαυμάζεις μόνο εκείνον, να μιλάς μόνο σε εκείνον, να σκέφτεσαι μόνον εκείνον, να αναπνέεις μόνο για εκείνον. Εξουθενωτικός τύπος”

Της είχα δείξει το αντίγραφο του φακέλου του από την αστυνομία. Ήθελα να μου αναλύσει τι άνθρωπος ήταν.
“Βλέπω ότι είχε παραβατική συμπεριφορά από νεαρή ηλικία. Αυτοί που βασανίζουν ζώα είναι
sociopath και καταλήγουν να σκοτώνουν ανθρώπους. Και δε μου κάνει καμία εντύπωση που τον χαρακτήρισαν οι συνάδελφοι του ανατριχιαστικό τύπο, ψυχρό και ασταθή”

Όταν έφυγε ζήτησα από τους γονείς μου να με αφήσουν να ξεκουραστώ. Είχα ανάγκη από ύπνο.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………….

Έκλεισε τη πόρτα απαλά και έβγαλε το σακάκι του. Ένα χείμαρρος από το ευωδιαστό άρωμα του με έλουσε. Ύστερα χαλάρωσε την ακριβή γραβάτα του και τη πέταξε στο ίδιο σημείο που είχε αφήσει το σακάκι. Το αδηφάγο βλέμμα του εστιασμένο μόνιμα επάνω μου σαν προβολέας. Ένιωθα να με γδύνει και να χαϊδεύει κάθε εκατοστό του κορμιού μου καθώς ανοιγόκλειναν τα βλέφαρα του.
Πλησίασε αργά προς το μέρος μου και μου άπλωσε το χέρι. Του το πρόσφερα και εκείνος το έκλεισε στη παλάμη του σφιχτά. Ύστερα το έφερε στα χείλη του και το φίλησε. Πλημμυρίδα ζεστής θαλπωρής και ρίγη ηδονής με κατέκλυσαν. Έγλυψα τα χείλη μου και μετά τα δάγκωσα.

“Επιτέλους είσαι δικιά μου” ψιθύρισε καθώς με τράβηξε στην αγκαλιά του και μου χούφτωσε τα οπίσθια.
“Δρ Έντουαρντ!” είπα ξελιγωμένη. Τα δυνατά του μπράτσα με συνέθλιψαν σαν γρανίτης και ένιωσα να λιώνω σαν καυτό βούτυρο.
“Ξέρω τι χρειάζεσαι μωρό μου” ψιθύρισε προκλητικά στο αυτί μου. Προσπάθησα να τον απωθήσω χωρίς αποτέλεσμα.

Άσε με είπα” δυνατά. “Δεν είμαι σαν τις άλλες να μου μιλάς με αυτό το τρόπο”. Πάλεψα για λίγο στα βράχια σαν ορμητικό κύμα που προσπαθεί να βρει το πέρασμα του και με έκπληξη τον είδα να χαλαρώνει τα μπράτσα του και να με αφήνει. Έμεινα ακίνητη προσπαθώντας να σκεφτώ τη συνέχεια.

Γιατί του ζήτησα να με αφήσει ενώ δεν το ήθελα; Με κοίταξε με μια υποψία χαμόγελου και μετά με μια δόση ειρωνείας. Περίμενε την επόμενη κίνηση μου. Ήξερε ότι από περηφάνια ή από εγωισμό δεν θα του ζητούσα να με αγκαλιάσει ξανά ακόμα κι αν το ήθελα σαν τρελή. Και το ήθελα. Το ήξερε εκείνος το ήξερα κι εγώ.

Έσφιξα τα δόντια μουρμουρίζοντας βρισιές. Και μετά τον χαστούκισα. Δεν αντέδρασε καθόλου. Αμίλητος άρχισε να με περιτριγυρίζει σαν άγριο θηρίο. Κάτι ετοίμαζε. Έφερα το χέρι μου στο στόμα μου και προσπάθησα να μην φωνάξω. Πήγε πίσω μου και τον ένιωσα να κολλάει το σώμα του στο δικό μου. Τύλιξε απαλά τα χέρια του γύρω μου και άρχισε να με χαϊδεύει τρυφερά.

“Μωρό μου” ψιθύρισε “Είμαι τρελός μαζί σου”

“Σε παρακαλώ” ψέλλισα.
“Είσαι ο λόγος που γίνομαι μούσκεμα στον ιδρώτα κάθε βράδυ”
“Σε παρακαλώ Δρ Έντουαρντ”
“Είσαι ο λόγος που αυνανίζομαι”
“Δρ Έντουαρντ” είπα ξελιγωμένα. Η επιθυμία μου για αυτόν ήταν μεγαλύτερη από τη ντροπή μου.
“Δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου” συνέχισε.

Τα χάδια του ήταν πιο ξεδιάντροπα από τα λόγια του.

Κι εγώ που τόσο καιρό ήμουν ακλόνητη τον άφηνα να με θωπεύει με αγριότητα. Το θρόισμα των ρούχων με αναστάτωσαν περισσότερο. Ένα βογκητό ηδονής γλίστρησε από το στόμα μου και αιωρήθηκε στην ήδη καυτή ατμόσφαιρα.

“Σου αρέσει μωρό μου;” με ρώτησε προκλητικά.

Δεν του απάντησα. Συνέχισα να βγάζω αναστεναγμούς που έμοιαζαν με κλάμα.
Μου γράπωσε τα οπίσθια και με έκανε να βογκήξω δυνατά. Με άφησε και έκανε ένα βήμα πίσω. Πριν προλάβω να αντιληφθώ τι έκανε μου έδωσε ένα δυνατό χαστούκι στο πισινό μου. Έχασα την ισορροπία μου και κόντεψα να πέσω. Με συγκράτησε αγκαλιάζοντας με. Με σήκωσε στα χέρια του και με μετέφερε στο κρεβάτι. Με ακούμπησε απαλά και ύστερα κάθισε στη πολυθρόνα απέναντι και άναψε τσιγάρο. Ξεκούμπωσε το πουκάμισο του και με άφησε να δω μια υποψία δέρματος. Μια σκηνή από τα προσεχώς.
Συνέχισε να με κοιτάζει λάγνα και να καπνίζει αμίλητος. Μετά έσβησε το τσιγάρο και σηκώθηκε απότομα. Ξεφορτώθηκε το πουκάμισο και έβγαλε τα παπούτσια του. Το παντελόνι του κρεμάστηκε στα κόκαλα της λεκάνης του. Σκάλωσα στον αφαλό του και ένιωσα μια ακατανίκητη επιθυμία να βάλω τη γλώσσα μου εκεί μέσα.
“Σου αρέσει αυτό που βλέπεις μωρό μου;” είπε προκαλώντας με. “Περίμενε να δεις και τα υπόλοιπα”
“Σε παρακαλώ” είπα ακόμα μια φορά.
“Με παρακαλάς τι;” είπε σχεδόν θυμωμένα.
Με πλησίασε και έβγαλε το παντελόνι του. Τα πόδια του ήταν δυνατά σαν ποδοσφαιριστή.
Αναστέναξα λιγωμένη. Είχα φτάσει στο κατώτατο σκαλοπάτι της επαιτείας. Ήμουν έτοιμη να τον παρακαλέσω να μου κάνει έρωτα.
“Θέλω να μου μιλάς” είπε τρυφερά. “Θέλω να ξέρω τι σου αρέσει και τι όχι. Θέλω να ξέρω τι νιώθεις”

Έπιασε το παντελόνι του και έβγαλε τη ζώνη. Το πέταξε πάλι στο πάτωμα και με πλησίασε. Δίπλωσε τη ζώνη και την ακούμπησε απαλά στην άκρη του κρεβατιού.

“Δεν θα τη χρησιμοποιήσω εκτός κι αν μου το ζητήσεις”

Ένιωσα να κοκκινίζω από πάνω μέχρι κάτω. Μου έκανε ένα νεύμα με το χέρι του και πειθήνια υπάκουσα. Ανασηκώθηκα και πλησίασα προς το μέρος του. Μου χάιδεψε το πηγούνι.
“Γύρνα” είπε κοιτάζοντας με στα μάτια.
Υπάκουη γύρισα μπρούμυτα με την έξαψη να με κάνει να τρέμω.
Έσκυψε και μου φίλησε τη πλάτη. Άρχισε να χαράσσει υγρά μονοπάτια με τη γλώσσα του οδηγώντας με στη παράνοια. Ένιωθα ότι δεν με είχε αγγίξει ποτέ πριν άντρας. Είχε απίστευτη επίδραση πάνω μου.
Άρχισα να κλαψουρίζω το όνομα του ανάμεσα στους αναστεναγμούς μου. Μου δάγκωσε το πισινό και μετά με μια αποφασιστική κίνηση με έπιασε από τους γοφούς και με έστησε στα τέσσερα.
Φορούσα το λεπτό νυχτικό μου και το εσώρουχο μου διαγραφόταν από κάτω.
“Αυτό πρέπει να φύγει” είπε και έβαλε το χέρι του κάτω από το νυχτικό και έφτασε στο δαντελένιο εσώρουχο. Το κατέβασε σιγά και μετά με μια δυνατή κίνηση το έσκισε.
Δάγκωσα τα χείλη μου για να μη φωνάξω. Μου ανασήκωσε το νυχτικό και έσκασε μια σφαλιάρα πάνω στα γυμνά οπίσθια μου. Φώναξα δυνατά και έκλεισα τα μάτια.
Περίμενα να επαναλάβει την ίδια κίνηση και εκείνος με φίλησε τρυφερά πάνω στο πονεμένο σημείο.

“Μωρό μου” ψιθύρισε πριν συνεχίσει τις εναλλαγές ξυλιάς ­ φιλιού, αγριάδας και τρυφερότητας

Ένας ήχος διέκοψε το ταξίδι μας στην ηδονή.
“Κάποιος χτυπάει” είπε παραξενεμένος.
Πριν προλάβει να σηκωθεί μπροστά μας εμφανίστηκε ο Φέλιξ!
Το σοκ με άφησε ανίκανη να αντιδράσω. Το πρόσωπο του ήταν αλλοιωμένο από την οργή. Μας κοίταζε με μίσος.
“Ώστε πηδιέσαι με άλλον” είπε και η φωνή του με έκανε να ζαρώσω στην άκρη από το φόβο μου.
“Θα σε σκοτώσω. Και μετά τον αλήτη που διάλεξες”
Ο Έντουαρντ όρμησε να του πάρει το όπλο. Πάλεψαν σαν άγρια κτήνη ώσπου ο εκκωφαντικός ήχος του πυροβολισμού με έκανε να ουρλιάξω με τρόμο. Τα δάκρυα μου θόλωσαν το βλέμμα και δεν μπορούσα να διακρίνω ποιος είχε χτυπηθεί. Περίμενα με κομμένη την ανάσα. Ο Έντουαρντ σωριάστηκε στο πάτωμα. Άρχισα να ουρλιάζω με όλη μου τη δύναμη. Ούρλιαξα γδέρνοντας το λαιμό μου και αδειάζοντας τα πνευμόνια μου από το πολύτιμο οξυγόνο.
“Ξύπνα Σκάιλαρ” άκουσα στο βάθος του μυαλού μου. Δεν μπορούσα να βγω από τη δίνη της παράνοιας που ζούσα.
“Ξύπνα” επανέλαβε η φωνή.
Τραβούσα τα μαλλιά μου ουρλιάζοντας ξανά και ξανά ενώ ο Φέλιξ με σημάδευε με το καπνισμένο του όπλο.

“Ξύπνα”
Ένιωσα κάτι να με τραντάζει καθώς έβλεπα τον Έντουαρντ στο πάτωμα και τον Φέλιξ όρθιο να με σημαδεύει, ξεθωριασμένους και τους δυο σαν σύννεφα καπνού.
“Ξύπνα βλέπεις όνειρο” η φωνή επανέλαβε πιο δυνατά.
Ανοιγόκλεισα τα μάτια και πετάχτηκα πάνω ιδρωμένη.
Δυο ζευγάρια μάτια με κοίταζαν. Ο Έντουαρντ και ο Gus ήταν δίπλα μου και με κοίταζαν με έκδηλη τη περιέργεια τους.
“Γλυκιά μου” είπε ο Gus “είσαι καλά; Έβλεπες εφιάλτη”
Ζήτησα λίγο νερό για να κερδίσω χρόνο και είπα ψέμματα για το όνειρο που με τρόμαξε τόσο πολύ.
“Σήμερα βγαίνεις από το νοσοκομείο” μου ανακοίνωσε ο Έντουαρντ. Χαμογέλασα αποφεύγοντας να τον κοιτάξω από ντροπή.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì

———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–

ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

32900264_796406437217034_7324238426000064512_n
Ένα κολάζ με τους ήρωες της Αλυσοδεμένης Ψυχής. Επέλεξα τον Kevin Lutolf (μοντέλο) για Gus, τον Aidan Gillen (Μικροδάχτυλος game of thrones) για Φέλιξ. Η ομοιότητα του ηθοποιού με τον προ πρώην στον οποίο βασίστηκε ο χαρακτήρας του Φέλιξ είναι απίστευτη. Ο Kit Harigton ως Δρ Έντουαρντ αλλά πολύ ψηλότερος. Και για Σκάιλαρ επέλεξα εμένα. Αφού ο χαρακτήρας της βασίστηκε σε εμένα είπα να με βάλω…
ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦ 13: ΚΑΤΑΖΗΤΟΥΜΕΝΟΣ..

34016224_801562556701422_8957495934686593024_n

Με έπιασε από το λαιμό και με έσπρωξε στον τοίχο. Η πλάτη μου έσκασε με δύναμη στο κρύο μπετόν. Πάσχιζα να πάρω αναπνοή και να τον απωθήσω. Ήταν πιο δυνατός από μένα και κυριαρχούσε πάνω μου. Πως ήταν να δυνατόν να ήμασταν αγκαλιά πριν λίγα λεπτά και ξαφνικά να μεταμορφωνόταν στον ίδιο τον διάβολο. Ένιωθα να σβήνουν όλα γύρω μου. Βυθιζόμουν όλο και πιο πολύ σε ένα σκοτεινό και μυστηριώδες βυθό. Με τύλιγε η άβυσσος και είχα σταδιακά ελαττώσει την αντίσταση μου.

“Με σκοτώνει¨σκέφτηκα και ανοιγόκλεισα τα μάτια να διώξω τα δάκρυα που με τύφλωναν. “Με σκοτώνει ο άντρας που αγαπάω” ούρλιαξα μέσα στο μυαλό μου πριν βυθιστώ στο σκοτάδι.

“Ανοίγει τα μάτια της” άκουσα κάποιον να λέει. Ξαφνικά ένιωσα ένα εκτυφλωτικό φως να με πλημμυρίζει. Το κεφάλι μου βούιζε και ο λαιμός μου με έκαιγε. Τα μέλη μου ήταν βαριά και ένιωθα πέτρινη.

“Μικρή με ακούς;” μου ψιθύρισε η ίδια φωνή στο αυτί. Προσπάθησα να εστιάσω το βλέμμα μου στο πρόσωπο του άντρα που μου μιλούσε τόση ώρα.

“Μωρό μου είσαι καλά;”

Gus” ψιθύρισα αλλά ο λαιμός μου με έκαψε. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια μου. Που βρισκόμουν; Προσπάθησα να ενώσω τα κομμάτια του παζλ. Τι ημέρα ήταν; Είχα πάρει το καθιερωμένο μου ρεπό και είχα επισκεφτεί τον Φέλιξ στο Λονδίνο. Είχαμε κάνει έρωτα και είχαμε κοιμηθεί για λίγο. Είχα ετοιμάσει φαγητό και μετά… Οι αναμνήσεις μου σταματούσαν μέχρι εκεί. Θυμήθηκα το χέρι του σαν μέγγενη στον λαιμό μου. Έβαλα το χέρι μου στο λαιμό μου σε μια κίνηση να προστατευτώ εκ των υστέρων από την επίθεση του.

“Ηρέμησε μωρό μου” με καθησύχασε ο Gus. “Είσαι ασφαλής τώρα”

Προσπάθησα να μιλήσω αλλά πονούσα πολύ.

“Ησύχασε” μου είπε τρυφερά. Έπιασε ένα μικρό σημειωματάριο από το κομοδίνο και ένα στυλό και μου τα πρόσφερε.

“Γράψε ότι θέλεις να πεις”

Έπιασα σφιχτά το στυλό και έγραψα: “οι γονείς μου;”

Το διάβασε και μου απάντησε “Του ενημέρωσα, βρίσκονται ήδη στο δρόμο. Το ίδιο και οι Μπόλτον”

“Σκάιλαρ μωρό μου τι συνέβη;” η φωνή της μητέρας μου μαρτυρούσε τον πανικό της.

Ο πατέρας μου ακριβώς πίσω της με κοίταζε σχεδόν βουρκωμένος. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό μου και με έπνιξε. Ένιωθα απαίσια που τους στεναχωρούσα τόσο. Ήταν καθαρά δικό μου λάθος.

Όποια γυναίκα παραμένει με έναν άνδρα που τη κακοποιεί φέρει ευθύνη. Ακόμα κι αν είναι αμετάκλητα, αμετανόητα, ολοκληρωτικά ερωτευμένη μαζί του. Ακόμα και τη στιγμή που ένιωθα τα δάχτυλα του να μου στερούν το πολύτιμο οξυγόνο εγώ τον αγαπούσα. Είμαι καταδικασμένη σε έναν αέναο αγώνα αυτόν της αγάπης χωρίς ανταπόκριση.
Άκουγα τον Gus να μιλάει με τους γονείς μου αλλά δεν καταλάβαινα τι έλεγαν. Ήμουν ακόμα αποπροσανατολισμένη και δεν μπορούσα να βγάλω νόημα.

“Της τηλεφωνούσα όλη την ημέρα και επειδή δεν απαντούσε εγώ και ο Έντουαρντ αποφασίσαμε να πάμε στο Λονδίνο. Μίλησα με μια φίλη της την Anna που μου έδωσε τη διεύθυνση του Φέλιξ”
“Αυτός ο αλήτης” είπε μέσα από τα δόντια του ο πατέρας μου.
“Αχ της το είχα πει ότι τον έβλεπα στο super market που δουλεύει να μιλάει με άλλες. Της έλεγα να τον χωρίσει. Δεν της ταιριάζει. Έπρεπε να είναι με εσένα. Είσαι τόσο καλό παιδί”

“Θα τον σκοτώσω” συνέχισε ο πατέρας μου.

Ήταν ασυνήθιστο για αυτόν να εκφράζεται τόσο έντονα. Ήθελα να τους πω να μην στεναχωριούνται αλλά δεν έβγαινε η φωνή μου.


Είχα αποστασιοποιηθεί πλήρως και παρακολουθούσα τη σκηνή σαν να μη με αφορούσε. Το μυαλό μου προσπαθούσε να ανασύρει τις στιγμές λίγο πριν μου επιτεθεί ο Φέλιξ αλλά ένιωθα χαμένη στο σκοτάδι. Σε ένα ομιχλώδες τοπίο.

Αντίθετα το μυαλό μου έκανε ταξίδια στο μακρινό παρελθόν όταν ήμουν παιδί. Ήμουν μεγαλωμένη με αγάπη. Πέρα από τη κακή μου σχέση με το φαγητό και το άγχος μου να είμαι πάντα η καλή κόρη είχα μια ομαλή παιδική ηλικία. Δεν με έδερναν ώστε να έχω εξοικειωθεί με τη βία και να την αποδέχομαι. Δεν μου φώναζαν καν. Με αγαπούσαν και με φρόντιζαν, είχα καθαρά, μυρωδάτα, ζεστά παιδικά χρόνια. Τότε γιατί είχα τόση χαμηλή αυτοεκτίμηση και ανεχόμουν τη βία; Πότε ακριβώς στα παιδικά μου χρόνια έγινε η μεταστροφή. Πότε πέρασα στο γκρουπ των ανθρώπων με χαμηλή αυτοεκτίμηση; Προσπαθούσα να ανιχνεύσω κάποιο τραυματικό γεγονός που με άφησε ανίκανη να συμπεριφερθώ με αγάπη προς τον εαυτό μου με δυναμισμό και πυγμή. Όλα ήταν θαμμένα στη λήθη.

 

Βρισκόμουν στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου αλλά δεν θυμόμουν πως είχα φτάσει εκεί.
Προσπαθούσα να αφομοιώσω το νόημα όσων έλεγε ο
Gus
Ένιωθα μουδιασμένη, ανήμπορη. Ανίκανη να παράγω οποιαδήποτε σκέψη.


“Φτάσαμε στο σπίτι του μαλάκα και χτυπήσαμε τη πόρτα. Δεν άνοιγε και απευθυνθήκαμε στον διαχειριστή του κτηρίου για να μας ανοίξει” συνέχισε ο
Gus. “Η Σκάιλαρ ήταν αναίσθητη στο πάτωμα και εκείνος είχε διαφύγει από το παράθυρο του μπάνιου”

 


Ώστε αυτό συνέβη; Δεν είχα καμία ανάμνηση από το γεγονός. Μου επιτέθηκε με άφησε αναίσθητη στο πάτωμα και το έσκασε σαν κοινός εγκληματίας; Τα
δάκρυα φούσκωσαν και με έπνιξαν. Άρχισα να κλαίω και να χτυπιέμαι στο κρεβάτι. Προσπάθησα να βγάλω τον ορό και να σηκωθώ επάνω. Ο Gus και ο πατέρας μου όρμησαν να με ακινητοποιήσουν. Η μητέρα μου πανικόβλητη έτρεξε να ειδοποιήσει τους γιατρούς.

 


“Μη Σκάιλαρ” είπε ο Gus. “Πρέπει να είσαι ακίνητη. Έχεις σπασμένα πλευρά και διάσειση”


Ο γιατρός όρμησε στο δωμάτιο και διέταξε τη νοσοκόμα να μου χορηγήσει ηρεμιστικό με μια σύριγγα στον ορό μου.
Όταν το φάρμακο εισχώρησε στο σώμα μου ένιωσα το σκοτάδι να με τυλίγει.


Όταν συνήλθα δυο αστυνομικοί μου πήραν κατάθεση. Είχαν φτάσει και οι Μπόλτον. Τα έχασα με το ενδιαφέρον τους. Όταν αρνήθηκα να καταθέσω μήνυση εξαγριώθηκαν όλοι τους. Ο ένας από τους αστυνομικούς μου είπε ότι αυτό δεν είχε σημασία αφού
θα κινούνταν η διαδικασία αυτεπάγγελτα. Ήταν λοιπόν καταζητούμενος από τον νόμο. Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου όταν με πληροφόρησαν ότι εκκρεμούν κι άλλες καταδίκες εις βάρους του. Κυρίως για ξυλοδαρμούς γυναικών.
Ζήτησα να μάθω τα ονόματα των γυναικών αυτών.
Η μία ήταν η μητέρα του παιδιού του.
“Έχει παιδί;” ψέλλισα.

Με κοίταξαν όλοι σαν να μην πίστευαν ότι υπήρχα. Πως γίνεται να είμαι με κάποιον τόσους μήνες και να μην γνωρίζω ότι έχει παιδί; Πως είναι δυνατόν να αγαπάω κάποιον που αποπειράθηκε να με δολοφονήσει;

Ο αστυνομικός μου επέτρεψε να δω το φάκελο του Φέλιξ. Η φωτογραφία του, οι καταδίκες του αναλυτικά, όλα του τα εγκλήματα. Όλα εκτός από το μεγαλύτερο έγκλημα του: ΥΠΟΚΡΙΝΟΤΑΝ ΟΤΙ ΜΕ ΑΓΑΠΑΕΙ ΕΝΩ ΔΕΝ ΜΕ ΑΓΑΠΟΥΣΕ. Αυτό ήταν το πιο σοβαρό από όλα. Η ανηθικότητα του να λες σε κάποια «σε αγαπάω» κοιτώντας την στα μάτια ενώ δεν νιώθεις το παραμικρό ήταν κάτι το αξιόποινο. Ψεύτης και εγωιστής. Ένοχος σε όλα. Έπρεπε να καταδικαστεί. Ναι αλλά εγώ τον αγαπούσα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

 

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì

———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–

ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

 

 

 

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦ 12: ΛΕΠΤΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ..

Έπρεπε να ισορροπώ πάνω στα ψηλά τακούνια μου όπως έπρεπε να ισορροπώ και ανάμεσα στους δυο αυτούς άντρες που έδειχναν να έχουν κάποιου είδους ανταγωνισμό μεταξύ τους.
Είχα προσκληθεί στο γάμο για να φροντίζω τον Λουίς και μετά να συνοδεύσω τον Δρ Έντουαρντ στη δεξίωση του γάμου της εξαδέλφης του. Ο Gus φαινόταν να μη το αντιλαμβάνεται όλο αυτό. Με έφερνε σε δύσκολη θέση η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του.
Από την άλλη ο Έντουαρντ ήταν μεθυστικός. Χορεύαμε όλο το βράδυ αν και νομίζω ότι οι τρελές μου ικανότητες στο χορό τον έκαναν ρεζίλι. Δεν έμοιαζε να τον απασχολεί καθόλου. Είχε τον ιπποτισμό στο αίμα του. Για ένα βράδυ με έκανε να ξεχάσω εντελώς το πόσο δυστυχισμένη ήμουν με τον Φέλιξ.

 

“Θα σε ξάπλωνα όπου έβρισκα και θα ξεκινούσα να σου φιλάω τα ποδιά από κάτω προς τα πάνω…”

“Έντουαρντ!!!!” έτριξα τα δόντια μου.

Δεν ήμουν σίγουρη τι ήταν αυτά που μόλις είχα ακούσει. Ζαλιζόμουν και τα μάγουλα μου είχαν αναψοκοκκινίσει.

“Πολύ προσεκτικά και με απαλές κινήσεις θα χάιδευα τις γάμπες σου…”

“Δρ Έντουαρντ!!”

“Μετά με μια πιο δυναμική κίνηση θα θώπευα τα μπούτια σου”

“Έντ!!!”

“Όταν θα χόρταινα να σε φιλάω θα σου σήκωνα λίγο το φορεματάκι και θα….”

 

“Να σας διακόψω;” ακούστηκε η φωνή του Gus. “Ω Θεέ μου ευτυχώς” σκέφτηκα.

Ο Δρ Έντουαρντ απρόθυμα με άφησε και ο Gus πήρε τη θέση του. Συνεχίσαμε να χορεύουμε αν και ένιωθα ότι από στιγμή σε στιγμή θα σωριαζόμουν στο έδαφος.

 

“Τι σου έλεγε;” είπε σχεδόν επιθετικά.

“Δεν έχω ιδέα” είπα και σχεδόν το πίστεψα.

“Σε παρακολουθούσα τόση ώρα. Είχες κοκκινίσει. Στην έπεσε;”

“Μη λες βλακείες” είπα πιο δυνατά από όσο υπολόγισα και μερικά κεφάλια γύρισαν προς το μέρος μας.

“’Έλα να σε πάω κάπου να καθίσεις για λίγο”

“Ναι σε παρακαλώ” είπα ψιθυριστά.

Προσπεράσαμε το τραπέζι των Μπόλτον και χαιρέτησα με το κεφάλι μου. Ο Έντουαρντ με κοίταξε νευριασμένος. “Άλλος Φέλιξ με βρήκε” σκέφτηκα.

“Είσαι καλύτερα τώρα;” μου είπε τρυφερά ενώ έπινα το νερό που μου είχε προσφέρει.

“Ναι είμαι μια χαρά”είπα ξελιγωμένη. “Λίγο ζαλισμένη από τη σαμπάνια”
“Δεν έπρεπε να σε βάλει να πιεις τόσο” είπε θυμωμένα.
“Gus! Δεν είμαι κανένα παιδάκι για να με βάλει να πιω. Μόνη μου ήπια. Ο Έντ δεν ήθελε να πίνω τόσο”
“Ο Έντ; Πότε έγινε Έντ;”
Γέλασα με τη σχεδόν παιδιάστικη ζήλια του.
“Χαίρομαι που σε διασκεδάζω” είπε απότομα. “Δεν κάνω πλάκα. Νοιάζομαι για σένα. Δεν σου αξίζει ούτε ο μαλάκας ο Φέλιξ ούτε ο πρίγκιπας Έντ”

“Να σου τη κλέψω για λίγο;” μας διέκοψε η ευγενική φωνή του Έντουαρντ.
Με κοίταξε με σηκωμένο φρύδι και μετά γύρισε προς το μέρος του Έντουαρντ.
“Έντ” είπε σχεδόν ειρωνικά. “Πάνω στην ώρα”
“Έντουαρντ” τον διόρθωσε. “Το όνομα μου είναι Έντουαρντ”
“Έχει πιει” ψέλλισα στον Έντουαρντ.
Σηκώθηκε αργά και χωρίς να με κοιτάξει έφυγε. “Ναι έχω πιει” τον ακούσαμε να λέει καθώς απομακρυνόταν.
“Συνέβη κάτι;” ρώτησε με την απορία να τον κάνει να φαίνεται διαφορετικός.

Ανησυχεί για μένα! Με ξέρει από το σχολείο”
“Ίσως είναι ερωτευμένος μαζί σου”
“Τι; Αυτό είναι γελοίο. Είμαστε φίλοι”
“Είναι φανερό γλυκιά μου. Δεν είναι ο μόνος βέβαια”

Τον κοίταξα άναυδη. Προσπαθούσε κάτι να μου πει;
Σηκώθηκε και μου πρόσφερε το χέρι του.
“Έλα” είπε τρυφερά. “Πάμε να φάμε κάτι”
“Δεν πεινάω”
“Σε παρακαλώ”
Του έπιασα το χέρι και σηκώθηκα χωρίς να πω τίποτα.


Με οδήγησε στο δωμάτιο του. Μόλις μπήκαμε μέσα τα έχασα με το σκηνικό που είχε ετοιμάσει.
Ένα στρογγυλό τραπέζι με ακριβά σερβίτσια, φινετσάτες πετσέτες και κηροπήγια, μας περίμενε στη μέση του δωματίου.
Παντού υπήρχαν διάσπαρτα αναμμένα κεριά. Η ευωδιά από τα μπουκέτα των λουλουδιών ήταν μεθυστική.

Έντουαρντ” ψέλλισα “τι είναι όλα αυτά;”
“Επειδή ξέρω ότι δεν έχεις φάει τίποτα όλη μέρα πέρα από το γάλα σου το πρωί και μερικά ζεστά κουλουράκια που σου
έφερε η μητέρα μου το μεσημέρι και επειδή σε κούρασε η οικογένεια Μπόλτον με τις απαιτήσεις της είπα να σε φροντίσω λιγάκι μήπως και εξιλεωθώ”
“Έντουαρντ” επανέλαβα.
Μου τράβηξε τη καρέκλα να καθίσω και εκείνος κάθισε απέναντι μου.
“Ελπίζω να σου αρέσει το μενού” είπε κεφάτα.
Έβγαλε το καπάκι από το πιάτο που βρισκόταν μπροστά μου και με κοίταξε με αγωνία.
Έμεινα άναυδη!
“Πίτσα! Μου έφερες πίτσα;” είπα βάζοντας τα γέλια.
Γέλασε κι αυτός και μετά είπε συνωμοτικά “η κυρία Σνελ είπε ότι τρελαίνεσαι για πίτσα”
“Έχει δίκιο” είπα γελώντας.

“Βέβαια έχω και άλλες επιλογές σε περίπτωση που έλεγες όχι”.

 

Άνοιξε τα καπάκια από τα υπόλοιπα πιάτα. “Κοτόπουλο με ριζότο και σαλάτα. Και ψάρι ψητό με λεμόνι.

“Όλα είναι θαυμάσια. Δεν τρώω το βράδυ όμως”
“Πίτσα θα φας όμως”
“Πίτσα θα φάω” επανέλαβα.
Μου έβαλε πορτοκαλάδα “Τέρμα το αλκοόλ για σένα απόψε”
“Συμφωνώ”

 

Φάγαμε και συνεχίσαμε τη συζήτηση σε χαμηλούς τόνους.
“Να ρωτήσω κάτι;” είπα ξαφνικά.
“Φυσικά”
“Όλα αυτά που είπες όταν χορεύαμε τι ήταν;”
Ξερόβηξε. “Έλπιζα ότι θα τα ξεχνούσες. Κοίτα μου αρέσεις. Πολύ. Και έχω πιει. Πολύ”
“Ναι αλλά έχω σύντροφο”
“Ποιον; Τον μαλάκα;”
“Σταματήστε όλοι σας να τον λέτε μαλάκα!” είπα αγανακτισμένη.
“Ποιος άλλος τον είπε;”
“Ο Gus”
“Έχει δίκιο”
“Δεν σας πέφτει λόγος. Είναι ο..”
“Δεν μας πέφτει λόγος; Ήρθες σε μας κλαίγοντας γιατί φοβήθηκες ότι θα σε σκότωνε μόλις μάθαινε ότι δεν ήσουν στην έπαυλη. Νομίζω μας πέφτει λόγος”
“Έντουαρντ σε παρακαλώ”

“Νομίζεις ότι θέλουμε το κακό σου εγώ και ο Gus; Δεν γίνεται να σου φέρεται άσχημα και να μην κάνουμε τίποτα για αυτό”
Έγλυψα τα χείλη μου και μετά τα δάγκωσα.
“Δεν είναι πάντα κακός. Έχει και τις καλές στιγμές του. Μου φέρεται πολύ όμορφα και περνάμε…”
“Βλακείες” είπε απότομα. Πέταξε τη πετσέτα του στο τραπέζι και σηκώθηκε πάνω.
“Είναι ανεπίτρεπτο να τον αφήνεις να σου φέρεται με αυτό το τρόπο. Είναι επικίνδυνος”
Ήρθε και γονάτισε μπροστά μου. Μου έπιασε τα χέρια και με κοίταξε στα μάτια με ένταση.
Όχι Θεέ μου δε θέλω να ακούσω.
“Σκάιλαρ είσαι τόσο όμορφη. Είναι άδικο να είσαι με έναν τέτοιο αλήτη. Θα έπρεπε να είσαι με κάποιον άλλον”

Προσπάθησα να τον σπρώξω ελαφρά για να σηκωθώ από τη καρέκλα. Ένιωθα να με σφίγγουν αόρατα λουριά.

“ Έντουαρντ σε παρακαλώ. Μου έσφιξε τα χέρια. Ξαφνικά το βλέμμα του έπεσε στα χέρια μου.
“Τι είναι αυτά;”
Άντε πάλι τα ίδια.
“Θέλω να πάω στο μπάνιο είπα αποφασιστικά”

“Ωραία! Πήγαινε!” είπε. “Εδώ θα είμαι και όταν βγεις”

 

Αναγκαστικά πήγα στο μπάνιο και προσπάθησα να σκεφτώ τι θα έκανα με αυτούς τους δυο άντρες. Μα ήμουν δεσμευμένη γιατί δε με άφηναν στην ησυχία μου; Έριξα λίγο νερό στο πρόσωπο μου και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέπτη. Ήμουν αναψοκοκκινισμένη. Έφταιγε η σαμπάνια ή μήπως η παρουσία του Δρ γυναικολόγου με τα μεγάλα μπράτσα που με πολιορκούσε τόσο απροκάλυπτα; “Σταμάτα ηλίθια” μάλωσα τον εαυτό μου. Εφόσον ήμουν ερωτευμένη με τον Φέλιξ τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Βγήκα έξω αποφασισμένη να τον αντιμετωπίσω και να τον βάλω στη θέση του.

“Όρια” ψιθύρισα καθώς έκλεινα τη πόρτα του μπάνιου.

Καθόταν στη θέση του στο τραπέζι. Πήγα και κάθισα απέναντι του.

“Είσαι καλά;” είπε.

“Ναι μια χαρά” απάντησα ευγενικά.

“Θαυμάσια” είπε και με κοίταξε έντονα.

“Μήπως να μου πεις τώρα για τις χαρακιές στα χέρια σου;”

“Είναι παλιές” αναστέναξα.

“Αυτό δε σημαίνει ότι δεν πόνεσες όταν τις έκανες. Πες μου σε παρακαλώ”

“Αυτοτραυματίζομαι, εντάξει;” είπα θυμωμένα. Θα μου έκανε κήρυγμα να αφήσω τον Φέλιξ, όπως έκανε ο Gus.

Σηκώθηκε και μου άπλωσε το χέρι.

Υπάκουσα και έβαλα το χέρι μου μέσα στο δικό του. Γονάτισε μπροστά μου και μου φίλησε απαλά τις ουλές μου.

“Δυο πράγματα θέλω να ξέρεις Σκάιλαρ” είπε ενώ συνέχιζε να με φιλάει. “Πρώτον θα τον εκδικηθώ για κάθε μια από τις χαρακιές που σε ανάγκασε να κάνεις στο σώμα σου και δεύτερον θα σου δώσω την αγάπη που σου αξίζει”

Ήμουν μουδιασμένη ανίκανη να κινηθώ. Ψέλλισα μόνο “μη” και σε αυτό το μη έκλεισα όλη μου την λαχτάρα για κάτι απροσδιόριστο. “ΜΗ ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ”

“Μίλα μου Σκάιλαρ. Προσπαθείς να τους έχεις όλους ευτυχισμένους και παραμελείς τον εαυτό σου σε τέτοιο βαθμό που συνιστά κακοποίηση”

“Καλύτερα να πάω για ύπνο” είπα.

“Πες μου”

“Έντουαρντ! Έχω φίλο το ξεχνάς;”

“Γάμα τον το μαλάκα!”

“Μιλάμε για σένα!!! Τι θέλεις Σκάιλαρ; Τι ζητάς; Τι χρειάζεσαι;”

“Ύπνο” είπα θυμωμένα. Προσπάθησα να σηκωθώ αλλά με εμπόδισε το βάρος των χεριών του που θώπευαν τα δικά μου έτσι ακουμπισμένα πάνω στα γόνατα μου.

“Τι χρειάζεσαι;” είπε κοφτά. Αν είχε σκοπό να με θυμώσει το κατάφερνε.

“Αυτό που χρειάζομαι είναι την ησυχία μου” φώναξα. “Και να φύγω από εδώ. Να πάω στους γονείς μου!!”

“Συνέχισε” με ενθάρρυνε.

“Να κάνω ότι θέλω χωρίς να με νταντεύουν δήθεν για το καλό μου” συνέχισα. Ένιωθα ότι θα έλεγα άβολες αλήθειες.

“Ναι;” μουρμούρησε.

“Και να συνεχίσω τις σπουδές μου, να ταξιδέψω, χρειάζομαι χρόνο με τον εαυτό μου, και θέλω κάποιον να με αγαπάει περισσότερο από ότι εγώ εκείνον”.

“Μόνο αυτά; Αυτά δεν είναι τίποτα. Αυτά τα έχεις ανά πάσα στιγμή, αρκεί να πεις το ναι”

“Σεξ!! Χρειάζομαι σεξ” είπα και σηκώθηκα απότομα ρίχνοντας τον στο πάτωμα.

“Καληνύχτα Έντουαρντ” είπα φεύγοντας.

Αγαπούσα τον Φέλιξ. Ο Έντουαρντ μπορεί να είχε το πιο ονειρικό πακέτο εμφάνισης και χαρακτήρα αλλά ο Φέλιξ ήταν.. ο Φέλιξ. Ο Θεός μου.

Επέστρεψα στο δωμάτιο μου και έβγαλα το φόρεμα και τα παπούτσια. Το καπέλο μου το είχα ξεφορτωθεί κάπου νωρίτερα στη δεξίωση. Κρίμα που δεν το πήρα μαζί μου, θα ήταν εξαιρετικό ενθύμιο από το γάμο του Δούκα που δεν θυμόμουν καν το όνομα του. Μπήκα για ντους και ξάπλωσα αμέσως.

Έστειλα μήνυμα στον Φέλιξ: “Μωράκι μου μακάρι να ήμασταν αγκαλιά αυτή τη στιγμή. Μου λείπεις”

Κοιμήθηκα χωρίς να περιμένω απάντηση.

Την επομένη ξύπνησα με πονοκέφαλο από το ποτό. Βρήκα ένα μήνυμα στο κινητό μου, όχι από τον Φέλιξ αλλά από τον Έντουαρντ: “Εισιτήρια, σοκολάτα και προφυλακτικά”

Αποφάσισα να κατέβω στη τραπεζαρία να πάρω πρωινό με τους υπόλοιπους. Ήταν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να τους ευχαριστήσω για αυτό το ταξίδι. Ακόμα προσπαθούσα να επεξεργαστώ το γεγονός ότι η μητέρα μου ήταν συμφοιτήτριες με την κυρία Μπόλτον. Άραγε είχε κάποιο λόγο που δεν μου το είχε αναφέρει όταν της είχα πει ότι θα πήγαινα να εργαστώ στους Μπόλτον;

Σήμερα θα επιστρέφαμε στην έπαυλη. Έπρεπε να ετοιμάσω τα πράγματα μου. Φόρεσα ένα ανοιξιάτικο φόρεμα και κατέβηκα να βρω τους Μπόλτον.

Ήταν όλοι παρόντες εκτός τον Έντουαρντ. Ήθελα να μου εξηγήσει τι σήμαινε το αλλοπρόσαλλο μήνυμα του. Άκου προφυλακτικά.

“Έχω κάτι για σένα” είπε ο Gus καθώς καθόμουν στην άδεια καρέκλα δίπλα του. Τον κοίταξα με απορία. Έβγαλε μια μικρή τσάντα και μου την έβαλε στα γόνατα. Από το άνοιγμα της είδα το καπέλο μου.

“Τέλεια” αναφώνησα. “Gus σε ευχαριστώ νόμιζα ότι το είχα χάσει”

“Ήξερα ότι θα χαιρόσουν”

Έσκυψα και τον φίλησα στο μάγουλο.

Ένιωσα κάποιον να στέκεται δίπλα μου.

“Έντουαρντ” φώναξε η κυρία Μπόλτον. Τους χαιρέτησε όλους και κάθισε δίπλα μου. Τέλεια. Από τη μια μεριά ο Gus και από την άλλη ο Έντουαρντ. Και εγώ στη μέση.

“Τι σήμαινε το μήνυμα που μου έστειλες;” ψιθύρισα στον Έντουαρντ όταν ο Gus σηκώθηκε να πάει τουαλέτα.

Χαμογέλασε πονηρά και έσκυψε προς το μέρος μου:

“Κάποιες από τις επιθυμίες που είχες χθες βράδυ. Ήθελες να ταξιδέψεις, να κάνεις σεξ και να φας σοκολάτες. Μπορώ να στα δώσω όλα μωρό μου”

Νομίζω ότι η έκφραση μου με πρόδωσε γιατί οι Μπόλτον με κοίταζαν σαν να ήμουν καθυστερημένη.

Κάποια στιγμή ενημερωθήκαμε ότι πριν το μεσημέρι θα αναχωρούσαμε οπότε αποφάσισα να επιστρέψω στο δωμάτιο μου για να ετοιμάσω τα πράγματα μου.

Η Κορνουάλη ήταν υπέροχο μέρος αλλά ανυπομονούσα να επιστρέψω στην έπαυλη και στον Φέλιξ. Τον δυνάστη μου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ….

 

 

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì

———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–

ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦ 11: Ο ΓΑΜΟΣ…

Η έκπληξη μου ήταν μεγάλη όταν διαπίστωσα πως στο ταξίδι μαζί μας, θα ερχόταν και ο Gus. Απολύτως λογικό αν το σκεφτόσουν, από τη στιγμή που ο κύριος Μπόλτον μου είχε πει ότι όσο ήμουν άρρωστη ο Gus θα φρόντιζε τον Λούις.

Φτάσαμε στη πρωτεύουσα της Κορνουάλης, το Τρούρο, γύρω στο μεσημέρι. Η ζέστη ήταν ήπια αλλά το βρεγμένο οδόστρωμα μαρτυρούσε ότι μόλις είχε βρέξει. Η κυρία Μαίρη διαμαρτυρήθηκε που δεν θα προλάβαινε να επισκεφθεί το παράρτημα της πινακοθήκης Τειτ.

Ξεκουραστήκαμε από το ταξίδι και το απόγευμα κάναμε βόλτες στα πλακόστρωτα δρομάκια της πόλης για να δούμε τα αξιοθέατα. Η Μαίρη μας εξηγούσε για τη γεωργιανή αρχιτεκτονική των κτηρίων και για την ιστορία του καθεδρικού ναού.

Ο γάμος θα γινόταν την επομένη στο Κάστρο Τintagel ένα μεσαιωνικό κτίσμα στην Βόρεια Κορνουάλη.

Η ξενάγηση είχε τελειώσει επιτέλους. Είχαμε περιηγηθεί στα πιο σημαντικά μέρη της πόλης θαυμάζοντας την ομορφιά και την αρχιτεκτονική τους. Έκανα ένα ζεστό ντους για να χαλαρώσω και για πρώτη φορά ένιωσα χαρά που βρισκόμουν σε ένα τόσο όμορφο μέρος.
Κάθισα στο κρεβάτι με το μπουρνούζι και χτένισα τα βρεγμένα μου μαλλιά. Όταν τελείωσα διάλεξα ένα ροζ κοντό νυχτικό με καρδούλες, το αγαπημένο μου μοτίβο και ξάπλωσα. Το βλέμμα μου περιπλανήθηκε στο κόκκινο φόρεμα με τα λουράκια στη πλάτη που βρισκόταν κρεμασμένο στην πόρτα της ντουλάπας. Ανυπομονούσα να το φορέσω. Αφηρημένη κοίταξα το κινητό μου. Μια κλήση από τον Φέλιξ με έκανε να πεταχτώ ταραγμένη. Δεν του είχα τηλεφωνήσει από τη προηγούμενη μέρα. Τον κάλεσα με σφιγμένη καρδιά.

Μπα!!!!!Με θυμήθηκες;;”

Η γνώριμη φωνή του βουτηγμένη στο μίσος. Ανακουφίστηκα που απάντησε έστω και για να με ειρωνευτεί ή να με βρίσει. Αυτό που δεν μπορούσα να αντέξω ήταν οι φορές που δεν απαντούσε στις κλήσεις μου. Όταν ο μονότονος επαναλαμβανόμενος ήχος που δήλωνε ότι καλεί, μου τρυπούσε το μυαλό, τον πυρήνα μου. Με γέμιζε φόβο και τρόμο για το τι μπορεί να σήμαινε η άρνηση του να απαντήσει. Δεν ήξερα αν ήταν με άλλη ή αν απλά το έκανε για να με βασανίσει.

Οπότε μου έφτανε να απαντάει στις κλήσεις μου. Έστω και για να με ειρωνευτεί.
“Μωρό μου” είπα με ανακούφιση. “Δεν μπόρεσα να σε πάρω σήμερα. Οι Μπόλτον μου ζήτησαν να πάω τον μικρό στο γιατρό και εκείνοι έφυγαν για ένα γάμο”
Επέμενα στο προσεκτικά κατασκευασμένο ψέμα μου. Αν του έλεγα ότι βρισκόμουν στη Κορνουάλη θα με σκότωνε. Ή θα με χώριζε. Και δεν ξέρω ποιο θα ήταν χειρότερο.
“Δε μου λες” πέταξε θυμωμένα. Όταν το έλεγε αυτό ήξερα ότι θα ακολουθούσε καβγάς.
“Για ηλίθιο με περνάς; Όλη μέρα ήσουν στο γιατρό;”

Θεέ μου όχι πάλι.
“Αγάπη μου αναγκάστηκα να φροντίζω το μικρό ολόκληρη την ημέρα. Οι γονείς του έφυγαν το πρωί. Ήμουν υπεύθυνη για εκείνον”
“Περιμένεις να πιστέψω τις αηδίες σου;” ούρλιαξε.
“Μωράκι μου άκουσε” με προσπάθησα να τον καθησυχάσω.
“Με ποιον πηδιέσαι και με έχεις ξεχάσει; Λέγε τσούλα”

“Σε παρακαλώ δεν έχω κανέναν άλλον. Σε αγαπάω”
“Βρώμα μιλάς για αγάπη; Θα σε σκοτώσω”
Μου έκλεισε το τηλέφωνο.
Ο πανικός φούσκωσε στο στήθος μου και ο χείμαρρος των δακρύων ανέβηκε στα μάτια μου και με έπνιξε. Γιατί; Γιατί; Δεν αντέχω αυτό το μαρτύριο. Γιατί μου φέρεται έτσι; Όταν ηρέμησα κάπως προσπάθησα να τον καλέσω ξανά. Δεν απαντούσε. Όλο το βράδυ τον κάλεσα αμέτρητες φορές αλλά μάταια. Δεν απαντούσε. Κοιμήθηκα το πρωί εξουθενωμένη.
Ένα απαλό χτύπημα στη πόρτα με έκανε να ξυπνήσω απότομα. Κόντευε δυο το μεσημέρι. Ξερόβηξα και προσπάθησα να μιλήσω.
“Παρακαλώ”, τραύλισα.
Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο Gus.
“Υπναρού!!” είπε πλησιάζοντας. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και με κοίταξε με αινιγματικό ύφος.

“Καλημέρα” του είπα ψιθυριστά.
“Καλημέρα; Μωρό μου είναι μεσημέρι”
“Ωραία!” είπα θυμωμένα. “Σκότωσε με!”
“Μικρή δεν είπα τίποτα! Ένα αστείο ήταν! Καλά έκανες και κοιμήθηκες παραπάνω. Το χρειαζόσουν”
“Έχεις ένα μοναδικό τρόπο να με κάνεις να νιώθω τύψεις κάθε φορά που σου μιλάω άσχημα”
“Δεν πρέπει να νιώθεις τύψεις. Και δεν μου μιλάς άσχημα. Μα τι έπαθες; Συνέβη κάτι;”
Τράβηξε απαλά το λεπτό πάπλωμα και αναζήτησε τα χέρια μου. Έλεγξε πρώτα το ένα χέρι κατά μήκος πάνω στις παλιές χαρακιές και μετά το άλλο.
“Δεν αυτοτραυματίστηκα Gus!!” είπα σχεδόν πειραγμένη και τράβηξα τα χέρια μου.
“Ωραία” είπε με ανακούφιση. “Τώρα θα μου πεις τι συνέβη;”
“Δεν έχω τίποτα” είπα βιαστικά. Κοίταξα το κινητό μου. Καμία κλήση, κανένα μήνυμα, κανένα ίχνος από τον Φέλιξ. Γιατί το κάνει αυτό;

“Μαλώσατε;” είπε διστακτικά.
“Όχι όλα είναι μια χαρά”
“Λες ψέμματα”
“Το ξέρω”
Παραιτήθηκα από τη προσπάθεια μου να υποκρίνομαι πως όλα ήταν μια χαρά. Δεν χρειαζόταν να κρύβομαι από τον Gus. Τον ήξερα από το σχολείο.

“Θέλεις να μου πεις;”

Δεν χρειάστηκε να το ζητήσει δεύτερη φορά γιατί άρχισα να μιλάω ακατάπαυστα. Το είχα αυτό όταν με έπιανε το παράπονο. Στο κάτω κάτω λίγη τρυφερότητα αναζητούσα όπως όλοι οι άνθρωποι.
“Του είπα ψέμματα ότι είμαι μόνη στην έπαυλη με τον Λουίς. Φοβήθηκα να του πω ότι τους συνόδευσα στη Κορνουάλη. Θα με σκοτώσει αν το μάθει. Θα με κατηγορήσει ότι έχω άλλον”
“Ησύχασε”. Με αγκάλιασε και με κούνησε απαλά πέρα δώθε σαν μωρό.
“Ηρέμησε” μου ψιθύρισε.” Όλα θα πάνε καλά”. Με άφησε ξαφνικά και σηκώθηκε πάνω.
“Μη κουνηθείς, επιστρέφω αμέσως”
“Που θα πας;” απόρησα.
“Σε πέντε λεπτά θα είμαι πίσω. Κάνε υπομονή”
Πριν προλάβω να αντιδράσω έφυγε.
Βρήκα χρόνο να καλέσω ξανά τον Φέλιξ, χωρίς αποτέλεσμα για ακόμα μία φορά. Του έστειλα μήνυμα:
“Μωρό μου σε παρακαλώ απάντησε μου. Σε αγαπάω”
Επέστρεψε κρατώντας έναν δίσκο γεμάτο φαγητά. Κλασικός Gus. Πίστευε πως με το φαγητό όλα τα προβλήματα θα έφευγαν μακρυά.
“Λοιπόν θα φάμε μαζί. Εσύ πρωινό-μεσημεριανό και εγώ σκέτο μεσημεριανό”

“Gus!!” διαμαρτυρήθηκα.
“Φάε!” διέταξε ενώ μου σέρβιρε καφέ.
“Πέρασα από τη τραπεζαρία και ενημέρωσα τους υπόλοιπους ότι άργησες να ξυπνήσεις. Η κυρία Μπόλτον μου ζήτησε να σε ενημερώσω ότι πρέπει να βρίσκεσαι στις τέσσερις στο δωμάτιο της όπου θα έχουν φτάσει οι κομμώτριες και οι μακιγιέζ για να σας ετοιμάσουν”
“Ωχ. Νιώθω απαίσια. Μου πλήρωσε το φόρεμα, το ταξίδι, το ξενοδοχείο, τα μαλλιά και εγώ δεν κατέβηκα ούτε για το πρωινό ούτε για το μεσημεριανό”
“Σταμάτα να νιώθεις τύψεις. Είσαι το πιο ενοχικό πλάσμα που έχω γνωρίσει. Ήσουν άρρωστη τις προηγούμενες μέρες. Οι Μπόλτον έχουν κατανόηση. Εσύ είσαι αυτή που δεν έχεις κατανόηση για τον εαυτό σου”
Φάγαμε συζητώντας για διάφορα θέματα.
Παραδέχτηκα ότι ο Φέλιξ μου φερόταν απαίσια και γι άλλη μια φορά προσπάθησε να με πείσει να τον χωρίσω.
“Δεν είναι τόσο απλό” διαμαρτυρήθηκα.
“Πανεύκολο είναι” είπε κοφτά. “Μια γυναίκα σαν εσένα;”
Ορίστε; Μα τι έλεγε;
“Είσαι κόμματος και μπορείς να έχεις όποιον θέλεις”

“Σταμάτα να με δουλεύεις”
“Συγνώμη σε έχεις δει στο καθρέπτη;”
“Προσπαθείς να μου ανεβάσεις τη διάθεση αλλά σταμάτα”
“Την αλήθεια λέω” είπε κλείνοντας μου το μάτι. Είχε το τρόπο να μου φτιάχνει τη διάθεση. Να με ηρεμεί. Ήταν τόσο ευγενικός. Καμία σχέση με τον Φέλιξ.
“Ωραίο νυχτικό” είπε γελώντας. “Σέξι καρδούλες. Πόσο είσαι; Οκτώ;”
Του πέταξα το μαξιλάρι στα μούτρα.
Ένα χτύπημα στη πόρτα μας έκοψε το παιχνίδι και τα γελάκια στη μέση.
“Παρακαλώ” είπα ευγενικά.

Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο Έντουαρντ.
“Μάλιστα” ψιθύρισε ο Gus. Σηκώθηκε και τον χαιρέτησε. Σηκώθηκα βιαστικά και φόρεσα τη κομψή ρόμπα που υπήρχε στη καρέκλα.
“Ήρθα να δω την άρρωστη μας” είπε ευγενικά.
Με πλησίασε και μου άπλωσε το χέρι.
“Πως είσαι;” μου είπε φέρνοντας το χέρι μου στα χείλη του. Το φίλησε τρυφερά και ύστερα με κοίταξε με το βλέμμα του κυνηγού.
“Μια χαρά” τραύλισα σαν χαζό.

Ο Gus ξερόβηξε ενοχλημένος.
“Υπέροχα” είπε ο Δρ Έντουαρντ αγνοώντας τον.
“Θα λυπόμουν αφάνταστα αν αρρώσταινες πάλι και δεν με συνόδευες στο γάμο”
“Είμαι μια χαρά δε χρειάζεται να ανησυχείτε… Ανησυχείς!” βιάστηκα να διορθώσω.

Κοίταξε το φόρεμα μου.
“Ανυπομονώ να σε δω να το φοράς”
“Τέλεια. Εγώ να πηγαίνω” πετάχτηκε ο Gus φανερά ενοχλημένος.
“Ναι όπως θέλεις” είπε ο Έντουαρντ.
Με κοίταξε με ανοιχτό το στόμα και πριν προλάβω να αντιδράσω αποχώρησε.
Ο Έντουαρντ είδε το χαμό με τα μαξιλάρια και το δίσκο.

“Τουλάχιστον σε ταΐζει” μουρμούρισε.

 

Λίγο πριν τις τέσσερις κι ενώ ετοιμαζόμουν να επισκεφτώ το δωμάτιο της κυρίας Μπόλτον κάλεσα τον Φέλιξ χωρίς αποτέλεσμα.
Ήταν όλα μέρος του push and pull σχεδίου του.
Σε απωθώ. Σε έλκω. Καψώνια για εφήβους. Και εγώ τσιμπούσα πάντα.
Αν μπορούσα να ανακτήσω τη χαμένη μου αυτοεκτίμηση θα τον έστελνα στο διάολο. Το ίδιο λεπτό που σκέφτηκα τη ζωή μου χωρίς εκείνον ένιωσα να χάνομαι σε μια δίνη πανικού. Ένιωσα ζαλάδα και πιάστηκα από το πόμολο της ντουλάπας για να μη πέσω. Γονάτισα αργά στο πάτωμα και κάθισα για λίγα λεπτά ακίνητη με τα χέρια μου να τυλίγουν τα πόδια μου. Πήρα μερικές βαθιές ανάσες και αποφάσισα να τον καλέσω ξανά.
Αυτή τη φορά απάντησε.

“Τι θέλεις;” ούρλιαξε απότομα.
Η καρδιά μου πήγε στη θέση της. Μου έφτανε που απάντησε.
“Μωράκι μου ήθελα να μάθω πως είσαι;”
“Όπως θέλω είμαι”

“Έφαγες;”
“Ναι βρήκα εκεί κάτι και έφαγα. Δεν ήρθες να μου μαγειρέψεις”
“Αγάπη μου συγνώμη δεν γινόταν να έρθω. Έπρεπε να φροντίσω το μικρό”

“Είναι πιο σημαντικό ένα πλουσιόπαιδο από εμένα;”
“Μωρό μου όχι. Ήμουν υποχρεωμένη να δεχτώ. Είναι και αυτό μέσα στα καθήκοντα μου”
“Ποιος ξέρει με ποιον πηδιέσαι και μου λες τέτοιες βλακείες”
“Δεν έχω κανέναν. Αφού το ξέρεις ότι σ αγαπάω”
“Πότε θα επιστρέψουν οι Μπόλτον από το γάμο;”
“Δευτέρα βράδυ” είπα.
“Τέλεια. Λοιπόν ετοιμάζομαι και έρχομαι εκεί. Θα με βάλεις κρυφά στο δωμάτιο σου και θα κοιμηθούμε μαζί”
Χωρίς να περιμένει απάντηση τερμάτισε τη κλήση.
Μου πήρε αρκετά λεπτά να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς είχε γίνει.

Με έπιασε πανικός. Άρχισα να τρέχω ξυπόλυτη στους διαδρόμους φορώντας ένα μικρό baby doll.
Χτύπησα τη πόρτα του δωματίου του Gus.
Μου άνοιξε με την πετσέτα να αγκαλιάζει χαλαρά τους γοφούς του.
«Τι έγινε μικρή;» είπε κεφάτα.

Όρμισα μέσα στο δωμάτιο κι εκείνος έκλεισε πίσω μου τη πόρτα.
“Πρέπει να με βοηθήσεις!” είπα πανικόβλητη.
“Τι συνέβη;” είπε γεμάτος ανησυχία.
“Θα με σκοτώσει. Δεν έπρεπε ποτέ να του πω ψέμματα”
​»Πάρε μια ανάσα” με διέταξε.

Υπάκουσα και προσπάθησα να γεμίσω με αέρα τα σωθικά μου.

“Ηρέμησε και εξήγησε μου”

Με έβαλε να καθίσω στο κρεβάτι. Μου έβαλε νερό και μου το πρόσφερε.
“Μισό να ντυθώ” είπε και άρπαξε τα ρούχα του από τη καρέκλα.
Ήπια το νερό. Προσπάθησα να αναπνέω και να κρατάω την ανάσα μου μετρώντας από μέσα μου μέχρι το δέκα. Εκπνοή. Εισπνοή. Ένιωσα να ηρεμώ.
“Λοιπόν πες μου τι συμβαίνει”
Κάθισε δίπλα μου και μου έδωσε χρόνο να βάλω σε τάξη το χάος του μυαλού μου.
“Μίλησα με τον Φέλιξ”
Με κοίταξε επικριτικά. Δεν είπε όμως τίποτα.
“Του είχα πει ότι λείπουν οι Μπόλτον το Σαββατοκύριακο και θα προσέχω τον Λουίς. Είπε ότι έρχεται στην έπαυλη να τον βάλω κρυφά στο δωμάτιο μου να κοιμηθούμε μαζί”
“Τον μαλάκα!” είπε μέσα από τα δόντια του.
Σηκώθηκε νευριασμένος και βημάτισε πάνω κάτω.
“Σε ξένο σπίτι να κάνει το αφεντικό”

Τι θα κάνω;”
“Άφησε τον να πάει στη έπαυλη”
“Τι;;; Θα ανακαλύψει ότι λείπω”
“Άστον! Θα τρελαθεί.” Έδειχνε να το διασκεδάζει.
“Θα ήθελα να ήμουν από μια μεριά να απολαύσω το θέαμα, το καθίκι να τρώει τα μούτρα του”
“Μα θα γίνει έξαλλος. Δεν τον ξέρεις! Θα με σκοτώσει”
Με έπιασε από τους αγκώνες.
“Άκουσε με!” είπε θυμωμένα.
“Δεν έχει δικαίωμα να ζητάει από τη κοπέλα του να τον σπιτώσει στο ξένο σπίτι. Δεν έχει καν την συναίσθηση να αντιληφθεί σε τι μπελάδες μπορεί να σε βάλει. Δεν σέβεται ούτε εσένα ούτε τους εργοδότες σου! Άσε λοιπόν να φάει τα μούτρα του! Τα παιδιά της ασφάλειας θα χαρούν να τον πετάξουν έξω”
“Μα θα με σκοτώσει” επέμενα τρομοκρατημένη.
“Άκουσε με” επανέλαβε. “Δεν είσαι μόνη σου. Έχεις εμένα! Για να σε βλάψει θα περάσει από πάνω μου. Έχεις τους γονείς σου τους εργοδότες σου. Την αστυνομία. Μην τον αφήνεις να σε τρομοκρατεί τόσο”

Gus σε ικετεύω βοήθησε με θα μου κάνει κακό” Είχα πάθει υστερία.
“Θα ειδοποιήσω τον Δρ Έντουαρντ. Εσύ τρέμεις”


Έκανε ένα τηλέφωνο αλλά τα αυτιά μου βούιζαν και δεν άκουγα λέξη. Μετά ήρθε και μου έβαλε στους ώμους μια ζακέτα δικιά του.


Λίγα λεπτά αργότερα ήρθε ο Έντουαρντ.
Με γουρλωμένα μάτια άκουγε τον Gus να του διηγείται όσα είχαν συμβεί.
“Στο σπίτι μου; Απαιτεί να τον μπάσεις σπίτι μου;;;”
Εκείνη τη στιγμή μισούσα τον Gus. Τι θα έλεγαν όταν θα το μάθαιναν οι
Μπόλτον; Θα με έδιωχναν.
Ο Έντουαρντ ήρθε και κάθισε δίπλα μου.
Σαν να διάβασε τις σκέψεις μου, ψιθύρισε: “Μη φοβάσαι δε θα μάθουν τίποτα οι γονείς μου”
Τηλεφώνησε στον υπεύθυνο ασφαλείας στην έπαυλη και έδωσε οδηγίες να μην ενοχλήσουν τους γονείς του εάν κάποιος εισβολέας προσπαθούσε να πλησιάσει το σπίτι. Θα μιλούσαν απευθείας με τον Έντουαρντ.
“Μην ανησυχείς. Μόλις φτάσει θα τον αναλάβουν”
“Και εγώ;” ψέλλισα

“Τι εννοείς;” είπε ο Έντουαρντ
‘Εγώ τι θα απογίνω;”
Σηκώθηκα και βγήκα από το δωμάτιο αφήνοντας τους πίσω μου.
Ο Έντουαρντ με πρόλαβε στο διάδρομο. Πίσω του στεκόταν ο Gus.

“Σε παρακαλώ άστο πάνω μου. Είσαι απόλυτα ασφαλής”

Πήγα να διαμαρτυρηθώ. Όσο και να με απασχολούσε η σωματική μου ακεραιότητα, ο Φέλιξ ήταν πάνω ακόμα κι από μένα. Δεν ήθελα να τον βλάψουν. Δεν ήθελα να με σκοτώσει. Δεν ήθελα να μάθει το ψέμα μου και να με χωρίσει.

“Πήγαινε στο δωμάτιο της μητέρας μου για τα μαλλιά σου και τα υπόλοιπα. Σε παρακαλώ μην το χαλάσεις όλο αυτό”

Είχε δίκιο. Ήμουν υπάλληλος τους και το έπαιζα ντίβα. Δεν πήγα στο πρωινό ούτε στο μεσημεριανό, είχα στήσει τη μητέρα του. Ήμουν άθλια.

Το κινητό μου χτύπησε. Ο Φέλιξ. Τρομοκρατήθηκα. Ο Έντουαρντ μου έκανε νόημα να απαντήσω.

Την ίδια στιγμή χτύπησε και το κινητό του Έντουαρντ. Ο επικεφαλής της ασφάλειας τους.

Απομακρύνθηκε ώστε να απαντήσει.

“Ναι;” ψέλλισα δειλά.

“Έλα. Επιστρέφω πίσω” είπε με απόλυτη ηρεμία.

“Μωρό μου;” είπα ξαφνιασμένη.

“Καλά πότε γύρισαν οι Μπόλτον και δε μου το είπες;”

Ο Έντουαρντ ήρθε και στάθηκε μπροστά μου. Κάτι είχε κάνει.

“Ε, μόλις τώρα, δηλαδή πριν λίγο δεν..” τραύλισα.

“Ευτυχώς που με ενημέρωσε ένας τύπος εκεί μπροστά στη πύλη να μην πλησιάσω γιατί οι Μπόλτον ήταν μέσα. Με κέρασε και ένα τσιγάρο και την έκανα”

Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Πως το είχε σκεφτεί όλο αυτό ο Έντουαρντ;

Ο Gus πλησίασε. Από το ύφος του φαινόταν ότι θα προτιμούσε να τα είχε ανακαλύψει όλα ο Φέλιξ.

«Μωρό μου συγνώμη που έκανες τόσο δρόμο…»

“Καλά καλά. Λοιπόν το άλλο Σαββατοκύριακο να κανονίσεις να έρθεις σπίτι μου”

“Εντάξει μωρό μου”

“Έλα σε κλείνω να πάω για φαγητό”

“Εντάξει αγάπη μου να προσέχεις. Σε αγαπάω”

“Ναι καλά και γω”

 

Θεέ μου γλίτωσα. Τους κοίταξα ανακουφισμένη. Εκείνοι όμως με κοίταζαν σαν να απορούσαν που αγαπάω κάποιον σαν τον Φέλιξ.

Τους ευχαρίστησα και βρήκα δικαιολογία τη μητέρα του Έντουαρντ που με περίμενε για να ετοιμαστούμε για το γάμο.

Με μια πεζογέφυρα οδηγηθήκαμε στα ερείπια του Κάστρου. Όλες οι καλεσμένες αναγκάστηκαν να φορέσουν αθλητικά και τα ψηλά τακούνια τους στο χέρι. Η πανοραμική θέα που μας πρόσφερε το κάστρο προς στη θάλασσα μας αποζημίωσε. Ήμουν τόσο χαρούμενη που βρισκόμουν σε ένα τόσο όμορφο μέρος. Συνόδευα τον Λούις καθ όλη την διάρκεια της ημέρας, παρόλο που ο Gus επέμεινε να τον προσέχει για να ξεκουραστώ. Η γρίπη δεν μου είχε περάσει εντελώς, αλλά ο μικρός ήθελε να είναι μαζί μου. Κι εγώ απολάμβανα τη παρέα του. Ήταν το πιο γλυκό παιδί στον κόσμο. Όταν θα πήγαινε για ύπνο θα γινόμουν η ντάμα του Δρ Έντουαρντ.

Οι άντρες στους Βρετανικούς γάμους φορούν φράκο ή Lounge κουστούμι, από όσο είχα διαβάσει. Αναρωτιόμουν τι θα επέλεγε ο Έντουαρντ και τι ο Gus. Τελικά ο Έντουαρντ φόρεσε φράκο! Σκούρο. Είναι δυνατόν να μοιάζει με πρίγκιπα; Είναι δυνατόν να τον συνοδεύσω εγώ; Ευτυχώς ο Gus φόρεσε απλώς Lounge κουστούμι. Σκούρο μπλε. Sexy. Δεν είχα ιδέα πόσο όμορφος ήταν. «Σκάσε» είπα στον εαυτό μου. «Τα κουστούμια και οι γραβάτες φταίνε»

Το μακρύ κόκκινο φόρεμα με τα χιαστί λουράκια στη πλάτη τύλιγε το κορμί μου αρμονικά. Είχα μόνιμο ένα άγχος για το καπέλο που έπρεπε να φορέσω. Από σεβασμό στους Μπόλτον και στο ζευγάρι του Δούκα Τάδε συμμορφώθηκα και επέλεξα να φορέσω ένα μικρό μαύρο που κάλυπτε το μισό κεφάλι και που η κομμώτρια το στερέωσε κάπως χαμηλά προς το μέτωπο. Είχε ένα μικρό σύννεφο γύρω του από τούλι και ένα βελούδινο τριαντάφυλλο. Τα μαύρα πέδιλα που διάλεξε η κυρία Μαίρη, ευτυχώς δεν ήταν τόσο άβολα παρόλο που έδειχναν τουλάχιστον επικίνδυνα. Πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της τελετής φορώντας αθλητικά, παραβιάζοντας το πρωτόκολλο, και όταν τελείωσε το μυστήριο όλοι οι καλεσμένοι μεταφέρθηκαν πίσω στη πόλη στο πεντάστερο ξενοδοχείο όπου στη ταράτσα του μέσα σε ένα παραμυθένιο κήπο είχε στηθεί το γαμήλιο τραπέζι.

Με τη κυρία Μαίρη κατευθυνθήκαμε στο ξενοδοχείο μας, ώστε να φάει ο μικρός Λούις το βραδινό του στην ώρα του και να κοιμηθεί νωρίς. Αφήσαμε τη μπειμπι σίτερ και έναν σεκιούριτι μαζί του. Μετά οι δυο μας μεταφερθήκαμε στο ξενοδοχείο όπου γινόταν η δεξίωση. Φορούσα ακόμα το σακάκι του Δρ Έντουαρντ που μου πρόσφερε στη διάρκεια του μυστηρίου αφού κρύωνα υπερβολικά πολύ, τη στιγμή που όλοι ζεσταινόταν και ίδρωναν.

Ο Δρ Έντουαρντ μου πρόσφερε το μπράτσο του στην βάση της σκάλας που οδηγούσε στο χώρο της δεξίωσης. “Και τώρα είσαι δική μου” ψιθύρισε……

 

32900264_796406437217034_7324238426000064512_n
Ένα κολάζ με τους ήρωες της Αλυσοδεμένης Ψυχής. Επέλεξα τον Kevin Lutolf (μοντέλο) για Gus, τον Aidan Gillen (Μικροδάχτυλος game of thrones) για Φέλιξ. Η ομοιότητα του ηθοποιού με τον προ πρώην στον οποίο βασίστηκε ο χαρακτήρας του Φέλιξ είναι απίστευτη. Ο Kit Harigton ως Δρ Έντουαρντ αλλά πολύ ψηλότερος. Και για Σκάιλαρ επέλεξα εμένα. Αφού ο χαρακτήρας της βασίστηκε σε εμένα είπα να με βάλω…

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì

———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–

ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ