ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24: ΕΝΤΑΣΗ

Ξύπνησα στις οκτώ το πρωί από τα κοκόρια που ακουγόταν κάπου εκεί γύρω, στην εξοχή βρισκόμουν άλλωστε. Μετά το καθημερινό πρωινό τελετουργικό που περιελάμβανε άδειασμα εντέρου, ντους, τα δόντια τα έπλενα μετά το πρωινό, επισκέφθηκα τη κουζίνα. Φόρεσα ένα απλό φόρεμα με λουλούδια σε ροζ απόχρωση. Όσο ετοίμαζα το πρωινό μου αναρωτήθηκα αν ο Rage είχε ξυπνήσει. Ετοίμασα βιαστικά καφέ όπως τον έπινε εκείνος: σκέτος και κατράμι, το γάλα μου, κρουασάν με γέμιση μαρμελάδα μήλο και κανέλα, μερικά μπισκοτάκια με γέμιση μαρμελάδα βερίκοκο και επικάλυψη σοκολάτας, και καθαρισμένα πορτοκάλια, ο Rage τα λάτρευε. Σήκωσα με προσοχή το μεγάλο δίσκο και κατευθύνθηκα προς το δωμάτιο του. Η πόρτα ήταν ακόμα μισάνοιχτη σημάδι πως δεν είχε βγει καθόλου από εχθές το βράδυ. Ανήσυχη την έσπρωξα με το δίσκο και βρέθηκα μέσα. Η σκιά μου έπεσε πάνω στο ημίγυμνο σώμα του. Ακούμπησα τον δίσκο σε μια άδεια καρέκλα και πήγα προς το μέρος του.

Η σκιά μου κάλυψε το σώμα του και με έκανε να ριγήσω. Προχώρησα με αργό βήμα στο προσκέφαλο του. Η σκιά δεν κουνήθηκε εκατοστό. Έμοιαζε σαν ρούχο. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν βουτηγμένα στο σκοτάδι και δεν μπορούσα να τον δω. Το φως έλουζε το δωμάτιο αλλά πάνω στο σώμα του η σκιά μου τον κάλυπτε. Πετάχτηκε σαν ελατήριο πάνω και μου έκοψε τη χολή.

Κάτι μουρμούριζε συνεπαρμένος ακόμα από το όνειρο.
“Οι γυναίκες που είναι δυστυχισμένες επειδή οι άνδρες τους τις χτυπούν ή τις αδικούν τότε η Νεφερτάρι Μούτ θα τις επισκέπτεται. Θα τους δίνει δύναμη για να πάρουν το αίμα τους πίσω. Εσύ μέγα Άνουβι φύλακα και δικαστή θα καθοδηγείς το πνεύμα της Νεφερτάρι μέχρι να τελειώσει τη δουλειά της και να επιστρέψει στο αληθινό σύμπαν. Μεγάλη Μάατ
το αγχέμαχο ξίφος
της δικαιοσύνης ας μας οδηγήσει”

‘Ήθελα να τον ρωτήσω για το όνειρο που τον αναστάτωσε τόσο. Τελικά αποφάσισα να του μιλήσω για τα δικά μου μπερδεμένα όνειρα. “Είδα ξανά εκείνο το περίεργο όνειρο”

είπα καθώς βουτούσα τη φρυγανιά μου πασαλειμμένη με μαρμελάδα βερίκοκο μέσα στο κρύο μου γάλα. Ο Rage δεν μίλησε, το μόνο που έκανε ήταν να κοιτάζει και να κρίνει αθόρυβα τις διατροφικές μου επιλογές.

«Τρως σαν εξάχρονο» είπε
«Τουλάχιστον τρώω» είπα απότομα. «Θα μπορούσα να σταματήσω έτσι απλά» είπα κάνοντας ένα σναπ με τα δάχτυλα μου.
«Έχεις δίκιο. Δεν θέλω να σε πιέζω. Μίλησε μου για το όνειρο σου»
«Είχα ροζ μακρυά μαλλιά και εσύ είχες κεφάλι σκύλου ή κάτι τέτοιο»

Με κοίταξε αινιγματικά σαν να του φαινόταν λογικό αυτό που του είχα πει μόλις.

Του έβγαλα αυθάδικα τη γλώσσα σαν πεντάχρονο, δεν είχα καμία όρεξη να τσακωθώ μαζί του. Εκείνος πάλι έδειχνε να έχει όλες τις ορέξεις του κόσμου μαζεμένες κάτω από τη καυτή του σάρκα. Ένιωσα την ανάγκη να τον αγγίξω αλλά η σκέψη πως από τότε που έφυγε από τη μέση ο Φέλιξ όλα πήγαιναν καλύτερα με έκανε να ηρεμήσω. Διάολε με έκανε να χαμογελάσω. Είχα σταματήσει να είμαι άβουλη και είχα αντιμετωπίσει τον εχθρό. Είχα ακρωτηριάσει το άρρωστο μέλος που έπαθε γάγγραινα πριν μολύνει ολόκληρη την ύπαρξη μου. Το πίστευα πλέον ακράδαντα, αντί να γίνω μια άρρωστη σίριαλ κίλερ και να σκοτώνω άνδρες που δεν μου φταίνε σε τίποτα επειδή ένας από δαύτους μου είχε φερθεί σκάρτα, είχα αντιμετωπίσει τον ίδιο τον βίαιο άνδρα που μου φερόταν απαίσια. Είχα ξεριζώσει το πρόβλημα από τη ρίζα μια για πάντα. Εξαιτίας αυτής της όλης εμπειρίας μου είχα γίνει πιο συμπονετική προς τις άλλες γυναίκες που βρισκόταν στη θέση που είχα βρεθεί εγώ, υποχείρια στα χέρια άνανδρων ανδρών μεγαλωμένων από ανάξιες κοινωνίες. Ναι τους έσπαγα στο ξύλο, ναι τους έστελνα ακόμα και στο νοσοκομείο αλλά δεν είχα δολοφονήσει κανένα τους. Τους άξιζε όσα πάθαιναν από την Αληκτώ.

«Πρέπει να φύγουμε από εδώ σύντομα»
Τα λεγόμενα του με έβγαλαν από την ονειροπόληση μου.

«Να φύγουμε;» κάγχασα. «Δεν πάω πουθενά. Λατρεύω αυτό το μέρος» έκανα μια κίνηση με το χέρι δείχνοντας αόριστα το χώρο.
«Σκάι» φύσηξε. «Πότε θα σταματήσεις να είσαι αντιδραστική σε εκνευριστικό βαθμό;»
«Έλα τώρα» είπα «που θα βρούμε ταπετσαρίες σαν αυτές;»

«Έχεις κάνει τόσες επιθέσεις που πλέον υπάρχει σκίτσο σου στην αστυνομία από τους άτυχους που έχεις τσακίσει»

«Ε τότε να αρχίσω να τους σκοτώνω από την επόμενη φορά»

«Δεν βοηθάς καθόλου ξέρεις. Προσπαθώ απλά να σε βοηθήσω»

«Ναι, μόνο που δεν έχω ιδέα τι έχεις κατά νου. ΠΩΣ υποτίθεται πως πρέπει να βοηθηθώ;»
«Δεν έχεις καθόλου υπομονή» αναστέναξε.

«Υπομονή; Υπομονή έκανα τόσο καιρό με το να ανέχομαι το σκουπίδι τον Φέλιξ. Ξέρεις πόση βία έζησα; Πόσες φωνές; Πόση ταπείνωση; Μη μου λες εμένα για υπομονή! Γιατί εξαιτίας αυτής της υπομονής παραλίγο να με σκοτώσει το κτήνος» σηκώθηκα χτυπώντας και τα δυο μου χέρια στο τραπέζι. «Θα γίνω πυρά θριάμβου και θα προκαλέσω τον κόσμο να με δαμάσει»

Έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω μου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

70394253_1175445562646451_858712065827667968_n(1)

ΥΓ: Ένα ευχαριστώ στα άτομα που διαβάζουν την αλυσοδεμένη μου.

Κανονικά θα έπρεπε να γράψω ένα κείμενο με το πως πέρασα το καλοκαίρι… θα γίνει κι αυτό… απλά γράφω την ερευνήτρια μανιωδώς και που χρόνος… όμως επειδή η χαρά μου είναι μεγάλη που για πρώτη φορά στη ζωή μου πέτυχε η φανουρόπιτα (πέρυσι ήταν λίγο τραγική η προσπάθεια μου, δες εδώ το κείμενο) δεν κρατήθηκα και σας έχω φωτογραφία….

Καλό μήνα….

69541357_1175445625979778_7590944285785063424_n

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23: ΑΥΠΝΙΕΣ

Η μελωδική φωνή της Birdy να ερμηνεύει το Let her go, έφτασε στα αυτιά μου. Το έπαιζε στην ιδανική ένταση, ίσα ίσα για να ντύνει μουσικά μια στιγμή που ήταν καταδικασμένη να θεωρηθεί συνηθισμένη ή ακόμα χειρότερα, ρουτίνα. Χαμογέλασα ασυναίσθητα και αναδεύτηκα αδέξια. Το σεντόνι χάιδεψε αισθησιακά το πρώην ανορεκτικό σώμα μου. Για μια στιγμή, μια απειροελάχιστη στιγμή μέσα στο αχανές σύμπαν των λιλιπούτειων στιγμών, ένιωσα να γαληνεύουν τα μέσα μου, ένιωσα σχεδόν αυτό που λέμε εσωτερική γαλήνη. Διάολε ένιωσα ευτυχισμένη. Για μια στιγμή γιατί ένιωσα με τρόμο πίσω από τα κλειστά βλέφαρα μου να με παρακολουθεί ένα ζευγάρι μάτια.

“Φέλιξ” ψέλλισα και άνοιξα τα μάτια μου. Και τον αντίκρισα απέναντι μου ακουμπισμένο στη κουνιστή γαλάζια πολυθρόνα να με κοιτάζει με το πιο ανεξήγητο ύφος σαν να χαμογελούσε με εκείνα τα απύθμενης έντασης και καθαρότητας γαλάζια μάτια.

Μα ο Φέλιξ δεν έχει γαλάζια μάτια, σκέφτηκα. “Ο Φέλιξ πάει πια δεν υπάρχει” αντήχησε το σπαθί μέσα στο μυαλό μου. Προσπάθησα να εστιάσω το βλέμμα μου στο γαλήνιο πρόσωπο που εξακολουθούσε να με κοιτάει σαν να εξαρτιόταν η ζωή του από αυτό. Ανοιγόκλεισα τα μάτια να τα καθαρίσω από τις τσίμπλες και εστίασα στο πρόσωπο του. Το σιγανό γέλιο του με ξάφνιασε και με έβγαλε απότομα από τη αγκάλη του Μορφέα. Τα μάτια του με αιχμαλώτισαν ακόμα μια φορά ζαλίζοντας με.

“Rage;”

“Είσαι τόσο αξιολάτρευτη όταν κοιμάσαι. Σαν γατάκι” είπε με κέφι. “Σχεδόν ξεχνάω πως τα βράδια ντύνεσαι με τη σέξι στολή σου” τη σήκωσε με το χέρι του στον αέρα κι ύστερα τη πέταξε προς το μέρος μου “και κυνηγάς του κακούς”
Την έπιασα στον αέρα. Ένιωθα ατρόμητη όταν τη φορούσα. Σαν να είχε το ύφασμα μαγικές δυνάμεις που πότιζαν κάθε πόρο του κορμιού μου μετατρέποντας με σε τιμωρό. Μου έριξε μια τελευταία ματιά γεμάτη ένταση πριν με καληνυχτίσει.

Ξύπνησα ξανά στις τρεις και τριάντα τρία το ξημέρωμα. Το δωμάτιο ήταν σε απόλυτο σκοτάδι καθώς δεν είχε φεγγάρι. Δεν φοβόμουν πλέον το σκοτάδι σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια που δεν κοιμόμουν ποτέ με σβηστό φως. Είχα πάντα ένα μικρό πορτατίφ αναμμένο έτσι ώστε αν ξυπνούσα στη μέση της νύχτας να μην φοβηθώ το σκοτάδι. Τώρα πλέον το αποζητούσα, διάολε είχε γίνει δεύτερη φύση μου. Σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου σαν μπαλαρίνα και κατευθύνθηκα προς τη κουζίνα. Φορούσα ένα απλό φανελάκι και το εσώρουχο μου. Ακόμα ένα πράγμα στο οποίο είχα αλλάξει συνήθειες τον τελευταίο καιρό. Πάντα ήμουν ευαίσθητη στο κρύο, κρύωνα εύκολα, σε αυτό έφταιγε το ότι ήμουν ελλιποβαρής, και όταν κοιμόμουν φορούσα αρκετά ρούχα για να ζεσταίνομαι. Ακόμα και όταν ο καιρός ήταν ζεστός. Όχι πια όμως. Κοιμόμουν πλέον γυμνή τις περισσότερες φορές. Όλα άλλαξαν από τότε που καθάρισα το σκουπίδι τον Φέλιξ σκέφτηκα με ικανοποίηση.

Έβαλα λίγο παγωμένο γάλα και μερικά μπισκότα με γέμιση μαρμελάδα βερίκοκο και επικάλυψη σοκολάτα, δικιά μου συνταγή, τίποτα πιο παρήγορο από τη παιδική αθωότητα της μαρμελάδας και την θεραπευτική επίδραση της σοκολάτας. Τα τακτοποίησα μέσα σε ένα πιατάκι πάνω σε ένα δίσκο από κασσίτερο διακοσμημένο με άνθη με μεγάλα πέταλα και επέστρεψα στο δωμάτιο μου. Περνώντας από το δωμάτιο του Rage είδα μισάνοιχτη τη πόρτα του και μπήκα σε πειρασμό να κρυφοκοιτάξω. Έβαλα το κεφάλι της από το άνοιγμα της πόρτας και κοίταξα προς το μέρος που βρισκόταν το κρεβάτι του. Η τηλεόραση έπαιζε με σίγαση και το φως της έλουζε τον νεαρό άντρα που κοιμόταν βαθιά με τα σκεπάσματα ένα κουβάρι κάτω στα πόδια του. Φορούσε μονάχα ένα εσώρουχο τύπου μποξεράκι που δεν ήμουν σίγουρη τι χρώμα ήταν.

Τον άκουσα να μουρμουρίζει το όνομα μου και τινάχτηκα σαν να με είχε τσουρουφλίσει φωτιά. Κόντεψα να ρίξω τον δίσκο από τα χέρια μου αλλά κατάφερα να βρω την ισορροπία μου.

Η σκιά μου αταλάντευτη στο τοίχο έμοιαζε να με κοιτάει κατάματα. Πήγα με γρήγορο βήμα στο δωμάτιο μου και έκλεισα τη πόρτα. Είχε ψιθυρίσει το όνομα μου, τι σήμαινε αυτό; Οι υποθέσεις και τα σενάρια δραπέτευαν από το μυαλό μου και τσαλαβουτούσαν στο γάλα όπως τα μπισκότα μου. Το γάλα είχε αλλάξει από λευκό σε μπεζ ροζ από τα μπισκότα που έλιωναν. Κοιμήθηκα εύκολα χωρίς να έχω πλήρη επίγνωση πως εκείνη τη στιγμή η σκιά μου που ξέφευγε από το περίγραμμα του σώματος μου γιγαντώθηκε στον απέναντι τοίχο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

68681474_1163387263852281_8137919752593997824_n

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦ 22 ΑΠΡΟΣΚΛΗΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Καθόμουν σε ένα πολυτελές κάθισμα με περίτεχνη διακόσμηση, που έμοιαζε με θρόνο, γυμνή κρατώντας ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Απέναντι μου ένας άντρας με τη σάρκα του σε ορισμένα σημεία να αποσυντίθεται πάνω στα ολόλευκα κόκαλα του,  σήκωσε ψηλά το ποτήρι του για να κάνει πρόποση.

“Στον έρωτα”

Στον πόλεμο” ευχήθηκα εγώ και τσούγκρισα το ποτήρι του.

Μια σταγόνα κρασί χύθηκε στα δάχτυλα μου. Βρέθηκε άγνωστο πως γονατιστός μπροστά μου και έγλειψε το υγρό νέκταρ από τα δάχτυλα μου. Η πανσέληνος μας έσπρωχνε να κυλιστούμε στο μαλακό χώμα. Βρεθήκαμε στο έδαφος προχωρώντας σε άσεμνες πράξεις. Καθώς το φεγγάρι στροβίλιζε τις ασημένιες αχτίνες πάνω του μου φάνηκε πως είδα το πρόσωπο του Φέλιξ. Ούρλιαξα προσπαθώντας να ελευθερωθώ, όμως με κράτησε με τα σκελετωμένα χέρια του από τους καρπούς σταθερά στο χώμα. Κάλεσα το σπαθί μου αλλά μάταια. Η γλώσσα του χάρασσε υγρά αηδιαστικά μονοπάτια σε όλο μου το σώμα. Με βιάζει, το τέρας με βιάζει!!!

“Σε σιχαίνομαι” ούρλιαξα με όλη τη δύναμη του αλυσοδεμένου μου κορμιού.

“Σιχαίνεσαι.. εμένα;” ψέλλισε σοκαρισμένος. Κοίταξα το πρόσωπο του μόνο που αυτή τη φορά αντίκρισα τον Gus. Πως ήταν δυνατόν να τον μπερδέψω με το κτήνος τον Φέλιξ;

Συ.. συγνώμη” είπα με ντροπή. “Συγνώμη” έκλαιγα από ανακούφιση. Του ζήτησα να με φιλήσει και υπάκουσε. Το δροσερό αεράκι με έκανε να ριγήσω και να τεντώσω το κορμί μου από ηδονή.

“Gus” μουρμούρισα με λαγνεία.

“Gus;;;;” μια φωνή θυμωμένη, διαφορετική με έβγαλε από το στρόβιλο της καύλας όπου χόρευα μεθυσμένη. Ο Δρ Έντουαρντ με λυμένη τη σοβαρή γραβάτα του και αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο με κοίταζε.

“Τι; Δεν συμβαίνει αυτό…” λύθηκα σε ασυναρτησίες.

“Μωρό μου το κρασί σε χτύπησε στο κεφάλι, γιαυτό δεν θα στραβώσω που με είπες με διαφορετικό όνομα”

Ένα υστερικό γελάκι σκάλωσε στον λαιμό μου. “Είμαι μεθυσμένη δεν εξηγείται αλλιώς” είπα χωρίς να ξέρω αν έκλαιγα ή αν γελούσα.

“Ηρέμησε μωρό μου, αφέσου και θα σε κάνω να τα ξεχάσεις όλα”

Υπάκουσα και έκλεισα τα μάτια. Χαλάρωσε είπα στον εαυτό μου. Σκάσε και άστον παίδαρο να σου ταρακουνήσει λίγο το κόσμο σου.

“Ναι” φώναξα από ηδονή, “ναι σε παρακαλώ ναι”

“Με παρακαλάς μωρό μου; Δεν χρειάζεται! Θα σου δώσω ότι χρειάζεσαι. Αρκεί να με εμπιστευτείς Αληκτώ”

Άνοιξα σοκαρισμένη τα μάτια, που γνώριζε αυτό το όνομα ο Δρ. Εντ…. Rage?????? Μπροστά μου βρισκόταν ο Rage και όχι ο Δρ Έντουαρντ.

“Πως γίνεται αυτό;” είπα μπερδεμένη. Το μυαλό μου είχε βυθιστεί στο χάος σε αντίθεση με το κορμί μου που είχε ξυπνήσει για τα καλά από τον λήθαργο και ζητούσε να αγαπηθεί σαν να μην υπάρχει αύριο.

“Άσε με να σου σπάσω τις αλυσίδες, Αληκτώ”

Πετάχτηκα πάνω ουρλιάζοντας παρασύροντας το νερό που βρισκόταν πάνω στο κομοδίνο μου. Ο Rage όρμησε στο δωμάτιο μου με τα μαλλιά του ανακατεμένα και τα μάτια πρησμένα από τον ύπνο. Φορούσε ένα καρό μπλε μποξεράκι και ήταν ξυπόλυτος. Με πλησίασε.

“Μη” του είπα “θα σου καρφώσουν τα σπασμένα γυαλιά”.

 Στάθηκε και έκανε το κύκλο του κρεβατιού για να έρθει κοντά μου από την άλλη πλευρά. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και με κοίταξε. Κοίταξα το σεντόνι που το είχα κάνει κουβάρι ανάμεσα στα πόδια μου για να μη προδώσει το βλέμμα μου τα όσα είχα δει στον ύπνο μου.

“Είσαι καλά;” είπε με βραχνή φωνή. Πόσο σέξι χριστέ μου σκέφτηκα. Ό άνθρωπος βρωμάει σεξουαλικότητα από δω έως την Τριστάν Ντα Κούνια της Αφρικής. Πήραν φωτιά τα μάγουλα μου και φοβήθηκα μη προδοθώ.

“Θέλεις λίγο νερό;”

“Ναι” είπα υπερβολικά γρήγορα “σε παρακαλώ”

“Με παρακαλάς;” είπε καθώς σηκωνόταν. “Δε χρειάζεται”

Τι; Το ίδιο πράγμα είπε και στο όνειρο μου. Είναι δυνατόν να ξέρει;
Επέστρεψε με έναν δίσκο φαγητά. Όπως έκανε ο Gus. Έχεις μπλέξει τα μπούτια σου κοπελιά, σκέφτηκα. Τους σκέφτεσαι όλους τους θέλεις όλους την ίδια στιγμή που έχεις κάνει φόνο. Ένιωθα πως δεν με γνώριζα πια. Ακούμπησε το δίσκο στο κρεβάτι και έσκυψε να μαζέψει τα γυαλιά. Πήγε να τα πετάξει και επέστρεψε. Κάθισε δίπλα μου και μου χαμογέλασε.

“Είναι σχεδόν οκτώ. Ώρα για πρωινό” είπε και μου σέρβιρε το γάλα μου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ……………

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

68474193_1154458874745120_1719673599301779456_n

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21: BROKEN GIRLS BLOSSOM INTO WARRIORΣ…

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

“Τρία χρόνια ζεις στις σκιές” μουρμούρισε βαριεστημένα. Το ίδιο λογύδριο είχε ειπωθεί ατελείωτες φορές χωρίς ωστόσο κανένα αποτέλεσμα. Παρόλα αυτά συνέχισε σαν να ήλπιζε πως κάτι θα άλλαζε αυτή τη φορά. Η Σκάιλαρ τον κοίταξε με αυτό το πονηρό γελάκι που της πρόσδιδε μια μοναδική γοητεία. “Πότε θα σταματήσεις να το παίζεις τιμωρός εκδικητής;”

“ Όταν θα αποφασίσεις να μου φανερώσεις πως στο διάολο με ζωγράφισες στο κόμικ σου χωρίς να με γνωρίζεις και πως το κόμικ αυτό βρέθηκε στο δωμάτιο μου”

Σήκωσε μάτια και χέρια προς τον ουρανό σε στάση ικεσίας.

Για όνομα του Θεού, Σκαι…”
“Και ποιος είναι ο Θεός ακριβώς;”
“Με φτάνεις στα όρια μου, μια από αυτές τις μέρες θα σε πιάσω στα χέρια μου και…”
“Απειλές” φύσηξε «κούφια λόγια». Του έκλεισε το μάτι και ύστερα του έβγαλε τη γλώσσα.

Ζούσαν μαζί εδώ και τρία χρόνια, είχαν αφήσει το λόφτ του Ρειτζ και είχαν βρει ένα μικρό γραφικό εξοχικό κότατζ στο Apple tree wick στη κομητεία του Νορθ Γιόρκσαιρ. Είχε δυο δωμάτια όλα κι όλα, με πέτρινη καμινάδα και κήπο κουκλίστικο. Οι ταπετσαρίες στους τοίχους με διαφορετικό θέμα σε κάθε δωμάτιο, με ντόνατς κατσαρόλες και ποδιές για τη κουζίνα, ορτανσίες και πεταλούδες για το δωμάτιο της Σκάιλαρ, αμάξια και μπάλες κρίκετ δημιουργούσαν ανάμεικτα συναισθήματα στους προσωρινούς ιδιοκτήτες, κοριτσίστικο ενθουσιασμό για την Σκάιλαρ, απέχθεια για τον Ρειτζ.

Καβγάδιζαν διαρκώς χωρίς λόγο αλλά ήταν τσακωμοί ανεδαφικοί χωρίς μίσος, δεν υπήρχε καν θυμός. Ήταν σαν ψωμοτύρι, τους έτρεφε, τους έκανε να δένονται περισσότερο. Οι καβγάδες τους σίγουρα ήταν ο τρόπος τους για να επικοινωνήσουν και να δείξουν πόσο νοιάζονται ο ένας για τον άλλον.

Πριν τρία χρόνια η Σκάιλαρ είχε μια σχεδόν φυσιολογική ζωή, είχε μόλις διακόψει προσωρινά τις σπουδές της για να εργαστεί στην έπαυλη των Μπόλτον ως δασκάλα για τον τραυματισμένο γιο τους, Λουίς, είχε μια σχέση με τον Φέλιξ που της φερόταν βάναυσα και υπέφερε από ανορεξία. Συνηθισμένα πράγματα δηλαδή για μια ρομαντικά ευαίσθητη κοπέλα σε μια βαθιά αδιάφορη κοινωνία.

Όταν όμως κινδύνευσε να πεθάνει από τα χέρια του άνδρα που αγαπούσε περισσότερο από κάθε τι, η Σκάιλαρ έπαθε αυτό που στη γλώσσα του Ρειτζ ονομάζεται “διαχωριστική μετατόπιση” και σκότωσε ή έτσι πίστευε, τον Φέλιξ με το μυστήριο σπαθί που το άκουγε να της μιλάει μέσα στο κεφάλι της.
Μετά το φονικό το έσκασε και κάπως έτσι γνώρισε τον Ρειτζ. Μόνο που εκείνος την ήξερε ήδη καθώς την είχε συναντήσει αμέτρητες φορές στα όνειρα του όπου το μαγικό του χάρισμα του είχε υποδείξει να δημιουργήσει το κόμικ με εκείνη πρωταγωνίστρια.

Την ένιωθε πάντα, όταν εκείνη υπέφερε το καταλάβαινε κι ας ήταν μίλια μακρυά, όταν ένιωθε χαρά, τις λιγοστές εκείνες φορές, το διαισθανόταν. Την ημέρα που τη γνώρισε από κοντά στη βιβλιοθήκη, ήξερε που ακριβώς θα την έβρισκε.

Όλα αυτά ήταν φυσιολογικά για τον ίδιο έστω κι αν δεν είχε τη παραμικρή γιατί είχε όλα αυτά τα χαρίσματα, τα είχε αποδεχτεί από μικρή ηλικία.


Η Σκάιλαρ μάδησε σε δεκάδες μικροσκοπικά κομματάκια ένα
αφράτο scone με μύρτιλλα. Από το ταξίδι της στη Κορνουάλη της είχε μείνει η συνήθεια του να απολαμβάνει λιχουδιές με τσάι. Το scone ήταν ένα είδος τσουρεκιού ή αφράτου ατομικού ψωμιού που γινόταν με απλά υλικά όπως αυγά, γάλα και βούτυρο.

Τις ατελείωτες ώρες που κρυβόταν μέχρι να τη καλέσει το καθήκον να τιμωρήσει κάποιον αλήτη που έκανε μαύρη τη ζωή μια γυναίκας είχε τελειοποιηθεί στη μαγειρική. Η μεταμόρφωση της σε Αληκτώ αν μη τι άλλο την είχε βοηθήσει να νικήσει την ανορεξία. Έτρωγε κανονικά ίσως και λίγο περισσότερο χωρίς να ενδιαφέρεται για το αν θα παχύνει γιατί το να είσαι σούπερ ηρωίδα απαιτούσε τη καύση πολλών θερμίδων.

Ήταν δέκα το πρωί και μόλις είχε ξυπνήσει. Ο Ρέιτζ την είχε κατσαδιάσει ακόμα μια φορά γιατί το προηγούμενο βράδυ είχε κάνει τουλούμι στο ξύλο τον επίδοξο βιαστή ενός εικοσάχρονου κοριτσιού. Τον είχε παρατήσει δεμένο στο αστυνομικό τμήμα.

“Δεν είναι η δουλειά σου να αποδίδεις δικαιοσύνη. Θα σκοτώσεις κανέναν κατά λάθος. Ή μπορεί να τραυματιστείς και η ίδια”
“Εσύ με ζωγράφισες με το αναθεματισμένο σπαθί στο χέρι”

Έριξε μια ματιά στο βαρύ σπαθί που ήταν ακουμπισμένο στον τοίχο μισοκρυμμενο πίσω από το καρό κουρτινάκι. Ενώ στην αρχή το σπαθί εμφανιζόταν όποτε εκείνο το επέλεγε, στο χέρι της, όταν εκείνη πήρε τον έλεγχο το σπαθί έμεινε ακίνητο όπου το τοποθετούσε.

Φορούσε μόνο μια φαρδιά μπλούζα του Ρέιτζ από εκείνες που φόραγαν στο ράγκμπι ή κάτι τέτοιο. Της έριξε μια θυμωμένη ματιά. Ύστερα σηκώθηκε και πήγε πάνω από τον ώμο της. Της σέρβιρε καυτό τσάι μασάλα με τη λευκή κανάτα από πορσελάνη και τα αρώματα της κανέλας, του γαρύφαλλου και της πιπερόριζας πλημμύρισαν το χώρο.

Δεν το διάλεξα εγώ να σε βλέπω στα όνειρα μου, ούτε το να σε ζωγραφίσω ως ηρωίδα κόμικ” είπε θυμωμένα. “Όσο μπερδεμένη είσαι εσύ άλλο τόσο είμαι και εγώ. Το χάρισμα αυτό το έχω από μικρός. Το μόνο που ξέρω είναι πως το πεπρωμένο μας θέλει μαζί. Προφανώς μαζί θα ανακαλύψουμε την αλήθεια”

Δεν της έλεγε τη πλήρη αλήθεια. Σκόπιμα είχε αποκρύψει το κομμάτι με την μετατόπιση που είχε υποστεί. Ήξερε πως δεν ήταν έτοιμη ακόμα για να μάθει την αλήθεια. Θα τη βοηθούσε να επιστρέψει στη πραγματικότητα ομαλά.

 

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

 

67759162_1137618923095782_5354190116199858176_n

Σημείωση: Για το δεύτερο μέρος της Αλυσοδεμένης επέλεξα στο πρώτο κεφάλαιο να κάνω ένα διάλειμμα από την αφήγηση της Σκαιλαρ, και να δώσω σε έναν ουδέτερο αφηγητή Θεό (έτσι λέγεται;) την ευκαιρία να διηγηθεί προσωρινά την ιστορία. Στο επόμενο κεφάλαιο η Σκαιλαρ θα συνεχίσει να είναι ο αφηγητής…

 

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20: Η ΣΤΟΛΗ..

Το να αγοράσω τη φτηνή ραπτομηχανή μαζί με τα είδη ραπτικής από το σούπερ μάρκετ ήταν παρορμητική. Μπορεί να ένιωθα πως έχανα σημαντικά κομμάτια της υπόστασης μου με την επιλεκτική αμνησία που με είχε αιχμαλωτίσει αλλά ήξερα πως να φτιάξω αυτό που ήδη υπήρχε στο μυαλό μου. Δεν ήξερα γιατί συνέβαινε αυτό αλλά πολλές φορές ερχόταν στον ύπνο μου οι απαντήσεις σε σοβαρά προβλήματα που με απασχολούσαν. Υπήρχε λόγος λοιπόν που έβλεπα ξανά και ξανά εικόνες να φοράω τη στολή.

Στρώθηκα σε ένα τραπεζάκι μπροστά στο παράθυρο πήρε στα χέρια μου το μπλοκ με το σκίτσο που είχα σχεδιάσει μόλις ξύπνησα το πρωί. Ξεδίπλωσα τα υφάσματα που είχα αγοράσει στη βόλτα μου και άρχισα να μετράω, να ράβω και να γαζώνω σαν τρελή. Κάθε νήμα κάθε βελονιά κάθε κλωστή έραβα τη στολή της ατρόμητης πολεμίστριας που είχα δει στα όνειρα μου.

Ώρες αργότερα είχα  έτοιμη μια ολόσωμη στενή φόρμα σε κόκκινο και μπροστά στο ύψος του στήθους, το αραχνοΰφαντο προστήθιο σε μινωικό μπλε αγκάλιαζε τον κορμό  σαν κορσές. Ένιωσα να με καλεί να υπηρετήσω τον ιερό σκοπό μου, όπως ακριβώς το σπαθί μου.

Αναρωτήθηκα που βρισκόταν o Rage  και κατευθύνθηκα προς το δωμάτιο του. Τον βρήκα να κοιμάται. Ακούμπησα στην πόρτα και επέτρεψα στον εαυτό μου να τον εξερευνήσει με τα άπληστα μάτια μου. Ένιωσα πως αντίκριζα το πεπρωμένο νου, όπως πριν με τη στολή και το σπαθί. «Ποιος είσαι και γιατί με κάνεις να νιώθω έτσι;» ψιθύρισα πριν τον αφήσω να ταξιδέψει στο βασίλειο του Μορφέα περιπλανώμενος στα πολύχρωμα όνειρα του.

                                                                ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…..

66735777_1125107957680212_4018967925850374144_n
ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΈΝΗ ΨΥΧΉ ΚΕΦΆΛΑΙΟ 19 ΜΆΤΙΑ ΠΟΥ ΑΙΧΜΑΛΩΤΊΖΟΥΝ

Όταν συνήλθα βρισκόμουν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έμενα τις τελευταίες μέρες. Μου είχε βγάλει τα παπούτσια και στο κεφάλι μου είχε τοποθετήσει περισσότερα από δυο μαξιλάρια.
Τον κοίταζα μπερδεμένη καθώς περίεργες εικόνες με κατέκλυσαν. Εγώ και εκείνος μαζί; Μου ανταπέδωσε το βλέμμα του και ένιωσα να βυθίζομαι μέσα τους. Οι κόρες του είχαν διασταλεί έχασκαν σαν σκοτεινά πηγάδια που με καλούσαν να βουτήξω μέσα τους.

“Παίρνεις ναρκωτικά;” ψέλλισα ασυναίσθητα.

Ένας ψίθυρος με έκανε να τιναχτώ.

“Τι ήταν αυτό;” είπα φοβισμένη.
“Δεν άκουσα κάτι” είπε διασκεδάζοντας ο Rage.
Πίσω του, στον τοίχο το σπαθί ένιωσα να με καλεί.
Στο μυαλό μου όρμισα σαν μανιασμένη μαινάδα στον αέρα άρπαξα το σπαθί και βούτηξα στα σμαραγδένια πηγάδια των ματιών του.
Με κράτησε από τους ώμους και με έβαλε να ξαπλώσω.

“Πρέπει να ηρεμήσεις” είπε και αυτόματα η ήρεμη φωνή του μου προκάλεσε ένα απαλό μούδιασμα.

“ Άσε με να σου εξηγήσω” Σηκώθηκε χωρίς να πει κουβέντα και έπιασε το κινητό του από το τζάκετ του. Απομακρύνθηκε και μίλησε χαμηλόφωνα σε κάποιον και μετά τερμάτισε τη κλήση. Ύστερα ήρθε και κάθισε δίπλα μου.
“Θα σου εξηγήσω, αλλά πρώτα θα φάμε! Είμαι σίγουρος ότι έχεις να φας μέρες γιαυτό παρήγγειλα πίτσες”
Δεν είχα ιδέα πόσο πεινασμένη ήμουν μέχρι δοκίμασα τη πρώτη μπουκιά. Με κοίταζε αμίλητος, παίζοντας ένα κομμάτι πίτσα στα χέρια του ενώ εγώ καταβρόχθιζα το ένα κομμάτι μετά το άλλο. Αν ήταν εδώ ο Gus, σκέφτηκα, δεν θα άφηνε ούτε ψίχουλο.

“Ευτυχώς που παρήγγειλα τέσσερις πίτσες. Νομίζω θα σου φτάσουν αν δεν φάω εγώ. Τι λες;” με πείραξε.

Ακόμα με μάγευε, κι ας το έπαιζα άνετη. Ήταν τόσο όμορφος, τόσο αρρενωπός, σαν αρχαίος Θεός Βίκινγκ.

“Μη νομίζεις ότι θα τη γλυτώσεις” είπα προσπαθώντας να καταπιώ. “Μόλις τελειώσουμε το φαγητό, έχεις πολλά να μου πεις”

“Το περιμένω πως και πως” είπε χαμογελώντας.

“Κοίτα! Πολλές φορές ένας θρύλος κρύβει ψήγματα αλήθειας. Μπορεί να σου φαίνονται παρανοϊκά όλα αυτά, αλλά δεν είναι”

Είχα γυρίσει τη πλάτη μου σε εκείνον και ρέμβασα από το παράθυρο στο δρόμο. Όλα στη θέση τους, όλα τόσο ήσυχα. Ο Rage καθισμένος σε μια παλιά πολυθρόνα περίμενε δίνοντας μου χρόνο να χωνέψω τα όσα μου είχε πει.

“Σε έβλεπα στα όνειρα μου εδώ και καιρό” ήταν το πρώτο που μου είπε. “Λογικά το σύμπαν ήθελε να μας φέρει κοντά για κάποιο λόγο. Προς το παρόν προτείνω να έρθεις να μείνεις μαζί μου και να αφήσεις αυτή τη τρώγλη”

“Μαζί σου;” ρουθούνισα.

“Ναι. Δεν πιστεύω να με φοβάσαι;”

“Αυτό ήταν” είπα σχεδόν θυμωμένη και άρχισα να ετοιμάζω τα πράγματα μου. Στο πάτο του σακιδίου μου κείτονταν υπομονετικά το κόμικ.

Το σπίτι του βρισκόταν ανατολικά του Λονδίνου, σε μια ερημική περιοχή. ‘Ότι πρέπει για έναν παρία καλυμμένο με τατουάζ και ουράνια μάτια, σκέφτηκα. Ανεβήκαμε με ένα προπολεμικό ασανσέρ στον πέμπτο όροφο. Το σπίτι του ήταν ένας ενιαίος χώρος με τζαμαρίες που έφταναν μέχρι το ταβάνι. Ξύλινα δοκάρια στην οροφή και ένας ανεμιστήρας έδιναν την εντύπωση γκαράζ. Στον τοίχο που δεν είχε τζαμαρία είχε ένα διπλό κρεβάτι. Κοίταξα τριγύρω. Υπήρχε μια πόρτα που οδηγούσε στη τουαλέτα. Και μια μικρή κουζίνα που χωριζόταν με πάσο από τον υπόλοιπο χώρο. Κατά τα άλλα δεν υπήρχε κάποιος άλλος χώρος όπου θα μπορούσα να κοιμηθώ. Τον κοίταξα με απορία. Σαν να διάβασε το μυαλό μου έδειξε τον καναπέ απέναντι από το κρεβάτι.

“Εσύ εκεί εγώ εδώ”

Ο πόνος μεταμορφώνει μια γυναίκα σε πολεμίστρια” είπε το επόμενο πρωινό καθώς πίναμε καφέ. Το σπαθί μου είχε μεταφερθεί τυλιγμένο σε ένα παλιό σεντόνι που κλέψαμε από το δωμάτιο του ξενοδοχείου και που ακόμα δεν είχα καταλάβει πως κατάφερε να το βγάλει έξω και να το περάσει από τη ρεσεψιόν.

“Για αυτό εμφανίστηκε μπροστά μου ένα σπαθί που μου μιλάει; Για να σκοτώσω τον γκόμενο μου;” είπα εμφανώς εκνευρισμένη.

Κρατούσα ένα κηροπήγιο με τρία κεριά και αυτό ήταν το μόνο ξεκάθαρο. Το αχνό φως των κεριών δεν μου επέτρεπε να δω πολλά. Το μόνο που μπορούσα να αντιληφθώ ήταν ότι κατέβαινα μια πέτρινη γυριστή σκάλα. Βήματα πίσω μου δήλωναν ότι δε βρισκόμουν μόνη. Δεν χρειαζόταν να γυρίσω πίσω μου για να δω ποιος με ακολουθούσε γιατί κάθε φορά που έβλεπα το συγκεκριμένο όνειρο, ο Rage ήταν αυτός που βρισκόταν πίσω μου. Υπήρχε μια συγκεκριμένη θερμότητα, μια παράξενη αύρα που έβγαινε από μέσα του και που την ένιωθα να μου καψαλίζει το δέρμα. Μια πεταλούδα μπλέχτηκε στα μαλλιά μου, ανοιγόκλεισε τα πανέμορφα φτερά της. Με περιτριγύρισε αρκετές φορές ώσπου την άκουσα να ψιθυρίζει “Έγινες εγώ, τόσο όμορφη τόσο εύθραυστη”

Πετάχτηκα κάθιδρη προσπαθώντας να πάρω ανάσα. Τα όνειρα που έβλεπα ήταν εξουθενωτικά. Κοίταξα τριγύρω αλλά το σκοτάδι δε μου επέτρεπε να δω καθαρά.

“Είμαι σίγουρη πως δε σε συνάντησα για το τίποτα” είπα στον Ρειτζ ενώ βρισκόμουν πάνω από μια κούπα αχνιστό καφέ.

“Το ίδιο πιστεύω και εγώ” μου απάντησε.

‘Ύστερα κοίταξε έξω από το παράθυρο το ψιλόβροχο. “Είμαι διαφορετικός από όσους άντρες έχεις γνωρίσει ποτέ” είπε με χαμένο βλέμμα.

“Μετριόφρων βλέπω” τον ειρωνεύτηκα.

“Δεν εννοώ αυτό” είπε και έριξε το βλέμμα του πάνω μου. Επιτέλους, σκέφτηκα και μετά το μετάνιωσα. Τα μάτια του σαν προβολείς με αιχμαλώτιζαν σε μια δέσμη φωτός.

“Όμορφος είσαι” είπα ασυναίσθητα.

Μου χαμογέλασε αχνά χωρίς να χάσει τη σοβαρότητα του.

“Δεν εννοούσα αυτό” μου έπιασε το χέρι. Αυτόματα το ελεύθερο χέρι μου έσφιξε περισσότερο την αχνιστή κούπα.

“Σκάιλαρ” ψιθύρισε, “μπορώ και κάνω πράγματα. Περίεργα πράγματα”

Τον κοίταξα χωρίς να μπορώ να πω το παραμικρό. Κατά βάθος, όμως γνώριζα τι εννοούσε. Τα μυαλά μας ήταν λες και ήταν απόλυτα συντονισμένα. Χωρίς να γνωρίζω την αλήθεια ένιωθα πως βαθιά μέσα μου ήξερα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…..
ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

66297710_1115664215291253_2156207018635952128_o

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18 ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΗ ΣΚΑΙΛΑΡ

 

Ανακουφισμένη που είχα πάρει μαζί μου τα ακουστικά μου τα συνέδεσα με το κινητό και άφησα τη μουσική να με τυλίξει και να με γιατρέψει. Μόλις είχα φύγει από τη βιβλιοθήκη. Μουδιασμένη και ακούγοντας τη φωνή της Tarja το “Ave Maria” αναρωτήθηκα πότε επιτέλους θα ξυπνούσα από αυτό τον αέναο εφιάλτη. Είχα σκοτώσει τον Φέλιξ, θα με έβρισκαν κάποια στιγμή. Θα σάπιζα στη φυλακή. Είχα δώσει ραντεβού την επομένη, την ίδια ώρα στο ίδιο σημείο με τον άγνωστο μυστηριώδη τύπο ονόματι Rage που είχα γνωρίσει στη βιβλιοθήκη.

Λίγα μέτρα πριν το ξενοδοχείο μου είδα κάτι που με σόκαρε. Σε ένα δέντρο υπήρχε κολλημένο ένα χαρτί που έγραφε με μεγάλα γράμματα Missing και από κάτω τη φωτογραφία μου!!!! Ήμουν αγνοουμένη όχι καταζητούμενη; Έμεινα αποσβολωμένη μπροστά στη ζοφερή πραγματικότητα αρκτική σαν μέθυσος μπροστά σε μια μπουκάλα κρασί. Η αφίσα το έλεγε καθαρά: “αγνοουμένη Σκάιλαρ για πληροφορίες επικοινωνήστε με το αστυνομικό τμήμα της περιοχής σας”

Με αναζητούν. Δεν ξέρουν ότι σκότωσα τον Φέλιξ; Μα άφησα το κατακρεουργημένο σώμα του στο πάτωμα του δωματίου μου. Μαζί του άφησα τον Έντουαρντ και τον Gus αδιάψευστους μάρτυρες. Δεν ειδοποίησαν την αστυνομία; Ένιωσα το στομάχι μου να ανακατεύεται και παραπάτησα.

Κόλλησα το σώμα μου σε έναν τοίχο για να μη σωριαστώ. Τώρα έβγαζε νόημα. Είχαν δηλώσει την εξαφάνιση μου αλλά είχαν αποφασίσει να αποκρύψουν την αλήθεια. Προφανώς είχαν εξαφανίσει το πτώμα του Φέλιξ για να με προστατεύσουν. Γιαυτό ήμουν αγνοουμένη και όχι καταζητούμενη. Χωρίς πτώμα δεν υπήρχε έγκλημα. Πάλεψα να μην αδειάσω το εσωτερικό του στομαχιού μου στο πεζοδρόμιο και όρμισα να σκίσω την αφίσα παίρνοντας την μαζί μου.

Δεν ξέρω γιατί είχα αποφασίσει να μιλήσω στον Ρειτζ για όσα συνέβαιναν, ένιωθα μια απίστευτη ασφάλεια κοντά του, από την ημέρα που γνωριστήκαμε στη βιβλιοθήκη, το μόνο που γνώριζα ήταν πως είχα ανάγκη να του μιλήσω πριν τρελαθώ.

“Ξέρεις είδα ένα περίεργο όνειρο χθες βράδυ” είπα καθώς περπατάγαμε στο πάρκο. Εξακολουθούσε να με ζαλίζει με το βλέμμα του. “Γενικά βλέπω πολλά τέτοια όνειρα τελευταία”

Με κοίταξε σαν να γνώριζε τι ήθελα να του εκμυστηρευτώ. Δεν είπε τίποτα αφήνοντας μου το χρόνο να βάλω τα συναισθήματα μου σε λέξεις.

Μια πολεμίστρια με χρυσοποίκιλτη πανοπλία κρατούσε το σπαθί που είχα στο…” σταμάτησα πριν πω την αλήθεια. Στα μπερδεμένα αυτά όνειρα η ηρωίδα του κόμικ ενσαρκωνόταν στο πρόσωπο μου κράδαινε το σπαθί με το οποίο είχα σκοτώσει τον Φέλιξ. Δεν μπορούσα να συνεχίσω. Μου χαμογέλασε και κοντοστάθηκε σε μια τριανταφυλλιά με κόκκιν.. λευκά τριαντάφυλλα. Δεν μπορούσα ούτε τα χρώματα να αναγνωρίσω λες και υπέφερα από δαλτονισμό. Μου χάιδεψε απαλά το μάγουλο σαν να διάβασε τη σκέψη μου. “Όταν θα είσαι έτοιμη θα μου πεις όσα νιώθεις”

‘Ένιωσα να με ρουφάει η πράσινη δίνη των ματιών του και ζαλίστηκα ελαφρά. Παραπάτησα και το αινιγματικό χαμόγελο του ήταν το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι πριν χάσω τις αισθήσεις μου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…..
ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

66252935_1109413312583010_8052940169625468928_n