ΜΟΡΙΓΚΑΝ ΜΟΡΜΠΙΤ, Τα PENNY DREADFULS της ΜαΦίας

ΤΑ ΟΥΡΛΙΑΧΤΆ ΤΩΝ ΜΑΓΙΣΣΏΝ… ΤΡΊΤΟ ΜΈΡΟΣ…

Η πρώτη ημέρα συμπεριλάμβανε επίδειξη ικανοτήτων, η κάθε μάγισσα θα προσπαθούσε να εντυπωσιάσει την Εκάτη με διάφορες τεχνικές μαγείας, έφιππο πόλο με μπάλα κεφάλια ζώων, και θα έκλεινε με δείπνο και ταινία.
Όταν ήρθε η σειρά της Γκιουλμπαχάρ εμφανίστηκε ντυμένη με
έναν μαύρο μανδύα, με τα μαλλιά της ίσια, λυτά και χτενισμένα προς τα πίσω, ένα υγρό μονοπάτι που την έκαναν να μοιάζει με νύμφη του νερού, σκοτεινή και βαθιά ερωτική.
Στα δυο της χέρια κρατούσε ένα φασκιωμένο πράγμα.  Αργά άρχισε να ξετυλίγει το λευκό πανί
«Mandragora officinarum, μήλο του Σατανά» έψαλλε απαλά.
Μια σαρκώδη ρίζα ένα ανθρωπόμορφο ξόανο έκανε την εμφάνιση του προκαλώντας θαυμασμό κεντημένο με φόβο. Η Εκάτη πλησίασε με έκδηλο ενδιαφέρον.
«Artemis» συνέχισε υψώνοντας το ένα χέρι μπροστά στον βωμό με τα κεριά. Το φυτό σπαρτάρισε και πήδηξε από τα χέρια της. Ένας φυτό με ρίζες για πόδια, και φύλλα για μαλλιά στάθηκε μπροστά της. Οι ψίθυροι έγιναν φωνές θαυμασμού. Η Γκιούλ ύψωσε τα χέρια

» Μανδραγόρες!!! Οι πρώτοι άνθρωποι, πελώριοι μανδραγόρες, προβάλλετε μέσα από τη φλεγόμενη λάβα της Γένεσης και ανήκοντες στη φύση των φυτών, νικητές της ακινησίας. Μανδραγόρες δώστε σε αυτή τη μάγισσα που σας καλεί τις χάρες σας»
Ο μανδραγόρας κινήθηκε και όλες οπισθοχώρησαν. Ύστερα πήδηξε στην αγκαλιά της Γκιούλ
Ύψωσε τη παλάμη της και μια αδύναμη φλόγα εμφανίστηκε. Ή φλόγα δυνάμωσε και μέσα της εμφανίστηκε το πρόσωπο της Γκιουλμπαχάρ.
«Σας υπνωτίζω στο όνομα της Άρτεμης, καθίστε στο πάτωμα»

Μεμιάς σωριάστηκαν στο πάτωμα άψυχες με απλανές βλέμμα. Ανάμεσα τους βρισκόταν και η πρώτη τη τάξη μάγισσα Εκάτη. Μια ιδέα άστραψε σαν αστραπή στο μυαλό της Γκιουλ

Η mademoiselle Berenice να σηκωθεί αμέσως και να έρθει μπροστά μου”

Μια μάγισσα με μακρύ κόκκινο φόρεμα που θροϊζε απαλά τη πλησίασε από πίσω. Τη προσπέρασε και γύρισε αργά προς το μέρος της. Η μητέρα της στεκόταν μπροστά της υπνωτισμένη.

Η Γκιουλμπαχάρ δεν ένιωθε, δεν έβλεπε, ούτε άκουγε. Την είχε κυριεύσει ένα απίστευτο μίσος. Μέχρι πρότινος όλη αυτή η φιλοσοφία ότι οι άνδρες είναι αναλώσιμοι δεν την ενοχλούσε. Δεν είχε δολοφονήσει ποτέ κανέναν αλλά είχε βασανίσει πολλούς. Και ήταν εντάξει με αυτό. Ήταν η φύση των μαγισσών. Το να είναι όμως η ίδια της η μητέρα η συγγραφέας που συμβουλεύει πως να σκοτώσεις έναν άνδρα της φαινόταν αδιανόητο. Η mademoiselle berenice και η μητέρα της ήταν το ίδιο πρόσωπο. Ήταν υπεύθυνη για τον τρόπο που είχε φερθεί στον Αλβάρο.

Όσες μέρες έμεναν εκεί, κάποιες ατίθασες μάγισσες οργάνωσαν ομάδες εξερεύνησης. Ήταν τόσο τεράστιο το ξενοδοχείο που σε προκαλούσε να το εξερευνήσεις. Γνώριζαν πως οι επισκέπτριες είχαν τακτοποιηθεί στα δωμάτια των τεσσάρων πρώτων ορόφων. Ο πέμπτος όροφος ήταν ιδιωτικός με τη σουίτα και τα διαμερίσματα της Βασίλισσα Εκάτης. Ο έκτος όροφος είχε κι εκείνος δωμάτια όπως και οι πρώτοι τέσσερις αλλά στη κορυφή της σκάλας, ασανσέρ δεν υπήρχαν, μια χοντρή αλυσίδα από την οποία κρεμόταν μια πινακίδα με την εξής προειδοποίηση, εμπόδιζε την είσοδο,
«ΑΠΑΓΟΡΕΎΕΤΑΙ Η ΕΊΣΟΔΌΣ ΣΤΟΝ ΈΚΤΟ ΟΡΟΦΟ. ΌΠΟΙΟΣ ΕΠΙΘΥΜΕΊ ΈΝΑΝ ΕΠΏΔΥΝΟ ΘΆΝΑΤΟ ΑΣ ΕΙΣΕΛΘΕΙ»

Όλοι θεώρησαν πως ήταν μέρος της εορταστικής διακόσμησης, μιας και ολόκληρο το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο με κολοκύθες, μάγισσες πάνω σε σκουπόξυλα, νυχτερίδες και φαντάσματα όπως άρμοζε σε μια τόσο αγαπητή γιορτή. Πέρα απ΄το εορταστικό ντεκόρ, όλα τα δωμάτια, οι σουίτες και τα ρετιρέ ήταν ψηλοτάβανα με ξύλινα πατώματα και όλες τις ανέσεις είχαν κερδίσει τις εντυπώσεις αφού ήταν εξαιρετικός συνδυασμός παλιού βικτοριανού με πινελιές πολυτέλειας και μοντέρνων ανέσεων.

Η προβολή της ταινίας The Langoliers διεκόπη βιαίως από ένα παράλογο ουρλιαχτό τη στιγμή που στην οθόνη εμφανιζόταν τα γιγάντια παραμορφωμένα στόματα με τα μεταλλικά μυτερά δόντια να κυνηγούν έναν τύπο με ένα σκούρο κουστούμι. Μόνο για μια στιγμή όμως γιατί μετά κάποιες μάγισσες ξέσπασαν σε γέλια νομίζοντας πως κάποια ανάμεσα τους, λιγότερο θαρραλέα, τρομοκρατήθηκε από μερικά ξεπερασμένα εφέ του ’80.

Όταν τελείωσε η προβολή, κατευθύνθηκαν στο λόμπι για ένα τελευταίο απεριτίφ πριν τον ύπνο. Όσες είχαν φέρει τις γάτες τους, όλες μαύρες, τις είχαν αφήσει ελεύθερες να τριγυρνούν στο ξενοδοχείο. Κάποιες σχολίασαν χαμηλόφωνα το γεγονός που τα φώτα τρεμόπαιζαν σε ένα τόσο καινούργιο και πολυτελές ξενοδοχείο και πως η θερμοκρασία έπεφτε όλο και περισσότερο.

Κανείς δεν αντιλήφθηκε τα λευκά πλακάκια διάστικτα με κηλίδες αίματος, σε μερικά από τα μπάνια του ξενοδοχείου. Τα μεταφυσικά φαινόμενα συνεχιζόταν με αμείωτο ρυθμό. μοντέρνων ανέσεων. Ουρλιαχτά και συρσίματα. Νύχια που σκλήριζαν.
Τα φώτα έπαιζαν τακτικά όλοι θεώρησαν φυσικό επακόλουθο των μεσημεριανών καταιγίδων και αστραπών. Όσο για την απότομη εναλλαγή θερμοκρασίας ήταν κάτι το αξιοσημείωτο. Σκιές στα παράθυρα και πόρτες που έκλειναν απότομα. Τα πρόσεξαν λίγες και ακόμα λιγότερες είχαν το θάρρος να μιλήσουν για αυτά.
Την επομένη είχαν μια σειρά από ομιλίες, συζητήσεις και προβολές και η μέρα πέρασε γρήγορα χωρίς να το καταλάβουν. Η Γκιουλμπαχάρ έψαχνε ευκαιρία να προσεγγίσει τον Αλβάρο αλλά εκείνος έδειχνε να αγνοεί την ύπαρξη της. Ήταν πάντα στο πλευρό της Εκάτης, σοβαρός και πέτρινος.
Κάποια πρόσεξε πως μια μάγισσα έλειπε από το δωμάτιο το οποίο μοιράζονταν. Κανείς δε ανησύχησε όμως. Τι κι αν χάθηκε μια ανάμεσα σε δεκάδες μάγισσες. Το κλίμα ήταν ντελιριακό και παρέσυρε σε μια δίνη πασπαλισμένη με κανέλα και μαγεία. Λίγες ώρες αργότερα ακόμα μια μάγισσα εξαφανίστηκε, δεν μπορούσαν να τη βρουν πουθενά. Όμως και πάλι κανείς δεν έδωσε σημασία. Και οι γάτες έμοιαζαν να λιγοστεύουν επικίνδυνα.

“Ακούστε με” επανέλαβε η Παίπερ, μια ντόπια μάγισσα με άσπρο σαν πούδρα δέρμα και μαύρα κορακί μαλλιά. Η Γκιουλ την είχε γνωρίσει πριν λίγα εικοσιτετράωρα, κατά τη διάρκεια του πρώτου δείπνου του συνεδρίου.

“Έχουν εξαφανιστεί περισσότερες από όσες έχουν αναφέρει”
«Μπορεί να το έσκασαν» είπε κάποια ανάλαφρα. Η Παιπερ τη κοίταξε με οργή.

«Τα δωμάτια από τα οποία χάθηκαν βρέθηκαν με τα παράθυρα μισάνοιχτα και οι συγκάτοικοι τους είναι αναστατωμένες. ‘Όλες ξέρετε πολύ καλά τι συμβαίνει και καμιά δεν το παραδέχεται!»

«Κράτα τη φωνή σου χαμηλά» της αντιγύρισε μια παχουλή μάγισσα με μοβ κραγιόν.

«Έχετε θαμπωθεί από τη χλιδή, και ότι και να συμβαίνει γύρω

σας το δεχόσαστε αδιαμαρτύρητα. Έχουν χαθεί τόσες μάγισσες, καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό;»

Τη κοίταγαν όλες αμίλητες. Είχε δίκιο.

«Κάποιος τα έχει βάλει μαζί μας. Αυτά τα ουρλιαχτά, οι περίεργοι θόρυβοι, τα νύχια που σέρνονται σε ξύλινες επιφάνειες είναι δικά τους. Αύριο μπορεί να εξαφανιστώ εγώ, μεθαύριο εσείς. Θα καθόμαστε με σταυρωμένα χέρια;»

«Τι πρέπει να κάνουμε;» είπε κάποια φοβισμένα.

«Να ερευνήσουμε το μέρος. Είμαι σίγουρη πως είναι στοιχειωμένο»

Η Γκιουλμπαχάρ θυμήθηκε τη φιγούρα στο πυργίσκο την ημέρα που έφτασε στο ξενοδοχείο και ανατρίχιασε. Η Παίπερ είχε δίκιο. Το ξενοδοχείο μπορεί να ήταν καινούργιο και υπερπολυτελές αλλά έμοιαζε παγωμένο και τρομακτικό. Πόρτες έκλειναν απότομα, τα φώτα έπαιζαν και όλες αυτές οι μάγισσες που χάνονταν δεν μπορεί να ήταν τυχαίο.

«Έχεις δίκιο» είπε. «Πρέπει να το πούμε στην Εκάτη»

«Πως είσαι τόσο σίγουρη πως εκείνη δε γνωρίζει τίποτα; Ίσως εκείνη τα προκαλεί όλα. Για να μας δοκιμάσει ή για να σπάσει πλάκα»

«Η Βασίλισσα Εκάτη δεν είναι καμιά χαιρέκακη μαγισσούλα όπως εσύ και εγώ. Είμαι σίγουρη πως δεν έχει καμιά σχέση»

«Προτείνω να ερευνήσουμε λίγο και αν χειροτερέψουν τα πράγματα να το αναφέρουμε στη Βασίλισσα»

Όλες συμφώνησαν τρομοκρατημένες. Οι μέρες περνούσαν σαν μέσα σε μια δίνη. Η γοητεία της Εκάτης ήταν σαν να τις κρατούσε δεμένες και οι μαγικές τους δυνάμεις να είχαν πέσει σε λήθαργο. Όσο εκείνες έτρωγαν, έπιναν και επιδίδονταν σε αχαλίνωτα γλέντια η κατάσταση έξω από το ξενοδοχείο γινόταν ανατριχιαστική. Το δάσος είχε τα δικά του στοιχειά τα οποία είχαν ενοχληθεί από τις ανήθικες μάγισσες που χρησιμοποιούσαν κεφάλια ζώων αντί για μπάλες, χόρευαν γυμνές στο σκονισμένο λιακωτό του βικτοριανού ξενοδοχείου, πετούσαν σκουπίδια τριγύρω και γενικά δεν έδειχναν σεβασμό σε κάτι που προϋπήρχε από εκείνες. Τη φύση. Και εσωτερικά του ξενοδοχείου τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Περισσότερες μάγισσες συνέχισαν να εξαφανίζονται, και ενώ κάποιες που το είχαν προσέξει διαμαρτυρήθηκαν έντονα δεν ήταν τίποτα παρά η μειοψηφία ανάμεσα σε ένα πλήθος έξαλλων μαγισσών. Δεν είχαν καν προσέξει, γενναίοι μου αναγνώστες, την απειλητική, μαύρη ομίχλη που τύλιγε πάντα και εντελώς ξαφνικά, στις τρεις κάθε μεσημέρι το ξενοδοχείο. Και όσο πλησίαζε το βράδυ η αφύσικη ομίχλη άλλαζε χρώματα, κάπου γινόταν μπλε κάπου ροζ που θύμιζε τσιχλόφουσκα, ενώ αστραπές και τυφώνες που σχημάτιζαν δίνες έσπαγαν τη μονοτονία της συμπαγής ομίχλης, όπως στο κλασικό Ghostbusters. Κανείς δεν γνώριζε πως το μέρος συγκέντρωνε όλα αυτά τα φυσικά φαινόμενα και την αρνητική ενέργεια γιατί ήταν στοιχειωμένο από φρικιαστικά γεγονότα και απύθμενο πόνο.

Ο πληθυσμός των γάτων είχαν επίσης μειωθεί αλλά κανείς δεν ενοχλήθηκε, ενώ οι εναπομείνασες γάτες γινόταν πιο μοχθηρές με καμπούρα, τα μάτια τους πλημμύρισαν κόκκινο χρώμα και το τρίχωμα τους ήταν μονίμως σηκωμένο.

Όταν η Πάιπερ εντόπισε μια από δαύτες να ξύνει μανιωδώς το ξύλινο τοίχο σε έναν διάδρομο, ανακάλυψε με τρόμο, ένα κομμένο χέρι που είχε βαλθεί να ξεθάψει η γάτα, και αποφάσισε να μιλήσει στην ίδια την Εκάτη. Το βράδυ λίγο πριν πλαγιάσει, ήθελε νωρίς το πρωί να μιλούσε στην βασίλισσα ένιωσε κάτι πρωτόγνωρο, μέσα της, νύχια σκληρά και μυτερά να γδέρνουν τα τοιχώματα των σπλάχνων της. Μέχρι το πρωί και η Πάιπερ είχε εξαφανιστεί.

Όσο για τη πλειοψηφία των μαγισσών, το μόνο που τις ενδιέφερε ήταν η κορύφωση των δραστηριοτήτων του συνεδρίου με τη τελευταία ημέρα, στις 31 Οκτωβρίου, τη βραδιά των Αγίων Πάντων. Άκουγαν πως όσες τολμηρές θα έπαιρναν μέρος στο τελευταίο αγώνισμα εκείνη τη μέρη, τα ταυροκαθάψια, θα αμειβόταν με πλούσια δώρα. Ένα από αυτά ήταν η προσφορά: ένας θνητός άνδρας, να τον χρησιμοποιήσει κατά την όρεξη της. Ο Φίνγκερμαν τους επιβεβαίωσε τις φήμες, “έχουν δημιουργήσει έναν ψεύτικο διαγωνισμό σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό για μια ξενάγηση την ημέρα του Halloween. Μόνο άντρες. Η κυρία Εκάτη κρύβεται πίσω από όλα. Ξέρετε δα τη γοητεία που ασκεί στα μυαλά των θνητών. Μόλις αυτοί οι άτυχοι περάσουν τη πόρτα, είναι καταδικασμένοι”.

Και είχε δίκιο. Το κοντινότερο χωριό ήταν γύρω στα έξι χιλιόμετρα και κανείς δεν τολμούσε να επισκεφτεί το μέρος γνωρίζοντας την αληθινή ιστορία του διανθισμένη με παράλογες διαστάσεις και είχε μετατραπεί σε αστικό θρύλο. Δεν γνώριζαν τίποτα για την ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου, είχαν ακούσει μόνο για κάποια Ευρωπαία πλούσια που κρατούσε το ξενοδοχείο κλειστό όλο το χρόνο και άνοιγε μόνο τις ημέρες πριν το Halloween.

“Σε παρακαλώ θέλω να σου μιλήσω” είπε με μια ανάσα η Γκιουλμπαχάρ καθώς περνούσε δίπλα της ο Ραϊμόντο. Τη προσπέρασε γρήγορα και κατευθύνθηκε προς τη σκάλα. Ηττημένη στράφηκε προς το λόμπι.
Κάτι την γράπωσε δυνατά από το μπράτσο. Προσπάθησε να γυρίσει αλλά το σώμα εκείνου στον οποίο ανήκε το χέρι που την είχε ακινητοποιήσει, την εμπόδιζε.
«Τα μεσάνυχτα. Στη βιβλιοθήκη» της είπε η φωνή του χάιδεψε σαν αράχνη το αυτί της.

Η βαριά μυρωδιά των χιλιάδων βιβλίων της γαργάλισε τα ρουθούνια. Υπήρχαν αμέτρητα βιβλία τακτοποιημένα σε απόλυτη συμμετρία σε γιγάντιες βιβλιοθήκες που ορθωνόταν ψηλά, σχεδόν ακουμπούσαν τον αψιδωτό θόλο της οροφής με τα πολύχρωμα βιτρό. Με μια πρόχειρη ματιά εντόπισε σημαντικά βιβλία μαγείας. Έμεινε έκπληκτη καθώς διαπίστωσε πως η ύπαρξη μερικών θεωρούνταν μύθος. Το βιβλίο σωλομωνικής ή η κλείδα του Σολομώντα (Lemegeton Clavicula Salomonis) το πιο ξακουστό σύγγραμα δαιμονολογίας γραμμένο τον 17ο αιώνα, από ανώνυμο συγγραφέα, ο θρύλος ήθελε συγγραφέα τον ίδιο τον Βασιλιά Σολομώντα. Και οι δυο τόμοι βρισκόταν μπροστά στα μάτια της. Θα μπορούσε να τους αγγίξει αν ήθελε.
Ανατρίχιασε όταν εντόπισε το Νεκρονομικόν. Υποτίθεται πως δεν υπήρχε, πως ήταν κάτι που ανέφερε ο Λαβκραφτ στις ιστορίες του. Κι όμως το έβλεπε μπροστά της.
Χρειάστηκε να επαναλάβει ξανά αυτό που τη ρώτησε για να επανέλθει στη πραγματικότητα.
«Δεν έχω χρόνο για χάσιμο. Λέγε τι θέλεις;» της πέταξε κοφτά.
«Ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη για τον απαράδεκτο τρόπο με τον οποίο σου..»

Το μίσος που καθρεφτίστηκε στα μάτια του την έκαναν να χάσει τα λόγια της. Έστρεψε το βλέμμα αλλού για να βρει τον εαυτό της. Αυτόν που δεν τραύλιζε για έναν άντρα. «Οι άντρες είναι αναλώσιμοι» θυμήθηκε τα λόγια της θείας Μαφίας. Το πορτρέτο της Εκάτης τη φυλάκισε κόβοντας της την ανάσα. Η βασίλισσα σε νωχελική πόζα ξαπλωμένη μισόγυμνη τυλιγμένη με ένα αραχνοΰφαντο πέπλο που αντί να καλύπτει τόνιζε τις ηδονικές καμπύλες της με το στέμμα της βαρύ ριγμένο ανάμεσα στα πόδια της να προκαλεί δέος θα μπορούσε να είχε ζωγραφιστεί από τον Λέιτον ή τον Τζον Γουίλιαμ Γκοντγουαρντ.
Η μεγαλόπρεπη χρυσοποίκιλτη κορνίζα υπογράμμιζε το μεγαλειώδη έργο. Προσπάθησε να βρει τον ειρμό της και να του εξηγήσει πως ήταν απλά ανώριμη και πως δεν καταλάβαινε πόσο τον είχε πληγώσει γιατί έτσι είχε μάθει να φέρεται στους άντρες από μικρή. Έτσι έκαναν οι μάγισσες.
«Αν δεν ήταν η Εκάτη» τη διέκοψε κουνώντας το δείκτη του μπροστά στη μύτη της «θα σας σκότωνα όλες»

Ένα ουρλιαχτό ακόμα υπογράμμισε τη σκληρότητα των λέξεων που βγήκαν από το στόμα του.
Η συζήτηση που είχαν εδώ και ώρα, δεν οδηγούσε πουθενά. Όσο κι αν η Γκιουλμπαχάρ δήλωνε μετανιωμένη, ο Ραϊμόντο δεν έδειχνε καμιά διάθεση να την συγχωρέσει. Ούτε επιθυμούσε περαιτέρω σχέσεις μαζί της.

«Καταλαβαίνω το θυμό σου.. σίγουρα δεν ήταν και τόσο…»
«Καταλαβαίνεις;» είπε μέσα από τα δόντια του.
«Με άφησες αβοήθητο, τρελαμένο από τις παραισθήσεις που μου προκάλεσαν τα παιχνίδια σου. Αν δεν με έβρισκαν εγκαίρως και δεν με έβαζαν στο τρελάδικο θα είχα πεθάνει»

Σκληρίσματα, συρσίματα και βογγητά πόνου ακούστηκαν διακόπτοντας τους.
«Τι; Τι είναι αυτό;» ψέλλισε η Γκιουλ.
Της έκανε νόημα με το δάχτυλο να σωπάσει και στράφηκε προς τη μεριά της πόρτας. Κάθε διάθεση για να λυθεί η οποιαδήποτε παρεξήγηση μεταξύ τους χάθηκε κάτω από την ένταση των στριγκλισμάτων και των συρσιμάτων που άκουγαν κάθε τόσο.

“Δεν είναι δυνατόν να μην τα ακούει η βασίλισσα” είπε αγανακτισμένη. “Κάθε μέρα εξαφανίζονται κάποιες από εμάς και κάθε τόσο ακούγονται ουρλιαχτά. Σίγουρα αυτά τα δυο σχετίζονται μεταξύ τους”

“Το βρήκες, Σέρλοκ” είπε εκείνος ειρωνικά κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο το πηχτό σκοτάδι.

“Εσύ δείχνεις να έχεις… στενή σχέση με τη βασίλισσα… μίλησε της…” τον παρακάλεσε. Αντιστάθηκε στη παρόρμηση της να τρέξει και να τον αγκαλιάσει από πίσω.
«Γιατί δεν το έχετε αναφέρει έστω στους Προστάτες;»
«Αγνοούνται είκοσι τρεις μάγισσες ανάμεσα σε χιλιάδες. Οι Προστάτες είπαν πως το έσκασαν με τη θέληση τους και εμείς οι υπόλοιπες τις καλύπτουμε»
«Καμιά δε θα έφευγε από το πάρτι της δεκαετίας από τόσο νωρίς» είπε εκείνος παραξενεμένος.

Βγαίνοντας από τη βιβλιοθήκη αντίκρισαν μια γενική αναταραχή στους διαδρόμους και ιδιαίτερα στο λόμπι όπου δεκάδες μάγισσες αναστατωμένες από τα ανεξήγητα ουρλιαχτά είχαν μαζευτεί όλες μαζί. Οι μέχρι πρότινος θαρραλέες μάγισσες είχαν ζαρώσει η μια πλάι στην άλλη φοβισμένες. Το θέαμα ήταν αρκούντως γελοίο αν αναλογιζόταν κανείς τις μαγικές δυνάμεις που διέθεταν. Θα περίμενε κανείς να είναι πιο εξοικειωμένες με το μυστήριο της νυχτιάς και τα ουρλιαχτά του τρόμου. Η αλήθεια ήταν πως είχαν φοβηθεί τόσο πολύ για δυο λόγους. Ο πρώτος ήταν πως εδώ και μέρες, και συγκεκριμένα από τη πρώτη μέρα που βρέθηκαν στο ξενοδοχείο, όσες φορές δοκίμασαν να κάνουν χρήση των δυνάμεων τους, με εξαίρεση τις φορές που διαγωνίστηκαν σε κάποιο άθλημα που απαιτούνταν η μαγεία, τα αποτελέσματα ήταν τραγικά. Ήταν σαν κάποιος να πατούσε έναν διακόπτη, on και off. Σαν κάποιος να έπαιζε μαζί τους.

Αισθανόταν ανήμπορες χωρίς τις δυνάμεις τους. Αισθανόταν θνητές. Και αυτό ήταν από μόνο του τρομακτικό.
Ο δεύτερος λόγος ήταν πως τα ουρλιαχτά αυτά άνηκαν σε μάγισσες. Σε αυτές που είχαν εξαφανιστεί από το ξενοδοχείο. Ένιωθαν μια αδιόρατη απειλή σαν γιγάντιο χέρι να τις σφίγγει στο λαιμό.
Η Γκιουλμπαχάρ και ο Ραϊμόντο κοιτάχτηκαν με την αδρεναλίνη να χτυπάει κόκκινο.
«Θα ενημερώσω την Εκάτη» είπε πιάνοντας της το χέρι. «Μείνε εδώ για να σε βρω αργότερα»
Έγνεψε καταφατικά και τον παρακολούθησε να απομακρύνεται προς τις σκάλες .
Έβγαλε το κινητό της και προσπάθησε να επικοινωνήσει με τις γυναίκες των Μορμπιτ. Λίγα λεπτά αργότερα τις συνάντησε στο λόμπι. Είχε σχεδόν ξεχάσει πως η μητέρα της ήταν η μαλακισμένη η συγγραφέας που την παρέσυρε στο να παίξει με τον Αλβάρο.

Αμέσως μετά η βασίλισσα Εκάτη με τη συνοδεία της, τους Προστάτες και κάποιους άλλους που εκτελούσαν χρέη βοηθών γενικών καθηκόντων. Δίπλα της και ο Αλβάρο ή μάλλον καλύτερα ο Ραϊμόντο. Ένα αγκάθι ζήλιας της τρύπησε τα σπλάχνα. Αναρωτήθηκε αν κοιμόταν μαζί της.

«Ακούστε με σας παρακαλώ» είπε απαλά η Εκάτη. «Ενημερώθηκα για τις απουσίες κάποιων κυριών και έχω ήδη διατάξει ενδελεχή έρευνα σε ολόκληρο το ξενοδοχείο, καθώς και στο δάσος. Μην ανησυχείτε όποιος κι αν είναι ο λόγος της εξαφάνισης τους θα τον μάθουμε σύντομα. Δεν υπάρχει λόγος να χαλάσουμε αυτό το υπέροχο συνέδριο. Μας απομένουν τέσσερις μέρες μέχρι το μεγάλο πάρτι του Halloween και είμαι σίγουρη πως καμία μάγισσα δεν θα ήθελε να το χάσει. Όσο για τα ουρλιαχτά, κυρίες μου σας παρακαλώ!!» Η επιδοκιμασία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της. «Οι μάγισσες δεν φοβούνται»
Μια ομάδα από εξήντα Προστάτες βγήκε στο δάσος για έρευνα αφήνοντας τους υπόλοιπους να ψάξουν στο εσωτερικό του ξενοδοχείου.
«Προτείνω να περάσουμε δημιουργικά το βράδυ μας πριν το φαγητό και τη καθιερωμένη ταινία μας. Κυρίες μου ώρα να χαράξουμε τις κολοκύθες μας!! Ας βάλουμε το πρόσωπο του Τζακ Ο’ Λάντερν εκεί που του αξίζει”

Το χειρότερο σκαλιστό πρόσωπο που είχαν αντικρίσει στη μακρόχρονη ζωή τους ήταν η κολοκύθα της Μόριγκαν. Το παρελθόν της με τον Τζακ και η ανάμνηση της τελευταίας τους συνάντησης στο πάρτι της, δημιούργησαν αυτό το ανοσιούργημα πάνω σε ένα φτωχό αλλά νόστιμο λαχανικό. Η Εκάτη έβγαλε επιφωνήματα ενθουσιασμού μόλις το αντίκρισε.

“Κυρίες μου έχουμε νικήτρια” έσυρε τη Μόριγκαν μέχρι το βάθρο για να τη δουν όλες. Μέσα από χειροκροτήματα και επευφημίες ξέχασαν το τρόμο των ουρλιαχτών που βίωναν τόσες μέρες. Με μια κίνηση του χεριού της όλες οι κολοκύθες με τα γκροτέσκα πρόσωπα που είχαν χαραχτεί επάνω τους αιωρήθηκαν στον αέρα δίνοντας επιτέλους μια γεύση μαγείας του Halloween.

Εκείνη τη νύχτα που ήταν βαμμένη με εβένινο τρόμο δεν είχαν ύπνο να τις ξεκουράσει. Η Βασίλισσα αποχώρησε μετά την εξόρμηση μεγαλύτερης ομάδας Προστατών για να ενσωματωθούν στη πρώτη ομάδα που βρισκόταν ακόμα έξω ερευνώντας το δάσος. Καμιά δεν είχε την διάθεση να πάει στο δωμάτιο της. Το να απομονωθεί σε ένα δωμάτιο δεν ακουγόταν και τόσο καλή ιδέα, Έμειναν όλες μαζί στο λόμπι δίνοντας κουράγιο η μια στην άλλη. Η θεία Μαφία ήταν η μόνη που παρέμενε ήρεμη, έβγαλε τις βελόνες πλεξίματος και έπιασε δουλειά. Η Μόριγκαν κάθισε δίπλα στη Γκιουλ αλλά εκείνη τινάχτηκε πάνω και βγήκε έξω από την αίθουσα με τη δικαιολογία ότι ήθελε να καπνίσει. Τα ξημερώματα άρχισαν σιγά σιγά να επιστρέφουν μικρές ομάδες Προστατών με άδεια χέρια. Κανείς δεν ομολογούσε αν είχε δει τίποτα περίεργο εκεί έξω εντείνοντας την αγωνία τους.

ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ…………………….

 

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

ΜΟΡΙΓΚΑΝ ΜΟΡΜΠΙΤ, Τα PENNY DREADFULS της ΜαΦίας

ΤΑ ΟΥΡΛΙΑΧΤΑ ΤΩΝ ΜΑΓΙΣΣΩΝ … ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ…

«Roses are red violets are blue there’s no a man alive who can tell me what to do…” σιγοτραγούδησε για εκατοστή φορά η Γκιούλ Μπαχάρ. Το κοινότυπο αυτό τραγουδάκι της το μουρμούριζε πάνω από τη κούνια η μαμά της. Με αυτόν τον ανώδυνο τρόπο της πέρασε την νούμερο ένα πεποίθηση των γυναικών Morbit. Δεν υπήρχε κανένα αρσενικό ζωντανό να τη χειραγωγήσει ή να της φερθεί άσχημα. Το τραγουδάκι χώθηκε στο υποσυνείδητο της όπως το σκουλήκι χώνεται μέσα στη σάρκα του μήλου. Θυμήθηκε τον πρώτο της έρωτα. Φίλε τη κατάληξη κι αυτή! Τον έλεγαν Αλβάρο και ήταν το πιο μελαγχολικό σέξι αγόρι που είχε δει ποτέ της. Είχα γαλανά μάτια σαν καλαΐτης λίθος.
Καθοδηγούμενη από τη μαμά, τη τρελο θεία αλλά και την αγαπημένη της συγγραφέα-σύμβουλο σχέσεων, mademoiselle Berenice, η Γκιούλ είχε φτάσει το καημένο τον Αλβάρο στα πρόθυρα του της παράνοιας.

Τον έκανε να την αγαπήσει παράφορα και μετά τον περιφρονούσε με αποτέλεσμα το φτωχό αγόρι να λιώνει μέρα με τη μέρα. Όταν εκείνη το μετάνιωσε ήταν αργά και δεν μπορούσε ούτε η μαγεία που κατείχε να τον βοηθήσει. Τη τελευταία φορά που άκουσε για εκείνον βρισκόταν σε ένα άσυλο τρελών. Έφυγε σαν κακομαθημένη ταξίδι στην Ευρώπη και μέχρι να επιστρέψει στο Darkville τον είχε ξεχάσει. Δεν μπήκε καν στο κόπο να μάθει αν ήταν ακόμα ζωντανός.

Η mademoiselle Berenice, αγνώστων λοιπόν στοιχείων, η Γκιούλ ήταν σίγουρη πως επρόκειτο για κάποια γεροντοκόρη, ήταν η Μάρθα Στιούαρτ των διεστραμμένων συμβούλων περί φόνων. Το τελευταίο βιβλίο της σε μορφή τσέπης, βόλευε το μέγεθος, με τίτλο “100 convenient ways to clean a man” ήταν ένα διασκεδαστικό και χρήσιμο ανάγνωσμα.
“Πως να ξεπαστρέψετε τον αφέντη σας σε 3 κινήσεις:
1) Αγοράζετε από το μπακάλικο ποντικοφάρμακο. 2) του φτιάχνετε ένα υπέροχο κέικ να μη μπορεί να αντισταθεί
3) του σερβίρετε ένα μεγάλο τεράστιο κομμάτι κέικ ποντικοφάρμακου-σοκολάτας και ψωνίστε τα μαύρα σας. Σημείωση: στιλιστικό τιπ οι πέρλες ταιριάζουν θαυμάσια με τα μαύρα. Αποφύγετε τις αν είστε κάτω από σαράντα. Σε αυτή τη περίπτωση επιλέξτε ένα κρεμαστό σε σχήμα καρδιάς ή δάκρυ που ταιριάζει στη περίσταση”

Άνοιξε τη βαλίτσα της πάνω στο κρεβάτι και άρχισε να τακτοποιεί τα πράγματα της. Στην εσωτερική διχτυωτή θήκη στο καπάκι της, μαζί με το βιβλίο της mademoiselle Berenice υπήρχε κι ένα φτηνό ανάγνωσμα από εκείνα που κάποτε στο Λονδίνο κυκλοφορούσαν κατά κόρον και κόστιζαν μια πένα. Φτηνά σε ποιότητα και τιμή αναγνώσματα τρόμου, τα περιβόητα penny dreadfuls. Κάποια άσημη συγγραφέας με το όνομα Μαρία Φ. είχε επιχειρήσει να επαναφέρει ξανά τα penny dreadfuls μήπως και αναβιώναν εκείνες οι μέρες αυθεντικού τρόμου. Το συγκεκριμένο ανάγνωσμα με τίτλο HALLOWEEN TRICK OR TREAT είχε γίνει το αγαπημένο της Γκιούλ, με πρωταγωνιστή κάποιο ανεπιθύμητο μωρό που μεταλλάχθηκε το DNA του μετά την βρώση αρουραίων, σε αιωνόβιο σαρκοβόρο αιμοπότη, που σκορπούσε τρόμο τη βραδιά του Halloween. Πιασάρικο το μόνο σίγουρο. Και υπήρχε κάτι ακόμα πιο τρομακτικό από κάθε διεστραμμένη φαντασία, όλα αυτά ήταν αληθινά, στο περίπου δηλαδή. Ο κόσμος δεν ήταν σε καμία περίπτωση αγνός ούτε όμορφος. Όποια ομορφιά υπήρχε είχε βιαστεί και κατακρημνιστεί από τις απύθμενες χαράδρες του διαβόλου.

Ο πρωταγωνιστής του Halloween ο Γουαιτ της έφερνε στο μυαλό έναν μακρινό ξάδελφο της μαμάς, τον οποίο έλεγαν κι εκείνον, ω τι σύμπτωση Γουαιτ. Δεν ήξερε πολλά για εκείνον πέρα από το ότι ήταν δύσμορφος και νάνος και είχε δολοφονηθεί από τη μαμά σε εκείνο το πάρτι Halloween που είχε οργανώσει πριν πολλά χρόνια και που είχε πάει κατά διαόλου.

Είχε ψάξει να βρει περισσότερα και για τη Μαρία Φ αλλά μάταια. Το διαδίκτυο δεν της έδωσε και πολλά στοιχεία, δεν είχε καν φωτογραφία της. Ίσως ήταν ψευδώνυμο κάποιας μεσόκοπης νοικοκυροπούλας που για να ξεφύγει από την σκληρή καθημερινότητα με έναν σύζυγο βίαιο ξεσπούσε στη συγγραφή γράφοντας για φόνους και αιμοδιψή πλάσματα.

Απόψε ήταν η έναρξη του συνεδρίου, που θα είχε διάρκεια ένδεκα ημέρες και θα κορυφωνόταν τη βραδιά των Αγίων Πάντων.

«Μια βραδιά σαν αυτή όλα είναι πιθανά» μουρμούρισε.
Ρίγησε καθώς η ανάμνηση του Αλβάρο πιάστηκε στη δαντέλα του μαύρου φορέματος της.

Έπρεπε να είναι έτοιμες μέχρι τις επτά και μισή για να κατέβουν στην τεράστια σάλα στο ισόγειο του ξενοδοχείου για την έναρξη του συνεδρίου. Θα ακολουθούσε ball masquerade για να έχουν το χρόνο όλοι οι συμμετέχοντες να γνωριστούν μεταξύ τους.

Η Μόριγκαν ήταν ήδη έτοιμη και σκότωνε τον χρόνο της χαζεύοντας το κλασικό Κριστίν του 1983, που βασιζόταν στο ομώνυμο βιβλίο του μαιτρ των τρόμων Στίβεν Κινγκ.

Η θεία ΜαΦία έβαφε τα νύχια της και η Γκιούλ Μπαχάρ όπως πάντα προσπαθούσε να ετοιμαστεί τη τελευταία στιγμή. Φόρεσε τις μαύρες γόβες της που ταίριαζαν με το ιδιαίτερο φόρεμα της.

Τα κερασένια μαλλιά της τα είχε πιάσει μια αλογοουρά που παιχνίδιζε σκανδαλιάρικα στη πλάτη της, στους ώμους και το στήθος. Είχε τα χείλη της ροζ και τα μάτια γατίσια. Η Μόριγκαν σφύριξε καθώς την είδε να βγαίνει από το μπάνιο. “Είσαι πανέμορφη” της είπε ενώ η θεία ΜαΦία έβαλε και έβγαλε δυο τρεις φορές τα γυαλιά της για να τη παρατηρήσει από πάνω μέχρι κάτω.

“Φταίνε τα γονίδια” είπε κεφάτα η Γκιούλ Μπαχάρ.

“ Κλασική ομορφιά Μόρμπιτ” συμφώνησε με αυτοπεποίθηση η θεία ΜαΦία. Και είχε δίκιο. Και η ίδια υπήρξε μια καλλονή που έκοβε την ανάσα.Στην εποχή της έμοιαζε στην Hedy Lamarr με πλούσια κόκκινα μαλλιά να πλαισιώνουν το ελκυστικό πρόσωπο της.
Η Μόριγκαν είχε επιλέξει ένα μακρύ φόρεμα σε μπορντό αιθέριο που θροϊζε με χάρη σε κάθε κίνηση της.

Η θεία ΜαΦία η πιο συντηρητική από όλες είχε επιλέξει ένα ροζ στο χρώμα της πούδρας κομψό μέχρι το γόνατο φόρεμα και τολμηρές κόκκινες γόβες. Το χρώμα των γυναικών Μόρμπιτ ήταν το κόκκινο.

There once was a witch

Be -lieve it if you can,

She tapped on the win- dows and

she run, run run

she run helt-ter-skel-terwith her toes in the air,

corn stalks flying from the witch-s hair

“swish” goes the broomstick

“meow” the cat

“plop” goes the hoptoad

sitting on her hat

“Whee!” chuckled I,

“What fun! What fun!”

Halloween night when the witches run”

Η βασίλισσα των μαγισσών, η Εκάτη εμφανίστηκε στη κορυφή της σκάλας τραγουδώντας μελίρρυτα. Με γαμψή μύτη, ολόλευκη επιδερμίδα σαν μαργαριτάρι Peregrina, πανύψηλη και με καλλίγραμμο κορμί θύμιζε άγγελο αντί για δαιμονική μάγισσα. Φορούσε γυάλινο στέμμα στο κεφάλι θυμίζοντας τις αιχμηρές άκρες των σταλακτιτών.

Ύψωσε τα χέρια θεατρικά “παιδιά των καλαμποκοχώραφων, ακούστε με!” Συνέχισε να κατεβαίνει ώσπου έφτασε σε ένα μικρό βάθρο και ανέβηκε όλο χάρη επάνω του. Η αίθουσα ήταν χαώδης με τις κόκκινες βελούδινες κουρτίνες να δεσπόζουν στο χώρο. Επάνω στο βάθρο βρισκόταν ένας χρυσός βαρύς θρόνος. Από το ταβάνι κρεμόταν δεκάδες πολυέλαιοι που έμοιαζαν μαγεμένοι καθώς πάνω στα δεκάδες κρυστάλλινα κομμάτια τους χόρευαν δέσμες φωτός από τους υπολοίπους που άλλαζαν αποχρώσεις σαν δεκάδες εκστασιασμενα ουράνια τόξα.

Σε ένα στρογγυλό τραπέζι υπήρχαν τακτοποιημένα μικρές ταμπελίτσες με τα ονόματα της κάθε μάγισσας.

Οι γυναίκες morbid πλησίασαν τον μπουφέ και σερβιρίστηκαν με παραδοσιακό κοκτέιλ δηλητηριώδη μήλου με ξηρό πάγο που άχνιζε.

Τα φώτα έσβησαν απότομα βυθίζοντας την αχανή αίθουσα στο σκοτάδι. Ένα δυνατό σούσουρο που έμοιαζε με φίδι που σερνόταν ανάμεσα σε ξερά χόρτα, απλώθηκε στην ατμόσφαιρα, Δέσμες κόκκινου φωτός άρχισαν να χορεύουν σκορπώντας ζέστη στην ήδη θερμή βραδιά. Ύστερα ένας προβολέας έριξε το διαμαντένιο φως του στο βάθρο φωτίζοντας την, το μοναδικό άτομο που άξιζε να έχει καρφωμένο ένα τέτοιο φως επάνω του,
“Ησυχία” είπε με αυστηρό ύφος και όλες σίγησαν από σεβασμό. “Είμαι περήφανη που απόψε θα σας παρουσιάσω τον μαθητή μου. Όπως όλες γνωρίζετε επιλέγω κάθε τόσο μια χαρισματική ύπαρξη για να τη διδάξω τα μυστικά μου. Αυτή τη

φορά επέλεξα έναν άνδρα…..” Ψίθυροι έκπληξης σηκώθηκαν μέχρι το ταβάνι.

Ησυχία” φώναξε. “Αποφάσισα να κάνω ένα πείραμα. Όλες οι μαθήτριες μου ήταν από γενιές μαγισσών που σημαίνει πως ήταν εύκολο να τις εκπαιδεύσω. Επέλεξα έναν μισοπεθαμένο νεαρό από κάποιο άσυλο χωρίς κανένα χάρισμα για να δω αν μπορεί να μεταμορφωθεί σε μάγο. Πριν σας παρουσιάσω το δημιούργημα μου να αναφέρω πως ανάμεσα μας για πρώτη φορά βρίσκεται ιγκόγκνιτο η γνωστή συγγραφέας mademoiselle berenice” Η Γκιούλ έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης που απλώθηκε σαν ζεστό κύμα το απομεσήμερο, σπάζοντας την πειθαρχημένη ησυχία που επικρατούσε, η Εκάτη συνέχισε απτόητη, “…καθώς είναι μια από εμάς κάτι το οποίο κρύβει εδώ και δεκαετίες με μεγάλη επιτυχία. Δεν θα σας αποκαλύψω ποια είναι. Βρίσκεται όμως αυτή τη στιγμή ανάμεσα μας…” Μερικά κεφάλια γύρισαν δεξιά και αριστερά προσπαθώντας να την εντοπίσουν παρόλο που δεν γνώριζε κανείς πως ήταν. “Τώρα” είπε λίγο πιο φωναχτά η Εκάτη. “Ώρα να γνωρίσετε το δημιούργημα μου. Παρακαλώ τον Ραϊμόντο να έρθει δίπλα μου” Ένας ψηλός με σφιχτό

ευθυτενές κορμί εγκλωβισμένο μέσα σε ένα σκούρο κουστούμι εμφανίστηκε στη βάθρο και πλησίασε τη βασίλισσα. “Αλβάρο;” ψέλλισε η Γκιούλ σοκαρισμένη.

Η Μόριγκαν τη πλησίασε “νόμιζα πως τον είχες βγάλει από τη μέση”

Δεν απάντησε τον κοίταζε υπνωτισμένη καθώς αγαπητοί μου αναγνώστες εκείνη τη στιγμή, η πανέμορφη καλοαναθρεμμένη Γκιουλμπαχάρ μίσησε τη φύση της που της υπαγόρευε να εξαπατά τους ανθρώπους, και ακόμα περισσότερο μίσησε τη μητέρα της και τη μητέρα της μητέρας της και όλες τις γυναίκες πριν από αυτές που είχαν μαγεία στο αίμα τους. Που χρησιμοποιούσαν πάντα τους άντρες σαν να ήταν αναλώσιμοι. Σκουπίδια. Εκείνη τη στιγμή έπρεπε να καταβάλλει όλη της τη πειθαρχία για να μη τρέξει στη σκηνή και πέσει στα πόδια του Αλβάρο. Να του ζητήσει να τη συγχωρέσει. Να του ζητήσει να τη βασανίσει, να τη σκοτώσει και να πιει το αίμα της για να εξιλεωθεί για όσα του έκανε.

Μια ιδέα άστραψε στο μυαλό της σαν φλας παλιάς μηχανής Konica Hexar. Είχε έρθει η ώρα να πει δυο κουβέντες με την modemoiselle Berenice. Ήταν υπεύθυνη για το τρόπο που είχε φερθεί στον Αλβάρο. Για αυτό και έπρεπε να την ανακαλύψει πριν τελείωνε το συνέδριο.

Θα απολαύσουμε ένα υπέροχο δείπνο και από αύριο θα αρχίσουν οι υπέροχες δραστηριότητες μας περιλαμβάνουν διαλέξεις, δρώμενα, δοκιμασίες, διαγωνισμούς, επιδείξεις ικανοτήτων καθώς και φεστιβάλ ταινιών με θέμα τη μαγεία από την αρχή του κόσμου. Η λίστα συμπεριλαμβάνει sleeping beauty κινούμενα σχέδια του 1959, the witches του 1990 με την Αντζέλικα Χιούστον, Hocus Pocus του 1993, The witches of Eastwick του 1987, The Craft του 1996 και φυσικά ταινίες που βασίζονται σε βιβλία του αγαπημένου μας Stephen King όπως η Carrie….”, ψίθυροι διέκοψαν την ομιλία της. “Κυρίες μου, ας συγκρατήσουμε τη ψυχραιμία μας. Φυσικά θα δούμε τη Carrie του 1976 με την ονειρική Σίσυ Σπεισικ και όχι τη Carrie του 2016 που ήταν απαράδεκτη…” Ενθουσιώδη

χειροκροτήματα σκέπασαν τη φωνή της.
“Κυρίες μου….” κόπηκαν μαχαίρι. “Επίσης ένα από τα αγαπημένα μου. The Langoliers του 1995, The Shining του 1980 και τόσες άλλες” Η Γκιούλ άκουγε με το βλέμμα καρφωμένο στον Αλβάρο. “Στις αθλοπαιδιές τώρα Κυρίες μου. Οι δοκιμασίες μας είναι εμπνευσμένες από διάφορα αθλήματα χωρών όπως η Ελλάδα και το Αφγανιστάν.
Το αγαπημένο μου είναι εκείνο που προσωπικά ονομάζω “πήδημα θανάτου” και μοιάζει με το αγώνισμα των αρχαίων μινωιτών τα ταυροκαθάψια στο οποίο ο αθλητής εκτελούσε άλματα πάνω από έναν ταύρο” επιφωνήματα πλημμύρισαν την αίθουσα.

“Θα είναι άκρως εντυπωσιακό γιαυτό θα κλείσουμε μαζί του

το συνέδριο. Αναρωτιέμαι ποια θαρραλέα μάγισσα χωρίς τη χρήση μαγείας θα καταφέρει να κάνει άλμα πάνω από έναν μανιασμένο Άουροχς, ταύρο δηλαδή, που ζυγίζει χίλια επτακόσια ογδόντα κιλά και σε ύψος φτάνει το 1,95.
Άλλο αξιοσημείωτο αγώνισμα είναι το έφιππο πόλο μόνο που για μπάλα θα έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε κεφάλια ζώων όπως κάνουν στο Αφγανιστάν…” Η Γκιούλ ψέλλισε μια δικαιολογία και βγήκε αθόρυβα από την αίθουσα παρά τις διαμαρτυρίες της μητέρας της. Πέθαινε για ένα τσιγάρο. Κάθισε σε μια βελούδινη μπορντό πολυθρόνα στο λόμπι και έβγαλε ένα ταλαιπωρημένο πακέτο palmal από το μικρό τσαντάκι της.

“Γαμώτο έχασα τον ανάπηρα” μουρμούρισε με το τσιγάρο στο στόμα καθώς έψαχνε το στενό τσαντάκι. Μια φλόγα άναψε μπροστά στο πρόσωπο της. Το τσιγάρο κόντεψε να της πέσει από τα χείλη και αναγκάστηκε να το συγκρατήσει με τα λεπτά δάχτυλα της.
“Μου επιτρέπεις;” είπε μια βαθιά βελούδινη φωνή. Κοίταξε αργά προς τα πάνω “Αλβάρο” βόγκηξε νιώθοντας ανόητη. “Ραϊμόντο” είπε με αυτοπεποίθηση. “Ο Αλβάρο πέθανε. Τον σκότωσες εσύ”
Σηκώθηκε πάνω και τον άρπαξε από το μανίκι της μπλούζας του. Εκείνος το τράβηξε απότομα και τη κεραυνοβόλησε με το βλέμμα του. «Αν με αγγίξεις ξανά θα σε σκοτώσω; Κατάλαβες;»
Το χέρι της χαλάρωσε και έπεσε στο πλάι άνευρο. Εκείνος έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ……………………

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

 

ΥΓ:  Επειδή η ανασφάλεια του συγγραφέα πάντα υπάρχει, θα ήθελα να αφήσετε τη γνώμη σας  όταν το διαβάσετε… αν το θέλετε κι εσείς….. Σας ευχαριστώ ❤ ❤ ❤

74586731_1240379039486436_1257270917633933312_n

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ

Αποχαιρετισμός στις ατέρμονες εμμονές. Ένα κείμενο μου από το 2015..

12087880_410814179109597_323685936961228337_o
Εγώ το 2015

Στις 5 ΟΚΤΩΜΒΡΙΟΥ 2015 είχα δημοσιεύσει το παρακάτω κείμενο στο προφίλ μου στο facebook. Το αναδημοσιεύω όπως έχει (η φωτογραφία τραβήχτηκε εκείνη την ημέρα  πάνω στα δεκάδες τεύχη του Cosmopolitan  που είχα)

 

 

 «Είχα κόλλημα με το περιοδικό Cosmopolitan  Ξεκίνησα να το αγοράζω από το 2000 όταν πρωτοκυκλοφόρησε.

Φανατική θαυμάστρια και «θέλω-να-σου-μοιάσω-τώρα» της Μόλλυ Ανδριανού που υπέγραφε για χρόνια τα editorials. Τα κείμενα της με συγκινούσαν πάντα. Έγραφε για το γάμο της, για το γιο της, για φίλους που έφυγαν, για την αντισύλληψη, για τα όνειρα, για τη Νάλα το κατοικίδιο της που σκότωσαν.

‘Ήταν συγκινητική, μεστή απλή, μες στο νόημα πάντα. Δεν υπήρχε περίπτωση να διαβάσω Μολλυ (αυτή τη φράση χρησιμοποιούσα:»ας διαβάσω λίγη Μολλυ») και να μη συγκινηθώ.

Και φυσικά το περιοδικό ολόκληρο ήταν σε στυλ «είσαι γυναίκα τόσο το καλύτερο». Μιλούσε για ιατρικά θέματα (δεν θα ξεχάσω τα άρθρα της Ειρήνης Ρουμπείδου) για οικογενειακή βια, για βιασμούς και που μπορείς να ζητήσεις βοήθεια, για σεξουαλική παρενόχληση, για ρατσισμό στο χώρο εργασίας, για τα δικαιώματα της γυναίκας.

Είχε λιγότερες σελίδες αφιερωμένες στα καλλυντικά και τη μόδα και τα κουτσομπολιά που περιοριζόταν στη τελευταία σελίδα του περιοδικού και είχε περισσότερες σελίδες με άρθρα. Αυτό ήταν το ξεχωριστό γνώρισμα του περιοδικού: ΤΑ ΑΡΘΡΑ. Και οι συντάκτριες. Όλες γυναίκες μόνο ένας άντρας έγραφε στο περιοδικό, ο Μελλισινός.

Έγραφαν για τη προσωπική τους ζωή προσπαθώντας να προσεγγίσουν ανθρώπινα μέσα από τις εμπειρίες τους τα θέματα τους. Η Ιωάννα Μιχελάκου, η Έφη Ανέστη, η Νάσια και η Χριστίνα Μπίθα (η Χριστίνα ήταν αυτή που μου άρεσε περισσότερο), η ειρήνη Ρουμπείδου, η Ειρήνη Χειρδάρη, η Ιφιγένεια Ματαράγκα με το τέλειο σπίτι της, πόσες ώρες είχα ξοδέψει να το χαζεύω, η Κατερίνα Μπέη.

Και πιο μετά η Γιώτα Ταχταρά, η Θέτιδα Πεχλιβανίδη. Τόσα κορίτσια της διπλανής πόρτας που έκαναν το όνειρο τους πραγματικότητα. Από αναγνώστριες να γίνουν συντάκτριες. Πόσο ζήλευα! Μέχρι και ε μαιλ είχα στείλει ζητώντας από το περιοδικό να δουλέψω μαζί τους.

Χωρίς να πάρω ποτέ απάντηση, λογικά, διότι είμαι κομμώτρια, δυστυχώς δεν ήξερε κανείς ότι έχω ταλέντο συγγραφικό. Μάζευα λοιπόν δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια όλα τα τεύχη του περιοδικού. Γύρω στα 180-190 μέχρι σήμερα. Έχοντας ξοδέψει αρκετά χρήματα. Ξεκίνησε με 1000 δραχμές και τώρα τελευταία η τιμή του ήταν 1,90 χωρίς δώρο και 3,20 με δώρο.

Όλα αυτά μέχρι πριν λίγες μέρες που πάνω σε μια κρίση υστερικής υστερίας (δεν μπορώ να το περιγράψω αλλιώς) άδειασα τη βιβλιοθήκη και πέταξα όλα τα τεύχη!!!!!

Ακόμα και το τελευταίο του Οκτωβρίου που μόλις το είχα αγοράσει και δεν το είχα διαβάσει καν. Και έτσι απλά εγώ και το λατρεμένο μου Cosmo χωρίσαμε.

Ήμουν εγώ που με πάθος υποστήριζα στους άλλους το περιοδικό όταν τολμούσαν να πουν ότι γράφει μόνο για σεξ (οοοοχιιιι δε γράφει μόνο για σεξ γράφει και για τα δικαιώματα της γυναικάς, τις αδικίες που συμβαίνουν εις βάρος της) και ξαφνικά αποφάσισα να συνεχίσω χωρίς αυτό..

Η αιτία ίσως δεν ήταν απλώς η υστερική υστερία που έπαθα. Ίσως είχε ξεκινήσει εδώ και κάμποσο διάστημα. Από τότε που το Cosmo έγινε νεανικό, χαζοχαρούμενο κάτω από τις οδηγίες της Λύδιας Παπαιωάννου μιας πρώην ριαλιτο-πορωμενης εκεί γύρω στα 27-30.

Η Μόλλυ είχε αποχωρίσει προ πολλού από το τιμόνι του Cosmo και είχε αναλάβει η Νάσια Μπίθα που ήταν αρκετά καλή αν και δεν έφτανε με τίποτα τη Μόλλυ. Μιλάμε για τη ΜΟΛΛΥ!!!!!!!!!!!!!!!! Κανείς δεν τη φτάνει. Και μετά τη Νάσια. Το χάος. Ήρθε η οικονομική κρίση, η συναισθηματική κρίση, η κρίση ταυτότητας και μαζί η πληγή που λέγεται Λύδια  και κάπως έτσι άλλαξε μορφή το περιοδικό.

Πάνε τα ιατρικά θέματα, τα δικαιώματα των γυναικών, οι μάχες στο χώρο εργασίας, πάνε όλα. Η Λύδια έγραφε για χαβαλεδιάρικα φοιτητικά χρόνια και το ίδιο και οι κοπελλλλιτσες τη. Οι περισσότερες δόξες του παρελθόντος (Ιφιγένεια,Κατερίνα, Ιωάννα κτλ) είχαν αποχωρήσει. Ξαφνικά ένιωθα ότι διάβαζα Μανίνα, σούπερ Κατερίνα. Τόσο ανωριμότητα μου έβγαζε.

Και κάπου εκεί το Cosmo εγινε » viral»!!!!!! Και το πήραν πάνω τους!! Το θεώρησαν κοπλιμέντο. ΔΕΝ ΗΤΑΝ!!!!!! Από τη στιγμή που οι συντάκτριες και οι διευθήντρια είναι χαζοκοπελιές λογικό να αρχίσουν να διαβάζουν το περιοδικό κοριτσάκια που δεν βγήκαν από το αβγό αλλά το παίζουν περπατημένες και γκομενάρες.

Κάπως έτσι το τουιτερ τρόλλαρε το Cosmo.

Αρχισε να ειρωνέυεται τη στήλη του περιοδικού  «απορίες» που έστελναν τα παρθενοκοριτσακια που το έπαιζαν προχω και ρωτούσαν απορίες τύπου «αν τα καταπιώ θα μείνω έγκυος?»

Πως λοιπόν να μη κυκλοφορήσουν τρολ τύπου «Αγαπητό cosmopolitan με έχυσε στη μούρη και μετά μου έφερε κωλόχαρτο να σκουπιστώ; μ αγαπαει; θα με παντρευτεί;» #apories_Cosmopolitan

Και αυτό οι κοπελλλιτσες που τώρα πια αποτελούν τη συντακτική ομάδα του Cosmo

το πήραν ως κοπλιμέντο και καλά ότι » έχουμε γίνει viral γιεααα»

Λες και είναι μαγκιά να είσαι 14 και να σου έχουνε βάλει δάχτυλο και να βγάζεις ξεκωλέ φώτο. Και κάπως έτσι άρχισα να νοιώθω εκτός. Που να χωρέσω τώρα εγώ σε ένα περιοδικό με τέτοιες απορίες και με τα φοιτητικά χρόνια και με τα καρπουζί φλούο πουά ηλεκτρίκ μανό που προτείνει να πάρεις οπωσδήποτε γιατί αλλιώς είσαι»ΕΚΤΟΣ ΜΟΔΑΣ γιεααα»

Βαρέθηκα να διαβάζω για μόδα, για καλλυντικά που δεν έχω λεφτά να αγοράσω, για φίλους με προνόμια, για αίσχη παρτούζες και πόσο κουλ και ιν θεωρούνται.

Αγαπητό Cosmo έγινες και συ σαν τα άλλα τραγικά γυναικεία περιοδικά. Εγώ προτιμούσα τον σοβαρό φεμιμνιστικό ιντελέξιουαλ συντηριτικό, με τη καλή έννοια, εαυτό σου. Οπότε σε αφήνω στις νέες κοπελλλλιτσες σου. Εγώ στα 30 τόσο (σιγα μη πω ηλικία) είμαι πολύ μεγάλη, πολύ συντηριτική και πολύ άουτ για να σε διαβάζω. Άσε να σε διαβάζουν τα ξεκωλάκια που είναι 14 και ρωτάνε «Τριφτήκαμε αλλά ήμασταν και οι δύο ντυμένοι. Φοβάμαι ότι μπορεί να έμεινα έγκυος, τι να κάνω; Απελπισμένη, 14 #apories_Cosmopolitan. «

Έχε γειά Cosmo…..      

Όχι εσένα, το νεανικό Cosmo έτσι όπως κατάντησες. ΑΝΤΙΟ στο παλιό συντηριτικό σοβαρό φεμινιστικό λατρεμένο Cosmopolitan

Αντίο Μόλλυ θεά…..«