ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23: ΑΥΠΝΙΕΣ

Η μελωδική φωνή της Birdy να ερμηνεύει το Let her go, έφτασε στα αυτιά μου. Το έπαιζε στην ιδανική ένταση, ίσα ίσα για να ντύνει μουσικά μια στιγμή που ήταν καταδικασμένη να θεωρηθεί συνηθισμένη ή ακόμα χειρότερα, ρουτίνα. Χαμογέλασα ασυναίσθητα και αναδεύτηκα αδέξια. Το σεντόνι χάιδεψε αισθησιακά το πρώην ανορεκτικό σώμα μου. Για μια στιγμή, μια απειροελάχιστη στιγμή μέσα στο αχανές σύμπαν των λιλιπούτειων στιγμών, ένιωσα να γαληνεύουν τα μέσα μου, ένιωσα σχεδόν αυτό που λέμε εσωτερική γαλήνη. Διάολε ένιωσα ευτυχισμένη. Για μια στιγμή γιατί ένιωσα με τρόμο πίσω από τα κλειστά βλέφαρα μου να με παρακολουθεί ένα ζευγάρι μάτια.

“Φέλιξ” ψέλλισα και άνοιξα τα μάτια μου. Και τον αντίκρισα απέναντι μου ακουμπισμένο στη κουνιστή γαλάζια πολυθρόνα να με κοιτάζει με το πιο ανεξήγητο ύφος σαν να χαμογελούσε με εκείνα τα απύθμενης έντασης και καθαρότητας γαλάζια μάτια.

Μα ο Φέλιξ δεν έχει γαλάζια μάτια, σκέφτηκα. “Ο Φέλιξ πάει πια δεν υπάρχει” αντήχησε το σπαθί μέσα στο μυαλό μου. Προσπάθησα να εστιάσω το βλέμμα μου στο γαλήνιο πρόσωπο που εξακολουθούσε να με κοιτάει σαν να εξαρτιόταν η ζωή του από αυτό. Ανοιγόκλεισα τα μάτια να τα καθαρίσω από τις τσίμπλες και εστίασα στο πρόσωπο του. Το σιγανό γέλιο του με ξάφνιασε και με έβγαλε απότομα από τη αγκάλη του Μορφέα. Τα μάτια του με αιχμαλώτισαν ακόμα μια φορά ζαλίζοντας με.

“Rage;”

“Είσαι τόσο αξιολάτρευτη όταν κοιμάσαι. Σαν γατάκι” είπε με κέφι. “Σχεδόν ξεχνάω πως τα βράδια ντύνεσαι με τη σέξι στολή σου” τη σήκωσε με το χέρι του στον αέρα κι ύστερα τη πέταξε προς το μέρος μου “και κυνηγάς του κακούς”
Την έπιασα στον αέρα. Ένιωθα ατρόμητη όταν τη φορούσα. Σαν να είχε το ύφασμα μαγικές δυνάμεις που πότιζαν κάθε πόρο του κορμιού μου μετατρέποντας με σε τιμωρό. Μου έριξε μια τελευταία ματιά γεμάτη ένταση πριν με καληνυχτίσει.

Ξύπνησα ξανά στις τρεις και τριάντα τρία το ξημέρωμα. Το δωμάτιο ήταν σε απόλυτο σκοτάδι καθώς δεν είχε φεγγάρι. Δεν φοβόμουν πλέον το σκοτάδι σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια που δεν κοιμόμουν ποτέ με σβηστό φως. Είχα πάντα ένα μικρό πορτατίφ αναμμένο έτσι ώστε αν ξυπνούσα στη μέση της νύχτας να μην φοβηθώ το σκοτάδι. Τώρα πλέον το αποζητούσα, διάολε είχε γίνει δεύτερη φύση μου. Σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου σαν μπαλαρίνα και κατευθύνθηκα προς τη κουζίνα. Φορούσα ένα απλό φανελάκι και το εσώρουχο μου. Ακόμα ένα πράγμα στο οποίο είχα αλλάξει συνήθειες τον τελευταίο καιρό. Πάντα ήμουν ευαίσθητη στο κρύο, κρύωνα εύκολα, σε αυτό έφταιγε το ότι ήμουν ελλιποβαρής, και όταν κοιμόμουν φορούσα αρκετά ρούχα για να ζεσταίνομαι. Ακόμα και όταν ο καιρός ήταν ζεστός. Όχι πια όμως. Κοιμόμουν πλέον γυμνή τις περισσότερες φορές. Όλα άλλαξαν από τότε που καθάρισα το σκουπίδι τον Φέλιξ σκέφτηκα με ικανοποίηση.

Έβαλα λίγο παγωμένο γάλα και μερικά μπισκότα με γέμιση μαρμελάδα βερίκοκο και επικάλυψη σοκολάτα, δικιά μου συνταγή, τίποτα πιο παρήγορο από τη παιδική αθωότητα της μαρμελάδας και την θεραπευτική επίδραση της σοκολάτας. Τα τακτοποίησα μέσα σε ένα πιατάκι πάνω σε ένα δίσκο από κασσίτερο διακοσμημένο με άνθη με μεγάλα πέταλα και επέστρεψα στο δωμάτιο μου. Περνώντας από το δωμάτιο του Rage είδα μισάνοιχτη τη πόρτα του και μπήκα σε πειρασμό να κρυφοκοιτάξω. Έβαλα το κεφάλι της από το άνοιγμα της πόρτας και κοίταξα προς το μέρος που βρισκόταν το κρεβάτι του. Η τηλεόραση έπαιζε με σίγαση και το φως της έλουζε τον νεαρό άντρα που κοιμόταν βαθιά με τα σκεπάσματα ένα κουβάρι κάτω στα πόδια του. Φορούσε μονάχα ένα εσώρουχο τύπου μποξεράκι που δεν ήμουν σίγουρη τι χρώμα ήταν.

Τον άκουσα να μουρμουρίζει το όνομα μου και τινάχτηκα σαν να με είχε τσουρουφλίσει φωτιά. Κόντεψα να ρίξω τον δίσκο από τα χέρια μου αλλά κατάφερα να βρω την ισορροπία μου.

Η σκιά μου αταλάντευτη στο τοίχο έμοιαζε να με κοιτάει κατάματα. Πήγα με γρήγορο βήμα στο δωμάτιο μου και έκλεισα τη πόρτα. Είχε ψιθυρίσει το όνομα μου, τι σήμαινε αυτό; Οι υποθέσεις και τα σενάρια δραπέτευαν από το μυαλό μου και τσαλαβουτούσαν στο γάλα όπως τα μπισκότα μου. Το γάλα είχε αλλάξει από λευκό σε μπεζ ροζ από τα μπισκότα που έλιωναν. Κοιμήθηκα εύκολα χωρίς να έχω πλήρη επίγνωση πως εκείνη τη στιγμή η σκιά μου που ξέφευγε από το περίγραμμα του σώματος μου γιγαντώθηκε στον απέναντι τοίχο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

68681474_1163387263852281_8137919752593997824_n

Advertisements
ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ

#team_merenda

Λοιπόν παίζει να έχω φάει δυο φορές στη ζωή μου νουτέλα μόνο. Γιατί πάντα ήμουν, είμαι και θα είμαι παιδί της μερέντας!!! Θυμάμαι εκείνα τα καλοκαίρια τα πασπαλισμένα με τα πορτοκαλίζοντα βιντατζ φίλτρα που είχαν οι φωτογραφίες της εποχής, τα ζεστά φασαριόζικα από τα τζιτζίκια απογεύματα που πηγαίναμε να παίξουμε με τα ξαδέλφια μας και η θεία μας έφτιαχνε ΠΆΝΤΑ μια μεγάλη φέτα μαλακό ψωμί (είναι η ιδέα μου ή η φρατζόλα τότε ήταν σαν απαλό σύννεφο χωρίς σκληρά κομμάτια και οτιδήποτε άλλο άνοστο που βρίσκεις σήμερα;) με πολύ Βιτάμ, χρυσό μαλακό κρεμώδη Βιτάμ που σου γέμιζε το παιδικό σου στοματάκι με παραδεισένια γεύση αγγέλων και από πάνω μια γενναιόδωρη δόση μερέντας. Ω θεοί πόσο νόστιμο ήταν (είναι, γιατί εγώ ακόμα έτσι το τρώω χε).

Στο σπίτι δεν είχαμε τόσο συχνά μερέντα, περισσότερο είχαμε μαρμελάδες, και κάναμε το εξής ανθυγιεινό: ψωμί εφτάζυμο χωριάτικο ζυμωμένο από τη γιαγιά το οποίο πασπαλίζαμε με ΚΑΝΟΝΙΚΉ ζάχαρη!!!! Λευκή!!!!! Την οποία ζάχαρη από πάνω ραντίζαμε με νεράκι για να κολλήσει στο ψωμί. Άγνοια περί υγείας πραγματικά αφού δεν υπήρχαν κάθε λίγο διατροφικά σκάνδαλα να φοβόμαστε οπότε ΑΥΤΌ ήταν το σνακ μας. Αυτό και το μελάτο αυγό με μπουκίτσες ψωμί στο ποτήρι αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Αργότερα, μεγαλώνοντας που πήγαινα γυμνάσιο στο δίπλα χωριό και μπορούσα να κάνω κοπάνα για να πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ άρχισα να παίρνω και μερέντα με το χαρτζιλίκι μου (τι; Νομίζατε ότι έκανα κοπάνα να πηγαίνω για καφέ ή ραντεβουδάκια; Όχιιιιιι… ήμουν καλό κορίτσι μέχρι βλακείας κανονική ματίνα μανταρινάκη).. Φοιτήτρια πια, στο Ηράκλειο, η μερέντα πιστή σύντροφος στο ράφι μέσα στο σαραβαλάκι ψυγείο-αντίκα να μου γλυκαίνει τη ζωή (ήμουν πιο ψηλή από το ψυγείο που δε με λες και πρώτο μπόι, φαντάσου για τι καρούλι μιλάμε)…

Παιδί της μερέντας λοιπόν και δεν μπορώ να καταλάβω πως υπάρχουν άνθρωποι που τους αρέσει περισσότερο η νουτέλα. Για να μη παρεξηγηθώ έχω δοκιμάσει νουτέλα καλή είναι αλλά η φουντουκένια γεύση που δένει αρμονικά με τη σοκολάτα της μερέντας δεν είναι το ίδιο με το ….συμπαγές της νουτέλα. Θυμάμαι μια φορά είχα δοκιμάσει πάστα κυδώνι, ένα τετράγωνο σαν ζελέ τρεμουλιαστό πράγμα. Έ αυτό μου θυμίζει η νουτέλα. Αλλά γούστα είναι αυτά. Κάπου διάβασα ότι η νουτέλα είναι για μεγάλους αφού η γεύση της είναι πιο ενήλικη και η μερέντα για παιδιά. Συμφωνώ. Τα παιδιά τι θέλουν; Τη μαμά και τον μπαμπά να τα αγαπάνε, παιχνίδια, παραμύθια, παρέες, καθαρά ρουχαλάκια ύπνο και φαγάκι. Μερέντα. Του παραδείσου. Κρεμώδη, τρυφερή, γλυκιά, ονειρική, παρήγορη, μερέντα.

Και φυσικά υπάρχουν δεκάδες τρόποι να την απολαύσεις. Συνοδεύει το αφράτο φραντζολάκι σου, το κρουασάν σου (όταν αγοράζω κρουασάν το πασαλείβω με μερέντα από πάνω κι ας έχει σοκολάτα μέσα), με άρτο (τον άρτο που θα παραγγείλουμε από το φούρνο (αρτοκλασία) για να τον πάμε στην εκκλησία όταν το έχουμε τάμα ή τον μοιράζει η εκκλησία σε συγκεκριμένες γιορτές κτλ. Με φράουλες που θα κόψεις από τον κήπο, και γενικά με διάφορα φρούτα, μπανάνες, αχλάδι, ροδάκινο. Με τσουρέκι πασχαλινό. Με ντόνατς, με τα κουλουράκια της μαμάς, με λουκουμάδες. Με κρέπες σπιτικές, με κέικ, με ψωμί του τοστ, με φτωχική φρυγανιά όταν δεν υπάρχει τί πο τα άλλο στο ντουλάπι. Με τα γαλατερά (τσουρέκια ψημένα στον ξυλοφουρνο που φτιάχνει η μαμά κάθε Πάσχα). Με το κουταλάκι ή με το μαχαίρι (έχω κόψει τη γλώσσα μου έτσι). Το πιο θεϊκό από όλα είναι με παγωτό. Το παγωτό κρύο η μερέντα ζεστή, τέλειος συνδυασμός.

Ακόμα και τα σκοτεινά και άραχνα χρόνια της ανορεξίας μου η μερέντα όσο περίεργο κι αν ακούγεται δεν έλειπε από το σπίτι. Θυμάμαι τότε που με έτρεχαν για εξετάσεις (είχα και το θυρεοειδή και μηδέν σίδηρο μπλα μπλα μπλα) και ένας γιατρός μου είχε πει το εξής: » Να παρακαλάς που δεν έπαθες τίποτα μπλα μπλα…(ανέλυσε με τρομακτικό τρόπο τι θα μπορούσα να έχω πάθει από την ανορεξία)…. αν δεν έτρωγες και μερέντα μπλα μπλα μπλα…»
Ουσιαστικά η μερέντα μου έσωσε τη ζωή χε χε.
Εννοείται ότι αυτή τη στιγμή που γράφω το κείμενο τρώω μερέντα. Με το μαχαίρι.

67234316_1137600439764297_3333690118358695936_n

 

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ, Τα PENNY DREADFULS της ΜαΦίας

Περί ιστοριών τρόμου…

Αγαπώ τις ιστορίες τρόμου όπου καθετί άρρωστο που κρύβει η ανθρώπινη φύση ξεσηκώνεται και αναδύεται από τα απύθμενα κολασμένα σκοτάδια του πυρήνα της. Οι κακοί χαρακτήρες στη λογοτεχνία πάντα τραβούσαν τη προσοχή μου αν και ήμουν πάντα με το μέρος του Καλού, του ήρωα που θα κόψει κώλους και θα καθαρίσει το κόσμο από τα σκατά.

  Να αναφέρω πως είμαι και περίεργο άτομο καθώς πάντα οπτικοποιώ τα συναισθήματά μου, είναι δηλαδή σαν να έχω ταινιούλες μικρού μήκους με αυτά που νιώθω να γίνονται εικόνες. Δεν θέλω να σας τρομάξω και δεν ξέρω αν σας συμβαίνει και εσάς αλλά για μένα είναι κάτι φυσικό. Ας πούμε τις λέξεις πάντα τις «έβλεπα» στο μυαλό μου την ώρα που τις έλεγα, τις διάβαζα, τις έγραφα ή τις άκουγα. Για παράδειγμα η λέξη «τριαντάφυλλο» εμφανίζεται στο μυαλό μου σαν ένα ανοιχτό ρόδο που ανθίζει βλέπω δηλαδή με τα μάτια της φαντασίας μου ένα τριαντάφυλλο σε κίνηση να ανοίγει τα πέταλα του. Το ξέρω είμαι και γαμώ τα παιδιά πρέπει να με κάνεις παρέα. Ας πούμε η λέξη «σεξ» προβάλλεται στον προτζεκτορα του μυαλού μου σαν νέον πινακίδα με έντονο φωτισμό τριγύρω από τη λέξη σαν σε διάδρομο αεροδρομίου και σαν να είναι ξαπλωμένη-η λέξη- σε πτυχώσεις από σεντόνια ξέρω ‘γω. Είπαμε έχω ανεξάντλητη μη φυσιολογική φαντασία και μου  αρέσει.

Επιστρέφοντας στο θέμα μου που είναι οι ιστορίες τρόμου και η αέναη μάχη ανάμεσα στο ΚΑΛΟ και το κακό, και στη χαρά του να δημιουργείς σκοτεινούς αρρώστους διεστραμμένους χαρακτήρες που όμως τρώνε βρώμοξυλο στο τέλος από τον Ήρωα για αποκατάσταση της δικαιοσύνης, γιατί μόνο έτσι ικανοποιούμαι εγώ, με το να νικάει το Καλό γιατί έτσι νιώθω πως υπάρχει ελπίδα ακόμα όταν οι κακοί τιμωρούνται, σκέφτομαι να προσπαθήσω να αρχίσω να γράφω σε στυλ penny dreadfuls. Τι είναι αυτά; Μην μπερδευτείτε με την σειρά που υπάρχει που είναι μάλιστα από τις αγαπημένες μου.

Penny dreadful λοιπόν ήταν αυτοτελή ολιγοσέλιδa διηγήματα του 19ου αιώνα στην Γηραιά Αλβιώνα (καλέ πες Αγγλετέρα που λέει και η κατακουζίνα, που μου έμαθες και τη Γηραιά Αλβιώνα) που απευθυνόταν στην εργατική τάξη και κόστιζε μια πένα (penny). Ήταν μυθοπλασία, μυστηρίου, φαντασίας, τρόμου, και αστυνομικά με τέρατα και νοσηρούς χαρακτήρες, ήταν δηλαδή αυτά που αγαπώ να γράφω και να διαβάζω. Ο όρος penny dreadful σήμαινε σε ελεύθερη μετάφραση φτηνό σε τιμή και ποιότητα κακόγουστο ανάγνωσμα. Κόστιζε είπαμε μια πένα. Το περιβάλλον του Λονδίνου η σκοτεινή καταχνιά, τα λασπωμένα μαγαρισμένα σοκάκια από το αίμα που έχυνε (τι σικ) ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης φάνταζε το ιδανικό σκηνικό για να δημιουργήσει κανείς εξαθλιωμένους χαρακτήρες αδίστακτους που έκαναν φρικιαστικά πράγματα.

Η ανατριχίλα που νιώθω διαβάζοντας γράφοντας τέτοιες ιστορίες με κάνει να νιώθω σχεδόν ενοχές. Από πέρυσι σκέφτομαι πολύ έντονα τα penny dreadfuls, έχω ξεκινήσει μια ιστορία που διαδραματίζεται σε περασμένο αιώνα, χρονολογίες και τοποθεσίες τα έχω αφήσει λίγο θολά το μόνο που ξέρω είναι η ηρωίδα μου που είναι αστυνομικός ντυμένη με βικτωριανά ρούχα, ξέρετε δαντελένιοι γιακάδες, μακριές φούστες που  θροΐζουν γλύφονταν αισθησιακά το πάτωμα καθώς κινείται, μαλλιά δεμένα σε αυστηρό κότσο μυστηριώδη βλέμμα και φωτιά στη ψυχή. Η βικτωριανή ηρωίδα μου λοιπόν πάει σε μια έπαυλη για να ερευνήσει το φόνο του αλλοδαπού μπάτλερ και συναντάει κάποιον… που την κάνει να νιώθει κάπως…. δεν μου έχει αποκαλυφθεί πλήρως και έχει και αυτό τη γοητεία του γιατί ενώ το γράφω, παράλληλα νιώθω πως είμαι αναγνώστρια και διαβάζω μια ιστορία με αγωνία χωρίς να μπορώ να μαντέψω τη συνέχεια. Θέλω λοιπόν να εντάξω την ιστορία αυτή στη κατηγορία ΤΑ PENNY DREADFUL TΗΣ ΜΑΦΙΑΣ που έχω δημιουργήσει εδώ στο blogg-ακι μου

67357652_1126823117508696_323761163122769920_n
Το στυλ της Έυα Γκριν στη τηλεοπτική σειρά penny dreadful είναι αυτό που φαντάζομαι για την ηρωίδα μου

Επίσης σκέφτομαι και μια άλλη ιστορία που γράφω καιρό αλλά έχει παγώσει τη ΡΟΟΥΖ που έχει σχέση με φόνους, με Πόρτλαντ και Μέριλιν Μονρόε να την εντάξω στα penny dreadful. Ήδη έχω βάλει τη ΜΟΡΙΓΚΑΝ, ΤΟΝ ΔΝΟΦΕΡΟ, ΚΑΙ ΤΟ TRICK OR TREAT στη κατηγορία ΤΑ PENNY DREADFUL ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ. Ειναι ιστορίες που τις είχα δημοσιεύσει παλιά εδώ αλλά πιστεύω υπάγονται στη κατηγορία των penny dreadfuls. Οπότε απλά τους πρόσθεσα στη κατηγορία ΤΑ PENNY DREADFULS ΤΗΣ ΜΑΦΙΑΣ.

Δεν θα μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να γράφει κάτι διαφορετικό… Νιώθω αυτή την ηδονή, την έξαψη όταν γράφω και διαβάζω τέτοιες ιστοριες δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε… Και δεν ήμουν πάντα έτσι. Εννοώ κάποτε τρελαινόμουν για ιστορίες αγάπης. Μεγάλες προσδοκίες, Ρωμαίος και Ιουλιέτα τέτοια.

Αλλά υπάρχει ένα αχανές σύμπαν τρόμου με κλειδοκράτορα βεβαίως βεβαίως τον Δάσκαλο, τον Master of Commander Stephen King που σε καλωσορίζει γενναιόδωρα σου δίνει καραμελίτσες και γλυκίσματα σε βάζει να καθίσεις σε αναπαυτική πολυθρόνα και ΜΠΟΥΜ μπροστά σου εμφανίζονται τέρατα, με ανθρώπινη και μη μορφή, πλάσματα του σκότους που σε κάνουν να δεις κατάματα τους μεγαλύτερους εφιάλτες σου, τη πηγή της κάθε σου φοβίας να παίζει γιουκαλιλι μπροστά σου.

Δεν μπορώ να το περιγράψω αλλά η βουτιά σε τέτοιες ιστορίες σου δυναμώνουν το ανοσοποιητικό, διάολε σε κάνουν ακόμα και γενναίο. Σε κάθε μου ιστορία κουβαλάω την ίδια μου την ύπαρξη, τις πληγές μου, την άσβεστη ελπίδα μου και το αίσθημα, την ανάγκη για ΔΙΚΑΙΟΣΎΝΗ που με καίει. Γιατί μόνο έτσι μπορώ να αντιμετωπίσω τη ζωή: με το να ξέρω ότι ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΝΙΚΑΕΙ. Γιατί στο μυαλό μου όσοι μου έκαναν κακό και υπήρξαν πολλοί, παίρνουν αυτό που πρέπει να πάρουν.

Κουβαλάω τον Stephen King, τον Edgar Alan Poe, την Agatha Christie, και τον Arthur conan doyle. Πρωτίστως και πάνω από όλα όμως κουβαλάω και θα κουβαλάω για πάντα μαζί μου τον ΜΙΚΡΌ ΠΡΙΓΚΙΠΑ του Antoine De Saint Exupery. Γιατί όπως το απόλυτο κακό κρύβεται στους φόβους μας έτσι και το Καλό διαχέεται σε κάθε κύτταρο μας…..

66726304_1126321677558840_5479051940845322240_o(1)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20: Η ΣΤΟΛΗ..

Το να αγοράσω τη φτηνή ραπτομηχανή μαζί με τα είδη ραπτικής από το σούπερ μάρκετ ήταν παρορμητική. Μπορεί να ένιωθα πως έχανα σημαντικά κομμάτια της υπόστασης μου με την επιλεκτική αμνησία που με είχε αιχμαλωτίσει αλλά ήξερα πως να φτιάξω αυτό που ήδη υπήρχε στο μυαλό μου. Δεν ήξερα γιατί συνέβαινε αυτό αλλά πολλές φορές ερχόταν στον ύπνο μου οι απαντήσεις σε σοβαρά προβλήματα που με απασχολούσαν. Υπήρχε λόγος λοιπόν που έβλεπα ξανά και ξανά εικόνες να φοράω τη στολή.

Στρώθηκα σε ένα τραπεζάκι μπροστά στο παράθυρο πήρε στα χέρια μου το μπλοκ με το σκίτσο που είχα σχεδιάσει μόλις ξύπνησα το πρωί. Ξεδίπλωσα τα υφάσματα που είχα αγοράσει στη βόλτα μου και άρχισα να μετράω, να ράβω και να γαζώνω σαν τρελή. Κάθε νήμα κάθε βελονιά κάθε κλωστή έραβα τη στολή της ατρόμητης πολεμίστριας που είχα δει στα όνειρα μου.

Ώρες αργότερα είχα  έτοιμη μια ολόσωμη στενή φόρμα σε κόκκινο και μπροστά στο ύψος του στήθους, το αραχνοΰφαντο προστήθιο σε μινωικό μπλε αγκάλιαζε τον κορμό  σαν κορσές. Ένιωσα να με καλεί να υπηρετήσω τον ιερό σκοπό μου, όπως ακριβώς το σπαθί μου.

Αναρωτήθηκα που βρισκόταν o Rage  και κατευθύνθηκα προς το δωμάτιο του. Τον βρήκα να κοιμάται. Ακούμπησα στην πόρτα και επέτρεψα στον εαυτό μου να τον εξερευνήσει με τα άπληστα μάτια μου. Ένιωσα πως αντίκριζα το πεπρωμένο νου, όπως πριν με τη στολή και το σπαθί. «Ποιος είσαι και γιατί με κάνεις να νιώθω έτσι;» ψιθύρισα πριν τον αφήσω να ταξιδέψει στο βασίλειο του Μορφέα περιπλανώμενος στα πολύχρωμα όνειρα του.

                                                                ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…..

66735777_1125107957680212_4018967925850374144_n
ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΈΝΗ ΨΥΧΉ ΚΕΦΆΛΑΙΟ 19 ΜΆΤΙΑ ΠΟΥ ΑΙΧΜΑΛΩΤΊΖΟΥΝ

Όταν συνήλθα βρισκόμουν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έμενα τις τελευταίες μέρες. Μου είχε βγάλει τα παπούτσια και στο κεφάλι μου είχε τοποθετήσει περισσότερα από δυο μαξιλάρια.
Τον κοίταζα μπερδεμένη καθώς περίεργες εικόνες με κατέκλυσαν. Εγώ και εκείνος μαζί; Μου ανταπέδωσε το βλέμμα του και ένιωσα να βυθίζομαι μέσα τους. Οι κόρες του είχαν διασταλεί έχασκαν σαν σκοτεινά πηγάδια που με καλούσαν να βουτήξω μέσα τους.

“Παίρνεις ναρκωτικά;” ψέλλισα ασυναίσθητα.

Ένας ψίθυρος με έκανε να τιναχτώ.

“Τι ήταν αυτό;” είπα φοβισμένη.
“Δεν άκουσα κάτι” είπε διασκεδάζοντας ο Rage.
Πίσω του, στον τοίχο το σπαθί ένιωσα να με καλεί.
Στο μυαλό μου όρμισα σαν μανιασμένη μαινάδα στον αέρα άρπαξα το σπαθί και βούτηξα στα σμαραγδένια πηγάδια των ματιών του.
Με κράτησε από τους ώμους και με έβαλε να ξαπλώσω.

“Πρέπει να ηρεμήσεις” είπε και αυτόματα η ήρεμη φωνή του μου προκάλεσε ένα απαλό μούδιασμα.

“ Άσε με να σου εξηγήσω” Σηκώθηκε χωρίς να πει κουβέντα και έπιασε το κινητό του από το τζάκετ του. Απομακρύνθηκε και μίλησε χαμηλόφωνα σε κάποιον και μετά τερμάτισε τη κλήση. Ύστερα ήρθε και κάθισε δίπλα μου.
“Θα σου εξηγήσω, αλλά πρώτα θα φάμε! Είμαι σίγουρος ότι έχεις να φας μέρες γιαυτό παρήγγειλα πίτσες”
Δεν είχα ιδέα πόσο πεινασμένη ήμουν μέχρι δοκίμασα τη πρώτη μπουκιά. Με κοίταζε αμίλητος, παίζοντας ένα κομμάτι πίτσα στα χέρια του ενώ εγώ καταβρόχθιζα το ένα κομμάτι μετά το άλλο. Αν ήταν εδώ ο Gus, σκέφτηκα, δεν θα άφηνε ούτε ψίχουλο.

“Ευτυχώς που παρήγγειλα τέσσερις πίτσες. Νομίζω θα σου φτάσουν αν δεν φάω εγώ. Τι λες;” με πείραξε.

Ακόμα με μάγευε, κι ας το έπαιζα άνετη. Ήταν τόσο όμορφος, τόσο αρρενωπός, σαν αρχαίος Θεός Βίκινγκ.

“Μη νομίζεις ότι θα τη γλυτώσεις” είπα προσπαθώντας να καταπιώ. “Μόλις τελειώσουμε το φαγητό, έχεις πολλά να μου πεις”

“Το περιμένω πως και πως” είπε χαμογελώντας.

“Κοίτα! Πολλές φορές ένας θρύλος κρύβει ψήγματα αλήθειας. Μπορεί να σου φαίνονται παρανοϊκά όλα αυτά, αλλά δεν είναι”

Είχα γυρίσει τη πλάτη μου σε εκείνον και ρέμβασα από το παράθυρο στο δρόμο. Όλα στη θέση τους, όλα τόσο ήσυχα. Ο Rage καθισμένος σε μια παλιά πολυθρόνα περίμενε δίνοντας μου χρόνο να χωνέψω τα όσα μου είχε πει.

“Σε έβλεπα στα όνειρα μου εδώ και καιρό” ήταν το πρώτο που μου είπε. “Λογικά το σύμπαν ήθελε να μας φέρει κοντά για κάποιο λόγο. Προς το παρόν προτείνω να έρθεις να μείνεις μαζί μου και να αφήσεις αυτή τη τρώγλη”

“Μαζί σου;” ρουθούνισα.

“Ναι. Δεν πιστεύω να με φοβάσαι;”

“Αυτό ήταν” είπα σχεδόν θυμωμένη και άρχισα να ετοιμάζω τα πράγματα μου. Στο πάτο του σακιδίου μου κείτονταν υπομονετικά το κόμικ.

Το σπίτι του βρισκόταν ανατολικά του Λονδίνου, σε μια ερημική περιοχή. ‘Ότι πρέπει για έναν παρία καλυμμένο με τατουάζ και ουράνια μάτια, σκέφτηκα. Ανεβήκαμε με ένα προπολεμικό ασανσέρ στον πέμπτο όροφο. Το σπίτι του ήταν ένας ενιαίος χώρος με τζαμαρίες που έφταναν μέχρι το ταβάνι. Ξύλινα δοκάρια στην οροφή και ένας ανεμιστήρας έδιναν την εντύπωση γκαράζ. Στον τοίχο που δεν είχε τζαμαρία είχε ένα διπλό κρεβάτι. Κοίταξα τριγύρω. Υπήρχε μια πόρτα που οδηγούσε στη τουαλέτα. Και μια μικρή κουζίνα που χωριζόταν με πάσο από τον υπόλοιπο χώρο. Κατά τα άλλα δεν υπήρχε κάποιος άλλος χώρος όπου θα μπορούσα να κοιμηθώ. Τον κοίταξα με απορία. Σαν να διάβασε το μυαλό μου έδειξε τον καναπέ απέναντι από το κρεβάτι.

“Εσύ εκεί εγώ εδώ”

Ο πόνος μεταμορφώνει μια γυναίκα σε πολεμίστρια” είπε το επόμενο πρωινό καθώς πίναμε καφέ. Το σπαθί μου είχε μεταφερθεί τυλιγμένο σε ένα παλιό σεντόνι που κλέψαμε από το δωμάτιο του ξενοδοχείου και που ακόμα δεν είχα καταλάβει πως κατάφερε να το βγάλει έξω και να το περάσει από τη ρεσεψιόν.

“Για αυτό εμφανίστηκε μπροστά μου ένα σπαθί που μου μιλάει; Για να σκοτώσω τον γκόμενο μου;” είπα εμφανώς εκνευρισμένη.

Κρατούσα ένα κηροπήγιο με τρία κεριά και αυτό ήταν το μόνο ξεκάθαρο. Το αχνό φως των κεριών δεν μου επέτρεπε να δω πολλά. Το μόνο που μπορούσα να αντιληφθώ ήταν ότι κατέβαινα μια πέτρινη γυριστή σκάλα. Βήματα πίσω μου δήλωναν ότι δε βρισκόμουν μόνη. Δεν χρειαζόταν να γυρίσω πίσω μου για να δω ποιος με ακολουθούσε γιατί κάθε φορά που έβλεπα το συγκεκριμένο όνειρο, ο Rage ήταν αυτός που βρισκόταν πίσω μου. Υπήρχε μια συγκεκριμένη θερμότητα, μια παράξενη αύρα που έβγαινε από μέσα του και που την ένιωθα να μου καψαλίζει το δέρμα. Μια πεταλούδα μπλέχτηκε στα μαλλιά μου, ανοιγόκλεισε τα πανέμορφα φτερά της. Με περιτριγύρισε αρκετές φορές ώσπου την άκουσα να ψιθυρίζει “Έγινες εγώ, τόσο όμορφη τόσο εύθραυστη”

Πετάχτηκα κάθιδρη προσπαθώντας να πάρω ανάσα. Τα όνειρα που έβλεπα ήταν εξουθενωτικά. Κοίταξα τριγύρω αλλά το σκοτάδι δε μου επέτρεπε να δω καθαρά.

“Είμαι σίγουρη πως δε σε συνάντησα για το τίποτα” είπα στον Ρειτζ ενώ βρισκόμουν πάνω από μια κούπα αχνιστό καφέ.

“Το ίδιο πιστεύω και εγώ” μου απάντησε.

‘Ύστερα κοίταξε έξω από το παράθυρο το ψιλόβροχο. “Είμαι διαφορετικός από όσους άντρες έχεις γνωρίσει ποτέ” είπε με χαμένο βλέμμα.

“Μετριόφρων βλέπω” τον ειρωνεύτηκα.

“Δεν εννοώ αυτό” είπε και έριξε το βλέμμα του πάνω μου. Επιτέλους, σκέφτηκα και μετά το μετάνιωσα. Τα μάτια του σαν προβολείς με αιχμαλώτιζαν σε μια δέσμη φωτός.

“Όμορφος είσαι” είπα ασυναίσθητα.

Μου χαμογέλασε αχνά χωρίς να χάσει τη σοβαρότητα του.

“Δεν εννοούσα αυτό” μου έπιασε το χέρι. Αυτόματα το ελεύθερο χέρι μου έσφιξε περισσότερο την αχνιστή κούπα.

“Σκάιλαρ” ψιθύρισε, “μπορώ και κάνω πράγματα. Περίεργα πράγματα”

Τον κοίταξα χωρίς να μπορώ να πω το παραμικρό. Κατά βάθος, όμως γνώριζα τι εννοούσε. Τα μυαλά μας ήταν λες και ήταν απόλυτα συντονισμένα. Χωρίς να γνωρίζω την αλήθεια ένιωθα πως βαθιά μέσα μου ήξερα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…..
ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

66297710_1115664215291253_2156207018635952128_o

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ (CHAINED SOUL)

ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18 ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΗ ΣΚΑΙΛΑΡ

 

Ανακουφισμένη που είχα πάρει μαζί μου τα ακουστικά μου τα συνέδεσα με το κινητό και άφησα τη μουσική να με τυλίξει και να με γιατρέψει. Μόλις είχα φύγει από τη βιβλιοθήκη. Μουδιασμένη και ακούγοντας τη φωνή της Tarja το “Ave Maria” αναρωτήθηκα πότε επιτέλους θα ξυπνούσα από αυτό τον αέναο εφιάλτη. Είχα σκοτώσει τον Φέλιξ, θα με έβρισκαν κάποια στιγμή. Θα σάπιζα στη φυλακή. Είχα δώσει ραντεβού την επομένη, την ίδια ώρα στο ίδιο σημείο με τον άγνωστο μυστηριώδη τύπο ονόματι Rage που είχα γνωρίσει στη βιβλιοθήκη.

Λίγα μέτρα πριν το ξενοδοχείο μου είδα κάτι που με σόκαρε. Σε ένα δέντρο υπήρχε κολλημένο ένα χαρτί που έγραφε με μεγάλα γράμματα Missing και από κάτω τη φωτογραφία μου!!!! Ήμουν αγνοουμένη όχι καταζητούμενη; Έμεινα αποσβολωμένη μπροστά στη ζοφερή πραγματικότητα αρκτική σαν μέθυσος μπροστά σε μια μπουκάλα κρασί. Η αφίσα το έλεγε καθαρά: “αγνοουμένη Σκάιλαρ για πληροφορίες επικοινωνήστε με το αστυνομικό τμήμα της περιοχής σας”

Με αναζητούν. Δεν ξέρουν ότι σκότωσα τον Φέλιξ; Μα άφησα το κατακρεουργημένο σώμα του στο πάτωμα του δωματίου μου. Μαζί του άφησα τον Έντουαρντ και τον Gus αδιάψευστους μάρτυρες. Δεν ειδοποίησαν την αστυνομία; Ένιωσα το στομάχι μου να ανακατεύεται και παραπάτησα.

Κόλλησα το σώμα μου σε έναν τοίχο για να μη σωριαστώ. Τώρα έβγαζε νόημα. Είχαν δηλώσει την εξαφάνιση μου αλλά είχαν αποφασίσει να αποκρύψουν την αλήθεια. Προφανώς είχαν εξαφανίσει το πτώμα του Φέλιξ για να με προστατεύσουν. Γιαυτό ήμουν αγνοουμένη και όχι καταζητούμενη. Χωρίς πτώμα δεν υπήρχε έγκλημα. Πάλεψα να μην αδειάσω το εσωτερικό του στομαχιού μου στο πεζοδρόμιο και όρμισα να σκίσω την αφίσα παίρνοντας την μαζί μου.

Δεν ξέρω γιατί είχα αποφασίσει να μιλήσω στον Ρειτζ για όσα συνέβαιναν, ένιωθα μια απίστευτη ασφάλεια κοντά του, από την ημέρα που γνωριστήκαμε στη βιβλιοθήκη, το μόνο που γνώριζα ήταν πως είχα ανάγκη να του μιλήσω πριν τρελαθώ.

“Ξέρεις είδα ένα περίεργο όνειρο χθες βράδυ” είπα καθώς περπατάγαμε στο πάρκο. Εξακολουθούσε να με ζαλίζει με το βλέμμα του. “Γενικά βλέπω πολλά τέτοια όνειρα τελευταία”

Με κοίταξε σαν να γνώριζε τι ήθελα να του εκμυστηρευτώ. Δεν είπε τίποτα αφήνοντας μου το χρόνο να βάλω τα συναισθήματα μου σε λέξεις.

Μια πολεμίστρια με χρυσοποίκιλτη πανοπλία κρατούσε το σπαθί που είχα στο…” σταμάτησα πριν πω την αλήθεια. Στα μπερδεμένα αυτά όνειρα η ηρωίδα του κόμικ ενσαρκωνόταν στο πρόσωπο μου κράδαινε το σπαθί με το οποίο είχα σκοτώσει τον Φέλιξ. Δεν μπορούσα να συνεχίσω. Μου χαμογέλασε και κοντοστάθηκε σε μια τριανταφυλλιά με κόκκιν.. λευκά τριαντάφυλλα. Δεν μπορούσα ούτε τα χρώματα να αναγνωρίσω λες και υπέφερα από δαλτονισμό. Μου χάιδεψε απαλά το μάγουλο σαν να διάβασε τη σκέψη μου. “Όταν θα είσαι έτοιμη θα μου πεις όσα νιώθεις”

‘Ένιωσα να με ρουφάει η πράσινη δίνη των ματιών του και ζαλίστηκα ελαφρά. Παραπάτησα και το αινιγματικό χαμόγελο του ήταν το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι πριν χάσω τις αισθήσεις μου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…..
ΜÂ℘ìÅ ΦÂΝØΥ℘ÅΚΗ QuéeΝì
———————————————————————————————————————
(TA ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΑΥΤΗΣ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ.
——————————————————————————————————————–
ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ

66252935_1109413312583010_8052940169625468928_n

stephen king-στεφεν κινγκ

Οι σημειώσεις μου για το Μίζερυ..

Συνεχίζοντας να δημοσιεύω τις σημειώσεις που κρατούσα όσο διάβαζα το Μίζερι του ΚΙΝΓΚ

 

-Ο πόνος βρισκόταν ανατολικά του ήλιου και νότια και νότια των αυτιών του.
-…μπορούσε να παρατηρεί τον πάσαλο, του θύμιζε το στερνό μυτερό δόντι που προεξέχει από το στόμα ενός θαμμένου τέρατος.
–Ετούτη η θύμηση τον γυρόφερνε εκνευριστικά σαν νωθρή μύγα.
-…. χείλη στεγνά σαν λουρίδες κατεργασμένου πετσιού και τον βίασε ξανά με την ανάσα της.
-Φαιόγκριζο


-Οι κτηνώδεις καιροί απαιτούν κτηνώδεις λέξεις


-ασάλευτη σαν ομπρελοθήκη


-(Σκεφτόταν)… Διάφορα πράγματα ξεκάρφωτα πράγματα σαν τα κουρελάκια μιας κουρελούς


-Kονκορντάντσα (ευρετήριο με καταλογογραφημενες πληροφορίες για ένα μυθιστόρημα)


-Ματζέβελη (κάτι σαν δύσκολη κουραστική)


-Ο πόνος…τον τύλιξε σαν σάβανο σαν μια λαμπρή λευκή μάζα στο κέντρο ενός νόβα.


-Χαύνο μειδίαμα


-Είχε μάτια σκοτεινά βαθιά χωμένα στις κόγχες τους, τα φώτα της κουζίνας καθρεφτίζονταν μέσα τους σαν πολύχρωμα διαμαντάκια
αραδιασμένα σε σκουρόχρωμη βελούδινη κασετίνα κοσμηματοπωλείου.


-Μου έμαθαν ότι πρέπει να τρώμε τα πράγματα που αγαπάμε. Δεν είναι φρικιαστικά ποιητικό αυτό;


-Ρέκαξε


-Αδιάπτωτα


-Οι ψυχωτικοί νανουρισμένοι στο δηλητηριώδης λίκνο του εγωισμού τους…


-Προσήνεμη


-Ένας σφοδρός τρόμος διαπέρασε το ναρκωμένο μυαλό του σαν ριπή ανέμου γεμάτη ξυράφια …


-Από τις μεγάλες ουλές γεννιούνται μυθιστορήματα όχι αμνησία…


-Το πρέπει. Απαίσιο σαν χούφτωμα σε άθλιο καταγώγιο, ωραίο σαν πήδημα με τη πιο ταλαντούχα πόρνη πολυτελείας.


-Τα μάτια της Μίζερι που είχαν τη θεσπέσια φίνα γαλαζωπή απόχρωση του άνθους του καλαμποκιού τρεμόπαιξαν και άνοιξαν.

66031169_1109355169255491_2649099368195424256_n