ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ

Επαρχία και τα μυαλά στα κάγκελα…

Έχεις δει ένα τελευταίο θρίλερ που κάποια παιδιά είχαν ξεμείνει σε μια έρημη κωμόπολη (νομίζω έπαιζε ο Ράμσει μπολτον από το game of thrones) και κάτι ανισόρροπα άτομα  τους έκαναν κέρινα ομοιώματα;; Του γιατρού χαχαχαχχαχα)…. και υπάρχουν πολλά θρίλερ και βιβλία που σκιαγραφούν εξαιρετικά την στενομυαλιά και τη ξενοφοβία που καταντάει αρρώστια και που δυστυχώς φυραίνει το μυαλό, το λιγοστεύει το αχρηστεύει και οδηγεί τον άνθρωπο σε ακραίες συμπεριφορές μη φυσιολογικές. Είναι η επιμονή τους να γραπώνονται σε ανούσια κατάλοιπα του παρελθόντος.

Κάποτε οι άνθρωποι δεν είχαν τη τεχνολογία που έχουμε σήμερα. Δεν επικοινωνούσαν με άτομα που έμεναν έξω από το χωριό τους εκτός κι αν πηδούσαν στη ράχη του γαϊδουριού και κυκλοφορούσαν και λίγο έξω. Οπότε λογικό είναι να είχαν μια κλειστοφοβική ζωή και να φοβόταν οτιδήποτε εκτός χωριού που τους φαινόταν ξένο άρα απειλή. Η μόνη τους μορφή επικοινωνίας ήταν τα γράμματα και το στόμα τους. Για αυτό και υπήρχε το φαινόμενο του κουτσομπολιού. Ήταν και αυτό μια μορφή επικοινωνίας.

Τα χρόνια περάσανε οι εποχές αλλάξανε ευτυχώς. Η τεχνολογία ήρθε η επικοινωνία είναι ευκολότερη από ποτέ και αμάξια φτιάξανε και έξω από το χωριό πήγανε και όλα κομπλέ. Νομίζεις!!!!!! Γιατί υπάρχουν ακόμα κατάλοιπα τέτοιων ουγκα μπουγκα συμπεριφορών όχι από γραίες όπως θα περίμενε κανείς, που δείχνεις και κάποια κατανόηση αλλά κι από νεότερους ανθρώπους που γεννήθηκαν το 1980 ξέρω γω, που υπήρχε επικοινωνία κτλ. Γιατί ένας νέος άνθρωπος λοιπόν επιλέγει να κρύβεται παρακολουθώντας το γείτονα για να πάει μετά να τον κουτσομπολέψει;;;; Δεν έχει κάποιο χόμπι;; Δεν έχει μοντέρνα μυαλά;;; Φταίει που συμβιώνει με ηλικιωμένους;;; Και άλλοι μένουν με τους γονείς ή με τον παππού αλλά τέτοια κατάντια δεν έπαθαν. Μήπως είναι καθαρά θέμα χαρακτήρα;;; Επιλέγει δηλαδή να κρύβεται και να παρακολουθεί γνωρίζοντας ότι είναι μη φυσιολογικό;;

Ναι το ξέρω ότι η περιέργεια είναι έμφυτη στον άνθρωπο, έτσι πήγε μπροστά αλλά δεν είναι φυσιολογική περιέργεια  να κρύβομαι πίσω από μια εκκλησία και να ακολουθώ για αρκετά μέτρα μια κοπελιά να δω που πάει. Υγιής περιέργεια είναι να ακούσεις ένα αυτοκίνητο να περνάει έξω από το σπίτι σου και να κοιτάξεις για λίγο αν είσαι κοντά στο παράθυρο μήπως είναι κάποιος συγγενείς ξέρω γω.

Αλλά πραγματικά τόσα χρόνια που ζω στο χωριό (όχι από επιλογή μου) καθημερινά αντιμετωπίζω τέτοια περιστατικά. Τα οποία με κάνουν και γελάω εννοείται αλλά με προβληματίζουν λίγο.


Σας έχει συμβεί να αντιληφθείτε ότι σας παρακολουθούν; Είναι ανατριχιαστικό αλήθεια! Σαν να πρωταγωνιστείς σε αναθεματισμένο θρίλερ. Καλά εγώ όποτε τη βλέπω αυτή τη 39χρονη (δεν το χωράει το μυαλό μου τόσο νέα γυναίκα να κάνει τέτοια γεροντίστικα πράγματα) να με παρακολουθεί σκάω στα γέλια. Και κάπου θέλω να της πω «άμε γαμήσου». Και δεν είναι το μόνο περιστατικό σε αυτό το τρελοχώρι που ζω.

 Η κυράτσα που σκαρφαλώνει στις καρέκλες για να κοιτάξει από το παράθυρο κάτω στο δρόμο ποιος περνάει και μετά λέει ψέμματα στη μάνα σου ότι «έχει μάτια και βλέπει».. δε πα να έχεις και φρύδια!!!! Πως έχεις γλυτώσει τη μπουνιά από μένα απορώ. Την αντιμετωπίζω όμως και με μια λύπηση, στο κάτω κάτω από εκείνη εμπνεύστηκα ένα από τα πρώτα μου κείμενα στη blogαρα μου. Δες το εδώ. Υπήρξε και ο βοσκός πίσω από τα χαρούπια (διάβασε το αντίστοιχο κείμενο μου εδώ). Ποιον να πρωτοθυμηθώ. Πλειάδα τεράτων στο freak show κυρίες και κύριοι μου.


Το να είσαι γυναίκα, νέα ανύπαντρη ενοχλεί. Σπάει τους κανόνες. Τους δικούς τους. Γιατί εγώ ουδεπόποτε θα έφτιαχνα τέτοιους δυσκοίλιους κανόνες. Αν δεν ακολουθείς τους ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΝΌΝΕΣ θέλουν απεγνωσμένα να μάθουν ΓΙΑΤΙ.

Ε λοιπόν Νιπιδιτέ περήφανε που σαι στη ρίζα ρίζα, ευθαρσώς σου απαντώ το γιατί: ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΙ ΠΟΛΥ ΚΟΥΛ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΜΜΌΡΦΩΘΩ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΣΑΣ ΚΑΝΟΝΕΣ. Γιατί είμαι νέα γυναίκα προσγειωμένη γιατί δεν έχω κόμπλεξ που ΑΚΟΜΑ δεν παντρεύτηκα ( επιλογή μου όχι γιατί αναγκάζομαι να είμαι μόνη ΔΕΝ ΘΕΛΩ).

Δε θέλω να σας σοκάρω αλλά υπάρχει κάτι που λέγεται ΕΛΕΎΘΕΡΗ ΒΟΎΛΗΣΗ. Που σημαίνει ότι αν θέλω παντρεύομαι, αν δε θέλω, δε παντρεύομαι, αν θέλω να κάνω παιδιά θα κάνω, αν δε θέλω να κάνω παιδιά δεν θα κάνω. Αν θέλω να φάω ζυμαρικά τριβέλι με γιαούρτι θα φάω τριβέλι με γιαούρτι, αν δεν θέλω να φάω φακές δε θα φάω φακές. Αν θέλω να κάνω σεξ (άντε καλέ κόβεται το σεξ που λέει και η θεοπούλα) θα κάνω σεξ. Αν δεν θέλω να κάνω σεξ, δεν θα κάνω σεξ. Νιώθω λίγο ότι εξηγώ τα αυτονόητα, αλλά αυτό πρέπει να κάνεις σε άτομα που δεν τους κόβει, δεν εννοώ για υστέρηση εννοώ για αντίληψη κατανόηση, σε άτομα που παρακατσεύουν (παρακολουθούν κρυμμένοι) κάνοντας παρκουρ από ταράτσες και παράθυρα από εκκλησίες και κάγκελα.

Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και χαρακτήρες ΔΕΝ είναι καθόλου συμπτωματική. Υπάρχουν, κυκλοφορούν ανάμεσα μας και προπάντων ψηφίζουν!!!

ΥΓ: Δεν θα αναφερθώ καθόλου στον ψυχολογικό πόλεμο που δέχομαι  πάνω στο θέμα «προξενιά» καθώς αποτελεί ξεχωριστή κατηγορία από μόνο του……

 

ΜΟΡΙΓΚΑΝ ΜΟΡΜΠΙΤ, Τα PENNY DREADFULS της ΜαΦίας

ΤΑ ΟΥΡΛΙΑΧΤΆ ΤΩΝ ΜΑΓΙΣΣΏΝ… ΤΡΊΤΟ ΜΈΡΟΣ…

Η πρώτη ημέρα συμπεριλάμβανε επίδειξη ικανοτήτων, η κάθε μάγισσα θα προσπαθούσε να εντυπωσιάσει την Εκάτη με διάφορες τεχνικές μαγείας, έφιππο πόλο με μπάλα κεφάλια ζώων, και θα έκλεινε με δείπνο και ταινία.
Όταν ήρθε η σειρά της Γκιουλμπαχάρ εμφανίστηκε ντυμένη με
έναν μαύρο μανδύα, με τα μαλλιά της ίσια, λυτά και χτενισμένα προς τα πίσω, ένα υγρό μονοπάτι που την έκαναν να μοιάζει με νύμφη του νερού, σκοτεινή και βαθιά ερωτική.
Στα δυο της χέρια κρατούσε ένα φασκιωμένο πράγμα.  Αργά άρχισε να ξετυλίγει το λευκό πανί
«Mandragora officinarum, μήλο του Σατανά» έψαλλε απαλά.
Μια σαρκώδη ρίζα ένα ανθρωπόμορφο ξόανο έκανε την εμφάνιση του προκαλώντας θαυμασμό κεντημένο με φόβο. Η Εκάτη πλησίασε με έκδηλο ενδιαφέρον.
«Artemis» συνέχισε υψώνοντας το ένα χέρι μπροστά στον βωμό με τα κεριά. Το φυτό σπαρτάρισε και πήδηξε από τα χέρια της. Ένας φυτό με ρίζες για πόδια, και φύλλα για μαλλιά στάθηκε μπροστά της. Οι ψίθυροι έγιναν φωνές θαυμασμού. Η Γκιούλ ύψωσε τα χέρια

» Μανδραγόρες!!! Οι πρώτοι άνθρωποι, πελώριοι μανδραγόρες, προβάλλετε μέσα από τη φλεγόμενη λάβα της Γένεσης και ανήκοντες στη φύση των φυτών, νικητές της ακινησίας. Μανδραγόρες δώστε σε αυτή τη μάγισσα που σας καλεί τις χάρες σας»
Ο μανδραγόρας κινήθηκε και όλες οπισθοχώρησαν. Ύστερα πήδηξε στην αγκαλιά της Γκιούλ
Ύψωσε τη παλάμη της και μια αδύναμη φλόγα εμφανίστηκε. Ή φλόγα δυνάμωσε και μέσα της εμφανίστηκε το πρόσωπο της Γκιουλμπαχάρ.
«Σας υπνωτίζω στο όνομα της Άρτεμης, καθίστε στο πάτωμα»

Μεμιάς σωριάστηκαν στο πάτωμα άψυχες με απλανές βλέμμα. Ανάμεσα τους βρισκόταν και η πρώτη τη τάξη μάγισσα Εκάτη. Μια ιδέα άστραψε σαν αστραπή στο μυαλό της Γκιουλ

Η mademoiselle Berenice να σηκωθεί αμέσως και να έρθει μπροστά μου”

Μια μάγισσα με μακρύ κόκκινο φόρεμα που θροϊζε απαλά τη πλησίασε από πίσω. Τη προσπέρασε και γύρισε αργά προς το μέρος της. Η μητέρα της στεκόταν μπροστά της υπνωτισμένη.

Η Γκιουλμπαχάρ δεν ένιωθε, δεν έβλεπε, ούτε άκουγε. Την είχε κυριεύσει ένα απίστευτο μίσος. Μέχρι πρότινος όλη αυτή η φιλοσοφία ότι οι άνδρες είναι αναλώσιμοι δεν την ενοχλούσε. Δεν είχε δολοφονήσει ποτέ κανέναν αλλά είχε βασανίσει πολλούς. Και ήταν εντάξει με αυτό. Ήταν η φύση των μαγισσών. Το να είναι όμως η ίδια της η μητέρα η συγγραφέας που συμβουλεύει πως να σκοτώσεις έναν άνδρα της φαινόταν αδιανόητο. Η mademoiselle berenice και η μητέρα της ήταν το ίδιο πρόσωπο. Ήταν υπεύθυνη για τον τρόπο που είχε φερθεί στον Αλβάρο.

Όσες μέρες έμεναν εκεί, κάποιες ατίθασες μάγισσες οργάνωσαν ομάδες εξερεύνησης. Ήταν τόσο τεράστιο το ξενοδοχείο που σε προκαλούσε να το εξερευνήσεις. Γνώριζαν πως οι επισκέπτριες είχαν τακτοποιηθεί στα δωμάτια των τεσσάρων πρώτων ορόφων. Ο πέμπτος όροφος ήταν ιδιωτικός με τη σουίτα και τα διαμερίσματα της Βασίλισσα Εκάτης. Ο έκτος όροφος είχε κι εκείνος δωμάτια όπως και οι πρώτοι τέσσερις αλλά στη κορυφή της σκάλας, ασανσέρ δεν υπήρχαν, μια χοντρή αλυσίδα από την οποία κρεμόταν μια πινακίδα με την εξής προειδοποίηση, εμπόδιζε την είσοδο,
«ΑΠΑΓΟΡΕΎΕΤΑΙ Η ΕΊΣΟΔΌΣ ΣΤΟΝ ΈΚΤΟ ΟΡΟΦΟ. ΌΠΟΙΟΣ ΕΠΙΘΥΜΕΊ ΈΝΑΝ ΕΠΏΔΥΝΟ ΘΆΝΑΤΟ ΑΣ ΕΙΣΕΛΘΕΙ»

Όλοι θεώρησαν πως ήταν μέρος της εορταστικής διακόσμησης, μιας και ολόκληρο το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο με κολοκύθες, μάγισσες πάνω σε σκουπόξυλα, νυχτερίδες και φαντάσματα όπως άρμοζε σε μια τόσο αγαπητή γιορτή. Πέρα απ΄το εορταστικό ντεκόρ, όλα τα δωμάτια, οι σουίτες και τα ρετιρέ ήταν ψηλοτάβανα με ξύλινα πατώματα και όλες τις ανέσεις είχαν κερδίσει τις εντυπώσεις αφού ήταν εξαιρετικός συνδυασμός παλιού βικτοριανού με πινελιές πολυτέλειας και μοντέρνων ανέσεων.

Η προβολή της ταινίας The Langoliers διεκόπη βιαίως από ένα παράλογο ουρλιαχτό τη στιγμή που στην οθόνη εμφανιζόταν τα γιγάντια παραμορφωμένα στόματα με τα μεταλλικά μυτερά δόντια να κυνηγούν έναν τύπο με ένα σκούρο κουστούμι. Μόνο για μια στιγμή όμως γιατί μετά κάποιες μάγισσες ξέσπασαν σε γέλια νομίζοντας πως κάποια ανάμεσα τους, λιγότερο θαρραλέα, τρομοκρατήθηκε από μερικά ξεπερασμένα εφέ του ’80.

Όταν τελείωσε η προβολή, κατευθύνθηκαν στο λόμπι για ένα τελευταίο απεριτίφ πριν τον ύπνο. Όσες είχαν φέρει τις γάτες τους, όλες μαύρες, τις είχαν αφήσει ελεύθερες να τριγυρνούν στο ξενοδοχείο. Κάποιες σχολίασαν χαμηλόφωνα το γεγονός που τα φώτα τρεμόπαιζαν σε ένα τόσο καινούργιο και πολυτελές ξενοδοχείο και πως η θερμοκρασία έπεφτε όλο και περισσότερο.

Κανείς δεν αντιλήφθηκε τα λευκά πλακάκια διάστικτα με κηλίδες αίματος, σε μερικά από τα μπάνια του ξενοδοχείου. Τα μεταφυσικά φαινόμενα συνεχιζόταν με αμείωτο ρυθμό. μοντέρνων ανέσεων. Ουρλιαχτά και συρσίματα. Νύχια που σκλήριζαν.
Τα φώτα έπαιζαν τακτικά όλοι θεώρησαν φυσικό επακόλουθο των μεσημεριανών καταιγίδων και αστραπών. Όσο για την απότομη εναλλαγή θερμοκρασίας ήταν κάτι το αξιοσημείωτο. Σκιές στα παράθυρα και πόρτες που έκλειναν απότομα. Τα πρόσεξαν λίγες και ακόμα λιγότερες είχαν το θάρρος να μιλήσουν για αυτά.
Την επομένη είχαν μια σειρά από ομιλίες, συζητήσεις και προβολές και η μέρα πέρασε γρήγορα χωρίς να το καταλάβουν. Η Γκιουλμπαχάρ έψαχνε ευκαιρία να προσεγγίσει τον Αλβάρο αλλά εκείνος έδειχνε να αγνοεί την ύπαρξη της. Ήταν πάντα στο πλευρό της Εκάτης, σοβαρός και πέτρινος.
Κάποια πρόσεξε πως μια μάγισσα έλειπε από το δωμάτιο το οποίο μοιράζονταν. Κανείς δε ανησύχησε όμως. Τι κι αν χάθηκε μια ανάμεσα σε δεκάδες μάγισσες. Το κλίμα ήταν ντελιριακό και παρέσυρε σε μια δίνη πασπαλισμένη με κανέλα και μαγεία. Λίγες ώρες αργότερα ακόμα μια μάγισσα εξαφανίστηκε, δεν μπορούσαν να τη βρουν πουθενά. Όμως και πάλι κανείς δεν έδωσε σημασία. Και οι γάτες έμοιαζαν να λιγοστεύουν επικίνδυνα.

“Ακούστε με” επανέλαβε η Παίπερ, μια ντόπια μάγισσα με άσπρο σαν πούδρα δέρμα και μαύρα κορακί μαλλιά. Η Γκιουλ την είχε γνωρίσει πριν λίγα εικοσιτετράωρα, κατά τη διάρκεια του πρώτου δείπνου του συνεδρίου.

“Έχουν εξαφανιστεί περισσότερες από όσες έχουν αναφέρει”
«Μπορεί να το έσκασαν» είπε κάποια ανάλαφρα. Η Παιπερ τη κοίταξε με οργή.

«Τα δωμάτια από τα οποία χάθηκαν βρέθηκαν με τα παράθυρα μισάνοιχτα και οι συγκάτοικοι τους είναι αναστατωμένες. ‘Όλες ξέρετε πολύ καλά τι συμβαίνει και καμιά δεν το παραδέχεται!»

«Κράτα τη φωνή σου χαμηλά» της αντιγύρισε μια παχουλή μάγισσα με μοβ κραγιόν.

«Έχετε θαμπωθεί από τη χλιδή, και ότι και να συμβαίνει γύρω

σας το δεχόσαστε αδιαμαρτύρητα. Έχουν χαθεί τόσες μάγισσες, καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό;»

Τη κοίταγαν όλες αμίλητες. Είχε δίκιο.

«Κάποιος τα έχει βάλει μαζί μας. Αυτά τα ουρλιαχτά, οι περίεργοι θόρυβοι, τα νύχια που σέρνονται σε ξύλινες επιφάνειες είναι δικά τους. Αύριο μπορεί να εξαφανιστώ εγώ, μεθαύριο εσείς. Θα καθόμαστε με σταυρωμένα χέρια;»

«Τι πρέπει να κάνουμε;» είπε κάποια φοβισμένα.

«Να ερευνήσουμε το μέρος. Είμαι σίγουρη πως είναι στοιχειωμένο»

Η Γκιουλμπαχάρ θυμήθηκε τη φιγούρα στο πυργίσκο την ημέρα που έφτασε στο ξενοδοχείο και ανατρίχιασε. Η Παίπερ είχε δίκιο. Το ξενοδοχείο μπορεί να ήταν καινούργιο και υπερπολυτελές αλλά έμοιαζε παγωμένο και τρομακτικό. Πόρτες έκλειναν απότομα, τα φώτα έπαιζαν και όλες αυτές οι μάγισσες που χάνονταν δεν μπορεί να ήταν τυχαίο.

«Έχεις δίκιο» είπε. «Πρέπει να το πούμε στην Εκάτη»

«Πως είσαι τόσο σίγουρη πως εκείνη δε γνωρίζει τίποτα; Ίσως εκείνη τα προκαλεί όλα. Για να μας δοκιμάσει ή για να σπάσει πλάκα»

«Η Βασίλισσα Εκάτη δεν είναι καμιά χαιρέκακη μαγισσούλα όπως εσύ και εγώ. Είμαι σίγουρη πως δεν έχει καμιά σχέση»

«Προτείνω να ερευνήσουμε λίγο και αν χειροτερέψουν τα πράγματα να το αναφέρουμε στη Βασίλισσα»

Όλες συμφώνησαν τρομοκρατημένες. Οι μέρες περνούσαν σαν μέσα σε μια δίνη. Η γοητεία της Εκάτης ήταν σαν να τις κρατούσε δεμένες και οι μαγικές τους δυνάμεις να είχαν πέσει σε λήθαργο. Όσο εκείνες έτρωγαν, έπιναν και επιδίδονταν σε αχαλίνωτα γλέντια η κατάσταση έξω από το ξενοδοχείο γινόταν ανατριχιαστική. Το δάσος είχε τα δικά του στοιχειά τα οποία είχαν ενοχληθεί από τις ανήθικες μάγισσες που χρησιμοποιούσαν κεφάλια ζώων αντί για μπάλες, χόρευαν γυμνές στο σκονισμένο λιακωτό του βικτοριανού ξενοδοχείου, πετούσαν σκουπίδια τριγύρω και γενικά δεν έδειχναν σεβασμό σε κάτι που προϋπήρχε από εκείνες. Τη φύση. Και εσωτερικά του ξενοδοχείου τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Περισσότερες μάγισσες συνέχισαν να εξαφανίζονται, και ενώ κάποιες που το είχαν προσέξει διαμαρτυρήθηκαν έντονα δεν ήταν τίποτα παρά η μειοψηφία ανάμεσα σε ένα πλήθος έξαλλων μαγισσών. Δεν είχαν καν προσέξει, γενναίοι μου αναγνώστες, την απειλητική, μαύρη ομίχλη που τύλιγε πάντα και εντελώς ξαφνικά, στις τρεις κάθε μεσημέρι το ξενοδοχείο. Και όσο πλησίαζε το βράδυ η αφύσικη ομίχλη άλλαζε χρώματα, κάπου γινόταν μπλε κάπου ροζ που θύμιζε τσιχλόφουσκα, ενώ αστραπές και τυφώνες που σχημάτιζαν δίνες έσπαγαν τη μονοτονία της συμπαγής ομίχλης, όπως στο κλασικό Ghostbusters. Κανείς δεν γνώριζε πως το μέρος συγκέντρωνε όλα αυτά τα φυσικά φαινόμενα και την αρνητική ενέργεια γιατί ήταν στοιχειωμένο από φρικιαστικά γεγονότα και απύθμενο πόνο.

Ο πληθυσμός των γάτων είχαν επίσης μειωθεί αλλά κανείς δεν ενοχλήθηκε, ενώ οι εναπομείνασες γάτες γινόταν πιο μοχθηρές με καμπούρα, τα μάτια τους πλημμύρισαν κόκκινο χρώμα και το τρίχωμα τους ήταν μονίμως σηκωμένο.

Όταν η Πάιπερ εντόπισε μια από δαύτες να ξύνει μανιωδώς το ξύλινο τοίχο σε έναν διάδρομο, ανακάλυψε με τρόμο, ένα κομμένο χέρι που είχε βαλθεί να ξεθάψει η γάτα, και αποφάσισε να μιλήσει στην ίδια την Εκάτη. Το βράδυ λίγο πριν πλαγιάσει, ήθελε νωρίς το πρωί να μιλούσε στην βασίλισσα ένιωσε κάτι πρωτόγνωρο, μέσα της, νύχια σκληρά και μυτερά να γδέρνουν τα τοιχώματα των σπλάχνων της. Μέχρι το πρωί και η Πάιπερ είχε εξαφανιστεί.

Όσο για τη πλειοψηφία των μαγισσών, το μόνο που τις ενδιέφερε ήταν η κορύφωση των δραστηριοτήτων του συνεδρίου με τη τελευταία ημέρα, στις 31 Οκτωβρίου, τη βραδιά των Αγίων Πάντων. Άκουγαν πως όσες τολμηρές θα έπαιρναν μέρος στο τελευταίο αγώνισμα εκείνη τη μέρη, τα ταυροκαθάψια, θα αμειβόταν με πλούσια δώρα. Ένα από αυτά ήταν η προσφορά: ένας θνητός άνδρας, να τον χρησιμοποιήσει κατά την όρεξη της. Ο Φίνγκερμαν τους επιβεβαίωσε τις φήμες, “έχουν δημιουργήσει έναν ψεύτικο διαγωνισμό σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό για μια ξενάγηση την ημέρα του Halloween. Μόνο άντρες. Η κυρία Εκάτη κρύβεται πίσω από όλα. Ξέρετε δα τη γοητεία που ασκεί στα μυαλά των θνητών. Μόλις αυτοί οι άτυχοι περάσουν τη πόρτα, είναι καταδικασμένοι”.

Και είχε δίκιο. Το κοντινότερο χωριό ήταν γύρω στα έξι χιλιόμετρα και κανείς δεν τολμούσε να επισκεφτεί το μέρος γνωρίζοντας την αληθινή ιστορία του διανθισμένη με παράλογες διαστάσεις και είχε μετατραπεί σε αστικό θρύλο. Δεν γνώριζαν τίποτα για την ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου, είχαν ακούσει μόνο για κάποια Ευρωπαία πλούσια που κρατούσε το ξενοδοχείο κλειστό όλο το χρόνο και άνοιγε μόνο τις ημέρες πριν το Halloween.

“Σε παρακαλώ θέλω να σου μιλήσω” είπε με μια ανάσα η Γκιουλμπαχάρ καθώς περνούσε δίπλα της ο Ραϊμόντο. Τη προσπέρασε γρήγορα και κατευθύνθηκε προς τη σκάλα. Ηττημένη στράφηκε προς το λόμπι.
Κάτι την γράπωσε δυνατά από το μπράτσο. Προσπάθησε να γυρίσει αλλά το σώμα εκείνου στον οποίο ανήκε το χέρι που την είχε ακινητοποιήσει, την εμπόδιζε.
«Τα μεσάνυχτα. Στη βιβλιοθήκη» της είπε η φωνή του χάιδεψε σαν αράχνη το αυτί της.

Η βαριά μυρωδιά των χιλιάδων βιβλίων της γαργάλισε τα ρουθούνια. Υπήρχαν αμέτρητα βιβλία τακτοποιημένα σε απόλυτη συμμετρία σε γιγάντιες βιβλιοθήκες που ορθωνόταν ψηλά, σχεδόν ακουμπούσαν τον αψιδωτό θόλο της οροφής με τα πολύχρωμα βιτρό. Με μια πρόχειρη ματιά εντόπισε σημαντικά βιβλία μαγείας. Έμεινε έκπληκτη καθώς διαπίστωσε πως η ύπαρξη μερικών θεωρούνταν μύθος. Το βιβλίο σωλομωνικής ή η κλείδα του Σολομώντα (Lemegeton Clavicula Salomonis) το πιο ξακουστό σύγγραμα δαιμονολογίας γραμμένο τον 17ο αιώνα, από ανώνυμο συγγραφέα, ο θρύλος ήθελε συγγραφέα τον ίδιο τον Βασιλιά Σολομώντα. Και οι δυο τόμοι βρισκόταν μπροστά στα μάτια της. Θα μπορούσε να τους αγγίξει αν ήθελε.
Ανατρίχιασε όταν εντόπισε το Νεκρονομικόν. Υποτίθεται πως δεν υπήρχε, πως ήταν κάτι που ανέφερε ο Λαβκραφτ στις ιστορίες του. Κι όμως το έβλεπε μπροστά της.
Χρειάστηκε να επαναλάβει ξανά αυτό που τη ρώτησε για να επανέλθει στη πραγματικότητα.
«Δεν έχω χρόνο για χάσιμο. Λέγε τι θέλεις;» της πέταξε κοφτά.
«Ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη για τον απαράδεκτο τρόπο με τον οποίο σου..»

Το μίσος που καθρεφτίστηκε στα μάτια του την έκαναν να χάσει τα λόγια της. Έστρεψε το βλέμμα αλλού για να βρει τον εαυτό της. Αυτόν που δεν τραύλιζε για έναν άντρα. «Οι άντρες είναι αναλώσιμοι» θυμήθηκε τα λόγια της θείας Μαφίας. Το πορτρέτο της Εκάτης τη φυλάκισε κόβοντας της την ανάσα. Η βασίλισσα σε νωχελική πόζα ξαπλωμένη μισόγυμνη τυλιγμένη με ένα αραχνοΰφαντο πέπλο που αντί να καλύπτει τόνιζε τις ηδονικές καμπύλες της με το στέμμα της βαρύ ριγμένο ανάμεσα στα πόδια της να προκαλεί δέος θα μπορούσε να είχε ζωγραφιστεί από τον Λέιτον ή τον Τζον Γουίλιαμ Γκοντγουαρντ.
Η μεγαλόπρεπη χρυσοποίκιλτη κορνίζα υπογράμμιζε το μεγαλειώδη έργο. Προσπάθησε να βρει τον ειρμό της και να του εξηγήσει πως ήταν απλά ανώριμη και πως δεν καταλάβαινε πόσο τον είχε πληγώσει γιατί έτσι είχε μάθει να φέρεται στους άντρες από μικρή. Έτσι έκαναν οι μάγισσες.
«Αν δεν ήταν η Εκάτη» τη διέκοψε κουνώντας το δείκτη του μπροστά στη μύτη της «θα σας σκότωνα όλες»

Ένα ουρλιαχτό ακόμα υπογράμμισε τη σκληρότητα των λέξεων που βγήκαν από το στόμα του.
Η συζήτηση που είχαν εδώ και ώρα, δεν οδηγούσε πουθενά. Όσο κι αν η Γκιουλμπαχάρ δήλωνε μετανιωμένη, ο Ραϊμόντο δεν έδειχνε καμιά διάθεση να την συγχωρέσει. Ούτε επιθυμούσε περαιτέρω σχέσεις μαζί της.

«Καταλαβαίνω το θυμό σου.. σίγουρα δεν ήταν και τόσο…»
«Καταλαβαίνεις;» είπε μέσα από τα δόντια του.
«Με άφησες αβοήθητο, τρελαμένο από τις παραισθήσεις που μου προκάλεσαν τα παιχνίδια σου. Αν δεν με έβρισκαν εγκαίρως και δεν με έβαζαν στο τρελάδικο θα είχα πεθάνει»

Σκληρίσματα, συρσίματα και βογγητά πόνου ακούστηκαν διακόπτοντας τους.
«Τι; Τι είναι αυτό;» ψέλλισε η Γκιουλ.
Της έκανε νόημα με το δάχτυλο να σωπάσει και στράφηκε προς τη μεριά της πόρτας. Κάθε διάθεση για να λυθεί η οποιαδήποτε παρεξήγηση μεταξύ τους χάθηκε κάτω από την ένταση των στριγκλισμάτων και των συρσιμάτων που άκουγαν κάθε τόσο.

“Δεν είναι δυνατόν να μην τα ακούει η βασίλισσα” είπε αγανακτισμένη. “Κάθε μέρα εξαφανίζονται κάποιες από εμάς και κάθε τόσο ακούγονται ουρλιαχτά. Σίγουρα αυτά τα δυο σχετίζονται μεταξύ τους”

“Το βρήκες, Σέρλοκ” είπε εκείνος ειρωνικά κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο το πηχτό σκοτάδι.

“Εσύ δείχνεις να έχεις… στενή σχέση με τη βασίλισσα… μίλησε της…” τον παρακάλεσε. Αντιστάθηκε στη παρόρμηση της να τρέξει και να τον αγκαλιάσει από πίσω.
«Γιατί δεν το έχετε αναφέρει έστω στους Προστάτες;»
«Αγνοούνται είκοσι τρεις μάγισσες ανάμεσα σε χιλιάδες. Οι Προστάτες είπαν πως το έσκασαν με τη θέληση τους και εμείς οι υπόλοιπες τις καλύπτουμε»
«Καμιά δε θα έφευγε από το πάρτι της δεκαετίας από τόσο νωρίς» είπε εκείνος παραξενεμένος.

Βγαίνοντας από τη βιβλιοθήκη αντίκρισαν μια γενική αναταραχή στους διαδρόμους και ιδιαίτερα στο λόμπι όπου δεκάδες μάγισσες αναστατωμένες από τα ανεξήγητα ουρλιαχτά είχαν μαζευτεί όλες μαζί. Οι μέχρι πρότινος θαρραλέες μάγισσες είχαν ζαρώσει η μια πλάι στην άλλη φοβισμένες. Το θέαμα ήταν αρκούντως γελοίο αν αναλογιζόταν κανείς τις μαγικές δυνάμεις που διέθεταν. Θα περίμενε κανείς να είναι πιο εξοικειωμένες με το μυστήριο της νυχτιάς και τα ουρλιαχτά του τρόμου. Η αλήθεια ήταν πως είχαν φοβηθεί τόσο πολύ για δυο λόγους. Ο πρώτος ήταν πως εδώ και μέρες, και συγκεκριμένα από τη πρώτη μέρα που βρέθηκαν στο ξενοδοχείο, όσες φορές δοκίμασαν να κάνουν χρήση των δυνάμεων τους, με εξαίρεση τις φορές που διαγωνίστηκαν σε κάποιο άθλημα που απαιτούνταν η μαγεία, τα αποτελέσματα ήταν τραγικά. Ήταν σαν κάποιος να πατούσε έναν διακόπτη, on και off. Σαν κάποιος να έπαιζε μαζί τους.

Αισθανόταν ανήμπορες χωρίς τις δυνάμεις τους. Αισθανόταν θνητές. Και αυτό ήταν από μόνο του τρομακτικό.
Ο δεύτερος λόγος ήταν πως τα ουρλιαχτά αυτά άνηκαν σε μάγισσες. Σε αυτές που είχαν εξαφανιστεί από το ξενοδοχείο. Ένιωθαν μια αδιόρατη απειλή σαν γιγάντιο χέρι να τις σφίγγει στο λαιμό.
Η Γκιουλμπαχάρ και ο Ραϊμόντο κοιτάχτηκαν με την αδρεναλίνη να χτυπάει κόκκινο.
«Θα ενημερώσω την Εκάτη» είπε πιάνοντας της το χέρι. «Μείνε εδώ για να σε βρω αργότερα»
Έγνεψε καταφατικά και τον παρακολούθησε να απομακρύνεται προς τις σκάλες .
Έβγαλε το κινητό της και προσπάθησε να επικοινωνήσει με τις γυναίκες των Μορμπιτ. Λίγα λεπτά αργότερα τις συνάντησε στο λόμπι. Είχε σχεδόν ξεχάσει πως η μητέρα της ήταν η μαλακισμένη η συγγραφέας που την παρέσυρε στο να παίξει με τον Αλβάρο.

Αμέσως μετά η βασίλισσα Εκάτη με τη συνοδεία της, τους Προστάτες και κάποιους άλλους που εκτελούσαν χρέη βοηθών γενικών καθηκόντων. Δίπλα της και ο Αλβάρο ή μάλλον καλύτερα ο Ραϊμόντο. Ένα αγκάθι ζήλιας της τρύπησε τα σπλάχνα. Αναρωτήθηκε αν κοιμόταν μαζί της.

«Ακούστε με σας παρακαλώ» είπε απαλά η Εκάτη. «Ενημερώθηκα για τις απουσίες κάποιων κυριών και έχω ήδη διατάξει ενδελεχή έρευνα σε ολόκληρο το ξενοδοχείο, καθώς και στο δάσος. Μην ανησυχείτε όποιος κι αν είναι ο λόγος της εξαφάνισης τους θα τον μάθουμε σύντομα. Δεν υπάρχει λόγος να χαλάσουμε αυτό το υπέροχο συνέδριο. Μας απομένουν τέσσερις μέρες μέχρι το μεγάλο πάρτι του Halloween και είμαι σίγουρη πως καμία μάγισσα δεν θα ήθελε να το χάσει. Όσο για τα ουρλιαχτά, κυρίες μου σας παρακαλώ!!» Η επιδοκιμασία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της. «Οι μάγισσες δεν φοβούνται»
Μια ομάδα από εξήντα Προστάτες βγήκε στο δάσος για έρευνα αφήνοντας τους υπόλοιπους να ψάξουν στο εσωτερικό του ξενοδοχείου.
«Προτείνω να περάσουμε δημιουργικά το βράδυ μας πριν το φαγητό και τη καθιερωμένη ταινία μας. Κυρίες μου ώρα να χαράξουμε τις κολοκύθες μας!! Ας βάλουμε το πρόσωπο του Τζακ Ο’ Λάντερν εκεί που του αξίζει”

Το χειρότερο σκαλιστό πρόσωπο που είχαν αντικρίσει στη μακρόχρονη ζωή τους ήταν η κολοκύθα της Μόριγκαν. Το παρελθόν της με τον Τζακ και η ανάμνηση της τελευταίας τους συνάντησης στο πάρτι της, δημιούργησαν αυτό το ανοσιούργημα πάνω σε ένα φτωχό αλλά νόστιμο λαχανικό. Η Εκάτη έβγαλε επιφωνήματα ενθουσιασμού μόλις το αντίκρισε.

“Κυρίες μου έχουμε νικήτρια” έσυρε τη Μόριγκαν μέχρι το βάθρο για να τη δουν όλες. Μέσα από χειροκροτήματα και επευφημίες ξέχασαν το τρόμο των ουρλιαχτών που βίωναν τόσες μέρες. Με μια κίνηση του χεριού της όλες οι κολοκύθες με τα γκροτέσκα πρόσωπα που είχαν χαραχτεί επάνω τους αιωρήθηκαν στον αέρα δίνοντας επιτέλους μια γεύση μαγείας του Halloween.

Εκείνη τη νύχτα που ήταν βαμμένη με εβένινο τρόμο δεν είχαν ύπνο να τις ξεκουράσει. Η Βασίλισσα αποχώρησε μετά την εξόρμηση μεγαλύτερης ομάδας Προστατών για να ενσωματωθούν στη πρώτη ομάδα που βρισκόταν ακόμα έξω ερευνώντας το δάσος. Καμιά δεν είχε την διάθεση να πάει στο δωμάτιο της. Το να απομονωθεί σε ένα δωμάτιο δεν ακουγόταν και τόσο καλή ιδέα, Έμειναν όλες μαζί στο λόμπι δίνοντας κουράγιο η μια στην άλλη. Η θεία Μαφία ήταν η μόνη που παρέμενε ήρεμη, έβγαλε τις βελόνες πλεξίματος και έπιασε δουλειά. Η Μόριγκαν κάθισε δίπλα στη Γκιουλ αλλά εκείνη τινάχτηκε πάνω και βγήκε έξω από την αίθουσα με τη δικαιολογία ότι ήθελε να καπνίσει. Τα ξημερώματα άρχισαν σιγά σιγά να επιστρέφουν μικρές ομάδες Προστατών με άδεια χέρια. Κανείς δεν ομολογούσε αν είχε δει τίποτα περίεργο εκεί έξω εντείνοντας την αγωνία τους.

ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ…………………….

 

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ