ΜΟΡΙΓΚΑΝ ΜΟΡΜΠΙΤ, Τα PENNY DREADFULS της ΜαΦίας

just checking..

Απλά πέρασα να πω ένα «γεια»……

Το ξέρω ότι δεν γράφω τόσο συχνά πια αλλά δε σημαίνει ότι έχω ξεχάσει το blog μου….

Απλά έχω ρίξει το βάρος στη συγγραφή και δεν μπαίνω όσο συχνά θα ήθελα…

Επίσης ετοιμάζω μια short horror story την οποία θα δημοσιεύσω εδώ την βραδιά του Halloween.

Αυτή η ιστορία είναι το δεύτερο μέρος του «ΜΑΚΑΒΡΙΟ ΠΑΡΤΥ ΤΗΣ ΜΟΡΙΓΚΑΝ ΜΟΡΜΠΙΤ» που δημοσίευσα πέρυσι στις 30 Οκτωβρίου για το  περσινό Halloween

Μέχρι λοιπόν να έρθει το αγαπημένο Halloween και να διαβάσετε την ιστορία μου σας φιλώωωωω……..

 

Advertisements
ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ, Τα PENNY DREADFULS της ΜαΦίας

Περί ιστοριών τρόμου…

Αγαπώ τις ιστορίες τρόμου όπου καθετί άρρωστο που κρύβει η ανθρώπινη φύση ξεσηκώνεται και αναδύεται από τα απύθμενα κολασμένα σκοτάδια του πυρήνα της. Οι κακοί χαρακτήρες στη λογοτεχνία πάντα τραβούσαν τη προσοχή μου αν και ήμουν πάντα με το μέρος του Καλού, του ήρωα που θα κόψει κώλους και θα καθαρίσει το κόσμο από τα σκατά.

  Να αναφέρω πως είμαι και περίεργο άτομο καθώς πάντα οπτικοποιώ τα συναισθήματά μου, είναι δηλαδή σαν να έχω ταινιούλες μικρού μήκους με αυτά που νιώθω να γίνονται εικόνες. Δεν θέλω να σας τρομάξω και δεν ξέρω αν σας συμβαίνει και εσάς αλλά για μένα είναι κάτι φυσικό. Ας πούμε τις λέξεις πάντα τις «έβλεπα» στο μυαλό μου την ώρα που τις έλεγα, τις διάβαζα, τις έγραφα ή τις άκουγα. Για παράδειγμα η λέξη «τριαντάφυλλο» εμφανίζεται στο μυαλό μου σαν ένα ανοιχτό ρόδο που ανθίζει βλέπω δηλαδή με τα μάτια της φαντασίας μου ένα τριαντάφυλλο σε κίνηση να ανοίγει τα πέταλα του. Το ξέρω είμαι και γαμώ τα παιδιά πρέπει να με κάνεις παρέα. Ας πούμε η λέξη «σεξ» προβάλλεται στον προτζεκτορα του μυαλού μου σαν νέον πινακίδα με έντονο φωτισμό τριγύρω από τη λέξη σαν σε διάδρομο αεροδρομίου και σαν να είναι ξαπλωμένη-η λέξη- σε πτυχώσεις από σεντόνια ξέρω ‘γω. Είπαμε έχω ανεξάντλητη μη φυσιολογική φαντασία και μου  αρέσει.

Επιστρέφοντας στο θέμα μου που είναι οι ιστορίες τρόμου και η αέναη μάχη ανάμεσα στο ΚΑΛΟ και το κακό, και στη χαρά του να δημιουργείς σκοτεινούς αρρώστους διεστραμμένους χαρακτήρες που όμως τρώνε βρώμοξυλο στο τέλος από τον Ήρωα για αποκατάσταση της δικαιοσύνης, γιατί μόνο έτσι ικανοποιούμαι εγώ, με το να νικάει το Καλό γιατί έτσι νιώθω πως υπάρχει ελπίδα ακόμα όταν οι κακοί τιμωρούνται, σκέφτομαι να προσπαθήσω να αρχίσω να γράφω σε στυλ penny dreadfuls. Τι είναι αυτά; Μην μπερδευτείτε με την σειρά που υπάρχει που είναι μάλιστα από τις αγαπημένες μου.

Penny dreadful λοιπόν ήταν αυτοτελή ολιγοσέλιδa διηγήματα του 19ου αιώνα στην Γηραιά Αλβιώνα (καλέ πες Αγγλετέρα που λέει και η κατακουζίνα, που μου έμαθες και τη Γηραιά Αλβιώνα) που απευθυνόταν στην εργατική τάξη και κόστιζε μια πένα (penny). Ήταν μυθοπλασία, μυστηρίου, φαντασίας, τρόμου, και αστυνομικά με τέρατα και νοσηρούς χαρακτήρες, ήταν δηλαδή αυτά που αγαπώ να γράφω και να διαβάζω. Ο όρος penny dreadful σήμαινε σε ελεύθερη μετάφραση φτηνό σε τιμή και ποιότητα κακόγουστο ανάγνωσμα. Κόστιζε είπαμε μια πένα. Το περιβάλλον του Λονδίνου η σκοτεινή καταχνιά, τα λασπωμένα μαγαρισμένα σοκάκια από το αίμα που έχυνε (τι σικ) ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης φάνταζε το ιδανικό σκηνικό για να δημιουργήσει κανείς εξαθλιωμένους χαρακτήρες αδίστακτους που έκαναν φρικιαστικά πράγματα.

Η ανατριχίλα που νιώθω διαβάζοντας γράφοντας τέτοιες ιστορίες με κάνει να νιώθω σχεδόν ενοχές. Από πέρυσι σκέφτομαι πολύ έντονα τα penny dreadfuls, έχω ξεκινήσει μια ιστορία που διαδραματίζεται σε περασμένο αιώνα, χρονολογίες και τοποθεσίες τα έχω αφήσει λίγο θολά το μόνο που ξέρω είναι η ηρωίδα μου που είναι αστυνομικός ντυμένη με βικτωριανά ρούχα, ξέρετε δαντελένιοι γιακάδες, μακριές φούστες που  θροΐζουν γλύφονταν αισθησιακά το πάτωμα καθώς κινείται, μαλλιά δεμένα σε αυστηρό κότσο μυστηριώδη βλέμμα και φωτιά στη ψυχή. Η βικτωριανή ηρωίδα μου λοιπόν πάει σε μια έπαυλη για να ερευνήσει το φόνο του αλλοδαπού μπάτλερ και συναντάει κάποιον… που την κάνει να νιώθει κάπως…. δεν μου έχει αποκαλυφθεί πλήρως και έχει και αυτό τη γοητεία του γιατί ενώ το γράφω, παράλληλα νιώθω πως είμαι αναγνώστρια και διαβάζω μια ιστορία με αγωνία χωρίς να μπορώ να μαντέψω τη συνέχεια. Θέλω λοιπόν να εντάξω την ιστορία αυτή στη κατηγορία ΤΑ PENNY DREADFUL TΗΣ ΜΑΦΙΑΣ που έχω δημιουργήσει εδώ στο blogg-ακι μου

67357652_1126823117508696_323761163122769920_n
Το στυλ της Έυα Γκριν στη τηλεοπτική σειρά penny dreadful είναι αυτό που φαντάζομαι για την ηρωίδα μου

Επίσης σκέφτομαι και μια άλλη ιστορία που γράφω καιρό αλλά έχει παγώσει τη ΡΟΟΥΖ που έχει σχέση με φόνους, με Πόρτλαντ και Μέριλιν Μονρόε να την εντάξω στα penny dreadful. Ήδη έχω βάλει τη ΜΟΡΙΓΚΑΝ, ΤΟΝ ΔΝΟΦΕΡΟ, ΚΑΙ ΤΟ TRICK OR TREAT στη κατηγορία ΤΑ PENNY DREADFUL ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ. Ειναι ιστορίες που τις είχα δημοσιεύσει παλιά εδώ αλλά πιστεύω υπάγονται στη κατηγορία των penny dreadfuls. Οπότε απλά τους πρόσθεσα στη κατηγορία ΤΑ PENNY DREADFULS ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ.

Δεν θα μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να γράφει κάτι διαφορετικό… Νιώθω αυτή την ηδονή, την έξαψη όταν γράφω και διαβάζω τέτοιες ιστοριες δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε… Και δεν ήμουν πάντα έτσι. Εννοώ κάποτε τρελαινόμουν για ιστορίες αγάπης. Μεγάλες προσδοκίες, Ρωμαίος και Ιουλιέτα τέτοια.

Αλλά υπάρχει ένα αχανές σύμπαν τρόμου με κλειδοκράτορα βεβαίως βεβαίως τον Δάσκαλο, τον Master of Commander Stephen King που σε καλωσορίζει γενναιόδωρα σου δίνει καραμελίτσες και γλυκίσματα σε βάζει να καθίσεις σε αναπαυτική πολυθρόνα και ΜΠΟΥΜ μπροστά σου εμφανίζονται τέρατα, με ανθρώπινη και μη μορφή, πλάσματα του σκότους που σε κάνουν να δεις κατάματα τους μεγαλύτερους εφιάλτες σου, τη πηγή της κάθε σου φοβίας να παίζει γιουκαλιλι μπροστά σου.

Δεν μπορώ να το περιγράψω αλλά η βουτιά σε τέτοιες ιστορίες σου δυναμώνουν το ανοσοποιητικό, διάολε σε κάνουν ακόμα και γενναίο. Σε κάθε μου ιστορία κουβαλάω την ίδια μου την ύπαρξη, τις πληγές μου, την άσβεστη ελπίδα μου και το αίσθημα, την ανάγκη για ΔΙΚΑΙΟΣΎΝΗ που με καίει. Γιατί μόνο έτσι μπορώ να αντιμετωπίσω τη ζωή: με το να ξέρω ότι ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΝΙΚΑΕΙ. Γιατί στο μυαλό μου όσοι μου έκαναν κακό και υπήρξαν πολλοί, παίρνουν αυτό που πρέπει να πάρουν.

Κουβαλάω τον Stephen King, τον Edgar Alan Poe, την Agatha Christie, και τον Arthur conan doyle. Πρωτίστως και πάνω από όλα όμως κουβαλάω και θα κουβαλάω για πάντα μαζί μου τον ΜΙΚΡΌ ΠΡΙΓΚΙΠΑ του Antoine De Saint Exupery. Γιατί όπως το απόλυτο κακό κρύβεται στους φόβους μας έτσι και το Καλό διαχέεται σε κάθε κύτταρο μας…..

66726304_1126321677558840_5479051940845322240_o(1)

Τα PENNY DREADFULS της ΜαΦίας

Έρχονται τα penny dreadfuls…

Διάβασα πρόσφατα για τα penny dreadfuls και μου άρεσε πολύ ως ιδέα.

Ήταν βιβλιαράκια των οκτώ ή δεκαέξι σελίδων με μίνι ιστοριούλες πλημμυρισμένες με γοτθικό τρόμο.
Κυκλοφορούσαν στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα σε συνέχειες κάθε βδομάδα στην Αγγλία.
Οι συγγραφείς των penny dreadfuls πληρωνόταν μια πένα την αράδα.
Αποφάσισα λοιπόν να γράφω μινι ιστοριούλες σε ξεχωριστή στήλη για εξάσκηση περισσότερο.
Όχι όχι δεν γλιτώνετε από μένα. Ως άλλη florence foster Jenkins θα γράφω κι ας μην έχω ταλέντο..

Πάντα πρέπει να κάνει αυτό που σου δίνει χαρά, που σε φορτίζει με δύναμη…

ΜΟΡΙΓΚΑΝ ΜΟΡΜΠΙΤ, Τα PENNY DREADFULS της ΜαΦίας

ΤΟ ΜΑΚΆΒΡΙΟ ΠΆΡΤΙ ΤΗΣ ΜΟΡΙΓΚΑΝ (MORIGAN MORBIT)….

I wish I may,

I wish I might,

have the pleasure

of giving you a fright!

Τα χέρια της ήταν ματωμένα στις αρθρώσεις και τα δάχτυλα της γεμάτα πληγές. Αυτό τη δυσκόλεψε αρχικά στο να κρατήσει το κόκκινο Dior κραγιόν της.

Άρπαξε το κουζινομάχαιρο που ισορροπούσε επικίνδυνα στην άκρη του πάγκου, και σκούπισε επιπόλαια την αιματοβαμμένη λεπίδα του στη διάφανη σατέν κόκκινη ρόμπα της. Ο λεκές από το αίμα του Κρόλει πότισε το ύφασμα και απλώθηκε φτιάχνοντας ένα πορφυρό νούφαρο δίπλα στα ιαπωνικά μοτίβα με τα πουλιά.

Σήκωσε το μαχαίρι στο ύψος του προσώπου της με μια κίνηση όλο χάρη και τα χείλη της καθρεφτίστηκαν στη λεπίδα. Χαμογέλασε σαν ύαινα καθώς περνούσε το κραγιόν πάνω στα χείλη της. Έπειτα τα πίεσε απαλά να απλωθεί το κραγιόν και παράτησε τα σύνεργα πάνω στο πάγκο.

Κατευθύνθηκε από τη κουζίνα στο μικρό πολυκαιρισμένο χολ όπου η τηλεόραση έπαιζε Νεκροταφείο ζώων. Λάτρευε τον Στίβεν Κινγκ και έβλεπε ξανά και ξανά τη συγκεκριμένη ταινία μόνο και μόνο για τη σκηνή όπου ο Κινγκ εμφανιζόταν ως ιερέας σε μια σκηνή. Ξάπλωσε στη πολυθρόνα και δυνάμωσε τον ήχο της τηλεόρασης. Κόντευε να ξημερώσει. Το ημερολόγιο στο τοίχο έδειχνε 31 Οκτωβρίου. Ήταν σίγουρα η πιο διασκεδαστική παραμονή Halloween που είχε ζήσει εδώ και δεκαετίες.

Για την ακρίβεια είχε να περάσει τόσο καλά από εκείνο το Halloween του 1888 που είχε δει τη ξαδέλφη της την Αουρέλια να πατάει ξυπόλυτη μια σκουριασμένη χοντρή ταβανόπροκα και να πέφτει στο κενό σπάζοντας τη ξύλινη σκάλα της παλιάς αποθήκης στην οποία είχαν τρυπώσει για να παίξουν κρυφτό με τα άλλα παιδιά.

Στη πληκτική πόλη που είχε μεγαλώσει δεν είχε πολλές εναλλακτικές στο πως να διασκεδάσει ένα κορίτσι πέρα από το να ψήνει κουλουράκια και να γκαστρωθεί νωρίς στο πίσω κάθισμα ενός φορτηγού με σαραβαλιασμένη καρότσα από κάποιον Χιουι ή Χοίτ ή Τζον Πανίβλακα.

“Ένα κορίτσι πρέπει να κάνει αυτό που πρέπει να κάνει” έλεγε πάντα η γιαγιά της που τη μεγάλωσε. Η Νόρα Μόρμπιτ ήταν η πιο κουλ γιαγιά από όλες όσες είχαν ζήσει στο Darkville. Δεν είχε παντρευτεί ποτέ τον παππού, διάολε δεν ήξερε καν ποιος ήταν ο παππούς. Το είχε σκάσει όταν γκαστρώθηκε για να καταφύγει στη μικρή πόλη στην οποία ζούσε τώρα και η ίδια η Μόριγκαν. Η μητέρα της, Λίλιθ, ήταν όπως και η γιαγιά, άγρια και κοκκινομάλλα. Τρεις γενιές αδάμαστων πορφυρών γυναικών.

Τώρα είχε μείνει ολομόναχη. Η γιαγιά πέθανε πριν δέκα χρόνια και η μαμά πριν τριάντα. Όμως τα κρύα βράδια τους μιλούσε. Δεν τις έβλεπε καθαρά, μόνο τα περιγράμματα τους που έμοιαζαν σαν φτηνό εφέ καπνού.

Η οικογενειακή επιχείρηση που μετρούσε πάνω από δέκα γενεές ήταν η πιο κερδοφόρα και περιβόητη επιχείρηση στη περιοχή του μουδιασμένου Μπάνγκορ στο Μέιν.
Το γραφείο τελετών “morbid hearse” μακάβρια νεκροφόρα ή νεκροφόρα των Μόρμπιτ με σήμα κατατεθέν τη νεκροφόρα με τον ζωγραφιστό σκελετό στα πλαϊνά, διοργάνωνε τις πιο φανταχτερές και ασυνήθιστες κηδείες που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Πραγματοποιούσαν κάθε βιτσιόζικη τελευταία επιθυμία. Αυτός ήταν και ο λόγος για την τεράστια επιτυχία που είχε η επιχείρηση.

Η πανέμορφη χαοτική σαν στρόβιλος, κοκκινομάλλα Μόριγκαν Μόρμπιτ που μεγάλωσε μέσα στο μακάβριο σκηνικό του γραφείου τελετών ένιωθε απόλυτα εξοικειωμένη με την ιδέα του θανάτου. Είχε παίξει ρόλο και η καταγωγή της καθώς υπήρχε μαγεία στο αίμα των γυναικών της φαμίλιας της.
Ήταν ψηλή με υπέροχο θελκτικό κορμί και ένα χείμαρρο από κόκκινα μαλλιά να ξεχύνονται στη πλάτη της. Δύσκολο να της αντισταθεί οποιοδήποτε αρσενικό. Συχνά την πολιορκούσαν άντρες που όχι μόνο ήταν δεσμευμένοι αλλά άνηκαν σε γυναίκες της οικογένειας της. Και ένας από τους άγραφους νόμους ήταν να μην κοιμούνται με τους άντρες των άλλων μαγισσών. Ούτε να τους δολοφονούν. Όμως τα λάθη ήταν ανθρώπινα και η ερωτική Μόριγκαν είχε παρασυρθεί μερικές φορές στη τρελή της νιότη.

Όπως τότε που ο Βέρνον ο γκόμενος της εξαδέλφης Αουρέλια την είχε επισκεφτεί για να επιλέξει φέρετρο για την αγαπημένη του γιαγιά που ετοιμαζόταν να τα τινάξει. Πριν καταλάβει από που του είχε έρθει, βρέθηκε με τα παντελόνια κατεβασμένα στο φέρετρο από βελανιδιά να βίαζεται από την φλογερή μάγισσα Μόριγκαν. Ο άμοιρος Βέρνον λαβώθηκε από τον έρωτα της και επισκεπτόταν τακτικά το γραφείο τελετών ακόμα και όταν είχαν τελειώσει με τη κηδεία της γιαγιάς του και δεν είχε καμιά δικαιολογία να μπαινοβγαίνει εκεί μέσα.

Η γειτονιά είχε μάτια πίσω από τις λιγδιασμένες δαντελωτές κουρτίνες κι έβλεπε πολλά και σύντομα έφτασαν στα αυτιά της απατημένης Αουρέλια.
Η Μόριγκαν μπορεί να έκανε που και που καμιά αμαρτία για να νοστιμίσει η ζωή αλλά δεν ανεχόταν να πέφτει στο επίπεδο της κάθε αγάμητης χωριάτισσας και πόσο μάλιστα στο ποταπό επίπεδο της αφελής εξαδέλφης της Αουρέλια που μυξόκλαιγε μέρα νύχτα έξω από τη πόρτα της.

Αποφάσισε να διώξει τον Βέρνον αλλά εκείνος αρνήθηκε. Ήταν λαβωμένος από έρωτα. Κρίμα που έπρεπε να τον βγάλει από τη μέση. Αυτός ήταν και ο λόγος που οι δυο εξαδέλφες ήρθαν σε ρήξη. Η Μόριγκαν όμως συνέχισε τη ζωή της χωρίς να την απασχολούν πολλά. Ζούσε για τις βραδιές που δραπέτευε σε αρσενικές αγκαλιές αλλά και για τα γλυκόπιοτα ταξίδια της.

Το σπίτι της ήταν διώροφο και επιβλητικό με πάνω από μια τριγωνικές σκεπές τόσο του κεντρικού σπιτιού όσο και των πρόσθετων χώρων, που λειτουργούσαν ως αίθρια ενώ ορθωνόταν επιβλητικά στον ουρανό σαν τούρκικοι μιναρέδες, αιχμηροί διάβολοι που γαργαλούσαν τον γαλανό ουρανό.

Οι σανίδες του στις δόξες τους ήταν λευκές, τώρα πολύ απλά είχαν ένα γκριζωπό με πράσινο της μούχλας χρώμα. Είχε συνολικά 24 παράθυρα χωρίς τις τζαμαρίες των αίθριων και τις μπαλκονόπορτες στον επάνω όροφο.
Όσο εντυπωσιακό και γεμάτο δεισιδαιμονίες για τους περίοικους, ήταν το σπίτι άλλο τόσο ανατριχιαστικός και μυστηριώδες ήταν ο κήπος με την οργιώδη βλάστηση και το ιδιωτικό νεκροταφείο στο πίσω μέρος του.

Είχε χτιστεί αιώνες πριν και άνηκε σε έναν παλιό εραστή της γιαγιάς που την είχε φιλοξενήσει την εποχή της φυγής της από το πατρικό της. Το σπίτι το κληρονόμησε η Νόρα και αργότερα η Μόριγκαν.

Στην πιο απομακρυσμένη γωνιά του κήπου υπήρχε μια κλαίουσα ιτιά. Στο πιο χοντρό κλαδί της ήταν περασμένη μια θηλιά που κουνούσε πέρα δώθε σαν εκκρεμές ακόμα κι όταν δεν υπήρχε καθόλου αέρας. Σε αυτή τη θηλιά είχε περάσει το κεφάλι του ο εραστής της γιαγιάς και είχε αυτοκτονήσει άγνωστο για ποιο λόγο. Η γιαγιά δε μιλούσε ποτέ γιαυτό. Από μικρή η Μόριγκαν τη θυμόταν να κοιτάει ατελείωτες ώρες τη θηλιά μα ποτέ δεν την ρώτησε τι έβλεπε. Μόνο όταν μεγάλωσε κάποιο σούρουπο αντιλήφθηκε, καθώς χάζευε την ιτιά, στο έδαφος το καλυμμένο με φύλα να τρεμοπαίζει η σκιά ενός άντρα.

Μετά τη τελευταία συνεύρεση της Μόριγκαν με τον Κρόλει ήλπιζε να είχε μείνει έγκυος για να συνεχίσει τη γενιά των αδάμαστων κόκκινων γυναικών. Κάτι όμως είχε πάει στραβά και ο εραστής της είχε πέσει θύμα της φλόγας της. Βλέπεις το τίμημα για τους άντρες που είχαν τη τύχη να γεύονται το θεσπέσιο κορμί της ήταν να λιώνει ους μέρα με τη μέρα, γιατί το σώμα της ήταν τοξικό και δηλητηρίαζε κάθε πόρο της αντρικής σάρκας.

Έκλεισε τα μάτια να ηρεμήσει όμως οι σκηνές που διαδραματίστηκαν πριν λίγες ώρες στο σπιτάκι του τρόμου πετάχτηκαν πίσω από τα κλειστά της βλέφαρα.

“Τι με κοιτάς έτσι; γρύλισε μανιασμένα. Προσπαθώ να σου γράψω το σημείωμα αυτοκτονίας σου. Δείξε λίγη ευγνωμοσύνη” είπε στο κεφάλι του Κρόλει που είχε τοποθετήσει στη ξεφτισμένη πιατέλα της γιαγιάς Νόρας πάνω στο τραπεζάκι του χολ. Ταίριαζε τέλεια με το μακάβριο ντεκόρ του σπιτιού. Είχε λυπηθεί που είχε πεθάνει αλλά τι στο διάβολο ήταν Halloween.

Καθώς έγραφε, είχε το τσιγάρο στο στόμα και ο καπνός της έτσουζε το μάτι. Τα δάκτυλα της ακροβατούσαν στο χαρτί για να μην αφήνουν κόκκινα ίχνη. Είχε αναγκαστεί να τον αποκεφαλίσει με τα ίδια της τα χέρια.

“Φεύγω γιατί δεν αντέχω το πόνο μπλα μπλα” μουρμούρισε. Καμάρωσε το σημείωμα και προσεκτικά το δίπλωσε και το έβαλε σε ένα σιέλ φάκελο. Θα έστελνε τον Ταζκ να τρυπώσει στο σπίτι του για να το αφήσει κάπου όπου θα το έβρισκε ο πρώτος που θα έμπαινε μέσα.

Είχε σκαρφιστεί την ιστορία με την αυτοκτονία γιατί δεν μπορούσε να τους πει την αλήθεια, ότι δηλαδή ήταν γυναίκα δηλητήριο στην κυριολεξία.

“Ο κόσμος δεν αντέχει την αλήθεια” μουρμούρισε. Ύστερα θα πήγαινε με το φορτηγάκι του στη γέφυρα στα όρια της πόλης για να το ρίξει στο ποτάμι. Έτσι όλοι θα πίστευαν ότι αυτοκτόνησε πέφτοντας από το γκρεμό.

Κατευθύνθηκε προς τη κουζίνα και ανασήκωσε τα μανίκια της ρόμπας της. Είχε πολύ δουλειά να κάνει. Σκέφτηκε τα παιδιά που θα χτυπούσαν τη πόρτα της για κέρασμα ή φάρσα και χαμογέλασε.

Η σούπα κολοκύθας με τραγανή πανσέτα και κάστανα ήταν σχεδόν έτοιμη. Τα αρώματα από τα μπαχαρικά και τη γλυκιά κολοκύθα πλανήθηκαν στον αέρα. Δάγκωσε τα χείλη της από τη πείνα. Ήταν πολύ νωρίς για να φάει. Χαμήλωσε τη φωτιά και έριξε λίγη ακόμα κανέλα. Στο τηγάνι έβαλε λίγο βούτυρο να λιώσει και έριξε μικρές λωρίδες από τη σάρκα του Κρόλει.

“Μωρό μου θα γίνεις πεντανόστιμος” μουρμούρισε ανυπόμονη.

Ένας μικρός θόρυβος της απέσπασε τη προσοχή. Άρπαξε μια πετσέτα να σκουπίσει τα χέρια της και πήγε προς τη πόρτα. “Εσύ είσαι Ταζκ;” είπε στον γάτο της που είχε εισβάλει από το μικρό πορτάκι του στο εσωτερικό του σπιτιού. Νιαούρισε και την ακολούθησε στη κουζίνα. Κάθισε στη γωνιά του και συνέχισε να τη παρακολουθεί να ανακατεύει τις κατσαρόλες κεφάτη.

Του πέταξε λίγο κρέας και ο Ταζκ όρμησε να το αρπάξει. Δεν ήταν ένας συνηθισμένος γάτος. Ήταν το αγαπημένο κατοικίδιο της γιαγιάς. Τον θυμόταν από μικρή να κάθεται στα πόδια της Νόρας και να νιαουρίζει. Θυμόταν επίσης πως μεταμορφωνόταν σε νάνο και σουλατσάριζε στη γειτονιά.

“Ώρα για τη κολοκυθόπιτα μας” είπε τραγουδιστά. Πήρε ένα γυάλινο μπολ και άρχισε να ρίχνει τα υλικά για το φύλο. Με τα χρόνια είχε αναπτύξει διάφορες παραλλαγές της κλασικής γλυκιάς κολοκυθόπιτας. Ένα υλικό δεν άλλαζε, το γαρύφαλλο. Ο τρόπος που έσκαγε στον ουρανίσκο της κάθε φορά που τη γευόταν τη συγκλόνιζε. Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα έτοιμο φύλο κρούστας για τη πίτα αλλά ήθελε να χρησιμοποιήσει τη παλιά συνταγή της οικογένειας της. Αυτή που δεν τη γνώριζε κανείς πέρα από τις κόκκινες αδάμαστες γυναίκες Μόρμπιτ.

Μέτρησε το αλεύρι και αντί για συμπυκνωμένο γάλα πρόσθεσε ήμι αποβουτυρωμένο και αντί για κρέμα γάλακτος, πρόσθεσε μια δικιά της πλούσια κρέμα με μυστικά συστατικά. Ανακάτεψε απαλά και άρχισε να ζυμώνει το φύλο. Η γέμιση ήταν έτοιμη από νωρίς. Κολοκύθα, μπαχαρικά και μικρά κομματάκια από τρυφερή σάρκα Κρόλει. Την ετοίμασε και την έβαλε στο φούρνο να ψηθεί. Η σούπα ήταν έτοιμη το ίδιο και οι πανσέτες.

Αποφάσισε να φτιάξει μερικά γλειφιτζούρια με καραμελωμένα μήλα πασπαλισμένα με ζάχαρη σοκολάτα και ξηρούς καρπούς.

“Σύμφωνα με τον μύθο ο Τζακ είχε καλέσει τον διάβολο να πιουν ένα ποτό αλλά δεν ήθελε να πληρώσει. Τον έπεισε να μεταμορφωθεί σε νόμισμα για να πληρώσει. Ο διάβολος υπάκουσε και ο Τζακ τον έβαλε στη τσέπη του δίπλα σε ένα σταυρό και έτσι ο διάβολος δεν μπορούσε να πάρει την αρχική του μορφή. Ύστερα από πολλά παρακάλια ο Τζακ τον ελευθέρωσε με την προϋπόθεση πως δεν θα τον ενοχλούσε για ένα χρόνο και ούτε θα διεκδικούσε τη ψυχή του όταν θα πέθαινε. Πέρασε ένας χρόνος και ο διάβολος εμφανίστηκε στον Τζακ όταν ήταν ανεβασμένος πάνω σε ένα δέντρο και προσπαθούσε να κόψει ένα φρούτο. Του ζήτησε να του κόψει ένα φρούτο. Όταν ο διάβολος ανέβηκε, ο Τζακ σκάλισε έναν σταυρό στη ρίζα. Μπορούσε να κατέβει και παρακάλεσε τον Τζακ να τον ελευθερώσει. Τον ελευθέρωσε με την υπόσχεση ότι δεν θα τον ενοχλούσε για δέκα χρόνια. Πέρασαν αρκετά χρόνια και ο Τζακ πέθανε. Πήγε στον Παράδεισο αλλά δεν τον δέχτηκε ο Θεός και πήγε στη κόλαση. Ούτε ο διάβολος τον ήθελε και του θύμισε την υπόσχεση ότι δεν θα διεκδικούσε τη ψυχή του μετά θάνατο. Του ζήτησε να φύγει αλλά ο Τζακ δεν έβλεπε τίποτα ήταν σκοτάδι. Ο διάβολος του έδωσε ένα κάρβουνο για να φέγγει. Έβγαλε ένα ραπάνι, το αγαπημένο του φαγητό και έβαλε μέσα το κάρβουνο. Από τότε περιπλανιέται στο κόσμο μη μπορώντας να βρει ένα μέρος να αναπαύσει τη ψυχή του. Έτσι οι πρόγονοι μας οι Ιρλανδοί σκάλιζαν πατάτες κολοκύθες ραπάνια κάθε Halloween και τα έβαζαν κοντά στα παράθυρα για να κρατάνε μακρυά τα κακά πνεύματα και ιδιαίτερα το πειραχτήρι Τζακ”

Κάθε χρόνο έλεγε ξανά και ξανά την ίδια ιστορία. Ήξερε πως δεν βρισκόταν μόνη της στο σπίτι. Εκτός τον γάτο της που κατά ένα μυστήριο λόγο την καταλάβαινε, ένιωθε τα πνεύματα της μητέρας και της γιαγιάς της.

Ήταν πλέον μεσημέρι όταν τελείωσε με τη κουζίνα. Είχε στρώσει το μεγάλο τραπέζι στη τραπεζαρία με τα καντηλέρια, το σκούρο κόκκινο τραπεζομάντιλο και τα ασημένια μαχαιροπίρουνα. Όλα τα φαγητά σερβιρισμένα περίμεναν τους καλεσμένους της για να γιορτάσουν την αποψινή βραδιά του Halloween.

Αποφάσισε να πάρει έναν μεσημεριανό ύπνο στην άνετη πολυθρόνα της μπροστά στη τηλεόραση. Έπιασε το καλάθι με τα σύνεργα πλεξίματος και καταπιάστηκε με το τελευταίο της εργόχειρο. Λάτρευε το πλέξιμο, το είχε μάθει από την αδελφή της γιαγιάς, τη θεία ΜαΦία. Τα πλεκτά της οικογένειας Μόρμπιτ ήταν διαφορετικά από τα υπόλοιπα. Χρησιμοποιούσαν έντερα αποξηραμένα που με το κατάλληλη επεξεργασία αλλά και τα μυστήρια ελιξίρια της γιαγιάς γινόταν εύκαμπτα σαν πραγματικό νήμα.

Το χασμουρητό της ξάφνιασε τον Ταζκ και τον έκανε να τιναχτεί από τα πόδια της. Άφησε τις βελόνες πλεξίματος με τα έντερα προηγούμενων θυμάτων της οικογένειας της και σηκώθηκε.
“Ώρα να ετοιμαστούμε Ταζκ το σούρουπο έφτασε, σε λίγο θα αρχίσουν να μας χτυπάνε τη πόρτα τα άτακτα παιδάκια” Ο Ταζκ σαλτάρισε στο έδαφος. Το σχήμα του είχε αρχίσει να τρεμοσβήνει. Μέχρι να γυρίσει τη πλάτη της η Μόριγκαν είχε μεταμορφωθεί σε έναν νάνο με κατάμαυρα μαλλιά.

“Μη ξεχνάς ότι απόψε είναι μια ιδιαίτερη βραδιά. Θα έχουμε απαρτία μετά από μια δεκαετία ” του φώναξε η Μόριγκαν.

Ανέβηκε στο δωμάτιο της και σκέφτηκε πριν ετοιμαστεί να επισκεφτεί το υπόγειο. Ο Ταζκ την ακολούθησε.

“Για να ρίξουμε μια ματιά στον Κρόλει” είπε και πάτησε τον διακόπτη με τα μακρυά κόκκινα νύχια της. “Ιδού” είπε εύθυμα με μια δόση ειρωνείας. “Ω δεν είσαι και τόσο σπουδαίος τώρα” είπε και πλησίασε το ακέφαλο σώμα του Κρόλει που κρεμόταν αναποδογυρισμένο από το ταβάνι.

Μια τόσο λεπτεπίλεπτη και ντελικάτη γυναίκα που έμοιαζε τόσο εύθραυστη πως ήταν δυνατόν όχι μόνο να δολοφονήσει με τα ίδια της τα χέρια, να αποκεφαλίσει και να κρεμάσει ανάποδα από το ταβάνι έναν άντρα με ύψος 1,90 και βάρος 89 κιλά; Μήπως ήταν μάγισσα; Ίσως ήταν απλά μανιακή.

Έλεγξε το μεγάλο δοχείο που είχε τοποθετήσει κάτω από το πτώμα ώστε να στάζει το αίμα του από τις καθαρές τομές στον λαιμό του. Θα μπορούσε να ήταν γιατρός αφού γνώριζε τόσο καλά την ανατομία του σώματος και ήξερε που έπρεπε να κόψει ώστε να κάνει σωστή αφαίμαξη. Ή πολύ απλά θα μπορούσε να ήταν ο θηλυκός Τζακ ο Αντεροβγάλτης.

Πήρε από έναν πάγκο μια πήλινη κανάτα διακοσμημένη με λουλουδάκια και τη γέμισε από το δοχείο με το πολύτιμο αίμα του Κρόλει. Ύστερα έκλεισε το φως και ανέβηκε επάνω. Πήγε στη κουζίνα να ετοιμάσει το fruit punch. Έβαλε χυμό λαιμ κονσέρβα ανανά, χυμό πορτοκάλι, grandberry, παγωμένα κυβάκια φρούτων και σάρκας του Κρόλει αντί για παγάκια και φυσικά βότκα. Πρόσθεσε στο μείγμα και το αίμα και ανακάτεψε καλά. Ο Ταζκ την κοίταζε γλείφοντας το τσιγκελωτό μουστάκι του.

“Μμμ πεινάς καλέ μου;” έβαλε σε ένα βαθύ πιάτο λίγο αίμα και του το πρόσφερε. “Bon appetit” είπε τραγουδιστά και ανέβηκε στο δωμάτιο της.

Έκανε ένα ζεστό ντους και κάθισε στην τουαλέτα της να χτενίσει τα μαλλιά της. Τελείωσε το μακιγιάζ της και κοίταξε το είδωλο της στον καθρέπτη.

“Απόψε θα είναι η ομορφότερη βραδιά της ζωής μου” σκέφτηκε. Διάλεξε ένα κόκκινο κολλητό μίνι φόρεμα και ασορτί γόβες. Ψέκασε το άρωμα της και κατέβηκε στο χολ. Επιθεώρησε λίγο ακόμα το χώρο και σέρβιρε το fruit punch σε μια μεγάλη βαθιά γαβάθα στη μέση του τραπεζιού.

Τα παιδιά που γύρευαν κέρασμα ή φάρσα άρχισαν να χτυπούν ασταμάτητα το κουδούνι. Λάτρευε τη βραδιά του Halloween. Την ποτισμένη από αλκοόλ, ζάχαρη και έρωτα ατμόσφαιρα της πιο μυστικιστικής βραδιάς του έτους. Ανυπομονούσε να ξαναδεί τους καλεσμένους της μετά από τόσα χρόνια. Άναψε τσιγάρο και προσπάθησε να θυμηθεί τη τελευταία φορά που είχαν βρεθεί όλοι μαζί. Τότε η γιαγιά Νόρα ήταν φρεσκοπεθαμένη και είχε έρθει απαστράπτουσα στη συνάντηση. Η μαμά της όμως είχε τα μαύρα της τα χάλια τόσα χρόνια νεκρή.

Tίποτα από όλα αυτά δεν θα είχαν συμβεί αν ο προ παππούς δεν είχε πάει με αυτή την πως τη λένε;”

“Δεν φταίει ο παππούς σου αν εσύ αποπλάνησες τον γκόμενο της εξαδέλφης σου” είπε ράθυμα ο Ταζκ.

“Μη μιλάς αφύσικε γάτε που μεταμορφώνεσαι σε νάνο όποτε σου καπνίσει. Δεν θα γινόταν θέμα αν δεν είμασταν συγγενείς και δεν θα ήμασταν συγγενείς αν ο παππούς πρόσεχε που έβαζε το πουλί του”

“Ναι αλλά η ξαδέλφη σου πρέπει να καλεστεί”

“Το ξέρω. Κάθε γυναίκα με έστω και μια ρανίδα αίμα στις φλέβες της από τη γενιά μας πρέπει να έρθει. Και η αλλοδαπή Αουρέλια είναι δυστυχώς συγγενής. Λες να μου το κρατάει ακόμα; Στο κάτω κάτω έχουν περάσει τόσες δεκαετίες από τότε”

“Είμαι σίγουρος ότι θα είναι έξαλλη ακόμα. Τίποτα δε θα είχε συμβεί αν δεν αποπλανούσες τον φτωχό Βέρνον και μετά τον έκανες χαλάκι για το μπάνιο σου”

“Σε παρακαλώ. Δεν ήταν καν ωραίο χαλί. Δε ταίριαζε χρωματικά με τα πλακάκια και το πέταξα στη χωματερή”

“Α όλα καλά τότε. Η εξαδέλφη σου τότε δε θα έχει κανένα πρόβλημα που πέταξες το πετσί του εραστή της στα σκουπίδια. Επίσης μπορείς επιτέλους να ελευθερώσεις εκείνο τον δύσμοιρο που τον έχεις κρεμάσει ανάποδα από την ονειροπαγίδα στο δωμάτιο σου; Αναρωτιέμαι ποιος είναι και που τον βρήκες.”
“Μην επεμβαίνεις στα σχέδια μου μικροσκοπικέ νάνε”
“Τελείωσες τη λίστα των καλεσμένων επιτέλους;” κάγχασε “πάντα στο παρά πέντε προσκαλείς τον κόσμο”
“Και τι φοβάσαι; ότι θα απορρίψουν τη πρόσκληση επειδή έχουν κι αλλού να πάνε; Ε λοιπόν σε πληροφορώ πως όσοι είναι θαμμένοι στη πίσω αυλοί μόνο εγώ μπορώ να τους ξυπνήσω. Όσο για αυτούς που ζούνε μακρυά, αν τους τηλεφωνήσω, ε ας πούμε έχουν το τρόπο τους να προλάβουν να έρθουν μέχρι το βράδυ.

Εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πας τη μαγική πρόσκληση στον κάθε τάφο και εκείνοι θα αναστηθούν στην ώρα τους”
“Όλο εγώ κάνω τη βρώμικη δουλειά” διαμαρτυρήθηκε.

“Μη γκρινιάζεις γερό γάτε γιατί θα σε ντύσω με εκείνο το κουστούμι από λαχούρια που σου είχε ράψει η γιαγιά Νόρα”
Ο Ταζκ νιαούρισε απειλητικά και ζάρωσε στη καρέκλα του.
“Λοιπόν οι καλεσμένοι για φέτος θα είναι η γιαγιά Νόρα, η μαμά, ο κολοκυθοκέφαλος, η βλαμμένη Αουρέλια…”

“Ο Κολοκυθο τι;” είπε ο Ταζκ.
“Ο Τζακ Ο΄Λαντερν”
“Τι; Είσαι τρελή;”
“Κάποιοι λένε ναι άλλοι λένε όχι”
“Έχεις ξεχάσει τη τελευταία φορά που τον κάλεσες τι έγινε;”
“Θυμάμαι πολύ καλά. Διασκεδάσαμε απερίγραπτα πολύ”
“Πες το αυτό στα άτομα που χάραξε το πρόσωπο τους για πλάκα.
“Το στάτους τους πάντως δεν άλλαξε. Νεκροί ήταν και πριν νεκροί παρέμειναν και μετά. Απλά είχαν ένα μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπο τους.
Συνεχίζω με τη λίστα, η Μπλάντι Κάρι”
“Ποια; η τρελή με το ανατριχιαστικό βλέμμα που αφήνει λίμνες αίματος όπου κάθεται;”
“Μια χαρά κορίτσι είναι. Απλά λίγο ντροπαλή”
“Και η φάση με την αιμορραγία;”

“Κάτι πήγε στραβά τη στιγμή του θανάτου της. Θα στα εξηγήσω μια μέρα. Επόμενος καλεσμένος ο Στίβενγουαιζ”
“Να κι ένας άντρας. Αυτόν δεν τον θυμάμαι”
“Είναι ο αλλόκοτος συγγραφέας με τα μεγάλα γυαλιά μυωπίας και τη ψιλή σχεδόν παιδική φωνούλα. Επόμενη καλεσμένη η θεία ΜαΦία”

“Τέλεια η λίστα όσο προχωράει γίνεται χειρότερη”
“Πρόσεξε τη γλώσσα σου”
“Ποιος τη θυμάται την ηλικιωμένη θεία σου;”
“Εγώ. Και βούλωσε το. Η θεία ΜαΦία ήταν η πρώτη που ξεκίνησε τα μαγικά πλεκτά με τα έντερα. Σε όποιον χαρίσεις ένα τέτοιο πλεκτό, η κατάρα που θα επιλέξεις τον ακολουθεί για πάντα”
“Θα ξεράσω”
“Βουλωστο πανάθλιον υποκείμενο” φώναξε και του πέταξε ένα μαξιλάρι.
“Θα σέβεσαι όλους τους καλεσμένους μου. Αλλιώς θα φροντίσω να χάσεις και τις επτά ζωές που σου απομένουν να ζήσεις”

Ήπιε μια γουλιά από ματωμένο κρασί.
“Που είχα μείνει. Ναι επόμενη καλεσμένη θα είναι η Πασκουαλίτα”
“Περιφέρεται με το νυφικό. Έχει βγάλει μύκητες το ρούχο πάνω της” είπε με αηδία.
“Ήταν από τις καλύτερες φίλες μου. Παραμονές του γάμου της στον οποίο ήμουν καλεσμένη, τη δάγκωσε μια μαύρη χήρα και πέθανε…..”

“Σαν πολλοί δε μαζευόμαστε;” μουρμούρησε.

Πήγε να πιει το κρασί της και ένιωσε να της ανεβαίνουν τα σωθικά της στη μύτη της. Έτρεξε στο νεροχύτη και άδειασε το περιεχόμενο του στομαχιού της. Πλύθηκε και επέστρεψε στην αγαπημένη της πολυθρόνα. Ο Ταζκ τη κοίταξε επίμονα
“Μη με κοιτάς βρομύλε”
“Κάποια είναι έγκυος”
“Το ελπίζω.
Τόσα χρόνια ζω είχα αρχίσει να πιστεύω ότι ήμουν στείρα”
“Ο καημένος ο Κρόλει”
“Σκάσε” του φώναξε.
Φόρεσε τα γυαλιά μυωπίας και συνέχισε να διαβάζει τη λίστα της.
“Απορώ για ποιο λόγο φοράς γυαλιά”
“Επειδή είμαι μάγισσα δε σημαίνει ότι δεν θα έχω μυωπία.
Επόμενος καλεσμένος η Έλινορ, χρόνια και ζαμάνια. Νομίζω βρισκόταν στη Σκωτία” μονολόγησε. “Η Βεατρίκη.
Ο Δνοφερός Διηζήτωρ.
Ο Γουαιτ.
Η Ρόουζ. Η Σκάιλαρ”

Έχυσε το παχύρρευστο πορφυρό υγρό και με τη σφραγίδα της σφράγισε τους φακέλους. Η προσωπική της σφραγίδα ήταν μια φλεγόμενη νεκροφόρα. Ο γάτος με τη ψυχή και τις προσκλήσεις στο στόμα, χάθηκε στον δύσβατο μεσαιωνικό κήπο, όσο η Μόριγκαν τηλεφωνούσε στους “εν ζωή” καλεσμένους της που δεν βρισκόταν θαμμένοι στον κήπο. Η βλάστηση ήταν οργιώδης και έμοιαζε να βρίσκεται στα βάθη της πιο άγριας ζούγκλας αντί για το νεκρικά ήσυχο και βαρετό χωριό. Με το τρόμο να τον κυνηγάει έφτασε στο πιο απομακρυσμένο αθέατο κομμάτι του καταραμένου κήπου. Ανάμεσα σε γοτθικούς σταυρούς και ξεραμένα φύλλα, τεράστιες γλυκό κολοκύθες και βρύα βρήκε τους τάφους των προγόνων της τρελό Μόριγκαν.
Άφησε τη κάθε πρόσκληση στον αντίστοιχο τάφο και άρχισε να τρέχει σαν να τον κυνηγούσε ο ίδιος ο διάβολος.
Σχεδόν κοπάνησε τα μούτρα του πάνω στη πόρτα από τη βιασύνη του να βρεθεί στην ασφάλεια του ζεστού σπιτιού. Η Μόριγκαν του άνοιξε γελώντας
“Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι. Είναι μερικά πτώματα μόνο”
“Τρελή” μουρμούρισε ενώ προσπαθούσε να ηρεμήσει.
Στο μεταίχμιο της ημέρας το δευτερόλεπτο που ο ήλιος χάθηκε και απλώθηκε το γλυκό σούρουπο ακούστηκε ο πρώτος χτύπος στην βαριά ξύλινη πόρτα του αρχοντικού.

“Ο πρώτος καλεσμένος” είπε σχεδόν τραγουδιστά και τακτοποίησε το φόρεμα της, διόρθωσε λίγο το κραγιόν της και πήγε να ανοίξει.

“Μαμά Λίλιθ!!!!!!” αναφώνησε γεμάτη χαρά. Την αγκάλιασε προσεκτικά καθώς η νεκρή σάρκα ήταν ιδιαίτερα ευθραστη και μαδούσε σαν χαρτί. Πίσω της στεκόταν μια άλλη γυναίκα την οποία η Μόριγκαν αναγνώρισε αμέσως.

“Γιαγιά Νόρα!” ξεφώνισε και την αγκάλιασε δυνατά.

“Σιγά μικρή μου θα με διαλύσεις”

“Ταζκ ομόρφυνες” αναφώνησε η γιαγιά όταν του έδινε το γκρενά παλτό της να το κρεμάσει.

Περιποιήθηκε τις αγαπημένες της με συγκίνησή καθώς της είχαν λείψει πολύ. Άλλο να βλέπει τα περιγράμματα τους κι άλλο να τις έχει κανονικά μπροστά της με σάρκα και οστά. Ακούστηκε κι άλλο χτύπημα στη πόρτα.

Μάγισσα Βεατρίκη!!!! Εκθαμβωτική! Μιλάνε τα Ελληνικά γονίδια σας! Παρακαλώ περάστε! Δώστε στον Ταζκ τον μανδύα σας!” είπε στην πιο όμορφη γυναίκα του πλανήτη με την οποία είχε μια μακρινή συγγένεια. Έμενε κάπου στη Καλιφόρνια αν δεν έκανε λάθος. Ήταν μια γυναίκα θρύλος τόσο για την ομορφιά της, για τους άθλους της αλλά και την οικογένεια της.

“Ο Μανδύας μένει μαζί μου!” απάντησε με την αγγελόηχη φωνή της! “Είμαι Ελληνίδα κατά το ήμισυ. Έχω και Βρετανικές ρίζες” συμπλήρωσε.

“Το γνωρίζω αγαπητή μου. Έχω τις ίδιες βρετανικές ρίζες” απάντησε η Μόριγκαν. Παραμέρισε κάνοντας χώρο να περάσει η περιβόητη αρχοντική ιέρεια μάγισσα η οποία κατευθύνθηκε με χάρη προς το στρωμένο τραπέζι. Ο Ταζκ της τράβηξε ελαφρά τη καρέκλα για να καθίσει.

Η Μόριγκαν στράφηκε στον άντρα που εμφανίστηκε στη πόρτα και κεραυνοβολημένη έμεινε να τον κοιτάζει. “Ο άντρας της Βεατρίκης;” απόρησε άναυδη.

“Πολύ σωστά” είπε ο γοητευτικός άντρας διαβάζοντας τη σκέψη της.

“Ο Λόρδος Ρόμπερτ!!!” είπε. “Τι τιμή. Παρακαλώ περάστε. Δεν είχα ιδέα ότι θα παρευρισκόσασταν στο ταπεινό μου δείπνο. Γνωρίζω ότι έχετε πολύ δουλειά, βοηθάτε τον γιο σας να κρατάτε την τάξη στα βασίλεια των θνητών και των θεών. Μπορώ να πάρω τον μανδύα σας;”

“Ο μανδύας μένει μαζί μου”

“Μα φυσικά” τραύλισε γεμάτη ντροπή που έκανε το ίδιο λάθος και δεύτερη φόρα. “Ηλίθια, οι μανδύες είναι σύμβολα των θέσεων τους. Με αυτούς δηλώνουν τους τίτλους και τα αξιώματα τους”

“Περάστε Λόρδε μου. Λεοντόμορφε αρχαγγελικέ βρικόλακα τιμή μου”

Ο Λόρδος οδηγήθηκε από τον Ταζκ στο τραπέζι δίπλα στην Βεατρίκη.

Το κουδούνι χτύπησε ξανά. Πήρε βαθιά ανάσα και άνοιξε.

Έλινορ!! Πόσος καιρός!! Πέρασε”

“Σε ευχαριστώ για τη πρόσκληση.”

“Και ποιος είναι μαζί σου;”

“Ο σύζυγος μου Κρίστιαν

“Ω χαίρομαι που σε γνωρίζω επιτέλους Κρίστιαν.”

“Η χαρά είναι δική μου. Η Έλινορ χάρηκε πολύ που έλαβε πρόσκληση σου. Βλέπεις είσαι η μοναδική εν ζωή συγγενής της”

“Καταλαβαίνω πόσο δύσκολή είναι η ζωή ενός βρικόλακα που είναι αναγκασμένος να ζει για πάντα ενώ οι άνθρωποι που αγαπά γύρω του μοιραία πεθαίνουν. Για πες μου Κρίστιαν πως ζεις τόσες δεκαετίες δίπλα της ενώ δεν είσαι βαμπίρ; Κάτι άκουσα για ένα ελιξίριο”

“Μα φυσικά. Το ελιξίριο της αθανασίας μου επιτρέπει να ζήσω για πάντα”

“Ενδιαφέρον. Θέλω λεπτομέρειες αργότερα. Μένετε ακόμα στη Σκοτία;”

“Ναι αν και ταξιδεύουμε τακτικά” είπε ο Κρίστιαν.

“Παρακαλώ καθίστε στις θέσεις σας” τους έδειξε με το χέρι το τραπέζι ενώ ο Ταζκ τους οδήγησε στις θέσεις τους.

Δευτερόλεπτα αργότερα η πόρτα χτύπησε και η Μόριγκαν βιάστηκε να ανοίξει.

Ρόουζ!!! Γλυκιά μου” Την τράβηξε απότομα μέσα. Βρήκε όμως αντίσταση καθώς την κρατούσε από το άλλο χέρι ένας ψηλός μελαχροινός άντρας.

“Ο συνοδός σου;”

“Ναι ο Δρ Ντι είναι ο….”

“Αν δεν είναι δικός σου ακόμα, σύντομα θα γίνει δικός μου”

Ο άγνωστος τη κοίταξε αυστηρά χωρίς να συμμερίζεται το πονηρό χιούμορ της.

“Συγχωρέστε το ελεεινό χιούμορ μου. Παρακαλώ περάστε”

Ήπιε βιαστικά μια γουλιά coke cola, ύστερα από τη δυσάρεστη εμπειρία που είχε με το ματωμένο κρασί αποφάσισε να βγάλει τη βραδιά με απλό αναψυκτικό. Καμάρωσε τους καλεσμένους της μέχρι που χτύπησε ξανά το κουδούνι.

Μαρία! Καλωσόρισες” αναφώνησε εύθυμα. “Ο Μίνωας να υποθέσω;” συμπλήρωσε ενώ έδινε τα πανωφόρια τους στον Ταζκ. Η Μαρία ήταν σαν αρχαία μινωίτισσα λευκό δέρμα υπέροχο στήθος, μέση κλεψύδρα και μαύρα αμυγδαλωτά μάτια και κατάμαυρα μαλλιά και Ελληνίδα στη καταγωγή. Ο Μίνωας πάλι ήταν φύτουκλας με γυαλιά μέχρι θανάτου. Ψηλός μελαχροινός με πλάτες.

“Ναι είναι ο Μίνωας. Εκπλήσσομαι που τον θυμάσαι” είπε η Μαρία.

“Δεν ξεχνάω ποτέ ονόματα. Πως πάει το Παρίσι;”

“Θαυμάσια” είπε ο Μίνωας. Το έχετε επισκεφτεί ποτέ;”

“Μα φυσικά. Έχω γυρίσει σχεδόν όλο το κόσμο. Όταν ζεις για πάντα έχεις άπλετο χρόνο στη διάθεση σου για να σκοτώσεις”

Ο Ταζκ τους οδήγησε στις θέσεις τους. Οι συζητήσεις ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες είχαν φουντώσει για τα καλά και το κρασί έρεε άφθονο.

Η πόρτα χτύπησε ξανά και η Μόριγκαν άνοιξε γεμάτη χάρη.

Ένας τσαλακωμένος ατημέλητος γενειοφόρος και βαρβάτος άντρας στεκόταν μπροστά της.

Δνοφερέ Διηζήτωρ. Τιμή μου”

“Σιγά τη τιμή” γρύλισε.

Τον άφησε να περάσει χωρίς πολλά πολλά. Κάθισε μόνος του αρκετές θέσεις μακρυά από τους υπολοίπους. Καιγόταν να τον ρωτήσει πως καθάρισε εκείνους τους αλήτες στη τρώγλη μαζί με τους τρελούς φίλους του, τον Ντέξτερ τον Τράβις τον Βουρχές τον Μάγιερς και τον Χιουι. Αλλά δεν ήθελε να τον θυμώσει περισσότερο. Του πήγαινε ο θυμός όμως. Θα μπορούσε άραγε να αντέξει το τοξικό κορμί της αν τον έριχνε στο κρεβάτι της. Το γεγονός πως είχαν έστω και μακρινή συγγένεια δεν την αφορούσε καθόλου. Ότι επιθυμούσε το αποκτούσε.

Ο επόμενος καλεσμένος ήταν ένα αποκρουστικό πλάσμα με το ύψος του να μην ξεπερνάει το 1, 28.

Γουαιτ! Ελπίζω το πάρτι μου να καταφέρει να φτάσει λίγο το τρόμο και το μεγαλείο που είχαν τα δικά σου Hallowwen πάρτι”

“Μόριγκαν” είπε με τη ψιλή παιδική φωνούλα του. Ο Ταζκ τον βοήθησε να καθίσει σε μια καρέκλα γεμάτη μαξιλάρια για να φτάνει με αξιοπρέπεια όπως και οι υπόλοιποι καλεσμένοι το τραπέζι.

Λίγο αργότερα κατέφθασε η αντίζηλος της.

“Ξαδέλφη Αουρέλια χρόνια και ζαμάνια πέρασε…”
Η πρόταση έμεινε να αιωρείται στη γλώσσα της καθώς το πρώην χαζοπούλι είχε μεταμορφωθεί σε Κρουέλα Ντεβιλ.
Την προσπέρασε και χωρίς να της μιλήσει κατευθύνθηκε στο τραπέζι με τους υπόλοιπους. Προφανώς της κρατούσε ακόμα μούτρα κάτι που τη διασκέδαζε τρομακτικά.

Ο επόμενος καλεσμένος ήταν ο παράξενος συγγραφέας.
“Στίβενγουαιζ πόσο χαίρομαι” αναφώνησε. Τη χαιρέτησε συνεσταλμένα με τα χέρια στις τσέπες.
“Να πάρω το σακάκι σου;” ρώτησε ευγενικά.
Με το ζόρι δέχτηκε να βγάλει το σκοροφαγωμένο κοτλέ σακάκι. “Πάντα παράξενος” μουρμούρισε, καθώς ο Ταζκ τον οδηγούσε στη θέση του. Τουλάχιστον έχει ενδιαφέρουσες ιστορίες να διηγηθεί.

Το επόμενο ζευγάρι ήταν εκθαμβωτικό και η Μόριγκαν ζήλεψε. Έμεινε άναυδη να κοιτάει τον πανύψηλο άντρα με τα τιρκουάζ μάτια που έμοιαζε με Βίκινγκ. Πήρε τα πανωφόρια τους και τα κρέμασε. “Σκάιλαρ είσαι πολύ καλύτερα μαθαίνω” είπε στη πανέμορφη Σκάιλαρ. Έμοιαζε με Ελληνίδα θεά. Την Αθηνά ή την Άρτεμις στο πιο ρομαντικό τους. Ο συνοδός της ήταν ένας γρίφος. Κανείς δεν γνώριζε αν ο Ρειτζ ήταν θνητός. Ήταν όμως εκείνος που βοήθησε τη Σκάιλαρ στη μεταμόρφωση της.

“Ναι αρκετά. Σε ευχαριστώ”

Η επόμενη καλεσμένη έκανε το Ταζκ να ορθώσει τις τρίχες στο σβέρκο του.

“Πασκουαλίτα φίλη μου πόσο μου έλειψες” αναφώνησε η Μόριγκαν.
Η απόκοσμη μούμια που στεκόταν μπροστά της με το πανάθλιο νυφικό της κούνησε θλιμμένα το κεφάλι.
Η επόμενη δεν ξεπερνούσε σε κέφι την αλλόκοτη νύφη. Η Μπλάντι Κάρι ήταν αυτό που λέμε φρικιό.
Τα ασυνήθιστα μεγάλα και ψαρωτικά μάτια της και οι λιμνούλες με αίμα που άφηνε πίσω της σε κάθε της βήμα ήταν το λιγότερο τρομακτικά.

“Θα μου καταστρέψει το χαλί” σκέφτηκε καθώς την έσπρωχνε προς τα μέσα. “Πόσοι ακόμα είναι να έρθουν;” μουρμούρησε όταν χτύπησε ξανά το κουδούνι.
Άνοιξε τη πόρτα και ήταν μια παρέα παιδιών που με μια φωνή ούρλιαζαν φάρσα ή κέρασμα. Τους γέμισε με γλυκά και καραμέλες χαζεύοντας τα ευφάνταστα κουστούμια τους.

Τα περισσότερα παιδιά επέλεγαν στολές μάγισσας ή βρικόλακα ή δαίμονα. Που να ήξεραν ότι υπήρχαν και στη πραγματικότητα τέτοια πλάσματα. Κάτι μέσα της σκίρτησε πρωτόγνωρο. Σαν να ενθουσιάστηκε λίγο παραπάνω με τα μικρά. Σύντομα θα κάνω και εγώ ένα τέτοιο. Αν είμαι έγκυος τελικά.
Οι σκέψεις της διαλύθηκαν κάτω από το επίμονο σκούντημα του Ταζκ καθώς η πόρτα χτύπησε για τρίτη φορά. Επανήλθε στη πραγματικότητα και στο ρόλο της οικοδέσποινας και άνοιξε τη πόρτα.

“Θεία ΜαΦία” είπε με θαυμασμό η Μόριγκαν “άργησες”.
“Χρυσό μου ακόμα και νεκρή είμαι κουφή και δεν άκουσα το κάλεσμα σου. Έτσι είναι. Με το που πεθαίνεις δε σημαίνει πως αποκτάς σούπερ δυνάμεις”

“Πέρασε είναι η μαμά και η γιαγιά εδώ”
“Ω επιτέλους έχω έναν αιώνα να τις δω”
Της πρόσφερε το σιέλ μαντό πανωφόρι και τη καφέ καρό τσάντα της με τις βελόνες πλεξίματος να εξέχουν.

“Η αδελφή μου η Νόρα είναι λιγάκι ακατάδεχτη”
“Μη το λες αυτό θεία. Απλά σου έχει θυμώσει λιγάκι
“Εμένα;” είπε σοκαρισμένη με τα γαλάζια θολά μάτια της
“Της είχες κλέψει τον εραστή θυμάσαι;”
“Ποιον;”
“Δε θυμάσαι αυτόν που τον βρήκαμε να κοιμάται στο κρεβάτι της. Νομίζω ήταν Γάλλος”

“Ποιος αυτός ο ξανθός άνοστος; Μου είχαν τελειώσει τα νήματα για το πόντσο της κατάρας και ήθελα λίγα έντερα. Μη μου πεις ότι μου το κρατάει ακόμα”
“Θεία” την επίπληξε η Μόριγκαν “ήταν ερωτευμένη μαζί του.
Είναι ο χρυσός κανόνας μας. Δεν πειράζουμε τους άντρες που οι άλλες μάγισσες είναι ερωτευμένες μαζί τους”
“ Κοίτα ποια μιλάει. Εσύ όχι μόνο δεν ξελόγιασες τον Βέρνον τον εραστή της εξαδέλφης σου αλλά τον έκανες και χαλί”
“Νεανικές τρέλες θεία μου. Ελπίζω να βρούμε χρόνο να σου δείξω το δικό μου πλεκτό πόντσο της κατάρας το τελειώνω σιγά σιγά”
“Θα βρούμε είμαι σίγουρη”
Προχώρησε μόνη της σηκώνοντας το χέρι και φωνάζοντας τη Νόρα σαν πουλάκι που τιτίβιζε.

Η Μόριγκαν μέτρησε τους καλεσμένους της και θεώρησε πως είχαν έρθει όλοι.
“Αγαπητοί μου” φώναξε χτυπώντας τα χέρια της. Στάθηκε στη κορυφή του τραπεζιού και με ένα μικρό κουδουνάκι κήρυξε την έναρξη του δείπνου.
“Εύχομαι να είναι μια αξέχαστη βραδιά για όλους μας. Να θυμάστε τους κανόνες μας. Δεν τρώμε τα παιδάκια που θα μας χτυπήσουν τη πόρτα, και σεβόμαστε τους υπόλοιπους καλεσμένους και την οικοδέσποινα. Η κόλαση είναι άδεια και όλοι οι διάβολοι είναι εδώ όπως είχε πει και ο Σαίξπηρ”
O Ταζκ σέρβιρε την αχνιστή σούπα και οι καλεσμένοι άρχισαν να τρώνε.
Τα πρώτα σχόλια για τη μαγειρική της οικοδέσποινας πλανήθηκαν στον αέρα από κάποια χείλη.
“Εξαίσια” φώναξε η γιαγιά Νόρα.

“Δεν συγκρίνεται με τη δικιά σου γιαγιά” είπε η Μόριγκαν.
“Έβαλες όλα τα μυστικά συστατικά;”
“Μέχρι το τελευταίο” της έκλεισε το μάτι.
“Πείτε μου Λόρδε Ρόμπερτ σεβαστέ Αέναε πως σας φαίνεται η σούπα;”
Το πιάτο του καθενός ήταν διαφορετικό στο χρώμα και στην όψη. Βλέπετε ήταν μια πολυμορφική σούπα όπου είχε διαφορετική γεύση στα χείλη του καθενός. Το μαγικό συστατικό ήταν ένα βρύο που μεταμόρφωνε τα συστατικά της σούπας ανάλογα με το ποιος τη δοκίμαζε. Αν την γευόταν ένας βρικόλακας θα είχε τη γεύση αίματος και εκλεκτής ανθρώπινης σάρκας. Αν τη δοκίμαζε ένας θνητός θα είχε τη γεύση κανονικής κολοκυθόσουπας και ούτω καθεξής.

“Εξαιρετική δεσποινίς Μόριγκαν. Σας ευχαριστώ”
“Εγώ σας ευχαριστώ για την τιμή να παρευρεθείτε, ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα. Και εσείς φίλτατη Μάγισσα Βεατρίκη; Πως σας φαίνεται η σούπα;”
“Θεσπέσια. Νομίζω θα ζητήσω δεύτερο πιάτο αν και δεν είναι καθόλου πρέπον”
“Ω παρακαλώ με μεγάλη μου χαρά”

Έκανε νόημα στον Ταζκ ο οποίος αστραπιαία εναπόθεσε κι ένα δεύτερο πιάτο αχνιστή σούπα δίπλα στο αρχικό.

“Ω σας ευχαριστώ”
“Στη διάθεση σας”

Για την μάγισσα Βεατρίκη η οποία ήταν θνητή αλλά με απίστευτες δυνάμεις λόγο της μαγείας που κατείχε και μετά από το περιβόητο ξόρκι που της έκανε ο Λόρδος άντρας της η σούπα απλά είχε ανθρώπινη γεύση.

Από ευγένεια ρώτησε όλους τους καλεσμένους. Δεν ήταν όλοι τόσο ομιλητικοί δυστυχώς. Από μερικούς εισέπραξε γρυλίσματα, από τον Γουαιτ και τον Δνοφερό Διηζήτωρ περισσότερο. Η πόρτα χτυπούσε καθ όλη τη διάρκεια του δείπνου με τον Ταζκ να ανοίγει και να εφοδιάζει τα παιδιά με γλυκίσματα.
Έτσι οι καλεσμένοι ανενόχλητοι απολάμβαναν το πλούσιο γεύμα τους. Υπήρξε μια μικρή αναστάτωση με τον Γουαιτ που του έτρεχαν τα σάλια για τρυφερή παιδική σάρκα αλλά με κάποιο τρόπο ο Λόρδος Ρόμπερτ προφέροντας κάποιες ακαταλαβίστικες αρχαίες λέξεις τον κρατούσε καθηλωμένο στη καρέκλα του.
Η Αουρέλια κοίταζε με το ίδιο δολοφονικό βλέμμα την Μόριγκαν που κοίταζε η γιαγιά Νόρα τη Θεία ΜαΦία.

“ΣΚΙΕΣ ΧΙΛΙΩΝ ΧΡΌΝΩΝ ΣΗΚΩΝΟΝΤΑΙ ΞΑΝΑ ΑΘΕΑΤΕΣ. ΦΩΝΕΣ ΨΙΘΥΡΙZOYN ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΔΕΝΤΡΑ: ΑΠΟΨΕ ΕΙΝΑΙ HALLOWEEN”

τραγούδησε ενθουσιασμένη η Μόριγκαν.

Τα κεριά τρεμόπαιζαν μια ανεξήγητη καταιγίδα εμφανίστηκε πάνω από το σπίτι του τρόμου για να είναι ασορτί με μια τέτοια σύναξη. Η κανέλα γαργάλησε τα ρουθούνια τους και το ματωμένο κρασί ξύπνησε τα πιο αρχέγονα ένστικτα τους. Η Μόριγκαν ήταν ευτυχισμένη ανάμεσα τους. Η εξαίσια βραδιά ήταν όπως την είχε ονειρευτεί. Όμως μια μικρή φωνούλα μέσα της ούρλιαξε πως κάτι έχει ξεχάσει. Σαν να έλειπε κάτι.

Οι φωνές των ανίδεων νεαρών που πλημμύριζαν τους δρόμους ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τους δεκαεπτά καλεσμένους της Μόριγκαν που γευόταν το εξαίσιο δείπνο με αβροφροσύνη και σιροπιαστές ευγένειες που άρμοζε στους εκλεκτούς καλεσμένους της. Ενδόμυχα ήλπιζε πως κάποιος από τους δεκαοκτώ θα έκανε σαματά για να ανάψουν τα αίματα. Αναρωτήθηκε πως θα παρουσίαζε τις εκπλήξεις που φιλούσε στο δωμάτιο και στο υπόγειο της; Σίγουρα η παρουσία ενός Αέναου όπως ο Λόρδος Ρόμπερτ τους κρατούσε πειθαρχημένους και ήσυχους. Αν έλειπε εκείνος, κάποιος θα ξεκινούσε καυγά. Ο Δνοφερός, ο Γουαιτ, έστω η ηλίθια Αουρέλια.

Έξω στο δρόμο οι δεκάδες μεταμφιεσμένοι και η μουσική έκαναν τη Μόριγκαν να πεθυμήσει λίγη αναρχία. Ακόμα και οι κολοκύθες που βρισκόταν σε κάθε δρόμο, σε κάθε κατώφλι, βεράντα σκαλοπάτι διασκέδαζαν περισσότερο από όσους βρισκόταν στο τραπέζι εκείνο.

Δεκαοκτώ καλεσμένοι. Περίμενε. Δεκαοκτώ ή δεκαεπτά; Μέτρησε νοερά τους καλεσμένους της στην αίθουσα. Δεκαεπτά.

“Μα είμαι σίγουρη πως στη λίστα υπήρχαν δεκαοκτώ άτομα” σκέφτηκε. Τους απαρίθμησε μερικές φορές ακόμα σίγουρη πως έκανε λάθος. Μια ψυχρή μάζα αέρα έσκασε σαν κύμα από τη μεριά του υπογείου προς το μέρος τους. Οι περισσότεροι ήταν νεκροί παρόλα αυτά διαμαρτυρήθηκαν για την απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας.

“Τι ψυγείο” μουρμούρισε η θεία ΜαΦία.

“Γλυκιά μου έβαλες air condition;” ρώτησε η γιαγιά Νόρα.

“Όχι γιαγιά. Κάποιο παράθυρο θα έμενε ανοιχτό”. Ζήτησε από τον Ταζκ να το φροντίσει. Κανένα παράθυρο όμως δεν ήταν ανοιχτό. Και η παγωνιά όσο περνούσε η ώρα γινόταν αισθητή. Έξω στους δρόμους η ατμόσφαιρα ήταν αρκετά ζεστή. Μέσα στο αρχοντικό οι βαθμοί είχαν φτάσει στους μείον. Η Μόριγκαν αποφάσισε να δράσει. Σηκώθηκε ζητώντας συγνώμη και άρπαξε τον Ταζκ από το μπράτσο. “Βρομύλε τι έκανες;” είπε μέσα από τα δόντια της τραβώντας τον στη κουζίνα.

“Τίποτα Μόριγκαν το ορκίζομαι”

“Τότε τι στο διάβολο συμβαίνει;”

Ένα απόκοσμο γελάκι πλανήθηκε στον αέρα.

“Το άκουσες αυτό;” είπε τρομοκρατημένος ο Ταζκ.

“Φυσικά και το άκουσα ανόητε, η ακοή μου είναι εξαιρετική. Κάποιος παίζει μαζί μας” είπε προβληματισμένη. “Έλεγξε όλους τους χώρους και έλα να με ενημερώσεις” είπε φεύγοντας.

Επέστρεψε στη θέση της προσπαθώντας να διατηρήσει τη ψυχραιμία της. Οι συζητήσεις ήταν αρκετά ζωηρές. Η θεία ΜαΦία έλεγε ιστορίες από τα παλιά και όλοι διασκέδαζαν.

Μάγισσα μάγισσα που πετάς;” άκουσε να κάποιον να ψιθυρίζει στο αυτί της. Τινάχτηκε και κοίταξε τριγύρω αλλά δεν ήταν κανείς δίπλα της. Ήπιε λίγο νερό αν και το συχαινόταν και γέλασε όπως οι υπόλοιποι με αυτά που έλεγε η θεία. Κανείς δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό εκτός από τον Λόρδο Ρόμπερτ που έμοιαζε να γνωρίζει όλες τις σκέψεις της.

Κάτω από τα σύννεφα και πάνω από τον ουρανό” συνέχισε ο ψίθυρος να την στοιχειώνει. Το ποτήρι γλίστρησε από τα δάχτυλα της και χύθηκε στο τραπεζομάντιλο. “Αδέξια που είμαι” απολογήθηκε αμήχανα.

Μάγισσα μάγισσα τι τρως; Μικρά μαύρα μήλα του Αδάμ στην Οδό του Τρόμου, Μάγισσα μάγισσα τι πίνεις; Αίμα και κόκκινο κρασί

Ταραγμένη σηκώθηκε ζητώντας συγνώμη και ανέβηκε τρέχοντας στο δωμάτιο της. Η θέα του αναίσθητου άντρα που κρεμόταν από την ονειροπαγίδα της την έκανε να τρέξει στο μπάνιο και να κάνει εμετό. Έπλυνε το πρόσωπο της και κάθισε στο κρεβάτι της. Ο άμοιρος ήταν το δώρο της στη θεία ΜαΦία για να φτιάξει νήμα με τα έντερα του. Αναγκάστηκε να τον κατεβάσει στο υπόγειο γιατί η οσμή του και μόνο της ανακάτευε τα σωθικά. Τον ακούμπησε στο πάτωμα τυλιγμένο με ένα παλιό σεντόνι και έφυγε χωρίς να κοιτάξει τον Κρόλει που ακόμα κρεμόταν από το ταβάνι. Επέστρεψε στο τραπέζι και προσπάθησε να φερθεί φυσιολογικά.

Μάγισσα μάγισσα που κοιμάσαι; Πάνω στα σύννεφα εκεί που τα μαξιλάρια είναι φτηνά” τη στοίχειωσαν οι ψίθυροι.

Ο Ταζκ τη πλησίασε και της ψιθύρισε στο αυτί πως όλα ήταν ήσυχα και στη θέση τους. Είχε ρυθμίσει το θερμοστάτη για να ζεσταθεί η ατμόσφαιρα. Όλα λοιπόν πήγαιναν ρολόι. Ίσως ήταν ένα μικρό φτηνό μαγικό από κάποιον από τους καλεσμένους της. Κοίταξε την Αουρέλια. Ίσως είχε μάθει φτηνά κόλπα για να τη τρομάξει. Κάτι της έλεγε όμως πως δεν ήταν η Αουρέλια αλλά κάτι πολύ χειρότερο. Αποφάσισε να το ξεχάσει προσωρινά και να απολαύσει τη βραδιά.

Ο πρωταγωνιστής του δείπνου ήταν αδιαμφισβήτητα ο Στίβενγουαιζ με τις ανατριχιαστικές ιστορίες του. Είχε ένα μοναδικό τρόπο να διηγιέται με τον πλέον πιο αποκρουστικό τρόπο τις μικρές ιστοριούλες τρόμου μέχρι και οι νεκροί καλεσμένοι ένιωσαν τη ραχοκοκαλιά τους να σηκώνεται.

Πόδια βατράχου και σαύρας πόδι, στο καζάνι ρίξε για να βράσουν” άκουσε πάλι στο αυτί της και έσφιξε τα χέρια της κάτω από το τραπέζι.

“Κάποιος μου κάνει πλάκα” σκέφτηκε χαμογελώντας ψεύτικα.

Φτερό κουκουβάγιας και δέρμα φιδιού στο καυτό καζάνι. Τι ετοιμάζεις μάγισσα σε τι μπελάδες τους βάζεις;”

Δάγκωσε τα χείλη της για να μη φωνάξει στη φωνή να σκάσει. Βιάστηκε να αναγγείλει το γλυκό το οποίο θα σερβιριζόταν σε λίγα λεπτά. Οι φωνούλες ενθουσιασμού κάλυψαν το γέλιο πίσω από τα αυτιά της.

Νυχτερίδα και γλώσσα αλεπούς βρασμένα και αχνιστά. Η φωτιά καίει το καζάνι κρύωσε το με αίμα μπαμπουίνου και το δείπνο έτοιμο

Ένιωσε τη παρόρμηση να φωνάξει σκάσε αλλά κρατήθηκε. Ζήτησε συγνώμη και έτρεξε στη τουαλέτα. Το στομάχι της ήταν ίδια η κόλαση. Ξέρασε σαν να μην υπήρχε αύριο.

Επιστρέφοντας στη τραπεζαρία παρατήρησε τα καντηλέρια να δονούνται και οι φλόγες των κεριών να αναβοσβήνουν. Αποφάσισε να μην αφήσει τον κάθε κομπογιαννίτη να τη τρομοκρατεί. Κάθισε στη θέση της και προσπάθησε να πάρει μέρος στη συζήτηση.

Όταν οι καλεσμένοι της τελείωσαν και με το γλυκό τους ζήτησε να περάσουν στο χολ για ένα απεριτίφ.
Η πιατέλα με το κεφάλι του Κρόλει τράβηξε την προσοχή των καλεσμένων.
“Η πιατέλα μου” είπε με χαρά η γιαγιά Νόρα.
“Πολύ εντυπωσιακό ντεκόρ” είπε η Μπλάντι Κάρι. “Αν δεν μας δείξεις τα καλούδια στο υπόγειο θα φάω αυτό”.
“Αυτό μου θυμίζει μια ιστορία που έχω γράψει στο παρελθόν με έναν τύπο που κρατούσε το κεφάλι της γυναίκας του στο ψυγείο” πετάχτηκε ο Στίβενγουαιζ.
“Ακούγεται πολύ διασκεδαστικό” είπε η θεία ΜαΦία.
“Μα δεν είναι κωμωδία είπε σαστισμένος” ο Στίβενγουαιζ. Η κατάρα των συγγραφέων να μην καταλαβαίνει κανείς το έργο του.

Η Μόριγκαν κοίταξε τον Ρειτζ. Πολύ θα ήθελε να δοκιμάσει τι γεύση είχαν τα σαρκώδη σαν τουλίπες χείλη του. Η Σκάιλαρ όμως ήταν αρκετά εκδικητική. Πότε τη σταμάτησε αυτό όμως; Ένιωσε το βλέμμα της Αουρέλια πάνω της. Η κοπέλα καραδοκούσε να της ορμήσει. Της έβγαλε προκλητικά τη γλώσσα.

Ο Ταζκ σέρβιρε τα ηδύποτα και τα γλύκα. Το αψέντι ήταν κατάλληλο για να κλείσει ένα λουκούλλειο δείπνο. Δυστυχώς εκείνη δεν μπορούσε να πιει αλκοόλ. Ήπιε ανόρεχτα το αναψυκτικό της και σκέφτηκε τρόπους να αποπλανήσει τουλάχιστον έναν από τους καλεσμένους της. Ο διανοούμενος Μίνωας, ο Βίκινγκ Ρειτζ, ο γλυκός Κρίστιαν, ο σέξι Δρ Ντι, ο βάρβαρος Δνοφερός, ο Λόρδος Ρόμπερτ όλοι τους τόσο ξεχωριστοί και τόσο τόσο τόσο.. ξερογλειψε τα χείλη της και κατάπιε λαίμαργα το ίδιο της το σάλιο.
Προσπάθησε να διαβάσει τη γλώσσα του σώματος για να δει ποιος ήταν πιο δεκτικός στο φλερτ. Δύσκολο να ξεκόψει κάποιον από τη συνοδό του και να τον αποπλανήσει, αλλά όχι ακατόρθωτο. Της άρεσε η πρόκληση αυτή και χαμογέλασε αχνά.

Η γιαγιά Νόρα σηκώθηκε και κατευθύνθηκε αμίλητη στο παράθυρο. Παραμέρισε τη βαριά κουρτίνα και κοίταξε έξω. Γνώριζα πολύ καλά που είχε ρίξει το βλέμμα της. Τη πλησίασε και την ακούμπησε στον ώμο “γιαγιά δεν φαίνεται από εδώ η ιτιά”

“Το ξέρω γλυκιά μου. Εύχομαι να φαινόταν όμως”

“Σου λείπει ακόμα εκείνος’
“Παραδόξως ναι”

“Γιατί κρεμάστηκε γιαγιά;”

“Δεν υπάρχει λόγος να σκαλίζουμε το παρελθόν” είπε μελαγχολικά και επέστρεψε στην θέση της. Την ακολούθησε και πριν προλάβει να καθίσει δίπλα της άκουσε τη θεία ΜαΦία να της επιτίθεται “καλή μου άκουσα ότι μου κρατάς μούτρα αληθεύει;”
Η γιαγιά Νόρα την αγνόησε πίνοντας μια γουλιά λικέρ αψεντιού με αίμα

“Ήταν καλής ποιότητας το νήμα που έφτιαξα από τα έντερα του αν σε παρηγορεί” της απάντησε περιπαιχτικά.
“Σκύλα” κάγχασε η γιαγιά και της πέταξε το αψέντι στα μούτρα. Η θεία ΜαΦία γέλασε.

Η Μόριγκαν της πρόσφερε μια πετσέτα και έσυρε τη γιαγιά με το άλλο χέρι στη κουζίνα.
“Απορώ γιατί τη κάλεσες εδώ” είπε οργισμένη η γιαγιά Νόρα. “Μα γνωρίζεις το πρωτόκολλο γιαγιά. Γιατί σε ενόχλησε τόσο πολύ που σου σκότωσε τον συγκεκριμένο εννοώ δεν τον αγαπούσες εσύ ήσουν ερωτευμένη με τον πως τον λένε που κρεμάστηκε”

“Έτερον εκάτερον και επειδή δεν τον ήθελα έπρεπε να τον αρπάξει από το κρεβάτι μου; Δεν πειράζουμε τους άντρες άλλων μαγισσών λέει ο κανονισμός”

“Ναι αλλά με τη προϋπόθεση να είναι ερωτευμένη η μάγισσα μαζί του”

“Εσύ δεν ήσουν” την αγκάλιασε “γιαγιά πρέπει να σκεφτείς τι είναι πιο σημαντικό η οικογένεια η ο εγωισμός σου νομίζω είναι καιρός να τα ξαναβρείτε”

“Θα τα ξαναβρούμε όταν κάνεις και εσύ το ίδιο με την Αουρέλια” της απάντησε.

“Συγγνώμη την είδες πως ήρθε ντυμένη σαν κακή από b movie” ξέσπασαν σε γέλια.

Αποφάσισε να ζητήσει συγνώμη παρόλα αυτά ώστε να ηρεμήσουν τα πνεύματα.

“Αν γινόταν με το τρόπο μου θα έκοβα το λαρύγγι σου με το ίδιο μαχαίρι που με κάρφωσες πισώπλατα” γρύλισε η Αουρέλια.

Η Μόριγκαν σαστισμένη κοίταξε την Νόρα. “Βρε τη γατούλα Αουρέλια έβγαλε νύχια” σκέφτηκε.

Επέστρεψε και αντιλήφθηκε πως κάποιος έλειπε. “Η Μπλάντι Κάρι πήγαινε να δει που είναι και φέρτη πίσω με το ζόρι. Δε θα μου χαλάσει κανείς το πάρτι”
Ο Ταζκ κατέβηκε με τη ψυχή στο στόμα και αντίκρισε ένα μανιασμένο πλάσμα με ένα τεράστιο παλούκι να καρφώνει στο στήθος τον άντρα που ήταν νωρίτερα κρεμασμένος από την ονειροπαγίδα, στο δωμάτιο της Μόριγκαν. Το αίμα είχε εκτιναχτεί πάνω της και στον τοίχο πίσω της. Έγλυφε με λύσσα τη πληγή γύρω από το παλούκι.

Με το ζόρι την τράβηξε και την έσυρε πάνω στο μπάνιο για να τη καθαρίσει από τα αίματα. Πέρασε αρκετή ώρα για να ηρεμήσει και να επιστρέψει στο τραπέζι με χαμηλωμένο κεφάλι κάτω από τα βλέμματα όλων.

“Θεία ΜαΦία νομίζω ότι πρέπει να τα βρεις με τη γιαγιά Νόρα” της είπε κρατούσε μια βαθιά γαβάθα όπου έβαζε τα έντερα που έκοβε από τα πτώματα, στο υπόγειο.
Στεκόταν πίσω από τη θεία που είχε γονατίσει στο άθλιο ματωμένο πάτωμα και είχε χώσει το κεφάλι της μέσα στα ανοιχτό πτώμα προσπαθώντας να αφαιρέσει όσο το δυνατόν περισσότερα έντερα.
Κάτι μουρμούρισε αλλά δεν την άκουσε έκανε αντίλαλο
“Τι είπες;”
“Θα το φροντίσω” είπε βγαίνοντας θριαμβεύτρια κρατώντας ένα μακρύ έντερο. Το πέταξε στη γαβάθα και προχώρησε στο δεύτερο πτώμα.
“Σου αρέσει το πόντσο της κατάρας που σου έδειξα νωρίτερα;”
“Υπέροχο, τι σχέδιο, τι χρώματα, για ποιον το προορίζεις;”
“Για την Αουρέλια”
“Νόμιζα ότι θα τα έβρισκες μαζί της”
“Θεία δεν τη βλέπεις πως είναι;”
“Η αλήθεια είναι πως έχει καταντήσει γραφική η κακία της. Αν της βρίσκαμε άντρα θα τα ξεχνούσε όλα είμαι σίγουρη”
“Θεία είναι νεκραναστημένο πτώμα που να τον βρούμε τον γαμπρό;”
“Ο Γουαιτ;
Είναι αηδία ο τύπος”
Ο Δνοφερός;”
“Όχι όχι όχι τον θέλω για μένα, μέχρι το τέλος της βραδιάς θα τον έχω κατακτήσει”
“Είναι συγγενής σου”
“Σκασίλα μου”
Τον Στίβενγουαιζ;”
“Ίσως αλλά δεν ξέρω πως”
“Άστο σε μένα” είπε η Θεία καθώς ανέβαιναν τις σκάλες. Τα έντερα τα παράτησαν στο υπόγειο. “Θα ασχοληθούμε αργότερα με αυτά καλή μου” είπε η θεία.

Στο επάνω όροφο η θεία πλησίασε την Αουρέλια.

“Αουρέλια γλυκιά μου πως σου φαίνεται ο Στίβενγουαιζ;” τη κοίταξε με το αθώο της ύφος.

Η Αουρέλια τη κοίταξε αμίλητη και κατευθύνθηκε προς την Μόριγκαν.
“Εσύ!” της είπε με μένος.
“Έχεις πολύ μεγάλο θράσος να με καλείς εδώ”
“Είσαι συγγενείς ήμουν υποχρεωμένη” είπε ανόρεχτα.
“Από πότε κάνεις ότι λένε οι κανονισμοί, πάντα έκανες του κεφαλιού σου”
“Και πάντα με ζήλευες για αυτό” τη προκάλεσε.
“Ήσουν πάντα εκείνη που έπαιρνε όλη τη προσοχή των αντρών”
“Ζηλεύεις γιατί πολύ απλά είσαι αγάμητη”
“Θα σε..”
“Θα με τι;”
“Κοίτα αν θέλεις μπορώ να σου κανονίσω ένα πηδηματάκι με τον Στίβενγουαιζ πριν επιστρέψεις στον τάφο σου”

Η γιαγιά Νόρα επενέβη έγκαιρα και τράβηξε τη Μόριγκαν σε μια γωνιά για να την συμβουλεύσει να μην συνεχιστεί αυτή η βεντέτα.

Χρειάστηκε αρκετή ώρα ώστε να καταφέρει να την προσέξει ο Δνοφερός. Τη περισσότερη ώρα κοίταζε τα χέρια του αγνοώντας τον υπόλοιπο κόσμο.

“Τι ήταν αυτό που έκανες” τη ρώτησε όταν τον πλησίασε.
“Το σινιάλο μου”
“Μου έκλεισες το μάτι για ποιο λόγο”
“Για να μου πεις πως σκότωσες τους εχθρούς σου έναν προς έναν”
“Γιατί σε νοιάζει τόσο πολύ:”
“Δε με νοιάζει απλά έπρεπε να βρω κάποια δικαιολογία για να σε απομονώσω”
“Τι θέλεις Μόριγκαν;”
“Εσένα χαζέ”. Έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε στον επάνω όροφο που βρισκόταν το υπνοδωμάτιο της χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Ο Δνοφερός την ακολούθησε.
Βρέθηκαν στο δωμάτιο της την έσπρωξε ελαφρά προς το κρεβάτι.
“Ώστε θέλεις έμενα;”
“Ναι”
“Τι ακριβώς θέλεις;”
Θέλω να….”

“Θέλεις αυτό;” είπε κατεβάζοντας το παντελόνι του με το εσώρουχο επιδεικνύοντας το εργαλείο του.
Η Μόριγκαν Ξεροκατάπιε, ψέλλισε λέξεις γεμάτες ασυναρτησίες. Την έσπρωξε ελαφρά στο κρεβάτι και έπεσε πάνω της.
Δε φοβήθηκε μήπως τον σκοτώσει το τοξικό του δέρμα γιατί στη θέση της καρδιάς του είχε ένα κομμάτι πάγο.

Ήταν τόσο απασχολημένη που δεν αντιλήφθηκε την ανθρώπινη σάρκα μερικών εφήβων που τρύπωσαν στον πνιγμένο από ξερά φύλα, τάφους, κολοκύθες και μαγεία κήπο της. Κάθε χρόνο οι έφηβοι της γειτονιάς έβαζαν στοιχήματα ποιος θα κατάφερνε να μπει στο σπίτι άβατο της κοκκινομάλλας Μόριγκαν. Οι δοξασίες που υπήρχαν για αυτό το σπίτι υπήρχαν δεκαετίες αλλά κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει έστω στον απρόσωπο φράχτη.

Τέσσερις νεαροί τόλμησαν να πηδήξουν το φράχτη και να περιπλανηθούν στο κήπο στο νεκροταφείο και να καταλήξουν στο αιματοβαμμένο υπόγειο από ένα σπασμένο παράθυρο. Τους κατέκλυσε ο τρόμος αντικρίζοντας τα διαμελισμένα πτώματα των δυο αντρών και η οσμή του αίματος τους έκανε να νιώσουν την ανάγκη να κάνουν εμετό.

“Πάμε να φύγουμε” είπε ο πιο λογικός.

“Αποκλείεται. Θέλω να δω τι έχει στους πάνω ορόφους” είπε ο πιο τρελός. Ανέβηκαν με προσοχή τα σκαλιά και έφτασαν στο διάδρομο που οδηγούσε στη κουζίνα και στη τραπεζαρία. Οι φωνές από τη τραπεζαρία τους ανάγκασε να ανέβουν από τη σκάλα στον επάνω όροφο χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς.

Η Μόριγκαν φύσηξε λίγη από τη μαγεία της στον Δνοφερό ώστε να μείνει για λίγο αναίσθητος και να προλάβει να κατέβει χωρίς να χρειαστεί να κατέβουν μαζί.

Όσο η παρέα γελούσε και συζητούσε ο νάνος Γουαιτ οσφρίστηκε το φρέσκο κρέας που πλησίαζε. Η πόρτα χτύπησε και ο Ταζκ άνοιξε. Οι χαρούμενες φωνούλες των παιδιών ακούστηκαν. Ο Ταζκ τους κέρασε και ο Γουαιτ γλίστρησε από τη θέση του χωρίς να γίνει αντιληπτός και προχωρώντας τοίχο τοίχο έφτασε στη πόρτα. Έσπρωξε δυνατά τον Ταζκ και άρπαξε ένα παχουλό αγόρι. Τα άλλα παιδιά τράπηκαν σε φυγή ουρλιάζοντας. Ο Γουαιτ εξαφανίστηκε με το άτυχο αγόρι στον κήπο. Ο Ταζκ σηκώθηκε παραπατώντας και η Μόριγκαν έτρεξε πίσω από τον Γουαιτ. Ο Λόρδος Ρόμπερτ με γοργό βηματισμό την ακολούθησε.

“Μα τι συνέβη;” ψιθύρισαν οι καλεσμένοι. Ο Γουαιτ δεν είχε καμιά τύχη με τον Λόρδο Ρόμπερτ να τον καταδιώκει. Τον βρήκε κρυμμένο στο σπιτάκι του κηπουρού να ετοιμάζεται να καταβροχθίσει το αγόρι που έκλαιγε και ικέτευε να τον λυπηθεί. Άρπαξε το αγόρι και το παρέδωσε στην Μόριγκαν και με το άλλο χέρι έδωσε ένα ηχηρό χαστούκ στον Γουαιτ.
“Φρικιό” έφτυσε μέσα από τα δόντια του.
“Δεν έπρεπε να τον αναστήσεις. Τέτοια τέρατα πρέπει να παραμένουν θαμμένα στη γη”

“Το δείπνο έχει ξεφύγει λίγο” είπε ο Λόρδος Ρόμπερτ.
“Λόρδε μου έτσι είναι οι συνάξεις μαγισσών και λοιπών τεράτων σε μια τυπική Halloween βραδιά. Γνωρίζατε ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε όταν σας κάλεσα”
“Το γνώριζα πολύ καλά και για αυτό το λόγο αποφάσισα να παρευρεθώ”
“Για να με τσεκάρετε: Ξεχνάτε πως οι σπουδαίες γυναίκες σπάνια είναι καθωσπρέπει”
“Δεσποινίς!” κάγχασε “ξεχνάτε τι δουλειά κάνω”
“Καθόλου είστε ένας βρικόλακας έστω και αρχαγγελικός που γράφει ιστορίες για βρικόλακες επίσης κατέχετε ιστορικά τεμάχια όπως στέμματα σπαθιά κτλ που σας κάνουν εσάς και την οικογένεια σας Αέναους και το κερασάκι στη τούρτα είστε μαζί με τον γιο σας Αλέξανδρο κάτι σαν αστυνομία τεράτων. Διατηρείτε τους κόσμους των θνητών και των μυθικών πλασμάτων σε τάξη”

“Έχετε κάνει την έρευνα σας βλέπω”
“Η αιωνιότητα είναι βαρετή χωρίς λίγο κουτσομπολιό. Τα υπόλοιπα τα έμαθα από το google”
“Γιαυτό λοιπόν προβληματίζομαι αν θα πρέπει να κάνω τα στραβά μάτια λόγο της συγγένειας σου με τη γυναίκα μου ή να σε συλλάβω”
“Να με συλλάβετε για ποιο λόγο επειδή έκανα ένα πάρτι;”
“Επειδή υπάρχουν άνθρωποι ακρωτηριασμένοι και σφαγιασμένοι στο υπόγειο σας και επειδή ένας καλεσμένος σας απήγαγε και αποπειράθηκε να φάει ένα μικρό παιδί”
“Τότε συλλάβετε τον Γουαιτ εγώ δεν έχω καμία σχέση όσο για τα πτώματα ο ένας ήταν εραστής μου και ξέρετε πολύ καλά ότι οι οι μάγισσες έχουμε το δικαίωμα να τους σκοτώσουμε και ο άλλος ήταν ζωντανός ήθελα να τον κάνω δώρο στη θεία ΜαΦία αλλά η ηλίθια Κάρι τον πέρασε για φαγητό”
“Απαράδεκτο όπως και να έχει” την επέπληξε “θα ενημερώσω τον γιο μου και ότι αποφασίσει εκείνος”
Η Μόριγκαν έβρισε μέσα από τα δόντια της.
Ο Λόρδος Ρόμπερτ απομακρύνθηκε για να τηλεφωνήσει στον γιο του τον πρώτο τη τάξη
Επέστρεψε με προβληματισμένο ύφος.
“Δυστυχώς για εμένα πρέπει να φύγω. Προέκυψε σοβαρότερο πρόβλημα με χειρότερα πλάσματα από εσάς δεσποινίς αναίσχυντη και πρέπει να πάρω μέρος στην σύλληψη τους. Θα σας τη χαρίσω για αυτή τη φορά. Φροντίστε να μη το μετανιώσω”
Ξεφύσηξε ανακουφισμένη για αυτή την ευχάριστη εξέλιξη. Σίγουρα οι καλεσμένοι θα ένιωθαν πιο άνετα να εκφραστούν χωρίς τον Λόρδο να τους επιτηρεί σαν άτακτα παιδάκια στο νηπιαγωγείο.

Οι τέσσερις έφηβοι είχαν εγκλωβιστεί σε ένα από τα υπνοδωμάτια του πάνω ορόφου. Είχαν αντιληφθεί πως κάτι δε πήγαινε καλά σε αυτό το σπίτι. Έπειτα από αρκετή ώρα αποφάσισαν να βγουν από το δωμάτιο. Κινήθηκαν νευρικά στο διάδρομο και πριν προλάβουν να φτάσουν στη σκάλα που οδηγούσε στον κάτω όροφο, στην ελευθερία τους ένα χέρι άρπαξε τους δύο από τους γιακάδες και ένα άλλο χέρι άρπαξε τους άλλους δύο από τα μπουφάν.

“Μη βγάλετε άχνα” γρύλισε ο Δνοφερός. Τους οδήγησε στη τραπεζαρία και τους πέταξε στα πόδια της Μόριγκαν. Το αδηφάγο βλέμμα του την έγλειψε από πάνω μέχρι κάτω. Του ήταν εξαιρετικά δύσκολο να παραδεχτεί πως την είχε πατήσει μαζί της. Όπως όλοι οι άντρες φυσικά.

“Τι είναι αυτά;” είπε μπερδεμένη η Μόριγκαν.

“Έλπιζα να μου πεις εσύ” της απάντησε. “Έκαναν βόλτες στον επάνω όροφο”

“Ώστε έχουμε καταπατητές φέτος” είπε γελώντας. “Τι γλυκά μικρά αγοράκια”

Έξω στον κήπο τα καιρικά φαινόμενα έμοιαζαν να έχουν τρελαθεί. Στρόβιλοι από καφετιά φύλλα άρχισαν να χορεύουν πάνω από τους ανοιχτά μνήματα, προμήνυμα επερχόμενης καταστροφής ενώ η βουή του ανέμου δονούσε το έδαφος αναδύονταν μια οσμή του θανάτου αναμειγμένη με σκατά.

Μέσα στο σπίτι οι καλεσμένοι κυριεύθηκαν από μια έντονη ανησυχία. Αρχικά αποφάσισαν να αποχωρίσουν τα ζευγάρια Έλινορ και Κρίστιαν Μαρία και Μίνωας Σκάιλαρ και Ρειτζ.

Οι Στίβενγουαιζ, ο Δνοφερός, ο Γουαιτ, η Πασκουαλίτα, η Αουρέλια, η Μπλάντι Κάρι, η θεία ΜαΦία, η γιαγιά Νόρα, η μαμά Λίλιθ ήταν προσωρινά αναποφάσιστοι και μπερδεμένοι, σαν κάποιος να έπαιζε με τα μυαλό τους.

Θεωρούσαν ότι από τη στιγμή που ο Λόρδος Ρόμπερτ και η σύζυγος του μάγισσα Βεατρίκη είχαν αναχωρήσει νωρίτερα θα έπρεπε να φύγουν και εκείνοι.

“Τουλάχιστον μείνετε εσείς είναι πολύ νωρίς. Δεν έχετε δοκιμάσει τα γλυκά που ετοίμασα με τόσο κόπο και οι εκπλήξεις που…” προσπάθησε να τους μεταπείσει.
“Δυστυχώς η καταιγίδα όσο πάει χειροτερεύει” είπε ο Ρειτζ.
Η Μόριγκαν κοίταξε έξω από το παράθυρο. Όλα έδειχναν ανατριχιαστικά ήσυχα εκεί έξω.
“Μα έξω είναι μια χαρά” τραύλισε μπερδεμένη.
“Καλύτερα να αποχωρήσουμε η κατάσταση έχει αρχίσει να ξεφεύγει” είπε η Σκάιλαρ κοιτάζοντας τους τέσσερις εφήβους στο πάτωμα
“Αυτό διορθώνεται” είπε η Μόριγκαν. “Ο Δνοφερός θα τους ελευθερώσει” Τον κοίταξε με άγριο βλέμμα.

“Λυπάμαι” είπε η Έλινορ “καλύτερα να φύγουμε”
Τη στιγμή που ετοιμάστηκε να ανοίξει τη πόρτα το πόμολο άρπαξε φωτιά και έγινε κομμάτια. Ένα απόκοσμο γέλιο πλανήθηκε στο χώρο και τρομοκράτησε τους καλεσμένους της τραγικής αυτής σύναξης.

Η Μπλάντι Κάρι τρόμαξε τόσο πολύ που άρχισε να ουρλιάζει. Ο Δνοφερός επενέβη και την χαστούκισε αρκετές φορές μέχρι να σταματήσει. Η Μόριγκαν ένιωσε το αίμα της να στεγνώνει. Πριν προλάβει να σκεφτεί εκείνο που τη γυρόφερνε, μια σκιά μπήκε από τη τρύπα της πόρτας που είχε δημιουργήσει η φωτιά και πλανήθηκε στο χώρο δημιουργώντας ένα σύννεφο ακαθόριστου σχήματος.
“Μπορούμε να μείνουμε να πολεμήσουμε είπε η Σκάιλαρ”
“Σας παρακαλώ δε θέλω να σας βάλω σε κίνδυνο. Είστε πολύτιμοι για….”
“Για ποιον;”
“Για τη Μαρία”
Τους κατέβασε στο αιματοβαμμένο υπόγειο και σε μια κρύπτη που υπήρχε σε μια γωνιά τους πέρασε σε ένα μακρύ διάδρομο
“Από δω θα βγείτε σε ένα έρημο στενάκι και από εκεί με ασφάλεια θα επιστρέψετε στις ζωές σας. Σας ευχαριστώ που με τιμήσετε και συγνώμη για αυτή την άσχημη εξέλιξη”
Επέστρεψε στη τραπεζαρία αν και ευχήθηκε να έφευγε κι εκείνη. Η σκιά είχε εξαφανιστεί αλλά ακουγόταν γέλια και ψίθυροι. Είχαν απομείνει οι Στίβενγουαιζ, ο Δνοφερός, ο Γουαιτ, η Πασκουαλίτα, η Αουρέλια, η Μπλάντι Κάρι, η θεία ΜαΦία, η γιαγιά Νόρα, η μαμά Λίλιθ.

“Λοιπόν εσείς είστε νεκροί ήδη και σε λίγο θα επιστρέψετε στα μνήματα στη πίσω αυλή μου. Άρα εσείς μένετε”
“Σκύλα” μουρμούρισε ο Γουαιτ.
Η Μόριγκαν του όρμησε και τον έριξε στο έδαφος.
“Όλα ξεκίνησαν με τη δικιά σου ανταρσία φρικιό. Παραλίγο να με συλλάβει ο Λόρδος Ρόμπερτ εξαιτίας σου επειδή απήγαγες το παιδάκι”

Άρχισε να του χτυπάει το κεφάλι στο πάτωμα
.Εκείνος γελούσε και έβγαζε ακατανόητους ήχους. Ο Ταζκ προσπάθησε να την τραβήξει από πάνω του.

“Θα τον σκοτώσεις”
“Είναι ήδη νεκρός. Είχε δίκιο ο Λόρδος Ρόμπερτ δεν έπρεπε να τον αναστήσω”

Τον κοπάνησε μερικές φορές ακόμα και τον παράτησε αποκαμωμένη.

“Όλο αυτό καταρρέει” ούρλιαξε “το πάρτι μου πάει κατά διαόλου, η ηλίθια η Κάρι έφαγε τους άντρες που φιλούσα ως έκπληξη για τη θεία, ο Γουαιτ απήγαγε εκείνο το παχουλό παιδί, ο Λόρδος παραλίγο να με συλλάβει, οι καλεσμένοι μου έφυγαν γιατί φαντασιώνονται μια ανύπαρκτη καταιγίδα που εγώ δεν βλέπω, μια φωνή με στοιχειώνει εδώ και ώρες, ένα μάτσο ανεγκέφαλοι έφηβοι καταπάτησαν τη γη μου, το πόμολο πήρε φωτιά και δεν μπορεί κανείς να βγει εκτός κι αν κατεβεί..” άφησε μισοτελειωμένη την έκφραση της καλύτερα να μη γνώριζαν για για κρύπτη “και ένα ανατριχιαστικό γέλιο ακούγεται κατά καιρούς
Όλα πήγαν χάλια”
“Κοιτά ότι και να συμβεί μπορείς να βασιστείς πάνω μου. Όποιος και να είναι αυτός που γελάει θα τον κανονίσω εγώ” είπε ο Δνοφερός
“Σε ευχαριστώ”
“Μπορείς να βασίζεσαι και σε μένα” είπε ο Στίβενγουαιζ “όλη αυτή η κατάσταση είναι τόσο σουρεάλ που μπορώ να γράψω για αυτή”
Γέλασε αμήχανα “τέλεια σας ευχαριστώ”
“Και εγώ θέλω να βοηθήσω για να ζητήσω συγνώμη για το χάλι που δημιούργησα στο υπόγειο” είπε η Κάρι.

“Και εγώ” φώναξε η Πασκουαλίτα.
“Και εμείς χρυσό μου” είπε η γιαγιά Νόρα. “Απορώ που δεν έχεις χρησιμοποιήσει μαγεία και άφησες τη κατάσταση να ξεφύγει τόσο πολύ”
“Με σοκάρει που πνίγεσαι σε μια κουτάλια νερό” συμπλήρωσε η θεία ΜαΦία.

“Δεν ήθελα να καταφύγω σε τέτοια μέσα”
“Σε τέτοια μέσα; τι εννοείς; Είμαστε μάγισσες” είπε παραξενεμένη η μαμά Λίλιθ. “Γλυκεία μου τι συμβαίνει;”
“Είμαι…τίποτα”
“Ανησυχώ”
“Δεν συμβαίνει τίποτα”
“Είναι έγκυος” είπε ο Ταζκ.
Θα σε συν θλίψω βρωμογατο”
“Αγάπη μου τι ευχάριστα νέα” οι γυναίκες των Μόρμπιτ την αγκάλιασαν ενθουσιασμένες “επιτέλους ένα νέο μέλος ξέρεις αναρωτιόμασταν μήπως ήσουν στείρα” είπε η μαμά Λίλιθ.
“Ξέρω ξέρω” αγκομάχησε η Μόριγκαν. “Μπορούμε τώρα να επιστρέψουμε στο πρόβλημα μας? Τι κάνουμε με τους έφηβους με τον Γουαιτ και ποιος είναι αυτός που παίζει μαζί μας από την αρχή. Δυστυχώς δεν μπορώ να εξασκήσω μαγεία λόγο εγκυμοσύνης γιαυτό θα βασιστώ πάνω σας” είπε κοιτάζοντας γύρω της.
“Ότι χρειαστείς είμαστε στη διάθεση σου” είπαν σχεδόν όλοι εκτός τη ξινή Αουρέλια και τον Γουαιτ.
Κάθισαν στο καθιστικό για να καταστρώσουν ένα σχέδιο.
“Καλύτερα να αφήσουμε αυτά τα νιάνιαρα να φύγουν”
“Μα είδαν πολλά. Αν μιλήσουν;”
“Δεν θα πουν τίποτα θα τους κάνουμε ξόρκι αμνησίας” είπε η γιαγιά Νόρα.
“Τέλεια πως δεν το είχα σκεφτεί”
Ο Δνοφερός θα προτιμούσε να τους ξεκοιλιάσει αλλά ήταν κρίμα να πληρώσουν τόσο μεγάλο τίμημα για την παιδική περιέργεια.

“Ταζκ μετέφερε τους νεαρούς σε ένα δωμάτιο ώστε η γιαγιά να εφαρμόσει το ξόρκι και μετά συνόδευσε τους στην έξοδο”
“Βάζει άλλους να καθαρίζουν της βρομιές της” μουρμούρισε η Αουρέλια.
“Γλυκιά μου” φώναξε η Μόριγκαν από την άλλη μεριά του χολ. “Καμιά σκέψη που θέλεις να μοιραστείς μαζί μας;”
“Όχι καμία” είπε με σφιγμένα δόντια.
“Έχω ένα δωράκι για σένα για να σου δείξω πόσο μετάνιωσα για την ιστορία με τον δύστυχο Βέρνον”

Δεν περίμενε να το παραδεχτεί ποτέ μπροστά σε άλλους
Επέστρεψε κρατώντας μια τσάντα

“άνοιξε τη χρυσή μου”

Η Αουρέλια έβγαλε το πιο όμορφο πόντσο που είχε δει ποτέ της. Μαγεμένη το κοίταξε και χωρίς να περιμένει το φόρεσε πάνω της.
“Ω μα σου πάει θαυμάσια. Δέξου το ως ελάχιστο δείγμα της μεταμέλειας μου”
Η θεία ΜαΦία τη σκούντηξε “τα παραλές και θα καταλάβει ότι τη δουλεύεις”
Ξερόβηξε και σηκώθηκε με χάρη τη πλησίασε και έβαλε τα χέρια της στους ώμους της
“Σου ταιριάζει θαυμάσια θέλω να μη βγαίνει στιγμή από πάνω σου. Να το νιώθεις σαν δεύτερο δέρμα σου”
“Ευχαριστώ” ψέλλισε η Αουρέλια γιατί δεν ήξερε πως από τη στιγμή που φόρεσε το πόντσο της κατάρας ήταν ζήτημα ωρών να ζωντανέψουν τα νήματα και να τρυπώσουν κάτω από δέρμα της να μπουν στις αρτηρίες στις φλέβες και να την δηλητηριάσουν να της λιώσουν τη σάρκα μέχρι να μείνει ένα άδειο κουφάρι.
Επιστρέφοντας στη θέση της η Μόριγκαν έκανε κόλλα πέντε με τη θεία ΜαΦία. Ένα πρόβλημα λιγότερο σκέφτηκε.
“Προτείνω όσο η γιαγιά δουλεύει το ξόρκι στους νεαρούς να μη χάσουμε το κέφι μας και να σχεδιάσουμε κοινό μέτωπο επίθεσης για τον όποιο εχθρό με τη συνοδεία ζεστού ροφήματος. Τσάι σοκολάτα ότι προτιμάτε Σας παρακαλώ δοκιμάστε και τα καλούδια μου τόσα γλυκά έφτιαξα θα πάνε χαμένα”
Τον Γουαιτ τον είχαν δέσει και τους κοίταζε όλους με μίσος.

Ευχόταν κάποιος να τον έλυνε ώστε να τους ορμήσει και να μασήσει τη σάρκα τους με τα δόντια του.

“Πρέπει να είναι η τυχερή σου μέρα” ένας ψίθυρος του γαργάλησε το αυτί. Ένιωσε ένα χάδι στους καρπούς του και η χοντρή αλυσίδα που τον κρατούσε δεμένο στο χοντρό σωλήνα του καλοριφέρ έπεσε στο πάτωμα πίσω από τη πλάτη του χωρίς να ακουστεί ο παραμικρός ήχος. Η σκιά που εισέβαλε στο σπίτι νωρίτερα είχε αποφασίσει να κάνει σύμμαχο του τον Γουαιτ. Έμεινε ακίνητος με τα χέρια πίσω από τη πλάτη του καθισμένος στο πάτωμα για να μη καταλάβει κανείς ότι ήταν ελευθερωμένος. “Περίμενε σινιάλο μου” του ψιθύρισε πάλι η φωνή.

Οι καλεσμένοι είχαν ξεχάσει την οποιαδήποτε απειλή και αντί για σχέδια άμυνας ενάντια στη σκιά κουτσομπόλευαν τους καλεσμένους που αναχώρησαν νωρίς.

Η πόρτα χτύπησε με τα παιδιά να ζητούν κέρασμα ή φάρσα. Ο Ταζκ πήγε να ανοίξει. Έβαλε το χέρι του στη τρύπα που νωρίτερα βρισκόταν το πόμολο και άνοιξε βαριεστημένα. “Σας ακούσαμε¨ μουρμούρισε καθώς μοίραζε γλυκά στο μεταμφιεσμένο τσούρμο που στεκόταν στο κατώφλι.

“Τώρα” ψιθύρισε η σκιά στον Γουαιτ. “Όρμα”

Ο Γουαιτ σηκώθηκε απότομα και όρμησε στα έξι παιδάκια συνοδεία έξι μαμάδων που ετοιμαζόταν να φύγουν. Με τα χέρια του άρπαξε τα τέσσερα και με τα δόντια του γράπωσε τα άλλα δυο από τα μαλλιά τους. Οι μαμάδες ακολούθησαν μόνες τους για να σώσουν τα παιδιά τους.

Τα έφερε μέσα ενώ οι πάντες είχαν κοκαλώσει τα φλυτζάνια είχαν πέσει από τα χέρια τους κροταλίζοντας. Τα πέταξε στο κέντρο του δωματίου ενώ το γέλιο της σκιάς δυνάμωσε. Η πόρτα έκλεισε δυνατά και μπροστά τους εμφανίστηκε ο Τζακ Ο΄ Λαντερν!!

Η Μόριγκαν κράτησε την ανάσα της. Ο καλεσμένος της που δεν μπορούσε να σκεφτεί ολόκληρη τη βραδιά. Σαν να της είχε ρίξει ο ίδιος μάγια.

“Αρκετά με αυτό το βαρετό πάρτι” είπε με ενθουσιασμό. “Ώρα να διασκεδάσουμε”

Ο Δνοφερός μπήκε μπροστά στη Μόριγκαν με το ογκώδες κορμί του ένα τοίχος προστασίας ενάντια σε κάθε εχθρό.

“Άσε τα παιδάκια ήσυχα. Και μετά θα διασκεδάσουμε” του αντιγύρισε.

“Ο καινούργιος σου εραστής υποθέτω” είπε γέρνοντας λίγο το κεφάλι του ώστε να έχει οπτική επαφή με την Μόριγκαν.

“Άσε τα παιδιά να φύγουν” είπε θυμωμένα εκείνη.

“Κανένας δεν θα φύγει” γρύλισε ο Τζακ Ο΄Λαντερν. Πλησίασε τα παιδιά που ήταν κουλουριασμένα το ένα δίπλα στο άλλο φοβισμένα και άρχισε να τους ψιθυρίζει άγνωστο τι στα αυτιά τους. Εκείνα άρχισαν να κλαίνε γοερά. Ύστερα κοίταξε τον Γουαιτ και ο νέος του υπηρέτης εξαφανίστηκε στις σκάλες.

“Τι του έκανες;” ούρλιαξε η Μόριγκαν.

Πριν προλάβει να πάρει απάντηση εμφανίστηκαν οι τέσσερις έφηβοι με τη γιαγιά Νόρα και πίσω τους ο Γουαιτ.

“Θαυμάσια” είπε ο Τζακ. “Όλοι είμαστε παρόντες λοιπόν. Λυπάμαι μόνο που έφυγαν οι εξαιρετικοί καλεσμένοι σου”

“Τους έριξες κάποιο ξόρκι για να φύγουν για να μην χρειαστεί να τους αντιμετωπίσεις” γρύλισε η Μόριγκαν η οποία τον πλησίασε σε απόσταση αναπνοής. Ο Δνοφερός τη συγκράτησε.

“Ω θα περάσουμε ένα εξαίσιο βράδυ” είπε με ένα σαδιστικό χαμόγελο στο πρόσωπο του.

Οι εναπομείναντες καλεσμένοι μαζεύτηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο για αρκετή ώρα ενώ ο Τζακ Ο Λαντερν με τον Γουαιτ οδήγησαν τους τέσσερις εφήβους, τα έξι παιδάκια με τις έξι μητέρες συνοδούς στο αιματοβαμμένο υπόγειο. Τους έδεσε πρόχειρα με ένα χοντρό σκοινί που βρήκε ανάμεσα στα δεκάδες άχρηστα πράγματα που φιλοξενούσε το σκοτεινό και παγωμένο δωμάτιο.

Ο Γουαιτ βρισκόταν στο στοιχείο του. Θυμήθηκε τις ένδοξες εκείνες μέρες της ζωής του πριν σκοτωθεί όπου σκότωνε και έτρωγε αθώους πάντα τη βραδιά του Χαλογουιν. Άρχισε να σιγομουρμουρίζει παιδικά τραγουδάκια με την ανατριχιαστική ψιλή φωνούλα του καθώς έδενε τους δύσμοιρους ανθρώπους. Ο Τζακ τον ρώτησε πόσους είχε σκοτώσει όσο ζούσε.

“Όχι όσους θα ήθελα”

Τον κοίταξε με ικανοποίηση. Ο δολοφόνος πάντα αναγνωρίζει έναν άλλο δολοφόνο.

Όλοι αυτοί οι δεμένοι άνθρωποι ήταν τρομαγμένοι και δεν έβγαζαν άχνα. Κανένα παράπονο κανένα ουρλιαχτό. Τα πρόσωπα τους ήταν πελιδνά και η ζωή βιαζόταν να τους εγκαταλείψει μια ώρα αρχύτερα.

“Τόσο κρύο και ανατριχιαστικό δωμάτιο έτσι δεν είναι;” γρύλισε ο Λαντερν κρατώντας τον γιακά ενός δεκάχρονου αγοριού. “Μοιάζει να έχει βγει από τον χειρότερο εφιάλτη σου έτσι δεν είναι;”

Το παιδί κλαψούρισε. Τον παράτησε στο πάτωμα σηκώθηκε απότομα.

“Υπέροχη οσμή” είπε φωναχτά. “Η σάρκα σας μυρίζει φόβο. Θα γίνετε πιο νόστιμοι και αλμυροί” δε συμφωνείς Γουαιτ.

“Συμφωνώ απόλυτα”

Στον επάνω όροφο προσπαθούσαν απεγνωσμένα να βρουν τρόπο διαφυγής. Όλα τα παράθυρα και οι πόρτες ήταν σφραγισμένες με κάποιο δυνατό ξόρκι που ακόμα και όλες οι μάγισσες του κόσμου να ενωνόταν δεν θα μπορούσαν να το σπάσουν. Ο Δνοφερός πήγαινε από πόρτα σε παράθυρο και προσπαθούσε να τα σπάσει με το χέρι και με το πόδι αλλά δεν γινόταν τίποτα. Έβριζε από μέσα του.

“Δώσε μου το μαχαίρι” είπε ο Λαντερν στον Γουαιτ.

Ετοίμαζε μια ιδιόμορφη κατασκευή. Μια σιδερένια και μακρυά βέργα από την οποία θα κρεμόταν έξι παιδιά. Ήταν το τέλειο γεύμα για το πάρτι. Ο Γουαιτ τον βοήθησε να δέσει χειροπόδαρα έξι παιδιά και να τα κρεμάσει στο δοκάρι.
Όχι πάρε εμένα άσε το παιδί μου ήσυχο ούρλιαξε και ούρλιαζαν μαζί της όλες οι υπόλοιπες μανάδες. “Πάρε εμάς πάρε εμάς”. Έκαναν αυτό που κάθε μητέρα, κάθε γονιός θα έκανε. Θα θυσίαζε χωρίς δισταγμό τη ζωή της για να ζήσει τη δική του το παιδί που είχε φέρει στο κόσμο.
“Για δες” είπε κεφάτα ο Τζακ Ο Λαντερν. “Τόσο πρόθυμες να πεθάνουν. Λοιπόν αγόρια οι μανούλες σας αγαπάνε πολύ”

Τα παιδιά έκλαιγαν όσο πιο σιγανά μπορούσαν αλλά ήταν ζήτημα χρόνου πριν τους κυριεύσει ο πανικός.

“Σε παρακαλώ” μουρμούρισε μια μάνα “λυπήσου μας λυπήσου μας δε σου κάναμε τίποτα, θέλαμε μόνο να πάμε βόλτα με τα παιδιά μας για να πάρουν μερικά ζαχαρωτά”
“Η ζάχαρη σκοτώνει τελικά και το μαθαίνετε με τον πιο ανορθόδοξο τρόπο” τη χλεύασε. Όλες οι διαφημίσεις όλοι οι γιατροί συστήνουν να αποφεύγουν τα παιδιά τη ζάχαρη. Και εσείς τι κάνετε βγήκατε βόλτα να πάρετε μερικά ζαχαρωτά. Δυστυχώς δε μπορώ να κάνω τίποτα γιαυτό. Τα παιδιά θα γίνουν το καλύτερο μεζεδάκι. Η σάρκα τους είναι…”
“Τι κάνεις εδώ” ακούστηκε μια φωνή γεμάτη οργή.
Η Μόριγκαν στεκόταν στη κορυφή της πέτρινης σκάλας. Ο Γουαιτ όρμησε προς το μέρος της.
Ο Τζακ τον σταμάτησε με το ένα του χέρι απλά τον έριξε κάτω χτυπώντας τον στο πρόσωπο.
Ο Γουαιτ έμεινε ασάλευτος στο πάτωμα.
“Δεν σου έχουν πει να είσαι ευγενικός απέναντι στις κυρίες;”

Τη πλησίασε και της άπλωσε το χέρι. Χωρίς να το πάρει η Μόριγκαν κατέβηκε τη σκάλα και πήγε προς το μέρος που ήταν δεμένα τα παιδιά.
“Τι είναι αυτό το χάλι;” γύρισε προς το μέρος του αλλά εκείνος στεκόταν ήδη πίσω της επικίνδυνα κοντά “δεν επιτρέπω τέτοιες κτηνωδίες στο σπίτι μου ελευθέρωσε τους αμέσως”
“Γλυκιά μου Μόριγκαν διόρθωσε με αν κάνω λάθος αλλά εσύ δεν έχεις σκοτώσει τόσους άντρες μόνο και μόνο για να πλέκεις ηλίθια πόντσο με τα έντερα τους;”
“Οι άντρες είναι άντρες τους άξιζε” γρύλισε μέσα από τα δόντια της τα σάλια της πετάχτηκαν στο πρόσωπο του.
Με το χέρι του τα σκούπισε, μετά έγλειψε τα δάχτυλα του.
“Ελευθέρωσε τους τώρα” φώναξε θυμωμένη.
“Μα θα είναι τα καλύτερο δείπνο”
“Για ποιον;” ούρλιαξε η Μόριγκαν.
“Όλοι επάνω είναι νεκροί τρώνε βρύα. Μήπως για εσένα και για αυτό το φρικιό;” έδειξε τον Γουαιτ που είχε σηκωθεί και στεκόταν με τη πλάτη στο τοίχο ακίνητος.
“Τον έχετε παρεξηγήσει τον καημένο Γουαιτ απλά είναι πολύ ντροπαλός”

“Είναι ένα φρικιό και είναι πεθαμένος εδώ και καιρό”
“Εσύ όμως είσαι ζωντανή και μυρίζεις όμορφα” της ψιθύρισε στο αυτί. Γύρισε με απέχθεια το κεφάλι της.
Ελευθέρωσε τους” διέταξε.
“Αν τους ελευθερώσω τι θα μου δώσεις σε αντάλλαγμα”
“Θα σε αφήσω να ζήσεις”
Το γέλιο του πλημμύρισε το χώρο και τον έκανε ακόμα πιο ανατριχιαστικό από ότι ήταν.
“Θα με αφήσεις να ζήσω; Ενδιαφέρον! Τι λες να συνεχίσουμε τη κουβέντα μας κάπου οι δυο μας;”

“Έστω” του αντιγύρισε και έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Κάποιες γυναίκες είναι δειλές φοβούνται τη φωτιά. Εκείνη ήταν η ίδια η φωτιά. Τοξική και καυτή. Έκαιγε όποιον άντρα έπεφτε στην αγκαλιά της. Εκτός από έναν. Εκείνον. Είχαν μοιραστεί μερικές αλησμόνητες βραδιές πριν μερικές δεκαετίες. Ο Τζακ Ο΄Λαντερν ήταν αυτό που περιέγραφε ο μύθος του και κάτι παραπάνω. Στη πραγματικότητα ήταν χειρότερος. Όντως είχε ξεγελάσει το διάβολο. Δεν είχε κάνει μόνο αυτό. Έκρυβε μια διεστραμμένη προσωπικότητα κάτω από τα ψεύτικα στρώματα της αφέλειας και της γραφικότητας. Ουσιαστικά είχε ο ίδιος χτίσει τον μύθο του με τέτοιο τρόπο ώστε να μη τρομάζει τον κόσμο αλλά να γίνεται συμπαθής. Και όποιος είναι συμπαθής εύκολα τρυπώνει στα σπίτια και τα φουστάνια των δεσποινίδων. Είχε ακόρεστη δίψα για έρωτα και δεν άφηνε θηλυκό να μην το διακορεύσει.

Η Μόριγκαν όμως ήταν διαφορετική. Δεν ήταν αθώα σίγουρα. Δεν είχε καμία σχέση με τις άλλες κοπέλες. Έκρυβε τη δική της δόση τρέλας και αυτό ήταν που γοήτευσε τον σαδιστή Τζακ Ο΄ Λαντερν. Του θύμιζε τον εαυτό του και όντως ήταν η θηλυκή εκδοχή του. Της άρεσε να σαγηνεύει αρσενικά να τους δηλητηριάζει με το τοξικό κορμί της και μετά ένιωθε τους γελοιοποιήσει μετά θάνατο χρησιμοποιώντας τους ως ντεκόρ ή πλέκοντας καταραμένα πόντσο με τα έντερα τους για να τα χαρίσει σε όσους δεν συμπαθούσε. Και ήταν ατελείωτη η λίστα αυτών που δεν χώνευε.

Ο Τζακ ένιωθε ηδονή προκαλώντας φόβο. Ήθελε να τον φοβούνται με αυτό δυνάμωνε. Και όταν τη συνάντησε πριν δεκαετίες σε ένα πάρτι μασκέ τον θύμωσε η έλλειψη φόβου από τη μεριά της. Ένιωσε τη τοξικότητα του κορμιού της αλλά δεν ήταν ικανή να τον σκοτώσει. Ένιωθε όμως εξασθενημένος από τη σαρκική επαφή γιαυτό έφυγε μακρυά της. Από τότε είχε να τη δει.

“Λοιπόν θα τα ελευθερώσω αν σκεφτείς τη πρόταση μου” της είπε αναστενάζοντας. Βρισκόταν στο δωμάτιο της.
“Θέλεις να γίνω η πόρνη σου; Ποτέ.”
“Τότε λυπάμαι. Το δείπνο έχει λαχταριστή παιδική σάρκα”
“Περίμενε” φώναξε πριν εκείνος πιάσει το πόμολο της πόρτας.
“Λοιπόν θα με έχεις για μια φορά.
Θα με έχεις για μια νύχτα την αποψινή και μετά θα εξαφανιστείς”
“Δελεαστικό αλλά όχι σε θέλω για πολλές περισσότερες νύχτες”
“Δε γίνεται” απάντησε νευρική.

“Γίνεται κάποτε ήμασταν εραστές κάποτε σου άρεσε”
Είχε δίκιο ανατρίχιασε στην ανάμνηση των χεριών του να τρέχουν πάνω στο κορμί της.
“Λοιπόν να αφήσω τα παιδάκια να φύγουν τα καημένα έχουν χεστεί πάνω τους”
“Και τις μαμάδες” συμπλήρωσε εκείνη.
“Ω μη μου ζητάς το ακατόρθωτο. Και τι θα φάω απόψε είμαι νηστικός μέρες δεν μπορείς να με αφήσεις έτσι, στο κάτω κάτω είμαι καλεσμένος σου και πρέπει να είσαι σωστή οικοδέσποινα”
“Θα αφήσεις τις μητέρες με τα παιδιά τους και τους εφήβους.
Θα στείλω τον Δνοφερό να σου βρει άστεγους ηλικιωμένους για να τραφείς”
“Δε συγκρίνεται η παιδική σάρκα με τη γέρικη αλλά πες ότι συμφωνώ, είναι πολύ μεγάλη θυσία δε πιστεύω να θεωρείς ότι ξεμπέρδεψες με μια βραδιά. Θέλω να σε έχω δικιά μου κάθε νύχτα”
“Είμαι έγκυος” του πέταξε κοφτά. Ήταν η πρώτη φορά που έχανε τα λόγια του, αυτή τη πιθανότητα δε τη περίμενε. Έμεινε σιωπηλός για λίγο.

“Είναι δικό του” πέταξε “του τύπου κάτω που μπήκε μπροστά σου να σε προστατεύσει;”
“Όχι ο πατέρας του μωρού είναι νεκρός. Το κεφάλι του κοσμεί το τραπεζάκι στο χολ μου”
“Γυναίκα μπελάς””τι σου έκανε ο δύστυχος;”
“Δεν σε αφορά και δεν είναι το θέμα μας αυτό”
“Σωστά το θέμα μας είναι πως θα ικανοποιήσεις τον γλυκό σου Τζακ για να χαρίσει τη ζωή σε τόσους αθώους ανθρώπους”
“Η προσφορά μου παραμένει η ίδια θα με έχεις μόνο για απόψε, θα σου φέρω ζητιάνους και θα τους αφήσεις όλους να φύγουν. Α και ο Γουαιτ είναι δικός μου”
“Σκληρό παζάρι αλλά μου φαίνεται ότι με ρίχνεις λίγο” έτριψε το πηγούνι του κάπως κωμικά.
“Τι άλλο θέλεις;” είπε εξοργισμένη εκείνη.
“Εσένα για όσο μου κάνει κέφι”
“Μόνο για απόψε”
Για πάντα”
Για απόψε”

Προσπάθησε να τη φιλήσει και η Μόριγκαν του έχωσε γονατιά στα σκέλια.
“Είσαι ζόρικη” είπε βογκώντας
“Αποφάσισε Τζακ” του είπε με μίσος”

“Θα δεχτώ μόνο αν απαντήσεις στην εξής ερώτηση”
“Λέγε”
“Γιατί με κάλεσες εδώ απόψε. Ήξερες ότι πάντα κάνω σαματά”
“Τη τελευταία φορά που είχες έρθει ήσουν πιο κόσμιος”
“Έχω ξεφύγει λιγάκι το ομολογώ”
“Τελειώνει η υπομονή μου” του πέταξε με οργή.
“Μετάνιωσες που με κάλεσες;”
“Ναι! Μακάρι να μην το έκανα”
“Αυτό πλήγωσε τα αισθήματα μου”
“Ας τελειώσει επιτέλους αυτό το τσίρκο”
“Πρώτα θα εισπράξω αυτό που μου υποσχέθηκες και μετά θα τους ελευθερώσω”
“Αποκλείεται” τινάχτηκε εκείνη.
“Τώρα θα τους αφήσεις να φύγουν και θα ζητήσω εγώ από τον Δνοφερό να βγει να σου φέρει τους ζητιάνους και μέχρι να γυρίσει θα έχεις πάρει αυτό που σου υποσχέθηκα”

“Οργανωτική μου αρέσει”
“Ας είναι” αναστέναξε και βγήκε από το δωμάτιο. Τον ακολούθησε αμίλητη ευχήθηκε για μια στιγμή να μην ήταν έγκυος, να μπορούσε να εξασκήσει μαγεία πάνω του μέχρι να έβγαζε αίμα από τα αυτιά. Κατέβηκαν στη τραπεζαρία.
“Δνοφερέ έλα μαζί μας σε χρειάζομαι”
Την ακολούθησε χωρίς να πει λέξη.
Κατέβηκαν στο υπόγειο και βρήκαν τον Γουαιτ όπου τον άφησαν. Τα παιδιά είχαν συρθεί κοντά στις μανάδες τους και ήταν αγκαλιασμένοι. Ένα στεφάνι σάρκας και οδύνης.
“Τι γλυκιά εικόνα” τους χλεύασε ο Τζακ.
“Κόφτο” του φώναξε εκείνη.
Ζήτησε από τον Δνοφερό να τους λύσει όλους. Τους τέσσερις εφήβους τα έξι παιδιά και τις έξι μανάδες.
“Ακολουθήστε με” είπε η Μόριγκαν “σας παρακαλώ μη βγάλετε άχνα σύντομα θα έχουν τελειώσει όλα. Θα σας οδηγήσω στην έξοδο”
Στην αρχή δε κουνήθηκε κανείς. Φοβήθηκαν μήπως ήταν κάποιο τερτίπι των τεράτων που τους είχαν αιχμαλωτίσει
“Ακολουθήστε την αλλιώς θα πεθάνετε όλοι” γρύλισε ο Τζακ.
Αυτόματα έτρεξαν προς τη σκάλα πίσω από τη Μόριγκαν.
“Λύσε τα μάγια της πόρτας” του είπε επιτακτικά.
“Μάλιστα κυρία μου στις διαταγές σας”

Καθώς την παρακολουθούσε να εξαφανίζεται στις σκάλες είπε στον Γουαιτ “τι κάνει κάνεις για τον έρωτα”
Ανέβηκαν στη τραπεζαρία και η Μόριγκαν με τον Δνοφερό στο πλευρό της, ζήτησε από τη γιαγιά Νόρα να κάνει ένα ξόρκι αμνησίας στους δεκαέξι πρώην ομήρους. Ύστερα τους οδήγησε στο κήπο και από εκεί στο δρόμο και στην ελευθερία τους.
Ύστερα ζήτησε από τον Δνοφερό να βγει για κυνήγι. “Γύρνα με ζητιάνους άτομα που δεν θα τους αναζητήσει κανείς” Εκείνος έφυγε αμέσως.
Επέστρεψε στη τραπεζαρία.

“Τι συμβαίνει;”
“Καλύτερα να φύγετε. Το πάρτι τελείωσε σας παρακαλώ”

“Και να σε αφήσουμε μόνη στη κατάσταση σου να τα βγάλεις πέρα με αυτόν τον διεστραμμένο; Δεν μπορείς ούτε ένα ξόρκι να κάνεις” είπε η μαμά Λίλιθ.
“Έχω τον Δνοφερό σας παρακαλώ φύγετε”
“Δεν πάμε πουθενά” είπε ο Στίβενγουαιζ που λάτρευε τις ιστορίες τρόμου.
“Μαμά γιαγιά θεία σας παρακαλώ φύγετε τουλάχιστον εσείς”
“Δεν αφήνουμε το μωρό μας μόνο του με αυτό το πράγμα”
“Τι λέτε εσείς εδώ;” είπε ο Τζακ που εμφανίστηκε από το υπόγειο με τον Γουαιτ ξωπίσω του.
“Μην ανησυχείς σε λίγο θα έχεις το δείπνο σου. Ο Δνοφερός είναι πολύ καλός στο κυνήγι”
“Δεν με απασχολεί τόσο πολύ αυτό όσο το να γνωρίσω τους υπόλοιπους καλεσμένους σου”

Πριν λίγο βιαζόσουν να εισπράξεις το αντάλλαγμα σου”
“Κάθε πράγμα στην ώρα του, θα πρότεινα να με συνοδεύσετε στο γεύμα μου σε λίγο”
“Δεν είσαι ο οικοδεσπότης” είπε θυμωμένη η μαμά Λίλιθ.
“Μαμά σε παρακαλώ” ψιθύρισε η Μόριγκαν.
“Θέλω να φύγουν οι τρεις τους, με τους άλλους μπορείς να κάνεις ότι θες”
“Καλά καλά, αν και δεν θα έχει πλάκα, εννοώ δες τους, ψοφίμια είναι, θέλω ζωντανή σάρκα”
“Μέχρι να γυρίσει ο Δνοφερός πάμε επάνω” έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω της.
“Τη λατρεύω όταν το κάνει αυτό” είπε καθώς την ακολουθούσε.
“Μαμά γιαγιά θεία” φώναξε η Μόριγκαν “μέχρι να επιστρέψω να έχετε φύγει”
“Γουαιτ πρόσεχε τους” είπε ο Τζακ πριν εξαφανιστεί στη σκάλα.
“Λοιπόν οι δυο μας επιτέλους”
“Κοφτό Τζακ και τελείωνε επιτέλους”
“Γιατί βιάζεσαι μωρό μου θέλω απλά να περάσουμε καλά οι δυο μας”
Την άρπαξε από τη μέση.
“Να ξέρεις ότι σε μισώ” του είπε πριν της σφραγίσει το στόμα με ένα παθιασμένο φιλί.
Κάτω στη τραπεζαρία ο Γουαιτ προσπάθησε να σύρει τις τρεις γυναίκες στο κήπο αλλά τον ακινητοποίησαν με ένα ξόρκι αιχμαλωσίας που τον άφησε παράλυτο ανίκανο να κινηθεί.
“Έχω μια ιδέα” είπε ο Στίβενγουαιζ και άρπαξε ένα κουζινομάχαιρο από το τραπέζι.
Γονάτισε και άρχισε να κόβει τα χέρια του Γουαιτ.
“Έχω γράψει μια ιστορία όπου ένας τρελός κυνηγάει να σφάξει την οικογένεια του με ένα τέτοιο μαχαίρι” είπε κόβοντας με όρεξη.
Ο Γουαιτ έμοιαζε σαν ζόμπι, δεν έβγαζε άχνα έμοιαζε με ζόμπι όσο τον ακρωτηρίαζε ο τρελός συγγραφέας.

Στο δωμάτιο η Μόριγκαν έκανε έρωτα με τον Τζακ και μισούσε τον εαυτό της που το απολάμβανε.
Ο Δνοφερός επέστρεψε στο σπίτι. Πέρασε από το νεκροταφείο, τον κήπο, τη σκοτεινή αλέα και σκαρφάλωσε από το σπασμένο παράθυρο μέσα στο υπόγειο. Μαζί του κουβαλούσε και πέταξε από το παράθυρο σαν σακιά πέντε άστεγους.

Πέντε τυχαίους άτυχους, ρακένδυτους ζητιάνους που δεν θα έλειπαν σε κανένα. Γιατί είχαν μείνει ολομόναχοι στο κόσμο είτε γιατί οι δικοί τους δεν τους ήθελαν πια.
Τους είχε χτυπήσει ίσα ίσα για να είναι αναίσθητοι και να μην δημιουργούν προβλήματα.

Τους έδεσε και ανέβηκε στη τραπεζαρία. Την ίδια στιγμή κατέβαιναν η Μόριγκαν και ο Τζακ από τη κρεβατοκάμαρα.
“Γύρισες κιόλας;” του είπε ανακουφισμένη η Μόριγκαν.
“Γύρισα” είπε κοφτά και το βλέμμα της ζήλιας τη κόλλησε στον τοίχο.
Η Μόριγκαν αναζήτησε τις τρεις γυναίκες που δε φαινόταν πουθενά. Η υπόλοιπη παρέα ήταν μαζεμένη στη τραπεζαρία. Τους πλησίασε και αντίκρισε τον Γουαιτ στο πατωμα ακρωτηριασμένο.

“Επιτέλους κάποιος έκανε αυτό που έπρεπε” είπε ανακουφισμένη ενώ ακολούθησε τον Τζακ στο υπόγειο

“Μην τον πειράξετε πρέπει να τον κάψω για να μην αναστηθεί ξανά” φώναξε.
“Δνοφερέ έλα μαζί μου” πάνω από τον ώμο της πριν εξαφανιστεί πάνω στις σκάλες.

“Οι μισοί από αυτούς έχουν αρχίσει να συνέρχονται” είπε γεμάτη τύψεις καθώς αντίκρισε τους άτυχους άντρες στο υπόγειο.

“Καλύτερα αυτοί παρά μανάδες και παιδιά. Αν υπάρχει κόλαση για μάγισσες εύχομαι να καώ εκεί”
Ο Τζακ διασκέδαζε χλευάζοντας τους όση ώρα τους έδενε χειροπόδαρα και τους κρεμούσε από το δοκάρι.
“Τελείωνε μ’αυτό” είπε εκείνη κοφτά “το πάρτι τελείωσε ώρα να φύγουν όλοι”
“Το πάρτι μόλις άρχισε μωρό μου” είπε εκείνος γελώντας.
Ο Δνοφερός τη κοίταξε με ένα βλέμμα “άσε με να τον καθαρίσω”
Έκλεισε τα μάτια και έδιωξε τον πειρασμό μακρυά, του άξιζε να πεθάνει, αν πέθαινε εκείνος θα γλίτωναν οι δύστυχοι ζητιάνοι το μόνο που είχε να κάνει ήταν να αφήσει τη δολοφονική μηχανή με το όνομα Δνοφερός Διηζήτωρ να τον βγάλει από τη μέση.

Επέλεξε να μην χειροτερέψει τα πράγματα, εξάλλου έπρεπε να αποδεχτεί τη φύση της ήταν κι εκείνη ένα τέρας όπως ο Γουαιτ ή ο Τζακ.

Επειδή είχε σώσει μερικά παιδιά με τις μανάδες τους δε σήμαινε ότι δεν είχε σκοτώσει δεκάδες άντρες ή ότι δε θα σκότωνε στο μέλλον.
Αποχώρησε σιωπηλή αφήνοντας τον να κάνει ότι ήθελε.
Ο Δνοφερός έμεινε ασάλευτος στη θέση του να τον επιβλέπει.
Στη τραπεζαρία ζήτησε από τον Στίβενγουαιζ να τη βοηθήσει να μαζέψει τα μέλη του Γουαιτ και να τα πετάξουν στο τζάκι. Ύστερα άναψε φωτιά και στάθηκε να παρατηρεί τις φλόγες που κατάπιναν τη σάρκα του ειδεχθές Γουαιτ.
Αναθεμάτισε τον εαυτό της που είχε καλέσει τον Τζακ και τον Γουαιτ ακόμα και τη βλαμμένη Αουρέλια. Έπρεπε να περιορίσει τη λίστα στους υψηλούς προσκεκλημένους της. Δεν καλούσε ο οποιοσδήποτε τον Λόρδο Ρόμπερτ και τη μάγισσα Βεατρίκη την Έλινορ και τον Κρίστιαν την Σκάιλαρ και τον Ρειτζ τη Μαρία και τον Μίνωα.
Έπρεπε να αφήσει όλα τα υπόλοιπα παράσιτα εκτός λίστας. Ακόμα και ο Δνοφερός ένας καταραμένος βιτζιλάντι ήταν καλύτερος από όλους τα υπόλοιπα κατακάθια.
Αποκαρδιωμένη κάθισε στη πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι αφηρημένη έβγαλε το τακούνι της, όλο το βράδυ ισορροπούσε τέλεια πάνω στα δωδεκαποντα στιλέτα άλλα τώρα δεν είχε την αντοχή για τίποτα επιπλέον.

Ευχήθηκε να τελείωναν μια ώρα νωρίτερα όλο αυτό το τσίρκο. Της πήρε αρκετή ώρα να συνειδητοποίησε τι ήταν αυτό που ξεπροβάλλει από τις σκάλες του υπόγειου.
Ο Δνοφερός ανέβηκε πρώτος με το πιο ανεξήγητο βλέμμα.
Πίσω του ο Τζακ με το πιο ηλίθια έκφραση στο πρόσωπο του κρατούσε ψηλά με τα δυο του χέρια τη σιδερένια βέργα από την οποία κρεμόταν οι άστεγοι.
Η δύναμη του ήταν τόση μεγάλη η ήταν αποτέλεσμα κάποιου μαγικού αυτό που έβλεπε;
“Δεν μπορείς απλά να τους σκοτώσεις στο υπόγειο και να σηκωθείς να φύγεις; Αρκετά με αυτό το τσίρκο των φρικιών.
“Ω γλυκιά μου στο είπα τόσες φορές το πάρτι τώρα αρχίζει”
Ανέβηκε στο στρωμένο τραπέζι σπρώχνοντας και σπάζοντας πορσελάνες για να κρέμαση από το ταβάνι τη σιδερένια βέργα από το ένα πολύφωτο στο άλλο”
Ο Στίβενγουαιζ έτρεξε να τον βοηθήσει. Το ίδιο και η βλαμμένη Αουρέλια, οι υπόλοιποι έμειναν κοκαλωμένοι.
Έκανε νόημα στον Δνοφερό να την ακολουθήσει στη κουζίνα.
“Πρέπει να τους ξεπαστρέψουμε ψιθύρισε.
“Αλλιώς δε θα βγούμε ζωντανοί από δω μέσα”
“Πες μου τι να κάνω;”

“Όσοι πάνε με το μέρος του θέλω να βρεις τρόπο να τους καθαρίσεις, πρέπει να διαμελιστούν και να καούν για να μην αναστηθούν ποτέ ξανά”
“Ωραία πες ότι έγινε ήδη”
“Δυστυχώς κανένας μας δεν μπορεί να εξασκήσει μαγεία, εσύ δεν είσαι μάγος και εγώ λόγω εγκυμοσύνης άρα είναι δύσκολο να τον σκοτώσουμε” είπε με απελπισία.
Τη κοίταξε ερευνητικά.
“Ποιος είναι ο πατέρας;
“Σοβαρά δεν είναι η ώρα για τέτοιες συζητήσεις.

Ο Τζακ τους έβαλε όλους να καθίσουν στο τραπέζι, μετά πήρε ένα μαχαίρι και έκοψε τα λαρύγγια των άτυχων ανδρών που κρεμόταν από το ταβάνι. Το αίμα έτρεχε σε ποτήρια που είχε τοποθετήσει από κάτω.

“Πιείτε φίλοι μου” είπε εύθυμα.
Η Μόριγκαν μόλις αντίκρισε το σκηνικό του τρόμου έτρεξε στο μπάνιο και άδειασε το στομάχι της.
Ήταν το χειρότερο πάρτι που είχε γίνει ποτέ.

“Μόριγκαν” κάποιος ψιθύρισε καθώς πλενόταν στο νιπτήρα. Κοίταξε μέσα από το καθρέπτη μια ανεπαίσθητη κίνηση στη κουρτίνα του ντους. Τη τράβηξε απότομα και είδε τη γιαγιά Νόρα, τη θεία ΜαΦία και τη μαμά Λίλιθ να τη κοιτάνε μέσα από τη μπανιέρα.

“Εσείς!!” είπε η Μόριγκαν ανακουφισμένη. Με τρομάξατε”

Συγνώμη καλή μου δε μπορούσαμε να φύγουμε και να σε αφήσουμε να τα βγάλεις πέρα μόνη σου με αυτό το τέρας” είπε η γιαγιά Νόρα.

“Το εκτιμώ που δεν το κάνατε. Η κατάσταση έχει ξεφύγει. Κάτι πρέπει να κάνουμε τώρα”

Στη τραπεζαρία η οσμή της ανθρώπινης σάρκας τους είχε προκαλέσει φρενίτιδα. Είχαν αφήσει την αληθινή τους φύση να βγει στην επιφάνεια. Οι μισοί βρισκόταν στο πάτωμα σαν σκυλιά και έτρωγαν μεγάλα κομμάτια σάρκας που είχαν πάρει από τους κρεμασμένους άντρες,

Κάποιοι άλλοι καθισμένοι στο τραπέζι έπιναν σε κρυστάλλινα ποτήρια αίμα.

Ο Δνοφερός βρισκόταν στη βάση της σκάλας για να προλάβει τη Μόριγκαν όταν θα κατέβαινε από το δωμάτιο της. Κάποιος του ψιθύρισε κάτι και εκείνος ανέβηκε στις σκάλες χωρίς να τον πάρουν είδηση.

“Υπέροχο πάρτι¨ είπε εύθυμα ο Τζακ. Έγλειψε με λαιμαργία τα στήθη της Μπλάντι Κάρι καθώς τη θώπευε σε μια γωνιά.

Ο Στίβενγουαιζ απαλλαγμένος από ηθική και πάσης φύσεως νόμους επιτέθηκε στη Πασκουαλίτα και την διαμέλισε.

“Κανείς δε χωνεύει τις θλιμμένες νύφες” ούρλιαξε.

Τα υπόλοιπα έγιναν σε ένα πετάρισμα του βλεφάρου. Οι τρεις μάγισσες έκαναν ένα πανίσχυρο ξόρκι ακινητοποίησης στον Τζακ ο οποίος σωριάστηκε παράλυτος στο πάτωμα.

Μόριγκαν και Δνοφερός όρμησαν κρατώντας μαχαίρια και έσφαξαν όλους τους καλεσμένους.

Μπλάντι Κάρι ψόφα!

Στίβενγουαιζ ψόφα!

Αουρέλια ψόφα!

Ο Τζακ Ο Λαντερν έμεινε τελευταίος.

“Άσε με σε παρακαλώ να τον καθαρίσω” είπε ο Γουαιτ.

“Όχι μωρό μου αυτός είναι δικός μου”

Γονάτισε πάνω του και του χάραξε το πρόσωπο. Είχε τα μάτια του ανοιχτά αλλά δεν μπορούσε να αντιδράσει. Τη παρακολουθούσε με τρόμο να τον χαρακώνει πετσοκόβει να του αφαιρεί ολόκληρα κομμάτια σάρκας. Του έκανε μια καθαρή τομή σε όλο του το κορμό.

“Θεία έλα να μαζέψουμε τα έντερα”

“Ευχαρίστως χρυσό μου”…

                                                                                ΤΕΛΟΣ!

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì

———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–

ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

45097837_912381555619521_9042016643349217280_n
Morigan Morbid
20180927_224557
Τα πόντσο της κατάρας

HALLOWEEN, Τα PENNY DREADFULS της ΜαΦίας

«HALLOWEEN NIGHT: Trick or treat»..A SHORT STORY BY MARIA FANOURAKI

 

Η ώρα που ο Γουάιτ θα έβγαινε επιτέλους έξω και θα χανόταν ανάμεσα στο πλήθος, είχε φτάσει. Ήταν το βράδυ της 31ης Οκτωβρίου, η αγαπημένη γιορτή όλων, η τέλεια ευκαιρία για λίγη δράση. Είχε έναν ολόκληρο χρόνο να κυνηγήσει και ένιωθε τις κλειδώσεις του σκουριασμένες. Όχι ότι θυμόταν πόσο χρονών ήταν, είχε μια αφύσικη μακροζωία και δεν ένιωθε πλέον άνθρωπος. Συνέχιζε να κοιτάζει έξω από το λερωμένο τζάμι με την αηδιαστικά λιγδιασμένη κουρτίνα, τους ανυποψίαστους θνητούς, που μεταμφιεσμένοι με τα κουστούμια τους, πήγαιναν από πόρτα σε πόρτα και φώναζαν: «Φάρσα ή κέρασμα».

Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την εποχή που ήταν και ο ίδιος παιδί, αν και δεν έζησε ποτέ παιδική ηλικία όπως οφείλουν να ζήσουν όλα τα παιδιά στη γη. Είχε την ατυχία να γεννηθεί με νανισμό, το ανάστημα του δεν ξεπερνούσε το 1,28. Τα χέρια και τα πόδια του ήταν αφύσικα μικρά όπως και τα δάχτυλα του. Το κεφάλι του αντίθετα ήταν μεγάλο και το μέτωπο του προεξήχε κάνοντας τον να μοιάζει με ένα παραμορφωμένο τέρας. Ή τουλάχιστον έτσι τον αποκαλούσαν οι γονείς του.

Ήταν το μοναχοπαίδι τους, η κυρία Κάρι η μητέρα του ήταν τόσο ευτυχισμένη όταν τον συνέλαβε και πέρασε τους μήνες της εγκυμοσύνης της ετοιμάζοντας μέσα στο διώροφο σπίτι ένα μικρό παράδεισο για τον άγγελο της.

Όταν γεννήθηκε ο Γουάιτ, οι γονείς του ένιωσαν να απωθούνται απο το παραμορφωμένο μωρό με τα μικροσκοπικά χεράκια και το κλείδωσαν στη σοφίτα να μεγαλώνει ουσιαστικά μόνο του. Εκείνο ένιωθε την εγκατάληψη σαν έναν βουβό πόνο στη ψυχή του και στα κόκκαλα του.

Το μίσησαν τόσο πολύ ώστε είπαν σε όλους ότι είχε πεθάνει.

Αλλά ο Γουάιτ δεν είχε πεθάνει. Μεγάλωνε μόνος, έτρωγε αυτό που του ανέβαζαν μια φορά την ημέρα στη σοφίτα. Του άφηναν ρούχα και παιχνίδια αλλά δεν του μίλησαν ποτέ ούτε τον αγκάλιασαν.

Και μεγάλωνε. Μέσα στον απύθμενο πόνο. Μέσα στους ιστούς από τις αράχνες και τα ποντίκια.
Tα ποντικάκια δεν τα πείραζε. Οι αρουραίοι ήταν αυτά που έτρωγε. Κοίταζε από το μοναδικό παράθυρο της σοφίτας έξω στο δρόμο, τους γονείς που έπαιζαν με τα μικρά τους μπάλα ή τα μάθαιναν να κάνουν ποδήλατο και ένιωθε μηδαμινός. Ανύπαρκτος. Μια μέρα βρήκε έναν βρώμικο κλόουν καταχωνιασμένο σε μια χαρτόκουτα. Το κεφάλι του ήταν ραγισμένο και έλειπε ολόκληρο κομμάτι. Κάθισε οκλαδόν στο πάτωμα και με τον κλόουν αγκαλιά άρχισε να κουνιέται μπρος πίσω νανουρίζοντας την άψυχη κούκλα. Κάτι κουνήθηκε μέσα στον κλόουν και ο Γουάιτ τον πέταξε στην άλλη άκρη του δωματίου. Πλησίασε επιφυλακτικά και αντίκρισε έναν αρουραίο να βγαίνει από το κεφάλι του κλόουν. Τον κυνήγησε εκείνη τη μέρα και τον έπνιξε με τα μικρά του χεράκια. Ύστερα τον έφαγε ωμό. Βύθισε τα δοντάκια του στην ισχνή σάρκα του τρωκτικού και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Όσο μασούσε το αηδιαστικό τρωκτικό τα δάκρυα έγιναν αίμα. Και έτρεχαν αυλάκι στα παραμορφωμένα μάγουλα του. Και από τότε κάτι σατανικό και ζωώδες ξύπνησε μέσα του. Τα σπλάχνα του διψούσαν για αίμα και σάρκα. Μια επίμονη μοχθηρή φωνή σαν υαίνα του ζητούσε να σκοτώσει.

Τόσα χρόνια εγκλωβισμένος στην άθλια σοφίτα λιμοκτονούσε για αγάπη, καθαρό αέρα και φαγητό. Άκουγε τους σκληρόπετσους γονείς του να γελάνε, να παίζουν επιτραπέζια, να κάνουν έρωτα σαν ζώα πάνω στα έπιπλα, πάντα με προφύλαξη, γιατί η ανησυχία τους ήταν να μην μείνει έγκυος ξανά η βρώμα και γεννούσε άλλο ένα τέρας. Τους άκουγε να τον ειρωνεύονται να κοροιδεύουν τα φυσικά του κουσούρια και να γελάνε υστερικά χωρίς ποτέ να σκεφτούν ότι θα μπορούσαν απλώς να τον πάνε σε κάποιο γιατρό να διόρθωναν τις ατέλειες του και ας παρέμενε νάνος δεν ήταν προβλημα. Υπήρχαν τόσοι θαυμάσιοι άνθρωποι με νανισμό. Μια μέρα τους άκουσε να κανονίζουν τις λεπτομέρειες στο τηλέφωνο με κάποιο άτομο για τη μεταφορά του σε ίδρυμα. Χαζογελούσαν και έγλυφαν με θράσσος τον γιατρό για τη χάρη που τους έκανε να αναλάβει τον Γουάιτ στη παράνομη κλινική του ή «ίδρυμα» όπως τους είχε επίπληξει να την αποκαλούν. Θα τον μελετούσαν λες και ήταν κάποιο εξωγήινο φρικιό που έπεσε στη γη. Μετά συνέχισαν να τρώνε το πλούσιο γευμα τους ενώ περίμεναν την «κοινωνική λειτουργό» να τον μεταφέρει στο ίδρυμα. Άκουγε τα μαχαιροπίρουνα να χτυπούν στα πορσελάνινα πιάτα και τα σάλια του έτρεχαν. Είχε να φάει μέρες. Οι αρουραίοι που είχε φάει τη προηγούμενη βδομάδα είχαν στοιχοιώσει το στομάχι του. Ένιωθε ότι του έτρωγαν τα σωθικά. Και τότε άρχισε να τρέμει.

Η οργή του περικύκλωσε το σπίτι σαν ομίχλη που σείστηκε συθέμελα. Οι γονείς του φοβισμένοι νόμιζαν ότι γινόταν σεισμός. Ένας εκκωφαντικός θόρυβος ακούστηκε απο τη σοφίτα τους έκανε να αναπηδήσουν τρομαγμένοι. Η βρώμα έριξε το κρασί στο ακριβό φόρεμα της. Με επιφύλαξη ανέβηκαν τις σκάλες και έντρομοι είδαν τον γιό τους να στέκεται ατάραχος πάνω από τα συντρίμμια που είχαν δημιουργηθεί από το γκρέμισμα του τοίχου και της πόρτας. Η μητέρα του έτρεξε στο τηλέφωνο να ειδοποιήσει την αστυνομία. Η βρώμα. Δεν της πέρασε από το μυαλό ότι το μόνο που χρειαζόταν ο γιός της ήταν αγάπη.

Το τηλέφωνο λειτουργούσε και μόλις ο αστυνομικός απάντησε η γραμμή κόπηκε αιφνίδια.

Ο πατέρας του, Στίβεν ανέβηκε μερικά σκαλιά πλησιάζοντας αρκετά τον Γουάιτ.

«Μικρέ» είπε αδέξια. Η προσπάθεια του να κρύψει το γεγονός ότι δεν θυμόταν καν το όνομα που του είχε δώσει μια νοσοκόμα όταν είχε γεννηθεί, τον έκανε να γελάσει. Δυο σειρές από μυτερά ματωμένα δόντια έκαναν την εμφάνιση τους. Τα είχε λιμάρει ένα προς ένα με ένα παλιό μαχαίρι-αντίκα που είχε βρεί πριν χρόνια σε μια σφραγισμένη κούτα μέσα στη βρωμερή σοφίτα.

«Σε ακούω..μπαμπά» είπε με στόμφο φτύνοντας σάλια. 

Ακούστηκε ο ήχος της μηχανής ενός αυτοκινήτου που πάρκαρε  μπροστά από το σπίτι.

«Όλα θα πάνε καλά» είπε πανικόβλητος ο Στίβεν. «Μια καλή κυρία από ένα νοσοκομείο ήρθε να σε πάρει. Θα σε βοηθήσει να γίνεις καλά. Δεν θα πονάς πια. Και θα ψηλώσεις κι άλλο»

Το κουδούνι ακούστηκε κάνοντας τις τρίχες του Στίβεν να σηκωθούν όρθιες.

Η Κάρι πήγε βιαστικά να ανοίξει ελπίζοντας να ξεφορτωθούν μια ώρα νωρίτερα το τέρας.

Εκείνη τη μέρα ο Γουάιτ έκανε τον πρώτο του φόνο. Και τον δεύτερο του. Και τον τρίτο του. Όρμησε πρώτα στον πατέρα του όταν εκείνος του γύρισε τη πλάτη για να κατέβει στο σαλόνι. Κατέβηκε δυο δυο τα σκαλιά και πήδηξε πάνω στο σβέρκο του. Τον κατασπάραξε με τα γυμνά του δόντια. Οι δυο γυναίκες ούρλιαζαν και προσπάθησαν να διαφύγουν. Ως δια μαγείας, η πόρτα είχε φρακάρει και δεν άνοιγε. Όπως και με τη γραμμή του τηλεφώνου που κόπηξε ξαφνικά όταν η μητέρα του είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει με την αστυνομία. Τις ξέσκισε και έφαγε τη σάρκα τους. Όπως σκόπευε να κάνει και απόψε. Ήταν και τότε όπως και απόψε η νύχτα των Αγίων Πάντων.

«Κάθε χρόνο, τέτοια νύχτα» μουρμούρισε με την ψηλή φωνή του «οι γονείς συνοδεύουν τα παιδάκια τους στα σπίτια που πηγαίνουν για να αναφωνήσουν «φάρσα ή κέρασμα» με τα ηλίθια κουστούμια τους». Έτριξε τα δόντια του και κόλλησε περισσότερο το δυσειδέστατο μέτωπο του στο παράθυρο. «Πόσοι πολλοί γονείς» μουρμούρησε. «Έτοιμοι να φαγωθούν. Απλά δεν το έχουν πάρει χαμπάρι ακόμα». Θυμήθηκε τους γονείς του όταν τους έτρωγε ζωντανούς και έγλυψε αχόρταγα τα χείλη του. Τους είχε αφαιρέσει τμήματα από τη σάρκα τους και τα είχε βάλει στη κατάψηξη. Όταν του τελείωσαν οι προμήθειες αποφάσισε να βγεί να κυνηγήσει. Υποσιτισμένος τόσα χρόνια με τα αποφάγια που τον τάιζαν οι γονείς του, επαθε ψύχωση με τη γεύση που άφηνε το τρυφερό κρέας στο στόμα του. Στην αρχή αρκέστηκε στο κυνήγι μικρόσωμων ζώων και τρωκτικών όπως γάτες, αρουραίους, πουλιά. Για κάποιο λόγο του ήταν αδύνατον να βλάψει σκυλιά. Τα έβλεπε πάντα από το παράθυρο της σοφίτας να παίζουν με τα άλλα παιδιά, τα ελεύθερα, αυτά που οι γονείς τους τα αγαπούσαν, και ζήλευε που δεν είχε κι εκείνος ένα χνουδωτό φιλαράκο. Τον έκαναν να χαμογελάει ασυναίσθητα. Πάντα ήθελε να είχε ένα σκυλί για συντροφιά. Αλλά αυτό δε συνέβει ποτέ.

Ξεκίνησε λοιπόν, με μικρά ζωάκια αλλά τίποτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με το ανθρώπινο κρέας. Έτσι βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία τη βραδιά του Halloween, που συμπληρωνόταν ένας χρόνος από τους φόνους των γονιών του και της κυρίας Άνι Μπέιτς της κοινωνικής λειτουργού, και σκότωσε ξανά. Κρατούσε το σώμα έναν ολόκληρο χρόνο στη κατάψυξη, μέχρι το επόμενο Halloween για να βγεί να σκοτώσει ξανά. Είχαν περάσει τόσα πολλά χρόνια που είχε χάσει τον λογαριασμό πόσα θύματα είχε χωρέσει στη κατάψηξη του. Το σπίτι ήταν μεγάλο όπως και η πίσω αυλή του στην οποία είχε θάψει τους σκελετούς των άμοιρων αυτών ανθρώπων. Κανείς ποτέ δεν είχε επισκεφθεί το σπίτι, μετά το θάνατο των γονιών του, αφού κανένας δεν γνώριζε την ύπαρξή του. Οι ίδιοι είχαν ανακοινώσει τον αιφνίδιο θάνατο του βρέφους λίγες μέρες μετά την επιστροφή τους από το μαιευτήριο. Οί λιγοστοί συγγενείς που ήθελαν να παρευρεθούν στη κηδεία ενημερώθηκαν ότι το μωρό αποτεφρώθηκε. Έβαλαν μάλιστα σε περίοπτη θέση στο σαλόνι, μια τεφροδόχο με στάχτη από το τζάκι και δίπλα της μια επιχρυσωμένη κορνίζα με τη φωτογραφία από ένα μωρό που η μητέρα είχε βρεί σε ένα περιοδικό πλεξίματος και όλοι το έχαψαν.

Ήταν τραγικό, αν το καλοσκεφτόσουν, το μέγεθος της απόρριψης που βίωσε ο Γουάιτ από τη πρώτη στιγμή που ήρθε σε αυτόν τον γαμημένο κόσμο.

«Καριόλα» είπε καθώς ετοιμαζόταν για το ετήσιο κυνήγι της 31ης Οκτωβρίου. Δεν χρειαζόταν κάποιο κακόγουστο κουστούμι. Ήταν ο ίδιος μια τραγική μεταμφίεση. Κάθε χρόνο έβγαινε έξω χωρίς μάσκα, απλά πρόσθετε κάποια αξεσουάρ, όπως ένα καπέλο ή ένα πολύχρωμο φουλάρι. Πράγματα που άνηκαν στα θύματα των προηγούμενων εξορμήσεων του. Το σπίτι ήταν γεμάτο με τα αιματοβαμμένα κουστούμια και τα αξεσουάρ τους. 

Φόρεσε ένα κόκκινο καπέλο που έκρυψε την αποκρουστική φαλάκρα του, αν και δεν του καθόταν κανονικά εξαιτείας του μετώπου του, έτσι το άφησε να στέκεται λοξά στη κορυφή του κεφαλιού του κάνοντας το να μοιάζει με μισοβαλμένο προφυλακτικό στη κορυφή ενός χοντρού φαλλού.

Η αδρεναλίνη είχε κυριεύσει τον οργανισμό του και τον έκανε να γρυλλίζει σαν πεινασμένο ζώο τη στιγμή που κατέβαινε τα σκαλιά του αλλόκοτου σπιτιού του. Eίχε σκαλίσει χαμογελαστά πρόσωπα σε μερικές κολοκύθες και τις είχε τοποθετήσει διάσπαρτες σε όλα τα σκαλοπάτια και στο μονοπάτι που διέσχιζε τον κήπο μέχρι την μεγάλη εξώπόρτα που παρέμενε χρόνια κλειστή σαν πόδια παρθένας. Τις καλιεργούσε χρόνια στη πίσω αυλή για να μπορεί να τις στολίζει στην αγαπημένη του γιορτή. Η ατμόσφαιρα μύριζε αίμα και ζαχαρωτά. Τα λάτρευε τα ζαχαρωτά για αυτό το λόγο πρώτα πήγαινε από πόρτα σε πόρτα για να μαζέψει αρκετά από αυτά και μετά θα εντόπιζε τα υποψήφια θύματα του που θα σκότωνε.

Απέφυγε να ανοίξει τη μεγάλη σιδερένια πόρτα της ιδιοκτησίας του, δεν έφτανε το μεγάλο λουκέτο και τις αλυσίδες που την κρατούσαν ερμητικά σφραγισμένη. Μετά από το θάνατο των γονιών του και της Άνι Μπέιτς  είχε βάλει φωτιά στο σαλόνι για να κάψει ότι είχε απομείνε από τα σώματα τους, ώστε όταν θα ερχόταν η αστυνομία να έβρισκε τα υπολοίματα τους και να έκλεινε η υπόθεση ως τραγικό ατύχημα. Ο ίδιος παρακολουθούσε κρυμμένος από τη σοφίτα τους αστυνομικούς και τους δυο τρεις συγγενείς που κατέφτασαν. Και μετά ήταν μόνος του. Να κρύβεται και να κυνηγάει. Να σκοτώνει και να κρύβεται.

Βγήκε στο δρόμο από ένα άνοιγμα του φράχτη που δεν ήταν ορατό από κανέναν και βρέθηκε σε ένα έρημο στενό. Μετά περπάτησε λίγο μέσα στο σκοτάδι ακούγοντας τις μακρινές φωνές των γονιών και των παιδιών που είχαν κατακλύσει τη μικρή πόλη. Έστριψε σε έναν μεγαλύτερο δρόμο και οι μακρυνές φωνές έγιναν κοντινές. 

Περπατούσε χωρίς να φοβάται μήπως αντιλαμβανόταν κάποιος ότι αυτό ήταν το πρόσωπο του και όχι κάποια αποκρουστική μάσκα. 

«Γαμάτη μάσκα, φίλε» φώναξε ένας έφηβος μεθυσμενος καθώς τον προσπερνούσε με τη παρέα του.

«Ευχαριστώ…φίλε» απάντησε με τη ψιλή, σχεδόν παιδική φωνούλα του. Ένα χαιρέκακο χαμόγελο σχηματίστηκε στα διψασμένα χείλη του και συνέχισε τη πορεία του.

Έφτασε σε ένα φωταγωγημένο σπίτι με ηλίθια διακόσμηση απ΄έξω, κάτι μάγισσες με σκουπόξυλα και δήθεν τρομακτικές κολοκύθες. Ανέβηκε τα σκαλιά και χτύπησε τη πόρτα. Μια μεσήλικη, ντυμένη γκοθού μάγισσα άνοιξε τη πόρτα. «Trick or treat give me something sweet to eat» είπε προσποιητά ο Γουάιτ. Με το ανάστημα που διέθετε και τη ψηλή φωνούλα περνούσε για δεκάχρονο.

Επανέλαβε το ίδιο σε αρκετά σπίτια μέχρι που μάζεψε τόσα γλυκά όσο άντεχε να σηκώσει μέχρι το σπίτι και μετά αποφάσισε να βάλει σε εφαρμογή το παλιό δοκιμασμένο σχέδιο του.

Είδε μια γυναίκα μόνη της να μεταφέρει τσάντες με γλυκά, προφανώς είχαν ξεμείνει απο δ΄αυτα στο σπίτι της και είχε αναγκαστεί να πεταχτεί σε κάποιο μαγαζί να προμυθευτεί. Φορούσε ένα κουστούμι αγριόγατας. Το απωθυμένο της αγάμητης νοικοκυρούλας, υπέθεσε. Όταν είχε πλησιάσε αρκετά, ο Γουάιτ κάθισε στο πεζοδρόμιο και προσποιήθηκε ότι έκλαιγε. Η αγριόγατα τον πλησίασε και κοντοστάθηκε.

«Είσαι καλά γλυκό μου;» είπε τρυφερά. Μπίνγκο! Ήταν φανερό ότι ήταν μητέρα. Ξεχώριζε τους γονείς από μίλια μακρυά. Σαν να είχαν διαφορετική μυρωδιά από τους άλλους ανθρώπους.

Η γυναίκα τον πλησίασε και τον ξαναρώτησε. «Έχασα τη μαμά μου» ψέλλισε ο Γουάιτ και συνέχισε να κλαίει.

«Ησύχασε αγόρι μου. Πες μου που μένεις και θα σε πάω εγώ στη μαμά σου» είπε η ανυποψίαστη γυναίκα.

Τον πήρε από το χέρι και μαζί περπάτησαν ως το σπίτι του. Όταν έφτασαν στην εξωτερική πόρτα με το λουκέτο, ο Γουάιτ την αιφνιδίασε πηδώντας στο σβέρκο της και ξέσκισε τον λαιμό της. Το αίμα της τους έλουσε και τους δυο. Τα μυτερά δόντια του έκαναν έναν ανατριχιαστικό ήχο καθώς τη καταβρόχθιζε. Ακουγόταν σαν χιλιάδες τρωκτικά που μασούσαν ξύλο.

Τα υπόλοιπα ήταν παιχνιδάκι. Έσυρε το άψυχο σώμα της μέσα στο εσωτερικό του κήπου από το άνοιγμα του φράχτη. Η μυική του δύναμη του ήταν απίστευτα μεγάλη και του επέτρεπε να κάνει καλά ανθρώπους με το διπλάσιο ύψος από τον ίδιο. Τη μετέφερε μέσα στο σπίτι και επέστρεψε για να πάρει όλες τις σακούλες με τα γλυκά που είχε η άτυχη μητέρα καθώς και τα δικά του «κεράσματα» που ήταν σκορπισμένα σαν κηλίδες αίμα ολούθε στο σημείο που είχε επιτεθεί στο θύμα του.

Έβαλε το σώμα της στο τραπέζι της κουζίνας και πήγε να φυλάξει τα γλυκά στο ψυγείο. Είχε βρει ένα κόλπο να κλέβει ρεύμα από έναν γείτονα που έμενε στην αρχή του ανηφορικής οδού με το ανατριχιαστικό όνομα Psyco path. 

Πήρε το μαχαίρι και έκανε αρκετές τομές σε διάφορα σημεία του σώματος της. Το ζωηρό κόκκινο αίμα της είχε βάψει το παλιό τραπέζι. Έβαλε μια μεγάλη λεκάνη κάτω από το τραπέζι ώστε να στάζει το αίμα μέσα. Θα έφτιαχνε κρασί με αυτό για να συνοδεύει τα γεύματα του.  Έκοψε μια μεγάλη φέτα από τον μηρό της και την έφαγε ωμή. Τα δόντια του μπορούσαν να μασήσουν ακόμα και πετσί. Μετά αποφάσισε να ξαναβγεί για κυνήγι. Ήταν μόλις μεσάνυχτα και είχε πολλές ώρες να «σκοτώσει» μέχρι το ξημέρωμα. Αφού θα έμενε εσώκλειστος για έναν ολόκληρο χρόνο αποφάσισε να το ρίξει λίγο έξω. 

«The more the merrier» ψιθύριζε καθώς ετοιμαζόταν να βγεί. Το κέφι του ήταν αμείωτο όλοκληρη την ημέρα. Είχε ακόμα τη γεύση του αίματος και του ωμού κρέατος στα χείλη του.

Με μεγάλες δρασκελιές κατέβηκε τα σκαλοπάτια της τυρρανισμένης του κατοικίας και πετάχτηκε στο δρόμο από το άνοιγμα του φράχτη. Σχεδόν τρέχοντας έφτασε στον κεντρικό δρόμο και αποφάσισε να ακολουθήσει την αντίθετη κατεύθηνση από αυτή που είχε πάρει προηγουμένως.

Ο κόσμος κυκλοφορούσε ακόμα στους δρόμους και το κέφι τους ήταν στα ύψη. Η νύχτα ήταν υπερβολικά ζεστή όπως το εσωτερικό ενός αιδίου, και όλοι είχαν αφηνιάσει από το αλκοόλ και την έξτρα ζάχαρη.

Βρήκε ένα σπίτι και χτύπησε τη πόρτα για να πάρει μερικά ζαχαρωτά και μετά κατευθήνθηκε σε ένα κάπως έρημο δρομάκι και περίμενε το θύμα του. Έμοιαζε στο σκοτάδι σαν τέρας που είχε ξεράσει η ίδια η κόλαση. Τα μάτια του όμοια με κουμπότρυπες γυάλιζαν από την ηδονή της αναμονής.

Πρίμενε λίγο ακόμα ώσπου φάνηκε ένας άντρας. Προτιμούσε πάντα τη τρυφερή σάρκα των μαμάδων αλλά καμιά φορά πρέπει να δοκιμάζεις και κάτι διαφορετικό σκέφτηκε. Προσποιήθηκε ότι έκλαιγε καταπίνοντας με βιασύνη ένα ζαχαρωτό, ώστε να μη μυρίζει το στόμα του αίμα.

Ο άνδρας με το μούσι κοντοστάθηκε και με τη περιέργεια ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του πλησίασε τον Γουάιτ.

«Είσαι καλά φίλε;» του είπε ευγενικά.

«Ίσως δεν θα ήταν καλή ιδέα να φάω έναν μπαμπάκα αυτή τη φορά», σκέφτηκε ο Γουάιτ. «Οι μανούλες είναι πιο ευκόλα θύματα».

Δυνάμωσε το κλάμα του επίτηδες και ο άγνωστος άντρας τον ρώτησε ξανά.

«Έχασα τον μπαμπά μου» ψέλλισε ο Γουάιτ χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του.

«Ω, φίλε» είπε τρομαγμένος ο άντρας. «Τι κάνουμε τώρα, μικρέ; Θέλεις μήπως να τον καλέσουμε από το κινητό μου;»

Ο άντρας έβγαλε το κινητό του από τη τσέπη του τζάκετ του και το πρόσφερε στον Γουάιτ.

Έπρεπε να σκεφτεί κάτι γρήγορα.

«Δε…το..θυμάμαι» είπε κλαίγοντας για να τον λυπηθεί ο άγνωστος.

«Εντάξει» είπε απογοητευμένος ο άντρας. «Τότε δε μένει παρά να σε συνοδεύσω στο σπίτι σου. Που μένεις μικρέ;»

Ο Γουάιτ σηκώθηκε βιαστηκά και τον τράβηξε από το χέρι, δείχνωντας του τη κατεύθηνση με το άλλο. Περπάτησαν μέχρι το σπίτι του και τη στιγμή που ο άντρας στάθηκε μπροστά στη σιδερόπορτα, ο Γουάιτ όρμησε και τον δάγκωσε στον ώμο. Χρειάστηκε περισσότερη δύναμη για να τον ρίξει στο έδαφος καθώς ο μεσήλικας άνδρας ήταν πιο δυνατός από ότι υπολόγισε ο Γουάιτ.

«Υποτίμησα τον εχθρό. Γαμημένη αλαζονεία» σκέφτηκε καθώς τύλιγε τα μικροσκοπικά χεράκια του γύρω από τον λαιμό του άντρα. Του κατάφερε αρκετές δαγκωνιές, έφτασε μάλιστα στο σημείο να του κόψει κομμμάτι σάρκας από τον λαιμό του για να τον ρίξει στο έδαφος.

Τον μετέφερε στο εσωτερικό του σπιτιού και τον έδεσε σε μια καρέκλα. Αν και είχε χάσει τις αισθήσεις του, ήταν ακόμα ζωντανός.

Ο Γουάιτ αποφάσισε να παίξει μαζί του πριν τον σκοτώσει. Εξάλλου πάντα ήταν ανυπάκουο παιδί. Και δεν είχε γονείς να τον μαλώσουν που έπαιζε με το φαγητό του.

Βρήκε σε ένα συρτάρι ένα ipod, λάφυρο από ένα θύμα του, τη προηγούμενη χρονιά, και το έβαλε να παίξει τη λίστα με τα τραγούδια που είχε μέσα.  

«Ξύπνα μπαμπάκα» είπε τσιριχτά. «Ωρα να παίξουμε»

Πήρε ένα λεπίδι και άρχισε να χαράζει το σώμα του άντρα. Η μουσική αγωνιώδης και νευρική του έδινε τον ρυθμό. Ο άντρας συνήλθε και μόλις αντιλήφθηκε που βρισκόταν προσπάθησε να ουρλιάξει.

«Ω συγνώμη» είπε περιπαιχτηκά ο Γουάιτ και έβγαλε το βρώμικο μαντίλι που του είχε χώσει στο στόμα. Μόλις ο άντρας ένιωσε τον αέρα στα πνευμόνια του άρχισε να ουρλιάζει.

Ο Γουάιτ ούρλιαξε κι εκείνος μαζί του με τη τσιριχτή φωνή του και μετά ξέσπασε σε γέλια. Ο άντρας σταμάτησε να φωνάζει και άρχισε να κλαίει.

«Γιατί το κάνεις αυτό; Εγώ προσπάθησα να σε βοηθήσω» ψέλλισε.

«Μη το πάρεις προσωπικά. Απλά έτυχε να περάσεις από το δρόμο μου»

«Μη με πλησιάζεις φρικιό» φώναξε με όση δύναμη είχε. Προσπάθησε να ελευθερωθεί, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. 

«Μη κάνεις σαν παιδί» γρύλισε ο Γουάιτ και κάρφωσε το λεπίδι στον μηρό του θύματος του. Ένα ουρλιαχτό διαπέρασε τους τοίχους της αιματοβαμένης κατοικίας και μετά ησυχία.

Ο άτυχος άντρας είχε λυπόθυμήσει από τον πόνο.

«Μη κοιμάσαι μπαμπάκα, έχει και συνέχεια» φώναξε ο Γουάιτ δίνοντας του μερικά χαστούκια. Ο άντρας τινάχτηκε νευρικά στην καρέκλα και λιποθύμισε ξανά.

Ο Γουάιτ κατευθήνθηκε στη κουζίνα και άρχισε να τεμαχίζει και να τακτοποιεί στη κατάψηξη τη σάρκα της γυναίκας που είχε σκοτώσει νωρίτερα. Ύστερα κοίταξε τον άντρα στη καρέκλα και του ήρθε μια ιδέα

«Ω αυτό θα έχει πλάκα» μουρμούρισε και συνέχισε να τακτοποιεί το κρέας στη κατάψυξη εκτός από ένα χοντρό κομμάτι που είχε αφήσει πάνω στο νεροχύτη. Όταν τελείωσε, τράβηξε το κατακρεουργημένο σώμα της γυναίκας και το άφησε δίπλα στην πόρτα. Θα το έθαβε στην αυλή όταν τελειώνε και με δ΄αυτον. Επέστρεψε στη κουζίνα και έκοψε σε φιλέτα το κρέας που είχε αφήσει πάνω στον νεροχύτη. Το αλάτισε, του έριξε μπαχαρικά και ύστερα το πέταξε στο τηγάνι. Έριξε μια κλεφτή ματιά και είδε ότι ο άγνωστος άντρας είχε συνέλθει και τον κοιτούσε.

«Κοίτα ποιός ξύπνησε» είπε κεφάτα ο Γουάιτ. «Υποθέτω θα μου κάνεις παρέα στο γεύμα μου»

«Βοήθεια»

«Τι είπες φίλε;»

Ο άντρας βόγγηξε.

«Νομίζω ότι ξεκινήσαμε στραβά. Καταρχήν δε συστηθήκαμε. Είμαι ο Γουάιτ. Εσένα πως σε λένε;»

Ο άντρας άρχισε να βήχει αίμα.

«Θα σε πούμε  Έντουιν» είπε ο Γούαιτ βγάζοντας τις μπριζόλες από το τηγάνι.

Έστρωσε το τραπέζι και πήγε προς το μέρος του μελλοθάνατου.

«Ωρα για φαγητό» του είπε καθώς έσπρωχνε τη καρέκλα με τον δεμένο άντρα. Τον τοποθέτησε στη μια πλευρά του τραπεζιού και πριν καθίσει απέναντι του, έβγαλε το λεπίδι από το μηρό του θύματος του και του έκοψε το σχοινί στο ένα χέρι ώστε να μπορεί να φάει. Ύστερα πήγε και κάθισε απέναντι του.

«Λοιπόν Έντουιν όρμα. Σίγουρα θα πεινάς. Εγώ πάντως πεινάω σαν κροκόδειλος»

‘Επιασε με τα χέρια μια μπριζόλα και την έχωσε λαίμαργα στο στόμα του.

«Ελπίζω να σου αρέσει το φαγητό. Είναι η σπεσιαλιτέ μου. «Μανούλα στο τηγάνι» λέγεται. Ωχ ξέχασα το κρασί».

Άρπαξε τη λεκάνη με το αίμα της άτυχης γυναίκας που είχε ξεχάσει κάτω από το τραπέζι και πήγε να βρει μια κανάτα να τη γεμίσει.

Ο Έντουιν σήκωσε δειλά το κεφάλι του και με το ελεύθερο χέρι του έπιασε το λεπίδι που το είχε αφήσει στην άκρη του τραπεζιού και το έκρυψε ανάμεσα στα πόδια του.

«Λοιπόν Έντουιν» φώναξε κεφάτα καθώς γύριζε στο τραπέζι κρατώντας δυο βρώμικα κρυστάλλινα ποτήρια γεμάτα με αίμα. Τα ακούμπησε στο τραπέζι και κάθισε.

«Δε μου είπες Έντ» μουρμούρισε καθώς έτρωγε με όρεξη το ανθρώπινο κρέας. «Πως σου φαίνεται το φαγητό;»

«Βοήθεια»

«Χρειάζεσαι βοήθεια με τη μπριζόλα σου;»

Σηκώθηκε και πήγε δίπλα του κρατώντας το μαχαίρι του. Άρχισε να κόβει το κρέας σε μικρά κομματάκια σφυρίζοντας με κέφι.

Ο Εντουιν άρπαξε το λεπίδι που είχε στα πόδια του και με όση δύναμη του είχεαπομείνει το σήκωσε και το κάρφωσε στο κέντρο της σπονδυλικής του στήλης.

Ο Γουάιτ έβγαλε ένα ουρλιαχτό σαν πληγωμένο ζώο και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Ο Έντουιν άρχισε να χτυπιέται σαν χταπόδι πάνω στη καρέκλα προσπαθώντας να λυθεί, Το μόνο που κατάφερε ήταν να πέσει στο πάτωμα με τη καρέκλα. Δίπλα ακριβώς από τον πληγωμένο Γουάιτ. Έμεινε για λίγο ασάλευτος προσπαθώντας να συγκεντρώσει δυνάμεις για να προσπαθήσει να λυθεί. Και τότε άκουσε κάτι φρικιαστικό. Τη ψιλή φωνούλα του Γουάιτ:

«Μανούλα που είσαι; Μαμά; Φοβάται ο μικρούλης σου, έλα να τον πάρεις αγκαλίτσα, μαμά μη με αφήνεις μόνο μου. Μαμά που είσαι; Σε χρειάζομαι μανούλα, βοήθησε με, σε παρακαλώ, μανούλα μανούλα μανούλα μανούλα σκρόφα θα πεθάνεις, μαμά μαμά μαμά μα μα μα μα μα μ αμ αμ αμ αμα μα αμα μα αμ αμα μα»

Ένιωσε το αίμα του να παγώνει. Έπρεπε να φύγει από εκεί μέσα πριν σηκωνόταν το τέρας. Έψαξε το λεπίδι που του είχε πέσει από τα χέρια πριν και το εντόπισε δίπλα στο ανέκφραστο πρόσωπο του Γουάιτ. Έμοιαζε να έχει χάσει τις αισθήσεις του. Τεντώσε το ελεύθερο χέρι του προς το λεπίδι κρατώντας την ανάσα του. Την ώρα που το άγγιξε, τα μάτια του Γουάιτ άνοιξαν διάπλατα. Ο Έντουιν κοκάλωσε. Ήξερε ότι ήταν χαμένος και έκλεισε τα μάτια περιμένοντας το τέρας να του ορμήσει.

Όταν αντιλήφθηκε ότι τίποτα δεν είχε συμβεί, αντίθετα καθόταν σαν ηλίθιος με κλειστά μάτια και απλωμένο χέρι στο βρώμικο πάτωμα ενός φρικαλέου σπιτιού με έναν νάνο σε αφασία, άνοιξε τα μάτια και άρπαξε το λεπίδι.

Τίναξε το χέρι να καρφώσει το κεφάλι του νάνου αλλά συνάντησε μόνο αέρα. Ο Γουάιτ είχε μετακινηθεί.

Κοίταξε τριγύρω με τη καρδιά του να χτυπάει με τρόμο θέλωντας να εκτιναχτεί έξω από το στήθος του. Νεκρική ησυχία. Ο νάνος είχε εξαφανιστεί. Μήπως τα είχε φανταστεί όλα αυτά; Μήπως είχε δει κάποιο εφιάλτη; Είχαν συμβεί όλα αυτά στη πραγματικ…

Ένοιωσε μια βρώμικη ανάσα στο σβέρκο του και μετά ένας οξύς πόνος τον στον ώμο του τον έκανε να ουρλιάξει.

«Σου έλειψα;» είπε με οργή ο Γουάιτ. Συνέχιζε να στριφογυρνάει το μαχαίρι μέσα στη πληγή.

Το ελεύθερο χέρι του Έντουιν με το λεπίδι αντανακλαστικά σηκώθηκε με ορμή και κάρφωσε στα τυφλά πίσω από τον ώμο του, βασιζόμενος στην απεχθή μυρωδιά που έβγαιναν από τα χνώτα του Γουάιτ.

Ακούστηκε ένα μουγκρητό και ύστερα ουρλιαχτά ικανά να τρομάξουν ακόμα και τον πιο ειδεχθή δολοφόνο.

Μετά από λίγα λεπτά οι φωνές σταμάτησαν. Ο Έντουιν προσπάθησε να γυρίσει το κεφάλι του και να δει τι είχε γίνει. Με την άκρη του ματιού του είδε το λεπίδι καρφωμένο στο μάτι του Γουάιτ. 

Ο Έντουιν προπάθησε να τραβήξει το λεπίδι για να κόψει τα σχοινιά του αλλά δεν τα κατάφερε. Αρκέστηκε στο να τραβήξει το μαχαίρι που είχε καρφωμένο στον ώμο του.

Το να κόψει τα σχοινιά που τον κρατούσαν δέσμιο στη τρέλα ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που είχε κάνει ποτέ. Μετά σύρθηκε ως την έξοδο του τρελόσπιτου, κουτρουβάλησε τις σκάλες, και σύρθηκε στην αυλή στα χόρτα μέχρι το άνοιγμα του φράχτη.

Τότε μόνο θυμήθηκε ότι το κινητό του λογικά βρισκόταν στο σακάκι του και θα ήταν προτιμότερο να τηλεφωνούσε από εκεί, αντί να σπαταλούσε τόση ώρα να σέρνεται σαν φίδι στο βρωμερό σπίτι. Κοίταξε πάνω από τον ώμο του το μαύρο χάος που άφηνε πίσω του και προτίμησε να συνεχίσει να σέρνεται από το να επέστρεφε στο σαλόνι της κόλασης. Προσπάθησε να σηκωθεί και να τρέξει αλλά έπεσε στα γόνατα έτσι αρκέστηκε στο να μπουσουλήσει τη κατηφόρα του psycho path..

Οι αστυνομικοί που ειδοποιήθηκαν από έναν περαστικό που συνάντησε τον Ντάνι Νίκολσον, το πραγματικό όνομα του «Έντουιν», να σέρνεται στο δρόμο, μπήκαν στο εγκαταλειμένο σπίτι και αντίκρυσαν το πετσοκομένο σώμα μιας γυναίκας δίπλα στην πόρτα και τον Γουάιτ νεκρό στο σαλόνι. Η έρευνα τους, έφερε στο φως τη φρίκη που διαδραματιζόταν στη μικρή πόλη για δεκαετίες.  Διακόσια κιλά κατεψυγμένο ανθρώπινο κρέας, δεκάδες σκελετοί θαμμένοι στην πίσω αυλή, ένα γεύμα με ανθρώπινο κρέας, μισοφαγωμένο, ποτήρια με αίμα. Ρούχα και προσωπικά αντικείμενα των θυμάτων, σκορπισμένα παντού σαν κατάρα. Και στο πάτωμα ένα απεχθές πλάσμα νεκρό, να κείτεται στο ίδιο του το αίμα.

                                               TΕΛΟΣ
ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì      

 

 

 

 

ΔΝΟΦΕΡΟΣ, Τα PENNY DREADFULS της ΜαΦίας

MY MINI FICTIONAL STORY:»ΔΝΟΦΕΡΟΣ ΔΙΗΖΗΤΩΡ» PART 3.

O Δνοφερός διηζήτωρ κινήθηκε αστραπιαια..Κόλλησε το σώμα του στη παγωμένη πέτρα. Έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να κυριαρχήσει στον εαυτό του. Η ανάσα του ακουγόταν βαριά σαν να έβγαινε από τα ρουθούνια κάποιου κτήνους που είχε καταπιεί φωτιά. Η εικόνα που μόλις είχε αντικρύσει είχε χαρακώσει τη λογική του.

Σήμερα είχε αποφασίσει να κινηθεί μέρα. Είχε αφήσει την ασφάλεια του σκότους για να κάνει μια μια αναγνωριστική βόλτα γύρω από το άντρο της ακολασίας που ζούσαν τα τέσσερα τέρατα που τον είχαν καταστρέψει. Ήθελε να δει αν ήταν ακόμα μαζί η παρέα των μιασμάτων.

Είχε ελέγξει αρκετά το χώρο γύρω από τη τρώγλη τους και αφού είχε βεβαιωθεί ότι δεν ήταν κανείς μέσα ετοιμαζόταν να εισβάλλει στο χώρο τους για να εξερευνήσει με την ησυχία του. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν με μια σαραβαλιασμένη Μπιούικ δυο από τα τέσσερα κτήνη. Με την επιδεξιότητα ενός αίλουρου κρύφτηκε χωρίς να τον πάρουν είδηση. Έμεινε εκεί και πέριμενε. Το μυαλό του ούρλιαζε να φύγει το κορμί του όμως είχε αδρανοποιηθεί. Κινδύνευε να τα τινάξει όλα στον αέρα κι όμως δεν πήγαινε πουθενά.

Οι εχθροί του λίγα βήματα πιο πέρα μιλούσαν και γελούσαν σαν φυσιολογικοί άνθρωποι. Αυτό τον εξόργισε. Ήθελε να βγεί από την κρυψώνα του και να τους μακελέψει. Ένιωσε αποστάτης. Ήταν παράδεκτο κτήνη σαν αυτούς να κυκλοφορούν ανάμεσα σε έντιμους φυσιολογικούς ανθρώπους χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανένα. ‘Ενιωσε τα χέρια του να σχημαατίζουν γροθιές. Ήταν άοπλος, δεν κρατούσε τον εξοπλισμό του γιατί ειχε επιλέξει να κυκλοφορήσει ανάμεσα σε κόσμο. Δεν θα έβαζε ποτέ σε κίνδυνο τις ζωές αθώων ανθρώπων.

Οι γροθιές του ήθελαν να ματώσουν κάποια μούτρα. Κοίταξε κλεφτά και είδε τη βρώμα που είχε σαν συνεργό στα εγκλήματα του ο μισητός εχθρός του, να φιλιούνται χυδαία. Είχε βάψει τα κατάμαυρα σαν κοράκι μαλλιά της σε ένα ξεπλυμμένο, πρόστυχο ξανθό. Είχε προσπαθήσει να αλλάξει ταυτότητα για να μην την αναγνωρίζουν, η μυρωδιά της όμως τη πρόδιδε. Αναδυόταν η σαπίλα της βρωμερής ψυχής της. Ήταν το πιο χυδαίο σιχαμερό πλάσμα που είχε γνωρίσει ποτέ. και ήταν η ερωμένη του πιο μισητού εχθρού του.

Αυτός ήταν πιο απλοικός. Ήταν ένας κοινός εγκληματίας με χαμηλή νοημοσύνη. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν τα λεφτά το σέξ και τα αμάξια. Για να κάνει μια πλούσια ζωή είχε γίνει κλεφτης και κομπιναδόρος. Αυτή ήταν το μυαλό της υπόθεσης. Τον καθοδηγούσε και τον είχε του χεριού της με θέλγητρο τα κάλλη της και το κρεβάτι της.

Αυτή τον είχε βάλει να πολιορκίσει την αδελφή του να το παίξει ερωτευμένος και να την βάζει να κλέβει χρήματα από τους γονεις τους για να του τα δίνει. Όταν δεν είχε άλλα να του δώσει τη σκότωσαν. Στην εικόνα της αδελφής του μόρφασε από τον πόνο.

Το καταραμένο ζευγάρι συνέχιζε το σόου με τα γλωσσόφιλα σε κοινή θέα. Αναρωτήθηκε αν αγαπιόντουσαν αληθινά. Αν θυσίαζε ο ένας τη ζωή του για να σωθεί ο άλλος ή αν πρόδιδαν ο ένας τον άλλον στη πρώτη δυσκολία. Του έριξε μια κλεφτή ματιά. Και τότε έγινε το απροσδόκητο:ο μισητός εχθρός του σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε πρς το μέρος του σαν κάποιος να τον είχε φωνάξει.

Ο Δνοφερός λούφαξε κρατώντας την αναπνοή του. Κρατήθηκε να μη βρίσει. Το σχέδιο πήγαινε κατα διαβόλου. Οι συνεργάτες του δεν θα ήταν καθόλου ευχαριστημένοι με αυτή την εξέλιξη. Άρχισε να υποχωρεί με αργές κινήσεις προσπαθώντας να μη γίνει αντιληπτός.’Οταν βρέθηκε σε απόσταση ασφαλείας άναψε τσιγάρο, ρούφηξε μια γερή τζούρα και ύστερα έβγαλε το κινητό του από την τσέπη του. Τηλεφώνησε στους συνεργάτες του. Αυτό έπρεπε να τελειώσει απόψε.

Μάγιερς, Χιούι, Βουρχές,Τράβις ,Ντέξτερ και Δνοφερός. Έξι τιμωροί, έξι όπλα, ένας σκοπός:να θερίσουν.

Η πανσέληνος του έκανε να μοιάζουν με απόκοσμα πλάσματα. Έτοιμα για δράση. Περίμεναν τη κατάλληλη στιγμή.

Μέσα στη τρώγλη του μισητού εχθρού του ήταν όλα τα μέλη της σπείρας τους. Και τα τέσσερα.

Έπρεπε να βρούν τρόπο να τους βγάλουν έξω χωρίς να διαταράξουν την ησυχία της πόλης που κοιμόταν.

Περίμεναν ώσπου η βρώμα ξεμύτησε από τη τρώγλη. Προφανώς πήγαινε στο μινί μάρκετ για τσιγάρα και ποτά.

Με αστραπιαίες κινήσεις έπεσε στα χέρια τους όπου την ανάγκασαν να τηλεφωνήσει στον εραστή της να βγεί έξω δήθεν ότι κάτι ήθελε να του πει.

Δε βγήκε μόνος του, μαζί του ήταν και τα δυο τσιράκια του. Τους αιφνηδίασαν και τους αιχμαλώτησαν.

Βασανίστηκαν αργά, ποιητικά και ξεψύχησαν ουρλιάζοντας κατάρες για τους θεριστές.

ΤΕΛΟΣ.

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì    

 

 

 

ΔΝΟΦΕΡΟΣ, Τα PENNY DREADFULS της ΜαΦίας

My mini fictional story :»Δνοφερος διηζητωρ» part 2.

Ο Δνοφερός διηζήτωρ έτρεμε σύγκορμος..τα μηνίγγια του σφυροκοπούσαν στο  ρυθμό της οργής του που ξεχείλιζε σαν ποτάμι. Είχε φερθεί απερίσκεπτα εκείνο το βράδυ, είχε παρασυρθεί από τη δίψα του για απονομή δικαιοσύνης και παραλίγο να τινάξει το άψογα σχεδιασμένο σχέδιο του στον αέρα.Τράβηξε μια γερή τζούρα από το μισοκαμμένο του τσιγάρο και φύσηξε αθόρυβα τον καπνό. Τις σκέψεις του διέκοψε το μονότονο βήμα του φίλου του που πλησίαζε.

Ο Τράβις είχε εξαγριωθεί μόλις πληροφορήθηκε τις εξελίξεις. Το πρόσωπο του μια γκροτέσκα μάσκα θανάτου ξεφυσούσε απο τα ρουθούνια του σαν αγρίμι. Ήταν απο την αρχή αντίθετος με το σχέδιο, το θεωρούσε χάσιμο χρόνου. Γι αυτόν τα πράγματα ήταν απλά, όποιος τον ενοχλούσε πέθαινε. Χωρίς σχέδιο, χωρίς εκδίκηση, χωρίς αναμονή. Εκτιμούσε τον θάνατο όσο τίποτα άλλο.

Ο Διηζήτωρ ήταν το ακριβώς αντίθετο. Ζούσε για να εκδικηθεί τα κτήνη που τον είχαν βλάψει. Η οργάνωση και η εκτέλεση του σχεδίου ήταν μέρος της διαδικασίας και την απολάμβανε όσο τίποτα.

Την ίδια ιδιοσυγκρασία είχε και ο τρίτος της παρέας, ο Ντέξτερ. Καθόταν σε μια γωνία και σχεδίαζε αφηρημένα σχέδια σε ένα τσαλακωμένο χαρτί. Το μυαλό του όμως σκεφτόταν τη σημερινή εξέλιξη. «Σήμερα το σχέδιο πήγε κατα διαόλου» είπε ξαφνικά ο Ντέξτερ. «Δεν θα γίνει ξανά».

Ο Τράβις βιάστηκε να αντικρούσει «μπούρδες! Πάμε να κάψουμε το μπουρδέλο τους συθέμελα! Μόνο έτσι θα γλυτώσει ο κόσμος από αυτά τα εκτρώματα!». Σηκώθηκε και άρχισε να ζώνεται τη μασέτα του.

Ο Ντέξτερ γρύλισε μέσα από τα δόντια του «Μένουμε με το σχέδιο Τράβις. Είναι το ίδιο αποτελεσματικό». Η σκηνή διεκόπη απότομα απο ένα σιγανό χτύπημα στη πόρτα. Ο Ντέξτερ ξεφύσηξε και πήγε να ανοίξει. Στη πόρτα στεκόταν οι υπόλοιποι τρείς  που είχαν στρατολογηθεί για την εκτέλεση του σχεδίου. Αμίλητοι προχώρησαν προς το κέντρο του κακοφωτισμένου δωματίου Ο Μάγιερς, ο Χιούι και ο Βουρχές. Στάθηκαν στη σειρά και σαν τους μάγους με τα δώρα ύψωσαν στον αέρα τα όπλα τους.

Ο Δνοφερός σηκώθηκε από τη θέση του και στάθηκε ανάμεσα τους. «Αδέλφια μου!» φώναξε. «Μακάρι να να επιζήσουμε όλοι απο το μακελειό αυτό για να σας ανταποδώσω τη χάρη που μου κάνετε».

Ο Μάγιερς τον χτύπησε στον ώμο «δε χρειάζεται φίλε. Οι ψυχές μας διψούν για αίμα. Είμαστε ταγμένοι σε ένα κοινό σκοπό.» ο Δνοφερός πήρε μια βαθειά ανάσα και άρχισε να οργανώνει απο την αρχή το σχέδιο του. Το μάτι του γυάλιζε απο το μίσος ενώ κάποιοι ανυποψίαστοι σε διαφορετικό σημείο της πόλης γλεντούσαν τη ζωή τους χωρίς να μπορούν να φανταστούν ούτε στο ελάχιστο ότι υπάρχει ένα σχέδιο εκδίκησης εις βάρους τους οργανωμένο από μια ομάδα τρελών που πίστευαν ακόμα σε ιδανικά όπως η αγάπη, η φιλία και ο σεβασμός……

Συνεχίζεται…

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì